Part 20
52. Τέλος ο βασιλεύς εκήρυξεν ότι όστις ήθελε τον δεχθή ή συνομιλήση μετ' αυτού να πληρόνη εις τον Απόλλωνα ιερόν πρόστιμον, του οποίου το ποσόν προσδιώριζε το κήρυγμα. Από της στιγμής δε ταύτης κανείς πλέον δεν ηθέλησε μήτε να συνομιλήση μετ' αυτού μήτε να τω δώση άσυλον. Ούτε αυτός δε ο ίδιος δεν έκρινε πλέον δίκαιον να πειράται την παραβίασιν των αυστηρών εκείνων διαταγών, και εσύρετο από στοάς εις στοάν. Την τετάρτην δε ημέραν, ιδών ο Περίανδρος αυτόν εξηντλημένον υπό της πείνης και ειδεχθή υπό της αλουσίας, τον ελυπήθη και μετριάσας την οργήν του επλησίασε προς αυτόν και τω είπε· «Τέκνον, τι εκ των δύο είναι προτιμότερον, η παρούσα κατάστασις εις ην ευρίσκεσαι, ή η εξουσία και τα πλούτη τα οποία έχω και τα οποία θα διαδεχθής εάν φερθής καλώς προς τον πατέρα σου; Συ, υιέ μου, βασιλεύς της ευδαίμονος Κορίνθου, καταδικάζεις σεαυτόν εις βίον πλάνητα διά της αντιστάσεώς σου και της οργής σου εναντίον εκείνου τον οποίον ώφειλες να σέβεσαι. Εάν εις τον οίκον μας συνέβη συμφορά διά την οποίαν με βλέπεις υπόπτως, η συμφορά αύτη ήλθεν εις εμέ· εγώ προ πάντων την αισθάνομαι, διότι εγώ την έπραξα. Αλλ' έμαθες πλέον ότι καλλίτερον είναι να φθονώσι τινα ή να τον οικτείρωσι, και ταυτοχρόνως τι κερδίζει τις οργιζόμενος εναντίον πατρός, εναντίον ισχυροτέρου. Επίστρεψον λοιπόν εις την οικίαν.» Και ο μεν Περίανδρος με τοιούτους λόγους προσεπάθει να τον καταπραΰνη· εκείνος δε ουδέν άλλο απεκρίθη ή ότι ώφειλε να πληρώση τι πρόστιμον εις τον θεόν διότι τω ωμίλησεν. Ιδών δε ο Περίανδρος ότι το μίσος του υιού του ήτο αμείλικτον και ακατανίκητον, τον εδίωξεν από τους οφθαλμούς του και τον έστειλε με πλοίον εις την Κέρκυραν, της οποίας τότε ήτο κύριος. Αφού δε τον έστειλεν εκεί, εξεστράτευσε κατά του πενθερού του Προκλέους, ως κυριωτάτου αιτίου της παρούσης αυτού καταστάσεως· και εκυρίευσε μεν την Επίδαυρον, συνέλαβε δε τον Προκλέα και τον έφερε μεθ' εαυτού ως αιχμάλωτον.
53. Επειδή δε προβαίνοντας του χρόνου εγήρασεν ο Περίανδρος και συνησθάνετο ότι δεν ήτο πλέον ικανός να επιτηρή όλας τας υποθέσεις και να διέπη αυτάς, έπεμψεν εις την Κέρκυραν και προσεκάλει εις την εξουσίαν τον Λυκόφρονα, καθότι ουδεμίαν έβλεπεν ικανότητα εις τον πρεσβύτερον υιόν του, όστις τω εφαίνετο νωθρός. Αλλ' ο Λυκόφρων ουδέ απαντήσεως έκρινεν άξιον τον κομιστήν της αγγελίας· ο δε Περίανδρος όστις επέμενεν εις την ανάκλησιν του νέου, έπεμψεν εκ νέου προς αυτόν· την φοράν όμως ταύτην έστειλε την ιδίαν του θυγατέρα και αδελφήν του Λυκόφρονος, καθότι ήλπιζεν ότι δι' αυτής ο υιός του ήθελε πεισθή ευκολώτερον. Ελθούσα λοιπόν αύτη τω είπε· «Παιδίον, προτιμάς να ιδής την εξουσίαν μεταβαίνουσαν εις άλλας χείρας και την οικίαν μας διασκορπιζομένην, ή να έλθης και την παραλάβης συ; Επίστρεψε εις την οικίαν και παύσον τιμωρών σεαυτόν· η επιμονή είναι δυσάρεστον πράγμα· μη ζητής να θεραπεύσης το έν κακόν διά του άλλου. Πολλοί προτιμώσι την ισότητα αντί του δικαίου, και πολλοί πολλάκις ζητούντες τα μητρικά έχασαν τα πατρικά. Η βασιλεία είναι κτήμα επισφαλές, πολλούς έχουσα εραστάς, ο δε πατήρ μας είναι γέρων και προβεβηκώς· μη δίδης λοιπόν τα αγαθά σου εις άλλους.» Και η μεν κόρη, διδαχθείσα από τον πατέρα της, τοιούτους έλεγε λόγους πειστικωτάτους· ο δε Λυκόφρων απεκρίθη ότι ποτέ δεν θα υπάγη εις την Κόρινθον ζώντος του πατρός του. Ότε δε αύτη έφερε την απόκρισιν του Λυκόφρονος, ο Περίανδρος έπεμψε και εκ τρίτου κήρυκα λέγων ότι θα μεταβή να κατοικήση εις την Κέρκυραν εάν ο υιός του συγκατετίθετο να επανέλθη εις την Κόρινθον διά να τον αντικαταστήση. Παραδεχθέντος τέλος του νέου την συμφωνίαν ταύτην, ητοιμάζοντο ο μεν Περίανδρος να μεταβή εις την Κέρκυραν, ο δε υιός του εις την Κόρινθον. Μαθόντες όμως ταύτα οι Κερκυραίοι και μη θέλοντες να έλθη ο Περίανδρος εις τον τόπον των, εφόνευσαν τον νέον. Και ο μεν Περίανδρος διά το έγκλημα τούτο εξεδικείτο τους Κερκυραίους.
54. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, φθάσαντες με μέγαν στόλον, επολιόρκησαν την Σάμον. Προσέβαλον το τείχος, και είχον υπερβή τον πύργον όστις υψούται πλησίον της θαλάσσης, εις την είσοδον του προαστείου, όταν ο Πολυκράτης, ελθών μετά πολλής δυνάμεως, απεδίωξεν αυτούς. Τότε οι επίκουρος και πολλοί Σάμιοι εξελθόντες εκ του επάνω πύργου, όστις είναι επί της ράχεως του όρους, αντέστησαν κατά των Λακεδαιμονίων και σχεδόν αμέσως έφυγον οπίσω· καταδιώκοντες δε οι Λακεδαιμόνιοι τους εφόνευον.
55. Εάν κατ' εκείνην την ημέραν οι πολιορκούντες ηκολούθουν το παράδειγμα του Αρχίου και του Λυκώπου, θα εκυρίευον την Σάμον, διότι μόνον ο Αρχίας και ο Λυκώπης διώκοντες εισήλθον εις το τείχος μετά των φευγόντων· κλεισθείσης όμως εις αυτούς της εξόδου εφονεύθησαν εντός της πόλεως των Σαμίων. Σηνηντήθην εις την Πιτάνην (διότι ήτο από τον δήμον τούτον) μεθ' ενός άλλου Αρχίου, υιού του Σαμίου και εγγόνου του αρχαίου Αρχίου· ετίμα δε ούτος τους Σαμίους περισσότερον από όλους τους άλλους Σαμίους, και με είπεν ότι ο πατήρ του είχεν ονομασθή Σάμιος διότι ο πατήρ του Αρχίας εφονεύθη εις την Σάμον ανδρείως πολεμήσας. Προσέθηκε δε ότι ετίμα τους Σαμίους διότι ενταφίασαν τον πάππον του δημοσία δαπάνη.
56. Μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή δεν έκαμναν καμμίαν πρόοδον, επέστρεψαν εις την Πελοπόννησον. Λέγουσιν, αλλ' οι λόγοι των είναι αβάσιμοι, ότι ο Πολυκράτης κόψας από μόλυβδον πολύ επιχώριον νόμισμα και καταχρυσώσας το έδωκεν εις τους Λακεδαιμονίους οίτινες το εδέχθησαν και ανεχώρησαν. Αυτή είναι η πρώτη εκστρατεία την οποίαν οι Δωριείς της Λακεδαίμονος έκαμον κατά της Ασίας.
57. Οι δε επαναστατήσαντες κατά του Πολυκράτους Σάμιοι, επειδή οι Λακεδαιμόνιοι έμελλον να τους εγκαταλείψωσιν, απέπλευσαν και αυτοί εις την Σίφνον· είχον ανάγκην χρημάτων, τα δε πράγματα των Σιφνίων ήκμαζον κατ' εκείνον τον χρόνον και ήσαν οι πλουσιώτατοι των νησιωτών, επειδή εις την νήσον των ευρίσκοντο μεταλλεία χρυσού και αργύρου τόσον άφθονα ώστε εκ του δεκάτου των εισοδημάτων αυτών αφιέρωσαν εις τους Δελφούς θησαυρόν τον οποίον ουδείς υπερβαίνει κατά την πλουσιότητα. Κατ' έτος εμοιράζοντο τα εισοδήματα ταύτα μεταξύ των και ότε ενησχολούντο να απαρτίσωσι τον θησαυρόν εκείνον ηρώτησαν το μαντείον εάν η ευδαιμονία των έμελλε να διαρκέση πολύν χρόνον· η δε Πυθία απεκρίθη τα εξής· Ό τ α ν-τ ο-π ρ υ τ α ν ε ί ο ν- τ η ς-Σ ί φ ν ο υ-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-ό τ α ν-τ ο-μ έ τ ω π ο ν- τ η ς-α γ ο ρ ά ς-γ ί ν η-λ ε υ κ όν,-π α ς-φ ρ ό ν ι μ ο ς- ά ν θ ρ ω π ο ς-ο φ ε ί λ ε ι-ν α-π ρ ο φ υ λ α χ θ ή-α π ό-τ η ν- ξ υ λ ί ν η ν-ε ν έ δ ρ α ν-κ α ι-α π ό-τ ο ν-ε ρ υ θ ρ ό ν- κ ή ρ υ κ α. Ήσαν δε ήδη και η αγορά και το πρυτανείον κεκοσμημένα διά μαρμάρου της Πάρου.
