Part 21
73. Λέγει ο Γωβρύας μετά ταύτα· «Φίλοι, πότε άλλοτε θα εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν να ανακτήσωμεν την βασιλείαν μας, ή, εάν δεν το κατορθώσωμεν, να αποθάνωμεν, ημείς οίτινες όντες Πέρσαι, κυβερνώμεθα από ένα μάγον, και μάλιστα μάγον όστις δεν έχει ώτα; Όσοι εξ υμών παρευρέθητε πλησίον του ασθενούς Καμβύσου, δεν ελησμονήσατε τι κατηράσθη αποθνήσκων να πάθωσιν οι Πέρσαι εάν δεν προσπαθήσωσι να ανακτήσωσι την βασιλείαν. Τότε δεν εδέχθημεν τους λόγους του, νομίζοντες ότι ο Καμβύσης εσκόπευε να μας απατήση· τώρα όμως ψηφίζω να υπακούσωμεν εις τον Δαρείον και να μη χωρισθώμεν εξερχόμενοι του συνεδρίου τούτου, αλλά να υπάγωμεν κατ' ευθείαν προς τον μάγον.». Ταύτα είπεν ο Γωβρύας, και όλοι ταύτα ενέκρινον.
74. Ενώ δε ούτοι ταύτα εβουλεύοντο, εγένοντο κατά συντυχίαν τα ακόλουθα. Οι μάγοι, αφού συνεσκέφθησαν, έκριναν εύλογον να ελκύσωσι την φιλίαν του Πρηξάσπους διότι αυτός έπαθεν υπό του Καμβύσου σκληρώς, όταν ο βασιλεύς τοξεύσας εφόνευσε τον υιόν του· διότι αυτός μόνος ήξευρε τον θάνατον του Σμέρδιος υιού του Κύρου, ως φονεύσας αυτόν με τας ιδίας του χείρας, και τέλος διότι απελάμβανε παρά τοις Πέρσαις μεγάλην υπόληψιν. Διά ταύτα λοιπόν τον προσκάλεσαν, εζήτησαν την φιλίαν του, τον υπεχρέωσαν με πιστά και με όρκους να τηρήση μυστικήν και να μη φανερώση εις κανένα την προς τους Πέρσας απάτην των, και τω υπεσχέθησαν άπειρα δώρα. Επειδή δε ο Πρηξάσπης υπεσχέθη ό,τι επεθύμουν, και οι μάγοι ενόμισαν ότι τον έπεισαν, τω είπον κατόπιν ότι αυτοί μεν θα συγκαλέσωσιν όλους τους Πέρσας προ του ανακτόρου, εκείνον δε διώρισαν να αναβή επί ενός πύργου και να κηρύξη ότι βασιλεύς των είναι ο Σμέρδις, και ουχί άλλος τις. Εζήτησαν δε παρ' αυτού να πράξη τούτο ένεκα της μεγάλης εμπιστοσύνης την οποίαν ενέπνεεν εις τον λαόν, και διότι πολλάκις είπε παρρησία ότι ο Σμέρδος του Κύρου έζη και ηρνήθη επιμόνως τον φόνον αυτού.
75. Υποσχεθέντος λοιπόν του Πρηξάσπους να πράξη τούτο, οι μάγοι συνεκάλεσαν τους Πέρσας και ανεβίβασαν αυτόν εις τον πύργον κελεύσαντες αυτόν να αγορεύση. Αλλά λησμονήσας εκουσίως τι περιέμενον παρ' αυτού, ήρχισεν από του Αχαιμένους την πατρικήν γενεαλογίαν του Κύρου, φθάσας δε εις τούτον, απηρίθμησε πόσα καλά έπραξεν ο Κύρος εις τους Πέρσας. Αφού δε διηγήθη ταύτα, εφανέρωσε την αλήθειαν ειπών ότι πρότερον μεν έκρυπτεν αυτήν διότι δεν θα είχεν ασφάλειαν εάν απεκάλυπτε το πράγμα· τώρα όμως καθήκον του είναι να το φανερώση, και είπεν ότι τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν αυτός ο ίδιος εφόνευσεν αναγκασθείς υπό του Καμβύσου και ότι βασιλεύουσιν οι μάγοι. Αφού δε επρόφερε πολλάς κατάρας κατά των Περσών εάν δεν προσπαθήσουν ν' ανακτήσωσι την ελευθερίαν και εάν δεν τιμωρήσωσι τους μάγους, ερρίφθη εκ του ύψους του πύργου επί κεφαλήν. Και ο μεν Πρηξάσπης, όστις πάντοτε διετέλεσεν άνθρωπος ευϋπόληπτος, ούτως ετελεύτησεν.
