Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 2

Chapter 227 wordsPublic domain

27. Αφού λοιπόν κατέστησε φόρου υποτελείς όλους τους Έλληνας της Ασίας, απεφάσισε να εξοπλίση στόλον και να επιτεθή κατά των νήσων. Όλα δ' ήσαν έτοιμα διά την ναυπήγησιν των πλοίων όταν ο Βίας ο Πριηνεύς κατά τους μεν, κατ' άλλους δε ο Πιττακός ο Μιτυληναίος ήλθεν εις τας Σάρδεις. Ο Κροίσος τον ηρώτησε νεώτερόν τι περί της Ελλάδος, ούτος δε έδωκε την εξής απόκρισιν ήτις ανέστειλεν όλας τας ετοιμασίας. «Ω βασιλεύ, οι νησιώται συναθροίζουσι πολυάριθμον ιππικόν σκοπεύοντες να επιτεθώσι κατ' αυτών των Σάρδεων.» Νομίσας δε ο Κροίσος ότι εκείνος έλεγε την αλήθειαν, επανέλαβεν· «Είθε οι θεοί να εμπνεύσωσιν εις τους νησιώτας το σχέδιον να έλθωσι με ιππικόν εναντίον των Λυδών. — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Πιττακός, βεβαίως πολύ επιθυμείς να συναντηθής εις την ήπειρον με τους νησιώτας εφίππους, εις την περίπτωσιν δε ταύτην ορθώς ελπίζεις ότι θέλεις τους νικήσει· αλλά τι νομίζεις; οι νησιώται οίτινες έμαθον ότι προτίθεσαι να εξοπλίσης στόλον κατ' αυτών, τι άλλο εύχονται ή να συναντήσωσι κατά θάλασσαν τους Λυδούς διά να εκδικήσωσιν επί σου τους Έλληνας της ηπείρου;» Ο συλλογισμός ούτος ήρεσεν, ως λέγεται, υπερβαλόντως εις τον Κροίσον όστις επείσθη (διότι όλοι εκείνοι οι λόγοι τω εφάνησαν ορθοί) και παρήτησε τας ναυτικάς ετοιμασίας. Τοιουτοτρόπως δε συνήψε δεσμούς φιλίας μετά των Ιώνων των κατοικούντων τας νήσους.

28. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, τα έθνη όσα περικλείει ο Άλυς υπεδουλώθησαν όλα, ή σχεδόν όλα. Διότι, εκτός των Κιλίκων και των Λυκίων, ο Κροίσος είχεν υπό την εξουσίαν του όλους τους άλλους· ήτοι τους Λυδούς, τους Φρύγας, τους Μυσούς, τους Μαριανδυνούς, τους Χάλυβας, τους Παφλαγόνας, τους Δωριείς, τους Αιολείς και τους Παμφύλους.

29. Είχον δε υποταχθή τα έθνη ταύτα και ο Κροίσος τα είχεν ενώσει με την Λυδίαν όταν εις τας ακμαζούσας εν πλούτω Σάρδεις ήλθον αλληλοδιαδόχως οι φημιζόμενοι κατ' εκείνον τον χρόνον επί σοφία Έλληνες, μεταξύ δε άλλων ο Σόλων ο Αθηναίος όστις γενόμενος νομοθέτης των συμπολιτών του κατ' αίτησιν των ιδίων, απεδήμησε διά δέκα έτη αναχωρήσας επί προφάσει να επισκεφθή διαφόρους τόπους διά να μη αναγκασθή να καταργήση τινά εκ των νόμων τους οποίους έθεσεν, όπερ οι Αθηναίοι δεν ηδύναντο να πράξωσιν αφ' εαυτών, διότι ήσαν υποχρεωμένοι διά μεγάλων όρκων να πολιτεύωνται επί δέκα έτη με τους νόμους τους οποίους ήθελεν επιβάλει αυτοίς ο Σόλων.