58. Τούτον τον χρησμόν δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι μήτε τότε ευθύς μήτε όταν ήλθον οι Σάμιοι. Τωόντι μόλις ούτοι επλησίασαν εις τον Σίφνον, έπεμψαν εις την πόλιν πλοίον με πρέσβεις. Ήσαν δε το πάλαι τα πλοία αλειμμένα με μίλτον, και τούτο ενόει η Πυθία όταν τοις είπε να προφυλάσσωνται από την ξυλίνην ενέδραν και τον ερυθρόν κήρυκα. Παρουσιάσθησαν λοιπόν οι πρέσβεις και εζήτησαν από τους Σίφνιους να τοις δανείσωσι δέκα τάλαντα· αλλ' ούτοι ηρνήθησαν, και οι Σάμιοι ήρχισαν να λεηλατώσι την χώραν των. Μαθόντες τούτο οι Σίφνιοι έδραμον προς βοήθειαν και πολεμήσαντες ενικήθησαν, οι δε Σάμιοι απέκλεισαν εις πολλούς την εις την πόλιν υποχώρησιν. Από αυτούς μετά ταύτα οι νικηταί έλαβον εκατόν τάλαντα.
59. Έπειτα οι Σάμιοι ηγόρασαν από τους Ερμιονείς την πλησίον της Πελοποννήσου νήσον Ύδραν και ενεπιστεύθησαν αυτήν εις τους Τροιζηνίους. Αυτοί δε ήλθον εις την Κρήτην και αποίκισαν την Κυδωνίαν, μολονότι δεν έπλευσαν εκεί επί τω σκοπώ τούτω αλλά να διώξωσιν εκ της νήσου τους Ζακυνθίους. Έμειναν λοιπόν εις αυτήν και επί πέντε έτη ευτύχησαν τόσον ώστε αυτοί έκτισαν τα ιερά τα οποία σώζονται σήμερον εις την Κυδωνίαν καθώς και τον ναόν της Δικτύνης Αρτέμιδος. Κατά δε το έκτον έτος οι Αιγινήται, ενωθέντες με τους Κρήτας, τους ενίκησαν κατά θάλασσαν, τους εξηνδραπόδισαν, έκοψαν τας πρώρας των πλοίων των, αίτινες παρίστων κάπρους, και αφιέρωσαν τας εικόνας ταύτας εις τον εν Αιγίνη ναόν της Αθηνάς. Έπραξαν δε ταύτα οι Αιγινήται διά το πάθος το οποίον είχον κατά των Σαμίων, διότι οι Σάμιοι επί της βασιλείας του Αμφικράτους εν Σάμω, είχον εκστρατεύσει κατά της Αιγίνης, μεγάλα κακά ποιήσαντες εις τους Αιγινήτας και παθόντες παρ' αυτών. Η μεν αιτία λοιπόν αύτη ήτο.
60. Εμήκυνα δε τον λόγον περί των Σαμίων διότι αυτοί έκαμον τρία έργα μεγαλείτερα από όλα όσα εξετέλεσαν οι Έλληνες. Είς τι όρος, εκατόν πεντήκοντα οργυιάς υψηλόν, ήνοιξαν όρυγμα επτά σταδίων μήκους και οκτώ ύψους και πλάτους, αρχίζοντες από την βάσιν. Καθ' όλον το μήκος του ορύγματος τούτου έσκαψαν άλλο όρυγμα είκοσι πηχών το βάθος και τριών ποδών το πλάτος, διά του οποίου το ύδωρ μεγάλης πηγής φέρεται διά σωλήνων μέχρι της πόλεως. Ο αρχιτέκτων του ορύγματος τούτου ήτο ο Μεγαρεύς Ευπαλίνος του Ναυστρόφου. Τοιούτον είναι το πρώτον των τριών τούτων έργον· το δεύτερον είναι το περί την θάλασσαν πρόχωμα, είκοσι οργυιών το ύψος και δύο σταδίων το μήκος· το τρίτον είναι ο μέγιστος εξ όσων είδομεν ναών, του οποίου αρχιτέκτων πρώτος εγένετο ο Σάμιος Ροίκος του Φιλαίου. Τούτων ένεκα εμήκυνα ολίγον περισσότερον τον λόγον περί των Σαμίων.