76. Οι δε επτά Πέρσαι, αποφασίσαντες να κτυπήσωσι τους μάγους άνευ αναβολής, ευχήθησαν εις τους θεούς και εκίνησαν, μη γνωρίζοντες τίποτε εκ των περί τον Πρηξάσπη πραχθέντων. Πορευόμενοι δε και φθάσαντες εις το μέσον της οδού έμαθον τα γεγονότα και παραμερίσαντες της οδού ήρχισαν πάλιν να συσκέπτωνται· και οι μεν περί τον Οτάνην επέμενον να αναβάλωσι την υπόθεσιν και να μη επιχειρήσωσι τίποτε, ευρισκομένων των πραγμάτων εις τοιούτον αναβρασμόν, οι δε περί τον Δαρείον επέμενον εξ εναντίας να προχωρήσωσιν εμπρός, να πράξωσιν, ό,τι είχον αποφασίσει και να μη φέρωσι καμμίαν αναβολήν. Ενώ δε εφιλονήκουν, εφάνησαν επτά ζεύγη ιεράκων καταδιώκοντα δύο ζεύγη γυπών τα οποία έτιλλον και εσπάραττον. Εις την θέαν ταύτην οι επτά συνετάχθησαν όλοι με την γνώμην του Δαρείου και εχώρησαν προς τα βασίλεια ενθαρρυνθέντες από τον οιωνόν.
77 Όταν έφθασαν εις τας πύλας συνέβη ό,τι είχε προΐδει ο Δαρείος· οι φρουροί εφάνησαν πλήρης σεβασμού προς τους πρώτους των Περσών, και μη υποπτεύοντες κανένα κίνδυνον εκ μέρους των, τους άφησαν να εισέλθωσιν ως εάν τους συνώδευε θεία δύναμις και κανείς ούτε τους ηρώτησεν. Εις την αυλήν όμως συνήντησαν τους αγγελιαφόρους ευνούχους και ούτοι τους ηρώτησαν τι ήθελον, συγχρόνως δε ηπείλουν τους πυλωρούς διατί να τους αφήσωσιν ελευθέρους και εμπόδιζον τους επτά θέλοντας να προχωρήσωσι περισσότερον. Τότε οι συνωμόται ενθαρρύναντες αλλήλους και σύραντες τα εγχειρίδια επέπεσαν κατά των εμποδιζόντων αυτούς και ώρμησαν εις τον ανδρώνα.
78. Συνέπεσε δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ευρίσκωνται αμφότεροι οι μάγοι εντός και να συσκέπτωνται περί εκείνου το οποίον έπραξεν ο Πρηξάσπης. Εις τον θόρυβον και τας φωνάς των τεταραγμένων ευνούχων, προσέδραμον αμφότεροι, και εννοήσαντες τα γινόμενα, επεκαλέσθησαν την ιδίαν των ανδρείαν. Και ο μεν εξ αυτών προφθάνει και δράττει το τόξον, ο δε άλλος το ακόντιον· τότε σενεπλάκησαν. Εκείνος όστις εκράτει το τόξον, στενοχωρούμενος εκ του σύνεγγυς υπό των αντιπάλων του, δεν ηδυνήθη να το μεταχειρισθή· ο δε δεύτερος υπερασπίζετο διά του ακοντίου· εκτύπησεν εις τον μηρόν τον Ασπαθίνην και εις τον οφθαλμόν τον Ινταφέρνην, όστις έχασε μεν τον οφθαλμόν ένεκα του κτυπήματος τούτου, αλλά δεν απέθανεν. Ο είς λοιπόν από τους δύο μάγους επλήγωσε τους Πέρσας τούτους, ο δε αδελφός του βλέπων ότι το τόξον είναι όπλον ανωφελές, καταφεύγει εις θάλαμον συγκοινωνούντα με τον ανδρώνα με την πρόθεσιν να κλείση τας θύρας αυτού. Δύο όμως εκ των επτά, ο Δαρείος και ο Γωβρύας, εισπίπτουσιν ομού. Και ο μεν Γωβρύας συνεπλάκη μετ' αυτού σώμα προς σώμα, ο δε Δαρείος φοβούμενος μήπως διατρυπήση τον Γωβρύαν εν τω σκότει, ίσταται διστάζων. Ιδών δε ο Γωβρύας αυτόν ιστάμενον αργόν, τον ερωτά διατί δεν μεταχειρίζεται τας χείρας του. Ο δε Δαρείος αποκρίνεται· «Διότι φοβούμαι μήπως κτυπήσω σε.» Τότε πάλιν ο Γωβρύας είπεν, «Έμπηξον το ξίφος σου δι' αμφοτέρων.» Ο δε Δαρείος πειθόμενος ώθησε το εγχειρίδιον και κατά τύχην εφόνευσε τον μάγον.