30. Τούτου ένεκα και διά να περιηγηθή διαφόρους τόπους ο Σόλων αποδημήσας ήλθεν εις την Αίγυπτον προς τον Άμασιν, και κατόπιν εις τας Σάρδεις προς τον Κροίσον. Φθάσας ενταύθα εξενίσθη υπό του Κροίσου εις τα ανάκτορα· την τρίτην δε ή την τετάρτην ημέραν, υπηρέται τινές, κατά διαταγήν του Κροίσου, περιέφερον τον Σόλωνα μεταξύ των θησαυρών και τω έδειξαν όλα όσα ήσαν μεγάλα και πολυτελή. Αφού δε εθεάσατο και ηρεύνησε τα πάντα ανέτως, ηρώτησεν αυτόν ο Κροίσος ως ακολούθως· «Ω ξένε Αθηναίε, η μεγάλη φήμη της σοφίας σου και των περιηγήσεών σου έφθασε μέχρις ημών· ηξεύρομεν ότι φιλοσοφών περιήλθες μέγα μέρος της γης διά να γνωρίσης τον κόσμον. Επιθυμώ λοιπόν να σε ερωτήσω ποίος εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους είδες είναι ο μάλλον ευδαίμων.» Ταύτα δε ηρώτα ο Κροίσoς διότι επίστευεν ότι ήτο ευδαιμονέστατος πάντων. Αλλ' ο Σόλων, χωρίς να τον κολακεύση παντάπασιν, αλλά λέγων την αλήθειαν, απεκρίθη· «Ο Τέλλος ο Αθηναίος, βασιλεύ.» Εκπλαγείς ο Κροίσος διά την τοιαύτην απόκρισιν, τω είπε με περιέργειαν· «Πόθεν εικάζεις ότι ο Τέλλος είναι ο ευδαιμονέστατος των ανθρώπων;» Ο δε Σόλων απεκρίθη· «Πρώτον διότι ο Τέλλος, ζων εις ευτυχούσαν πατρίδα, εγέννησε παίδας ωραίους και εναρέτους, και εξ όλων τούτων είδε να γεννηθώσι τέκνα τα οποία έζησαν όλα· δεύτερον διότι και κατάστασιν αρκετήν είχε δι' Έλληνα ενόσω έζη και η τελευτή του βίου του εγένετο λαμπροτάτη. Διότι εις μάχην τινά των Αθηναίων προς τους αστυγείτονάς των της Ελευσίνος, πολεμήσας και αυτός και τρέψας τους εχθρούς εις φυγήν, απέθανεν ενδόξως· οι δε Αθηναίοι τον έθαψαν δημοσίαις δαπάναις εκεί όπου έπεσε και τον ετίμησαν πολύ.»