61. Ενώ ο Καμβύσης, ο υιός του Κύρου, κατέτριβε τον χρόνον εις την Αίγυπτον και παρεφρόνει, δύο αδελφοί, αμφότεροι μάγοι, επανεστάτησαν κατ' αυτού· τον ένα εξ αυτών είχεν αφήσει επιστάτην της οικίας του. Αυτός λοιπόν επανέστη κατά του Καμβύσου μαθών ότι εφονεύθη ο Σμέρδις, ότι ο θάνατος αυτού ετηρείτο κρυπτός, και ότι ολίγοι Πέρσαι ήξευρον αυτόν, οι δε περισσότεροι ενόμιζον τον Σμέρδιν ζώντα. Αυτά ηξεύρων εσκέφθη τα ακόλουθα διά να αρπάση την βασιλείαν. Είχεν αδελφόν μεθ' ου, ως είπα, επανεστάτησε, και όστις ωμοίαζε με τον υιόν του Κύρου Σμέρδιν τον φονευθέντα κατά διαταγήν του Καμβύσου. Η ομοιότης ήτο τελεία και εκαλείτο επίσης Σμέρδις. Αυτόν τον άνθρωπον πείσας ο μάγος Πατιζείθης τον εκάθισεν επί του βασιλικού θρόνου· μετά τούτο έπεμψε κήρυκας εις όλα τα μέρη και εις την Αίγυπτον διά να παραγγείλωσιν εις τον στρατόν ότι εις το εξής ώφειλον να υπακούωσιν εις τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, και ουχί εις τον Καμβύσην.
62. Και οι άλλοι λοιπόν κήρυκες παρήγγελλον ταύτα, και ο εις την Αίγυπτον πεμφθείς, ευρών τον Καμβύσην και τον στρατόν εις τα Εκβάτανα της Συρίας, και σταθείς εις το μέσον έλεγε τα εντεταλμένα υπό του μάγου. Ο δε Καμβύσης ακούσας ταύτα παρά του κήρυκος και νομίσας ότι έλεγεν αληθή και ότι τον είχε προδόσει ο Πρηξάσπης (διότι υπέθεσεν ότι ο Πρηξάσπης τον οποίον έπεμψε διά να φονεύση τον Σμέρδιν δεν έπραξε τούτο) ητένισε προς τον Πρηξάσπη και τω είπε· «Πρήξασπες, ούτως εξετέλεσας την εντολήν ην σοι ανέθηκα;» Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, ουδόλως είναι αληθές ότι ο αδελφός σου Σμέρδις επανέστη κατά σου, ούτε είναι δυνατόν να προκύψη πλέον μεταξύ σας μικρά ή μεγάλη διχόνοια· εγώ ο ίδιος, αφού έπραξα ό,τι με διέταξες, τον έθαψα με τας χείρας αυτάς τας οποίας βλέπεις. Εάν τώρα επανέρχονται εις την ζωήν οι αποθανόντες, περίμενε να ιδής επανερχόμενον και τον Μήδον Αστυάγη· εάν όμως τα πράγματα βαίνωσι την συνήθη αυτών τάξιν, ουδέν δυσάρεστον θα σοι συμβή εκ μέρους του αδελφού σου. Όθεν η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να συλλάβωμεν τον κήρυκα, να τον ανακρίνωμεν και να μάθωμεν παρά τίνος εστάλη να μας παραγγείλη ότι πρέπει να υπακούωμεν εις τον βασιλέα Σμέρδιν».
63. Ταύτα ήπεν ο Πρηξάσπης· επειδή δε ήρεσαν εις τον βασιλέα, αμέσως συνέλαβον τον κήρυκα και τον προσήγαγον, ο δε Πρηξάσπης τον ηρώτησεν ως εξής· «Άνθρωπε, λέγεις ότι ήλθες εξ ονόματος του Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τώρα ειπέ μας την αλήθειαν και ύπαγε χαίρων. Ο ίδιος Σμέρδις εφάνη εις σε και σοι έδωκε τας διαταγάς ταύτας, ή κανείς των υπηρετών του;» Ο δε κήρυξ απεκρίθη· «Εγώ δεν είδον τον Σμέρδιν, τον υιόν του Κύρου, αφότου ο βασιλεύς Καμβύσης ανεχώρησε διά την Αίγυπτον· αλλ' ο μάγος τον οποίον ο Καμβύσης εξελέξατο ως επίτροπον της οικίας του, αυτός με παρήγγειλε ταύτα, λέγων ότι ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου, με διατάττει να τα είπω προς υμάς.» Και ο μεν κήρυξ ταύτα είπεν, ουδόλως ψευδόμενος· ο δε Καμβύσης είπε· «Πρήξασπες, συ μεν, ως άνθρωπος τίμιος, έπραξες ό,τι σε διέταξα· πλην ποίος να ήναι άρα γε εκείνος εκ των Περσών ότι επανίσταται κατ' εμού οικειοποιούμενος το όνομα του Σμέρδιος; — Νομίζω, απήντησεν ο Πρηξάσπης, ότι ενόησα το πράγμα, ω βασιλεύ· οι αποστατήσαντες κατά σου είναι οι μάγοι, ο Πατιζείθης τον οποίον αφήκες επιμελητήν της οικίας σου, και ο αδελφός αυτού Σμέρδις».