79. Αποκτείναντες δε τους μάγους και κόψαντες αυτών τας κεφαλάς, τους μεν δύο τραυματίας των αφήκαν εκεί και διά την αδυναμίαν των και διά να φυλάττωσι την ακρόπολιν· έπειτα οι πέντε με μεγάλας κραυγάς και θόρυβον, κρατούντες τας κεφαλάς των μάγων, ώρμησαν εκτός, εκάλουν τους Πέρσας, τοις διηγούντο τα γενόμενα και τοις εδείκνυον τας κεφαλάς, συγχρόνως δε εφόνευον πάντα μάγον τον οποίον εύρισκον εμπρός των. Οι δε Πέρσαι, μαθόντες το έργον των επτά και την απάτην των μάγων, έκριναν δίκαιον να μιμηθώσι τους πρώτους. Όθεν ανασπάσαντες τα εγχειρίδια εφόνευον οιονδήποτε μάγον απήντων. Και εάν δεν επήρχετο η νυξ, δεν θα άφινον ζώντα ούτε ένα. Οι Πέρσαι τιμώσι δημοσίως την ημέραν ταύτην πλειότερον πάσης άλλης ημέρας, και κατ' αυτήν τελούσι εορτήν την οποίαν καλούσι μαγοφόνια. Ενώ τελούσιν αυτήν εις κανένα μάγον δεν επιτρέπεται να φανή εις το φως, αλλ' όλοι μένουσι δι' όλης της ημέρας κεκλεισμένοι εις τους οίκους των.
80. Αφού δε κατέπαυσεν ο θόρυβος και ήλθεν η έκτη ημέρα, οι επαναστατήσαντες εναντίον των μάγων συνεσκέφθησαν περί των δημοσίων πραγμάτων και είπον λόγους οίτινες εφάνησαν απίστευτοι είς τινας Έλληνας, μολονότι ελέχθησαν πράγματι. Ο μεν Οτάνης προέτεινε να αναθέσωσι την κυβέρνησιν εις την κοινότητα των Περσών. «Η γνώμη μου, είπεν, είναι να μη γίνη πλέον είς μόνος εξ ημών βασιλεύς· ούτε ευάρεστον ούτε καλόν είναι το τοιούτο, διότι ηξεύρετε μέχρι ποίου βαθμού σας ύβρισεν ο Καμβύσης και πόσα επάθετε εκ της αυθαδείας του μάγου. Και τωόντι πώς η μοναρχία δύναται να ήναι διοίκησις καλώς ωργανισμένη όταν επιτρέπη εις ένα άνθρωπον να πράττη ό,τι θέλει χωρίς να δίδη λόγον εις κανένα; Και ο μάλλον ενάρετος άνθρωπος εάν περιβληθή με τοιαύτην εξουσίαν, ήθελε παρεκτραπή των συνήθων του ορθών φρονημάτων. Παρά τω ανθρώπων η υπερηφάνεια γεννάται εκ των αγαθών τα οποία έχει, ο δε φθόνος αρχήθεν συγγεννάται με τον άνθρωπον. Ταύτα τα δύο έχων, έχει πάσαν κακίαν και πράττει πλήθος εγκλημάτων, άλλα μεν εν τη υπερβολή της υπερηφανείας του, άλλα δε υπό φθόνου. Ο τύραννος εν τούτοις δεν έπρεπε να ήναι φθονερός αφού έχει εις την εξουσίαν του όλα τα αγαθά, αλλ' εκ φύσεως εμφορείται υπό όλως εναντίων αισθημάτων προς τους πολίτας. Φθονεί την ζωήν και την ύπαρξιν των καλών και αγαπά τους κακούς πολίτας· είναι πολύ ταχύς εις το να πιστεύη τας διαβολάς και ο μάλλον διεφθαρμένος. Εάν τον θαυμάζης μετρίως, δυσαρεστείται λέγων ότι δεν τον τιμάς πολύ· εάν δε τον τιμάς πολύ, δυσαρεστείται υποπτεύων ότι τον κολακεύεις. Το χειρότερον όμως, το οποίον και θα σας είπω, είναι ότι μεταβάλλει νόμους πατροπαραδότους, βιάζει γυναίκας, φονεύει ανθρώπους χωρίς να τους δικάζη. Όταν άρχη ο λαός, πρώτον μεν η αρχή αυτού φέρει το κάλλιστον των ονομάτων, καλείται ισονομία· δεύτερον δεν πράττονται εκείνα τα εγκλήματα τα οποία ανέφερα ότι πράττει ο μονάρχης· διότι τα μεν αξιώματα δίδονται διά ψήφου εις υπευθύνους άρχοντας, τα δε βουλεύματα ανακοινούνται εις το κοινόν. Προτείνω λοιπόν να καταλύσωμεν την μοναρχίαν και να δώσωχεν δύναμιν εις τον λαόν, διότι εις τους πολλούς περιλαμβάνονται όλοι.» Ο μεν Οτάνης ταύτην την γνώμην έδωκεν.