31. Αφού ο Σόλων ωμίλησε προς τον βασιλέα περί του Τέλλου και τω απηρίθμησε τους λόγους διά τους οποίους τον εθεώρει ευδαίμονα, ο Κροίσος τον ηρώτησε πάλιν ποίον είδεν ευδαιμονέστατον μετ' εκείνον, υποθέτων αδιστάκτως ότι θα ελάμβανε τουλάχιστον τα δευτερεία. Αλλ' ο Σόλων απεκρίθη· «Τον Κλέοβιν και τον Βίτωνα, Αργείους το γένος· αυτοί είχον κατάστασιν αρκετήν και προς τούτοις τοιαύτην σωματικήν δύναμιν ώστε αμφότεροι είχον νικήσει εις τους αγώνας· ιδού δε τι λέγουσι περί αυτών. Οι Αργείοι ετέλουν την εορτήν της Ήρας και έπρεπεν αφεύκτως να φέρωσι την μητέρα των εις το ιερόν· οι βόες όμως δεν έρχοντο εγκαίρως από τους αγρούς. Τότε οι νέοι βλέποντες ότι παρήρχετο η ώρα, εδέθησαν εις τον ζυγόν και έσυρον την άμαξαν εντός της οποίας εκάθητο η μήτηρ των· διήνυσαν ούτω τεσσαράκοντα και πέντε στάδια και έφθασαν εις το ιερόν. Αφού εξετελέσθη η πράξις αύτη υπό τα όμματα όλης τις πανηγύρεως, έσχον θάνατον άριστον. Εις αυτούς έδειξεν η θεά ότι προτιμότερον ο άνθρωπος να αποθνήσκη ή να ζη διότι οι μεν Αργείοι, περιστοιχίζοντες αυτούς, εμακάριζον τους νέους διά την δύναμίν των, αι δε Αργείαι εμακάριζον την μητέρα έχουσαν τοιούτους υιούς· τότε αύτη, πλήρης χαράς διά την πράξιν και τους λόγους εκείνους, έστη προ του αγάλματος ικετεύουσα την θεάν να δώση εις τους υιούς της Κλέοβιν και Βίτωνα, οίτινες τόσον την είχον τιμήσει, ό,τι δύναται να συμβή ευτυχέστερον εις τον άνθρωπον. Μετά την προσευχήν ταύτην, αφού εθυσίασαν και ευωχήθησαν, κοιμηθέντες οι νέοι εντός αυτού του ιερού, δεν αφυπνίσθησαν πλέον, αλλά τούτο ήτο το τέλος της ζωής των. Οι δε Αργείοι διέταξαν να κατασκευασθώσι τα αγάλματα των τα οποία ανέβηκαν εις τους Δελφούς, προς ένδειξιν ότι υπήρξαν άριστοι άνδρες.»