64. Ο Καμβύσης ακούσας το όνομα του Σμέρδιος εξεπλάγη εκ των λόγων και του ενυπνίου το οποίον είχεν ιδεί· καθότι τω εφάνη εις τον ύπνον του ότι τω ανήγγελλε τις ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, έψαυε διά της κεφαλής του τον ουρανόν.
Εννόησας λοιπόν ότι εις μάτην εφόνευσε τον αδελφόν του, ήρχισε να κλαίη· αφού δε έκλαυσε και εθρήνησε διά την συμφοράν την οποίαν τω επήνεγκεν ο θάνατος ούτος, επήδησεν επί του ίππου του σκοπεύων να τρέξη αμέσως εις τα Σούσα και να εκστρατεύση κατά του μάγου. Αλλ' ενώ επήδα επί του ίππου, έπεσε το κομβίον το κρατούν την θήκην της σπάθης του, γυμνωθείς δε τοιουτοτρόπως ο σίδηρος εκτύπα τον μηρόν του και τον επλήγωσεν εις το αυτό μέρος όπου και αυτός πρότερον είχε πληγώσει τον θεόν των Αιγυπτίων Άπιν. Επειδή δε η πληγή του εφαίνετο καιρία, ηρώτησε ποιον ήτο το όνομα της πόλεως· οι δε τω είπον ότι εκαλείτο Εκβάτανα. Εις δε τον Καμβύσην προηγουμένως είχε δοθή χρησμός από την πόλιν Βουτώ ότι έμελλε να τελευτήση τον βίον εις τα Εκβάτανα, και είχε νομίσει ότι ήθελεν αποθάνει εις τα Εκβάταν της Μυδίας όπου είχεν όλους τους θησαυρούς του, ενώ το χρηστήριον ενόει βεβαίως τα Εκβάτανα της Συρίας. Όθεν επειδή ερωτών έμαθε το όνομα της πόλεως, τεταραγμένος από την συμφοράν του μάγου και του τραύματος, εσωφρόνησε, και εννοήσας τον χρησμόν είπεν· «Εδώ είνε πεπρωμένον να τελευτήση ο Καμβύσης του Κύρου.»
65. Και τότε μεν δεν είπε περισσότερα· βραδύτερον όμως, μετά είκοσι περίπου ημέρας, καλέσας τους λογιμωτάτους των εις τα Εκβάτανα ευρισκομένων Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, αναγκάζομαι να σας φανερώσω πράγμα το οποίον υπέρ παν άλλο ετήρουν μυστικόν. Κοιμώμενός ποτε εις την Αίγυπτον είδον όνειρον το οποίον είθε να μη έβλεπον· μοι εφάνη ότι απεσταλμένος τις ήλθεν εκ της οικίας μου διά να μοι αναγγείλη ότι ο Σμέρδις καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου ήγγιζε με την καφαλήν του τον ουρανόν. Εφοβήθην μήπως με αφαιρέση την βασιλείαν ο αδελφός μου και ενήργησα ταχύτερον ή φρονιμώτερον, διότι είναι αδύνατον εις τον άνθρωπον να αποφύγη το πεπρωμένον να γίνη. Έπεμψα λοιπόν ασυλλογίστως τον Πρηξάσπη εις τα Σούσα διά να φονεύση τον Σμέρδιν. Γενομένου δε του κακού τούτου, έζων ησύχως, μη σκεπτόμενος πλέον ότι, αφού εφονεύθη ο Σμέρδις, άλλος άνθρωπος ήθελεν ευρεθή να επαναστατήση κατ' εμού. Αλλ' ηπατήθην· εγενόμην αδελφοκτόνος άνευ ανάγκης, και ουχ ήττον εστερήθην την βασιλείαν· διότι τον Σμέρδιν τον μάγον μοι προεδείκνυεν ο θεός εν τω ονείρω εκείνω ως προωρισμένον να επαναστατήση κατ' εμού. Ιδέτε λοιπόν τι έπραξα και σκεφθήτε ότι όχι ο Σμέρδις του Κύρου, αλλά δύο μάγοι αρπάζουσι την βασιλείαν, εκείνος τον οποίον αφήκα επίτροπον εις τα βασίλεια και ο αδελφός του Σμέρδις. Ο αδελφός εις τον οποίον ανήκε να με υπερασπίση ατιμαζόμενον από τους ανθρώπους τούτους εφονεύθη από τον πλησιέστατον συγγενή του γενόμενος θύμα σκληρού πεπρωμένου· τούτου δε μη υπάρχοντος, εις υμάς οφείλω να αποτείνω τις θελήσεις μου τελευτών τον βίον. Επικαλούμενος τους θεούς του βασιλείου τούτου σας προστάζω όλους και μάλιστα τους παρόντας των Αχαιμενιδών να μη ανεχθήτε να περιέλθη η βασιλεία αύθις εις τους Μήδους· αλλ' εάν μεν καταγίνωνται να την καταλάβωσι με δόλον, αφαιρέσατέ την από αυτούς με δόλον, εάν δε θελήσωσι να το κατορθώσωσι μετά δυνάμεων, προσπαθήσατε και υμείς να την ανασώσετε μετά πλειοτέρων δυνάμεων. Εάν πράξετε ό,τι σας ζητώ, είθε η γη να παράγη τους καρπούς της δι' υμάς, είθε να τίκτωσιν οι γυναίκες και αι ποίμναι υμών, είθε να ήσθε διά παντός ελεύθεροι! Εάν όμως δεν ανασώσετε την αρχήν, μήτε επιχειρήσετε να ανασώσητε αυτήν, σας καταρώμαι να συμβώσιν εις υμάς τα εναντία τούτων, και προσέτι το τέλος εκάστου Πέρσου να ήναι τοιούτο οίον το ιδικόν μου!» Ταύτα είπεν ο Καμβύσης και έκλαιε τας δυστυχίας του.