81. Ο δε Μεγάβυζος συνεβούλευσε να εγκαταστήσωσιν ολιγαρχίαν λέγων τα εξής· «Όσα μεν είπεν ο Οτάνης διά να καταλύσωμεν την τυραννίαν, θεωρήσατε ως να τα είπον εγώ, όσα όμως είπε συμβουλεύων να μεταφέρωμεν την εξουσίαν εις τον λαόν, κατά ταύτα έσφαλε της ορθής γνώμης, διότι ουδέν ανοητότερον και αυθαδέστερον του ασημάντου όχλου, και ουδέν μάλλον ανυπόφορον ή να υποκύψωσιν εις την αυθάδειαν ακρατήτου πλήθους άνδρες θέλοντες να αποφύγωσι την αυθάδειαν μονάρχου. Ο τύραννος, εάν πράξη τι, ηξεύρει τι πράττει, ο λαός όμως δεν δύναται να το ηξεύρη. Και πώς είναι δυνατόν να το ηξεύρη, αφού μήτε εδιδάχθη μήτε έμαθε ποτε τι εστι καλόν και αρμόζον; Ορμά ασυλλογίστως επί των δημοσίων υποθέσεων και τας ωθεί, όμοιος με χείμαρρον χειμερινόν. Δημοκρατίαν λοιπόν ας μεταχειρισθώσιν όσοι βουλεύονται κακά διά τους Πέρσας· ημείς δε εκλέξαντες συνέλευσιν εκ των αρίστων ανδρών, ας αναθέσωμεν εις αυτούς την κυριαρχίαν, καθότι εις αυτούς θα περιεχώμεθα και ημείς. Είναι δε επόμενον ότι των αρίστων τούτων ανδρών και τα βουλεύματα θα ώσιν άριστα.» Τοιαύτη ήτο η γνώμη του Μεγαβύζου.
82. Τρίτος ο Δαρείος εγνωμοδότησε λέγων «Κατ' εμέ, ο Μεγάβυζος ωμίλησεν ορθώς μεν περί του πλήθους, ουχί όμως και περί της ολιγαρχίας· καθότι εκ των τριών τούτων ειδών των υποτιθεμένων ως αρίστων, ήτοι αρίστης δημοκρατίας, ή ολιγαρχίας, ή μοναρχίας, λέγω ότι η τελευταία αύτη υπερτερεί τας άλλας δύο κατά πολύ. Ουδέν καλλίτερον ή η εξουσία ήτις είναι εις χείρας ενός ανδρός, του αρίστου, διότι η φρόνησις αυτού ήθελε τον οδηγή να κυβερνά το πλήθος αμέμπτως και προ πάντων να φυλάττη μυστικάς τας εναντίον των εξωτερικών εχθρών αποφάσεις. Εν δε τη ολιγαρχία, όταν πολλοί ασκώσι την αρετήν προς το κοινόν συμφέρον, γεννώνται μίση ιδιαίτερα, συνήθως βίαια· έκαστος θέλει να εκφέρη την γνώμην του και να βλέπη αυτήν υπερισχύουσαν· εκ τούτου προκύπτουσιν εμφύλιαι διχόνοιαι, και εκ των διχονοιών γεννώνται αιματοχυσίαι. Εκ των αιματοχυσιών δε καταντώσιν εις την μοναρχίαν, όπερ αποδεικνύει ότι η μοναρχία είναι η αρίστη διοίκησις. Εάν πάλιν άρχη ο δήμος, είναι αδύνατον να μη εισχωρήση η διαφθορά· εισαγομένης δε της διαφθοράς εις τα κοινά, μίση μεν δεν γεννώνται μεταξύ των κακών, αλλά φιλίαι σταθεραί· διότι οι βλάπτοντες τα κοινά, πράττουσι τούτο εκ συμφώνου. Παρατείνεται δε η κατάστασις αύτη μέχρις ου ευρεθή τις να αναλάβη την υπεράσπισιν του λαού και χαλιναγωγήση τους τοιούτους· τότε ο λαός θαυμάζει τον άνθρωπον τούτον, όστις θαυμαζόμενος δεν βραδύνει να γίνη βασιλεύς. Ώστε φαίνεται και εκ τούτου ότι η μοναρχία είναι η καλλιτέρα διοίκησις. Συλλήβδην δε ειπείν, πόθεν επήγασεν η ελευθερία ημών και τις μας έδωκεν αυτήν; Ο δήμος, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι, αφού είς μόνος άνθρωπος κατέστησεν ημάς ελευθέρους, το καθήκον ημών είναι να διατηρήσωμεν την τοιαύτην διοίκησιν. Μη καταργούμεν πατρίους νόμους καλώς έχοντας, διότι τούτο δεν συμφέρει.»