32. Έδωκε λοιπόν εις αυτούς ο Σόλων τα δευτερεία της ευδαιμονίας, ο δε Κροίσος οργισθείς τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε, σοι φαίνεται λοιπόν τόσον μικρόν πράγμα η ευδαιμονία μου ώστε δεν την αντισταθμίζεις ούτε με των ιδιωτών ανθρώπων;» Τότε ο Σόλων επανέλαβεν· «Ω Κροίσε, ερωτάς περί των ανθρωπίνων πραγμάτων άνθρωπον όστις ηξεύρει ότι η θεότης είναι φθονερά και αρέσκεται να συνταράσσει τα πάντα. Με τον καιρόν βλέπει τις και υποφέρει πράγματα τα οποία δεν ήθελε μήτε να υποφέρη μήτε να ιδή. Προσδιορίζω εις εβδομήκοντα έτη το τέρμα της ανθρωπίνης ζωής· τα εβδομήκοντα ταύτα έτη κάμνουσιν εικοσιπέντε χιλιάδας και διακοσίας ημέρας, χωρίς να υπολογίσωμεν τον εμβόλιμον μήνα. Εάν εις δύο έτη αυξάνης το έν κατά ένα μήνα διά να διατηρώσιν αι τέσσαρες ώραι του έτους την απαιτουμένην τάξιν, γίνονται, εις εβδομήκοντα έτη, τριάκοντα πέντε μήνες εμβόλιμοι ή χίλιαι πεντήκοντα ημέραι περισσότεραι, και εν όλω είκοσι έξ χιλιάδες διακόσιαι πεντήκοντα ημέραι, έξ ων ούτε μία δεν φέρει ακριβώς το αυτό πράγμα το οποίον έφερεν η προηγουμένη. Ο άνθρωπος λοιπόν, ω Κροίσε, δεν είναι άλλο ειμή μεταβολή περιστάσεων. Σε βλέπω υπερβαλόντως πλούσιον και βασιλέα πολλών ανθρώπων· εκείνο όμως το οποίον με ηρώτησας δεν δύναμαι να σοι το είπω πριν μάθω ότι ετελείωσες καλώς το στάδιον της ζωής σου, διότι ο έχων πολλά πλούτη δεν είναι ευτυχέστερος εκείνου όστις έχει τα καθημέραν αναγκαιούντα, εκτός εάν η τύχη τω μείνη πιστή και τελειώση τον βίον εν αφθονία και ευτυχία. Πολλοί άνθρωποι πλουσιώτατοι δεν είναι ευτυχείς, ενώ άλλοι, έχοντες μετριωτέραν κατάστασιν, είναι ευτυχείς. Όστις είναι πλούσιος, αλλ' ατυχής, υπερτερεί τον ευτυχή εις δύο μόνον πράγματα· ο ευτυχής όμως υπερτερεί τον πλούσιον ατυχή εις πολλά. Ο πρώτος έχει πολλά μέσα διά να ευχαριστήση τας επιθυμίας του και διά να ανθέξη εις μέγα τι δυστύχημα το οποίον ήθελε τω συμβή· αλλ' ιδού ο δεύτερος πώς τον υπερτερεί· εάν εξ ενός μέρους δεν δύναται να ευχαριστήση τας επιθυμίας του μήτε να ανθέξη εις τα δυστυχήματα, δεν υφίσταται όμως τοιαύτα, και τούτο είναι η ευτυχία του. Μήτε πάσχει, μήτε ασθενεί, μήτε θλίβεται· τα τέκνα του πληρούσι τον βίον του χαράς, η καλλονή του διατηρείται. Εάν δε μεθ' όλα ταύτα τελειώση τον βίον καλώς, ο άνθρωπος ούτος είναι εκείνος περί του οποίου ερωτάς και είναι άξιος να καλήται ευδαίμων· πριν όμως αποθάνη, πρέπει να ήμεθα προσεκτικοί και να μη τον καλώμεν ευδαίμονα αλλ' ευνοούμενον της τύχης. Ου δέδοται τη ανθρωπίνη φύσει να συνενοί όλους τους όρους της ευδαιμονίας· καθώς ουδεμία χώρα εξαρκεί να παράγη όλα όσα τη αναγκαιούσιν, αλλ' η μεν έχει εκείνο όπερ λείπει από την άλλην, η καλλιτέρα δε είναι εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα· ούτω και ουδείς άνθρωπος εξαρκεί καθ' εαυτόν εις όλα, αλλ' ο μεν έχει εκείνο το οποίον λείπει από τον άλλον, όστις δε έχει τα περισσότερα και τα διατηρεί και περαίνει τον βίον του εν ειρήνη, εκείνος, κατ' εμέ, ω Κροίσε, δικαιούται να φέρη το όνομα τούτο. Πρέπει λοιπόν εις παν πράγμα να βλέπωμεν το τέλος· διότι η θεότης, αφού πρώτον υπέδειξεν εις πολλούς ανθρώπους την ευδαιμονίαν, έπειτα κατέστρεψεν αυτούς ριζηδόν.»

33. Οι λόγοι ούτοι ουδόλως ήρεσαν εις τον Κροίσον όστις απέπεμψε τον Σόλωνα χωρίς να απονείμη προς αυτόν ενδείξεις σεβασμού, κρίνων ως άφρονα τον άνθρωπον εκείνον όστις περιφρονών τα παρόντα αγαθά συνίστα να βλέπωμεν το τέλος παντός πράγματος.