66. Ιδόντες οι Πέρσαι τον βασιλέα των να κλαίη έσχισαν τα ιμάτιά των και εθρήνουν μεγαλοφώνως. Μετά ταύτα το οστούν του πληγωμένου εσάπισεν, αι σάρκες του μηρού του εγαγγραινώθησαν και απέθανεν αφού εβασίλευσεν εν όλοις επτά έτη και πέντε μήνας χωρίς να απολαύση τέκνον, μήτε άρρεν μήτε θήλυ. Αίσθημά τι αμφιβολίας περιεχύθη μεταξύ των παρόντων Περσών· δεν ηδύναντο να πιστεύσωσιν ότι οι μάγοι κατέλαβον τα πράγματα, αλλ' υπώπτευσαν ότι ο Καμβύσης έπλασε την διήγησιν του θανάτου του Σμέρδιος διά να τους απατήση και επαναστατήσωσι κατά του αδελφού του.
67. Υπέθεσαν λοιπόν ότι ο αναβάς εις τον θρόνον ήτο ο Σμέρδις, ο υιός του Κύρου· έτι δε και ο Πρηξάσπης ηρνείτο επιμόνως ότι εφόνευσε τον Σμέρδιν, διότι δεν ενόμιζεν ασφαλές να φανερώση μετά τον θάνατον του Καμβύσου ότι εφόνευσεν ιδιοχείρως τον υιόν του Κύρου. Ο μάγος λοιπόν, αφού ετελεύτησεν ο Καμβύσης, ωφελούμενος εκ της ομοιότητος των ονομάτων, εβασίλευσε κατ' αρχάς ησύχως τους επτά μήνας οίτινες υπελείποντο διά να συμπληρώση ο Καμβύσης οκτώ έτη. Κατά τον ολίγον τούτον χρόνον έπραξε προς όλους τους υπηκόους του μεγάλας ευεργεσίας, ώστε ότε απέθανεν όλοι οι εν τι Ασία τον επόθησαν, πλην των Περσών· διότι ο μάγος πέμψας κήρυκας εις όλα τα υπό την εξουσίαν του έθνη εκήρυξεν ότι ούτε άνδρας ήθελε στρατολογήσει ούτε φόρους ήθελεν εισπράξει, επί τρία έτη· ταύτα δε εκήρυξεν άμα επανεστάτησε διά να καταλάβη την αρχήν.
68. Τον όγδοον δε μήνα ανεκαλύφθη κατά τον ακόλουθον τρόπον τις ήτο· ο Οτάνης, ο υιός του Φαρνάσπους, ήτο κατά το γένος και τα πλούτη είς των πρώτων Περσών. Ο Οτάνης ούτος πρώτος των άλλων υπώπτευσεν ότι ο μάγος ήτο όχι ο Σμέρδος ο υιός του Κύρου, αλλ' εκείνος όστις ήτο πράγματι. Η εικασία του δε εβασίζετο εις τούτο, ότι ο βασιλεύς δεν εξήρχετο της ακροπόλεως και δεν εκάλει ενώπιον του κανένα από τους λογίμους Πέρσας. Υποπτεύσας λοιπόν έπραξε τα ακόλουθα· ο Καμβύσης είχε λάβει γυναίκα την θυγατέρα του καλουμένην Φαιδύμην· την ιδίαν είχε τότε ο μάγος και συνέζη μετ' αυτής ως και μετά των άλλων γυναικών του Καμβύσου. Εις ταύτην την θυγατέρα πέμψας ο Οτάνης, την ηρώτα περί του ανθρώπου μεθ' ου συνεκοιμάτο, εάν ήτο ο Σμέρδις του Κύρου ή άλλος τις. Εκείνη δε τω διεβίβασε την απόκρισιν ότι ποτέ δεν είδε τον Σμέρδιν του Κύρου και ούτε εγνώριζε ποίος ο μετ' αυτής συνευναζόμενος. Έπεμψεν εκ δευτέρου ο Οτάνης λέγων· «Εάν δεν γνωρίζης τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, ερώτησον την Άτοσσαν μετά τίνος ανθρώπου συγκοιμάται, ως συ, διότι δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζη τον αδελφόν της.» Εις την ερώτησιν ταύτην αποκρίνεται η θυγάτηρ λέγουσα· «Ούτε με την Άτοσσαν ειμπορώ να συνομιλήσω, ούτε να ίδω άλλην τινα των γυναικών, διότι ο άνθρωπος ούτος, οιοσδήποτε και αν ήναι, άμα παρέλαβε την βασιλείαν, μας διεσκόρπισε θέσας εκάστην εις ιδιαίτερον οίκημα.»