83. Τοιαύται υπήρξαν αι τρείς γνώμαι, και οι τέσσαρες άλλοι συνωμόται συνετάχθησαν με την τελευταίαν. Ο δε Οτάνης όστις ήθελε να εγκαταστήση την ισονομίαν παρά τοις Πέρσαις, ιδών ότι η γνώμη αυτού ηττήθη, είπεν εν τω μέσω αυτών· «Ω άνδρες συστασιώται, είναι φανερόν ότι είς εξ ημών πρέπει να γίνη βασιλεύς, είτε διά κλήρου επιτυχών τούτο, είτε δι' εκλογής του πλήθους των Περσών, εάν αναθέσωμεν εις αυτόν την φροντίδα ταύτην, είτε δι' άλλου τινός τρόπου. Εγώ όμως δεν θα συναγωνισθώ μεθ' υμών, διότι ούτε να άρχω θέλω, ούτε να άρχωμαι. Παραιτούμαι λοιπόν της αρχής επί τω όρω να μη εξουσιασθώ ποτέ παρ' ουδενός, ούτε εγώ, ούτε οι απόγονοι εμού.» Αφού είπε ταύτα ο Οτάνης, επειδή οι άλλοι έξ εδέχθησαν την πρότασίν του, δεν ανεμίχθη πλέον εις τίποτε, αλλ' απεχώρησε. Και μέχρι σήμερον αυτή η οικία μόνη εκ των Περσών είναι ελευθέρα υπακούουσα μόνον εις όσα θέλει, μη παραβαίνουσα όμως τους νόμους του τόπου.
84. Οι έξ οίτινες έμειναν εσκέφθησαν με ποίον δικαιότατον τρόπον να ονομάσωσι βασιλέα· εκ προοιμίων δε έκρινον εύλογον να αποφασίσωσιν, εάν καταλάβη την βασιλείαν είς των επτά, να δίδη κατ' έτος εις τον Οτάνην και εις τους απογόνους του μίαν εσθήτα μηδικήν, ως τιμήν όλω ιδιαιτέραν, και συγχρόνως όλα τα αλλά δώρα όσα παρά τοις Πέρσαις θεωρούνται τιμιώτατα. Ενέκρινον δε να δίδωνται ιδιαιτέρως τα δώρα ταύτα εις τον Οτάνην, διότι πρώτος ούτος διενοήθη την επιχείρησιν και διότι τους προσεκάλεσε να λάβωσι μέρος εις αυτήν. Μόνος λοιπόν ο Οτάνης ηξιώθη των τιμών τούτων, και μεταξύ των συνεφώνησαν να έχη έκαστος το δικαίωμα να εισέρχεται εις το ανάκτορον όταν θέλη χωρίς να τον αναγγείλωσιν, εκτός εάν ο βασιλεύς τύχη να καθεύδη μετά γυναικός. Συνεφώνησαν επίσης να μη επιτρέπεται εις τον βασιλέα να λαμβάνη γυναίκα από άλλην οικογένειαν ειμή από τας των συνωμοτών. Όσον δ' αφορά την βασιλείαν απεφάσισαν τα εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος, κατά την ανατολήν του ηλίου και καθ' ην στιγμήν αυτοί αναβάσαντες τους ίππους των εξέλθωσιν εις το προάστειον, ήθελε χρεμετίσει πρώτος, εκείνος να λάβη την βασιλείαν.
85. Είχε δε ο Δαρείος ένα ιπποκόμον, άνθρωπον πολύ νοήμονα, του οποίου το όνομα ήτο Οιβάρης· εις αυτόν τον άνθρωπον, αφού εχωρίσθησαν οι επτά· είπεν ο Δαρείος τα εξής· «Οίβαρες, ημείς απεφασίσαμεν να πράξωμεν περί της βασιλείας το εξής· εκείνος του οποίου ο ίππος ήθελε χρεμετίσει πρώτος, καθ' ην στιγμήν ανατείλη ο ήλιος και ημείς αναβώμεν τους ίππους μας, εκείνος να λάβη την βασιλείαν. Τώρα λοιπόν, εάν ηξεύρης καμμίαν τέχνην, προσπάθησον να λάβωμεν αυτό το γέρας και να μη μας νικήσει άλλος.» Προς ταύτα ο Οιβάρης απεκρίθη· «Δέσποτα, εάν τούτο μόνον απαιτείται διά να γίνης ή να μη γίνης βασιλεύς, μη φοβείσαι και έχε θάρρος, διότι κανείς άλλος πλην σου δεν θα γίνη βασιλεύς· τόσον βέβαια είναι τα ιατρικά τα οποία έχω.» Ο δε Δαρείος επανέλαβεν· «Εάν γνωρίζης τωόντι σόφισμά τι, ήλθεν η ώρα να το μεταχειρισθής άνευ αναβολής, διότι ο αγών θα γίνη αύριον.» Ακούσας ταύτα ο Οιβάρης, έπραξε τα ακόλουθα. Άμα ενύκτωσεν, έφερε και έδεσεν εις τα προάστειον μίαν φοράδα την οποίαν ο ίππος του Δαρείου ηγάπα πολύ· έπειτα έφερε και τον ίππον εκείνον, και αφού πρώτον τον περιήγαγε πολλάκις περί την φοράδα, πλησιάζων αυτόν μέχρι προστριβής, τον αφήκε τέλος να την οχεύση.