34. Μετά την αναχώρησιν του Σόλωνος θεία οργή ενέσκηψεν επί του Κροίσου, βεβαίως διότι ενόμιζεν εαυτόν ως τον ευδαιμονέστατον πάντων των ανθρώπων. Και πρώτον μεν είδεν όνειρον όπερ εφανέρωνεν εις αυτόν τα μέλλοντα αληθώς να συμβώσιν εις τον υιόν του δυστυχήματα. Είχε δε ο Κροίσος δύο υιούς· αλλ' ο μεν ούτε καν ανεφέρετο, διότι ήτο κωφάλαλος· ο δε επρώτευεν εις όλα μεταξύ των ομηλίκων του και εκαλείτο Άτυς. Εφανέρωσε λοιπόν το όνειρον εις τον Κροίσον ότι αυτός ο Άτυς έμελλε να φονευθή κτυπηθείς οπό σιδηράς αιχμής. Άμα εξύπνησεν έμεινε σύννους επί αρκετήν ώραν· έπειτα φοβηθείς διά το όνειρον έσπευσε να νυμφεύση τον υιόν του, και επειδή ούτος εστέλλετο συνήθως εις τους πολέμους ως στρατηγός των Λυδών, έπαυσε πλέον να τον στέλλη· εξέβαλε συγχρόνως από τα δωμάτια των ανδρών τα βέλη, τα ακόντια, όλα τέλος τα όπλα όσα μεταχειρίζονται οι άνθρωποι εις τον πόλεμον, και τα συνεσώρευσεν εις θαλάμους κεκλεισμένους, φοβούμενος μήπως, εάν τα άφινον κρεμάμενα, ήθελε πέσει κανέν επί της κεφαλής του υιού του.

35. Ενώ ενησχολείτο εις τους γάμους του υιού του, άνθρωπός τις, Φρυξ το γένος, εκ βασιλικής οικογενείας, ήλθεν εις τας Σάρδεις, περιπεσών εις συμφοράν και τας χείρας έχων μεμολυσμένας υπό φόνου. Εισελθών ο άνθρωπος εκείνος εις την οικίαν του Κροίσου, τον παρεκάλει να τον καθαρίση κατά τα έθιμα της χώρας· και ο βασιλεύς τον εκαθάρισε. Γίνεται δε η κάθαρσις παρά τοις Λυδοίς σχεδόν όπως και παρά τοις Έλλησιν. Αφού ο Κροίσος εξετέλεσε τα απαιτούμενα της καθάρσεως, τω απέτεινε τας εξής ερωτήσεις· «Ω άνθρωπε, ποίος είσαι και εκ ποίον μέρους της Φρυγίας ήλθες εις την οικίαν μου; ποίον άνδρα ή ποίαν γυναίκα εφόνευσας;» εκείνος δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, εγώ είμαι υιός του Γορδίου, υιού του Μίδου, και ονομάζομαι Άδραστος· φονεύσας δε ακουσίως τον αδελφόν μου, ήλθον εδώ διωχθείς υπό του πατρός μου και εστερημένος των πάντων.» Ο Κροίσος επανέλαβε· «Κατάγεσαι από άνδρας φίλους και ήλθες εις φίλους· μένων λοιπόν εις την οικίαν μου δεν θα στερηθής ουδενός πράγματος και καλόν ήθελεν είσθαι διά σε να υπομείνης την συμφοράν ταύτην όσον δύναται γενναιότερον.» Εγένετο λοιπόν ο Άδραστος ομοδίαιτος του Κροίσου.

36. Κατά τον αυτόν εκείνον χρόνον τερατώδης αγριόχοιρος εφάνη εις την Μυσίαν καταβαίνων εκ του Ολύμπου και καταστρέφων τους αγρούς· πολλάκις οι Μυσοί εξήλθον κατ' αυτού, αλλά δεν ηδύναντο να τον βλάψωσι, και μάλιστα αυτοί υπέφερον από τας επιθέσεις του. Τέλος έστειλαν απεσταλμένους προς τον Κροίσον και τω είπον· «Ω βασιλεύ, μέγιστος αγριόχοιρος εφάνη εις την χώραν μας και καταστρέφει τους αγρούς μας· προσεπαθήσαμεν με πάντα τρόπον να τον φονεύσωμεν, αλλά δεν ηδυνήθημεν. Τώρα, διά να απαλλάξωμεν την χώραν, σε παρακαλούμεν να πέμψης τον υιόν σου και εκλεκτούς τινας νεανίας με τους κύνας των.» Και οι μεν Λυδοί ταύτα είπον· ο δε Κροίσος, ενθυμούμενος το όνειρον, τοις απεκρίθη· «Μη αναφέρετε τον υιόν μου, διότι δεν θα τον πέμψω· ενυμφεύθη προ ολίγου και έχει τας ασχολίας του. Θα σας πέμψω όμως εκλεκτούς τινας Λυδούς με τους θηρευτικούς κύνας των και θα τους παραγγείλω να σας βοηθήσωσιν όλαις δυνάμεσι διά να απαλλάξετε την χώραν σας από το άγριον τούτο θηρίον.»