69. Ταύτα ακούσας ο Οτάνης ήρχισε να εννοή καλλίτερον το πράγμα· έπεμψε λοιπόν προς την θυγατέρα τρίτην αγγελίαν λέγουσαν ταύτα· «Ω θύγατερ· διά την λαμπράν σου γέννησιν πρέπει να αναδεχθής τον κίνδυνον εις τον οποίον ο πατήρ σου σε διατάττει να εκτεθής. Εάν ο άνθρωπος ούτος δεν είναι ο υιός του Κύρου, εάν ήναι εκείνος τον οποίον υποθέτω, δεν πρέπει να ζήση χαίρων ότι συνεκοιμήθη μετά σου και ήρπασε την βασιλείαν των Περσών, αλλά να τιμωρηθή αυστηρώς. Κάμε λοιπόν αυτό το οποίον σοι παραγγέλλω. Όταν συγκατακλιθή μετά σου και κρίνης ότι εβυθίσθη εις τον ύπνον, ψηλάφησον τα ωτία του, και εάν μεν εύρης ότι έχει τοιαύτα, πείσθητι ότι συγκοιμάσαι με τον Σμέρδιν τον υιόν του Κύρου, εάν δε δεν έχη, είναι ο μάγος Σμέρδις.» Προς ταύτα απεκρίθη η Φαιδύμη λέγουσα ότι θα κινδυνεύση μεγάλως εάν υπακούση· διότι εάν δεν έχη ώτα, εάν την εννοήση ότι τον ψηλαφεί, βεβαίως θα την φονεύση, όμως θα υπακούση. Η Φαιδύμη λοιπόν υπεσχέθη εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του. Τούτου δε του μάγου Σμέρδιος τα ώτα είχε κόψει ο υιός του Καμβύσου Κύρος ότε εβασίλευε δι' αιτίαν ου μικράν. Ούτως η Φαιδύμη αύτη, η του Οτάνου θυγάτηρ, υποσχεθείσα εις τον πατέρα της να εκτελέση τας διαταγάς του όταν έλθη η σειρά της να εισαχθή προς τον μάγον (διότι αι γυναίκες των Περσών εκ περιτροπής συνευρίσκονται με τους άνδρας των), εισήλθε και κατεκλίθη μετ' αυτού· αφού δε ο μάγος απεκοιμήθη βαθέως εψηλάφησε τα ώτα του και ευκόλως ενόησεν ότι ο άνθρωπος δεν είχεν ώτα. Άμα δε εφάνη η ημέρα, πέμψασα εφανέρωσεν εις τον πατέρα της τα γενόμενα.
70. Ο δε Οτάνης λαβών κατ' ιδίαν τον Ασπαθίνην και τον Γωβρύαν, πρώτους των Περσών και πιστοτάτους φίλους του, τοις διηγήθη όλην την υπόθεσιν. Επειδή δε και αυτοί οι ίδιοι υπώπτευον ότι το πράγμα είχεν ούτως, εδέχθησαν τους λόγους του Οτάνου και συνεφώνηοαν να προσεταιρισθή έκαστος τον μάλλον πιστόν φίλον του. Ο μεν Οτάνης λοιπόν εισάγει τον Ινταφέρνην, ο Γωβρύας τον Μεγάβυζον, ο δε Ασπαθίνης τον Υδάρνη. Ήσαν δε έξ όταν ο υιός του Υστάσπους Δαρείος έφθασεν εις τα Σούσα ερχόμενος εκ τις Περσίας όπου ο πατήρ του ήτο διοικητής· μαθόντες την άφιξίν του οι έξ ούτοι Πέρσαι, ενέκριναν να προσεταιρισθώσι τον Δαρείον.