86. Εις τας πρώτας φαύσεις της ημέρας, οι έξ, όπως είχον συμφωνήσει, ευρέθησαν έφιπποι εις το μέρος της συνεντεύξεως· ενώ δε διεξελαύνοντες κατά το προάστειον έφθασαν εις το μέρος όπου κατά την παρελθούσαν νύκτα ήτο δεδεμένη η θήλεια ίππος, ενταύθα ο ίππος του Δαρείου προσδραμών εχρεμέτισε. Συγχρόνως δε ενώ έκαμνεν ο ίππος τούτο, αστραπή έσχισε τον αίθριον ουρανόν και ηκούσθη βροντή. Όλαι αύται αι περιστάσεις, ωσεί συνδυασθείσαι υπό συνθέτου τινός, επεκύρωσαν την βασιλείαν εις τον Δαρείον· οι δε άλλοι συνωμόται πηδήσαντες από τους ίππους, προσεκύνησαν αυτόν ως βασιλέα.
87. Άλλοι μεν λέγουσιν ότι ταύτα εμηχανεύθη ο Οιβάρης, άλλοι δε (διότι οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κατ' αμφοτέρους τους τρόπους συνέβησαν) ότι επιψαύσας διά τις χειρός τα μόρια της ίππου ταύτης, εκράτει την χείρα κεκρυμμένην υπό την αναξυρίδα του· ότε δε ανέτειλεν ο ήλιος και έμελλον να κινήσωσιν έφιπποι, ο Οιβάρης εξέβαλε την χείρα και την έφερεν εις τους μυκτήρας του ίππου του Δαρείου· οσφρανθείς δε αυτήν ο ίππος άρχισε να φρυάττη και να χρεμετίζη.
88. Ανεδείχθη λοιπόν βασιλεύς ο Δαρείος του Υστάσπους (47), και πλην των Αραβίων, όλοι οι λαοί της Ασίας ήσαν υπήκοοί του, καθότι τους είχεν υποτάξει ο Κύρος και έπειτα ο Καμβύσης. Οι Αράβιοι όμως ουδέποτε εδουλώθησαν υπό των Περσών, αλλ' έμεναν σύμμαχοί των και εβοήθησαν τον Καμβύσην όταν εισέβαλεν εις την Αίγυπτον, διότι ποτέ οι Πέρσαι δεν θα εισήρχοντο εις της χώραν ταύτην εάν δεν ήθελον οι Αράβιοι. Τας πρώτας επιγαμίας έκαμεν ο Δαρείος με τους Πέρσας, λαβών γυναίκας δύο θυγατέρας του Κύρου, την Άτοσσαν και την Αρτυστώνην, εκ των οποίων η μεν Άτοσσα υπήρξε γυνή πρώτον μεν του αδελφού της Καμβύσου έπειτα δε του μάγου, η δε Αρτυστώνη ήτο παρθένος. Έλαβε προσέτι γυναίκα την θυγατέρα του Σμέρδιος, υιού του Κύρου, ης το όνομα ήτο Πάρμυς· έλαβε δε και την θυγατέρα του Οτάνου, εκείνην ήτις εφανέρωσε τον μάγον. Ήτο δε καθ' όλα δυνατός ο Δαρείος. Μετά ταύτα πρώτον μεν ήγειρε μνημείον λίθινον, το οποίον παρίστα άνθρωπον έφιππον, και εχάραξεν επ' αυτού χαρακτήρας λέγοτας τα εξής· «Δαρείος, ο υιός του Υστάσπους, διά της αρετής του ίππου του (και ανέφερε το όνομα αυτού) και του ιπποκόμου του Οιβάρους, εκτήσατο την βασιλείαν των Περσών.»
89. Έπειτα δε κατέστησεν εις την Περσίαν είκοσι ηγεμονίας, τις οποίας οι Πέρσαι καλούσι σατραπείας. Καταστήσας δε τας ηγεμονίας και διορίσας τους άρχοντας, εκανόνισε τους φόρους τους οποίους ώφειλον να πέμπωσι τα έθνη· ήνονε δε εις τα έθνη τους πλησιοχώρους· ενίοτε όμως αφίνων τα πλησίον ήνονεν έθνη μεμακρυσμένα απ' αλλήλων. Διενεμήθησαν δε αι ηγεμονίαι και οι ετήσιοι φόροι ως εξής. Όσοι μεν επλήρωνον εις αργύριον, τους διέταξε να πληρώνωσι κατά το βάρος του Βαβυλωνίου ταλάντου, όσοι δε εις χρυσίον, κατά το βάρος του Ευβοϊκού. Ισοδυναμεί δε το Βαβυλώνιον τάλαντον με εβδομήκοντα Ευβοϊκάς μνας. Επί της βασιλείας του Κύρου και της του Καμβύσου, δεν υπήρχε τίποτε ωρισμένον ως προς τους φόρους, αλλ' ο λαός προσέφερε δώρα. Ένεκα δε της επιτάξεως ταύτης του φόρου και διαφόρων άλλων αναλόγων μέτρων, οι Πέρσαι λέγουσιν ότι ο Δαρείος ήτο έμπορος, ο Καμβύσης δεσπότης και ο Κύρος πατήρ· ο πρώτος διότι εκαπήλευεν όλα τα πράγματα, ο δεύτερος διότι ήτο αυστηρός και υπεροπτικός, ο τρίτος διότι ήτο ήπιος και εσκέπτετο πάντοτε πώς να τους ωφελήση.
90. Από μεν τους Ίωνας, τους εν τη Ασία Μάγνητας, τους Αιολείς, τους Κάρας, του Λυκίους, τους Μιλυείς και τους Παμφίλους (διότι όλοι αυτοί ομού έδιδον ένα φόρον) εισέπραττεν ο Δαρείος τετρακόσια αργυρά τάλαντα. Αυτοί συνεκρότουν τον πρώτον νομόν. Οι δε Μυσοί, οι Λυδοί, οι Λασόνιοι, οι Καβάλιοι και οι Υγεννείς, δεύτερος νομός, επλήρωνον πεντακόσια τάλαντα. Οι δε τις δεξιάς όχθης Ελλησπόντιοι, οι Φρύγες, οι εν τη Ασία Θράκες, οι Παφλαγόνες, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι, τρίτος νομός, επλήρωνον τριακόσια εξήκοντα τάλαντα. Οι δε Κίλικες, τέταρτος νομός, παρείχον τριακόσιους εξήκοντα ίππους λευκούς, ένα καθ' ημέραν, και πεντακόσια τάλαντα αργυρίου, εκ των οποίων τα μεν εκατόν τεσσαράκοντα κατηναλίσκοντο εις την συντήρησιν του ιππικού όπερ εφύλαττε την χώραν της Κιλικίας, τα δε άλλα τριακόσια εξήκοντα ήρχοντο εις τον Δαρείον.
91. Από την πόλιν Ποσείδειον, την οποίαν ίδρυσεν επί των ορέων της Κιλικίας και τις Συρίας ο υιός του Αμφιαράου Αμφίλοχος, μέχρι της Αιγύπτου, πλην των Αραβίων (διότι αυτοί ήσαν απαλλαγμένοι φόρου) ο φόρος ανέβαινεν εις τριακόσια πεντήκοντα τάλαντα· ο νομός ούτος, όστις είναι πέμπτος, περιλαμβάνει όλην την Φοινίκην, την Συρίαν την καλουμένην Παλαιστίνην, και την Κύπρον. Η Αίγυπτος, οι συνορεύοντες με αυτήν Λίβυες, η Κυρήνη και η Βάρκη (διότι εις τον έκτον νομόν τον της Αιγύπτου συμπεριελαμβάνοντο και αι πόλεις αύται), έπεμπον επτακόσια τάλαντα πλην του αργυρίου το οποίον έδιδεν η Μοίριος λίμνη εκ των ιχθύων. Ανεξαρτήτως του αργυρίου τούτου και του χορηγουμένου σίτου, ο νομός ούτος επλήρωνον επτακόσια τάλαντα· η προμήθεια δε εκείνη του σίτου συνίστατο εις εκατόν είκοσι χιλιάδας μέτρα διά τους Πέρσας και τους επικούρους οίτινες εφύλαττον την Λευκήν ακρόπολιν της Μέμφιδος. Οι δε Σατταγύδαι, οι Γανδάριοι, ο Δαδίκαι και οι Απαρίται, έβδομος νομός, ηνωμένοι όλοι, επλήρωνον εκατόν εβδομήκοντα τάλαντα· τα δε Σούσα και η άλλη χώρα των Κισσίων, όγδοος νομός, επλήρωνον τριακόσια.
92. Η Βαβυλών και όλη η Ασσυρία, έννατος νομός, έπεμπον χίλια τάλαντα αργυρίου και πεντακοσίους ευνούχους παίδας. Τα Εκβάτανα και όλη η Μηδία, οι Παρικάνιοι και οι Ορθοκορυβάντιοι, δέκατος νομός, τετρακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Κάσπιοι (48), οι Παυσοί, οι Παντίμαθοι και οι Δαρείται, ενδέκατος νομός, διακόσια τάλαντα. Οι δε Βακτριανοί μέχρι των Αιγλών, δωδέκατος νομός, ετέλουν φόρον τριακοσίων ταλάντων.
93. Οι Πάκτυες, οι Αρμένιοι και τα πλησίον μέρη μέχρι του Ευξείνου πόντου, νομός δέκατος τρίτος, επλήρωνον τετρακόσια τάλαντα. Οι Σαγάρτιοι, οι Σαράγγαι, οι Θαμαναίοι, οι Ούτιοι, οι Μύκοι και οι κατοικούντες τας νήσους της Ερυθράς θαλάσσης, όπου ο βασιλεύς πέμπει τους εξοριζομένους, νομός δέκατος τέταρτος, όλοι ούτοι επλήρωνον εξακόσια τάλαντα. Οι Σάκαι και οι Κάσπιοι (49), δέκατος πέμπτος νομός, διακόσια πεντήκοντα τάλαντα. Οι Πάρθοι, οι Χοράσμιοι, οι Σόγδιοι και οι Άριοι νομός δέκατος έκτος, τριακόσια τάλαντα.