71. Συνελθόντες λοιπόν οι επτά, ωρκίσθησαν μεταξύ των και ήρχισαν να συσκέπτωνται. Ότε δε ήλθεν η σειρά του Δαρείου να εκφέρη την γνώμην του, είπε τα ακόλουθα· «Εγώ ενόμιζον ότι ήμην ο μόνος όστις ήξευρα ότι ο μάγος μας κυβερνά και ότι ο υιός του Κύρου Σμέρδις ετελεύτησε, και τούτου ένεκα έδραμον όπως διοργανόσω τον θάνατον του μάγου. Επειδή δε συμβαίνει να το ηξεύρετε και υμείς ως εγώ, νομίζω ότι πρέπει να ενεργήσωμεν αμέσως και να μη βραδύνωμεν, διότι δεν συμφέρει η αναβολή.» Ο Οτάνης απεκρίθη εις ταύτα· «Ω υιέ του Υστάσπους, είσαι υιός πατρός γενναίου και δεν φαίνεσαι κατώτερος του πατρός σου· μη σπεύδης όμως απερισκέπτως τοιαύτην επιχείρησιν, αλλά διεύθυνον αυτήν μετά πλειοτέρας φρονήσεως· είναι ανάγκη να γίνωμεν περισσότεροι, και τότε ενεργούμεν.» Απεκρίθη ο Δαρείος εις ταύτα· «Ω άνδρες όσοι είσθε παρόντες, εάν ακολουθήσετε την γνώμην του Οτάνου, μάθετε ότι θα απολεσθήτε κάκιστα, διότι θα ευρεθή τις όστις παρασυρόμενος υπό του ιδίου συμφέροντος θα φανερώση ταύτα εις τον μάγον. Έπρεπε, μετά τας πρώτας σας ομιλίας, να εκτελέσετε υμείς μόνοι το σχέδιόν σας· επειδή όμως ηθελήσατε συνεταίρους, επειδή το ενεπιστεύθητε και εις εμέ, ή θα το θέσωμεν εις ενέργειαν σήμερον, ή, εάν αφήσωμεν να παρέλθη η σήμερον, δεν σας κρύπτω ότι δεν θα δώσω καιρόν εις άλλον να με καταγγείλη προς τον μάγον, αλλ' εγώ θα φανερώσω τα πάντα εις αυτόν.»
72. Τότε ο Οτάνης βλέπων τον Δαρείον τόσον σπεύδοντα είπεν· «Αφού μας αναγκάζεις να επιταχύνωμεν και δεν μας επιτρέπεις να αναβάλωμεν, ειπέ μας συ πώς να εισέλθωμεν εις τον βασιλικόν οίκον και με ποίον τρόπον να επιτεθώμεν κατ' αυτών· διότι ηξεύρεις, ή, εάν δεν είδες, θα ήκουσες ότι φύλακες είναι τοποθετημένοι πανταχού· πώς λοιπόν να διέλθωμεν δι' αυτών;» Απεκρίθη ο Δαρείος τα ακόλουθα· «Πολλά πράγματα, Οτάνη, δεν δύνανται να σαφηνισθώσι διά λόγων αλλά δι' έργου· υπάρχουσιν επίσης άλλα τα οποία με τον λόγον μεν είναι ευκατόρθωτα, άμα όμως τα επιχειρήση τις ουδέν λαμπρόν αποτέλεσμα έχουσιν. Ηξεύρετε ότι δεν είναι αδύνατον να διέλθωμεν διά των φυλάκων· αφ' ενός μεν, είτε εκ φόβου, είτε εκ σεβασμού, κανείς δεν θα τολμήση να εμποδίση ανθρώπους του βαθμού μας· αφ' ετέρου δε έχω εγώ πρόφασίν τινα λίαν εύλογον διά να εισέλθωμεν εις το ανάκτορον· θα είπω ότι ταύτην την στιγμήν έφθασα εκ της Περσίας και ότι επιθυμώ να αναφέρω τι εις τον βασιλέα εκ μέρους του πατρός μου. Όπου είναι ανάγκη να είπη τις ψεύδος, ας το είπη· διότι ημείς οι άνθρωποι την αυτήν πάντοτε έχομεν επιθυμίαν, είτε ψευδόμενοι είτε λέγοντες την αλήθειαν. Οι μεν ψεύδονται τότε, όταν θέλωσι διά του ψεύδους να πείσωσι και κατορθώσωσί τι· οι άλλοι δε εξ εναντίας λέγουσι την αλήθειαν διά να ωφεληθώσι τι εκ της αληθείας και διά να τους εμπιστεύονται περισσότερον. Ώστε διά διαφόρων οδών τείνομεν πάντες προς τον αυτόν σκοπόν. Εάν δεν είχον τι να ωφεληθώσιν, αδιαφόρως και ο φιλαλήθης θα εψεύδετο, και ο ψεύστης θα έλεγεν αληθή. Ο φύλαξ όστις προθύμως ήθελε μας αφήσει να διέλθωμεν, αυτός μετά ταύτα θα ωφεληθή· εκείνον δε όστις θελήση να μας εναντιωθή, ας τον μεταχειρισθώμεν αμέσως ως εχθρόν, και εισερχόμενοι έπειτα διά της βίας ας πράξωμεν το έργον μας.»