94. Οι Παρικάνιοι και οι εκ της Ασίας Αιθίοπες, δέκατος έβδομος νομός, έπεμπον τετρακόσια τάλαντα. Οι Ματιανοί, οι Σάσπειρες και οι Αλαρόδιοι, νομός δέκατος όγδοος, ετάχθησαν να πληρώνωσι διακόσια τάλαντα. Οι Μόσχοι, οι Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες, οι Μοσύνοικοι και οι Μάρε, δέκατος έννατος νομός, τριακόσια τάλαντα. Οι Ινδοί, νομός εικοστός, οίτινες είναι το πολυανθρωπότερον έθνος από όσα γνωρίζομεν ετάχθησαν να δίδωσι φόρον περισσότερον από όλους τους άλλους· έφερον τριακοσίων εξήκοντα ταλάντων ψήγματα χρυσού.
95. Ο Βαβυλώνιος άργυρος μετατρεπόμενος εις Ευβοϊκά τάλαντα φέρει εννέα χιλιάδας πεντακόσια τεσσαράκοντα τάλαντα αργύρου· εκτιμωμένου δε του χρυσού τρισκεδεκάκις πλειότερον του αργύρου, τα ψήγματα μας δίδουσι τετρακισχίλια και εξακόσια ογδοήκοντα τάλαντα Ευβοϊκά. Προσθέτοντες τας δύο ταύτας ποσότητας ευρίσκομεν ότι το όλον του εις τον Δαρείον ετησίως πληρωνομένου φόρου, εις ευβοϊκόν μέτρον, ήτο δεκατέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια εξήκοντα τάλαντα, χωρίς να υπολογίσωμεν άλλας μικροτέρας ποσότητας τας οποίας παραλείπω.
96. Ούτος ήτο ο φόρος ο πληρωνόμενος εις τον Δαρείον υπό της Ασίας και μικρού μέρους της Λιβύας· βραδύτερον όμως άλλοι φόροι ήρχοντο εκ των νήσων και των λαών των κατοικούντων την Ευρώπην προς βορράν της Θεσσαλίας. Τούτους δε τους φόρους θησαυρίζει ο βασιλεύς κατά τον ακόλουθον τρόπον· τήκων τα μέταλλα, τα χύνει εις πηλίνους πίθους, αφού δε πληρωθή το αγγείον, θραύει το περικάλυμμα, και όταν λάβη ανάγκην χρημάτων κόπτει τόσον νόμισμα όσον χρειάζεται εκάστοτε.
97. Αύται λοιπόν ήσαν αι ηγεμονίαι και αι επιτάξεις των φόρων· μόνον διά την Περσικήν χώραν δεν ανέφερα ότι επλήρωνε φόρον, καθότι οι Πέρσαι νέμονται χώραν αφορολόγητον. Επίσης απηλλαγμένοι φόρου είναι οι συνορεύοντες με την Αίγυπτον Αιθίοπες τους οποίους ο Καμβύσης, εκστρατεύσας κατά των μακροβίων Αιθιόπων, είχεν υποτάξει· δίδουσιν όμως δώρα. Οι λαοί ούτοι κατοικούσι περί την ιεράν Νύσαν και τελούσι τας εορτάς του Διονύσου· σπείρουσι δε, ως και οι γείτονές των, τους αυτούς καρπούς ους σπείρουσιν οι Καλατίαι Ινδοί, και έχουσι κατοικίας υπογείους. Αυτά τα δύο έθνη ομού φέρουσι κατά παν τρίτον έτος το αυτό δώρον· δίδουσιν ακόμη και εις τας ημέρας μου δύο φοίνικας χρυσού καθαρού, διακοσίους κορμούς εβένου, πέντε παίδας Αιθίοπας και είκοσι μεγάλους οδόντας ελέφαντος. Οι δε Κόλχοι διετάχθησαν να δίδωσι δώρα, καθώς και οι μέχρι του Καυκάσου όρους γείτονές των, διότι μέχρι του όρους τούτου εξουσιάζουσιν οι Πέρσαι, προς βορράν όμως του Καυκάσου κανείς δεν φροντίζει δι' αυτούς. Ακόμη και επί των ημερών μου οι υποτελείς ούτοι έφερον κατά παν πέμπτον έτος εκατόν παίδας και εκατόν παρθένους. Οι δε Αράβιοι έπεμπον κατ' έτος χίλια τάλαντα λιβανωτού. Ταύτα ήσαν τα δώρα τα οποία ελάμβανεν ο βασιλεύς, πλην του φόρου.