37. Ταύτα απεκρίθη και οι Μυσοί ευχαριστήθησαν· κατ' εκείνην όμως την στιγμήν εισήλθεν ο υιός του όστις είχε μάθει τι εζήτουν· και επειδή ο Κροίσος δεν ήθελε να τον πέμψη μετ' αυτών, ο νεανίας τω είπεν. «Ω πάτερ, αι κάλλισται και ευγενέσταται πράξεις ήσαν πρότερον δι εμέ να συχνάζω εις τους πολέμους και εις τα κυνήγια· τώρα με απομακρύνεις και από τα δύο· εν τούτοις ούτε αδυναμίαν έδειξα, ούτε έλλειψιν θάρρους. Με ποίον όμμα θα με βλέπωσιν εις το εξής μεταβαίνοντα εις την αγοράν ή επιστρέφοντα εξ αυτής; Ποίαν γνώμην θα έχωσιν οι πολίται και η νεαρά γυνή μου περί εμού; Ποίον σύζυγον θα νομίζη αύτη ότι έχει; Άφες με να υπάγω εις αυτό το κυνήγειον, ή πείσον με ότι αυτό το οποίον πράττεις είναι συμφερότερον δι εμέ.»

38. «Ω, υιέ μου, απεκρίθη ο Κροίσος, πράττω ταύτα ουχί διότι παρετήρησα εις σε δειλίαν ή άλλο τι δυσάρεστον, αλλά διότι είδον όνειρον εν τω ύπνω μου το οποίον με είπεν ότι θα ζήσης ολίγον και ότι θα φονευθής πληττόμενος υπό σιδηράς αιχμής. Ένεκα του ονείρου τούτου έσπευσα τον γάμου σου και δεν σε πέμπω εις αυτό το κυνήγιον, προσέχων, όσον δύναμαι ενόσω ζω, να σε φυλάξω από τον θάνατον, διότι συ είσαι ο μόνος υιός μου· τον άλλον, όστις είναι βεβλαμμένος κατά την ακοήν, ούτε τον αναφέρω εάν υπάρχη.»

39. Τότε ο νέος απεκρίθη· «Έχεις δίκαιον, ω πάτερ, αφού είδες τοιούτο όνειρον, να με φυλάττης· εκείνο όμως το οποίον δεν ενόησες, εκείνο το οποίον έμεινε σκοτεινόν διά σε, οφείλω να σοι το εξηγήσω. Είπες ότι το όνειρον σοι εφανέρωσεν ότι μέλλω να αποθάνω υπό σιδηράς αιχμής. Ποίαν χείρα όμως έχει ο αγριόχοιρος, ή ποίαν σιδηράν αιχμήν την οποίαν να φοβηθής; Εάν σοι ανήγγελλεν ότι θα εφονευόμην υπό των οδόντων του ή άλλου τινός ομοίου πράγματος, ευλόγως θα έκαμνες ό,τι κάμνεις· αλλά σε είπεν υπό αιχμής, και ημείς δεν θα πολεμήσωμεν με ανθρώπους· άφες με λοιπόν να υπάγω.»

40. Εις ταύτα ο Κροίσος απεκρίθη· «Με ενίκησας, υιέ μου, δίδων εις το ενύπνιον εξήγησιν καλλιτέραν εμού· διά τούτο μεταβάλλω γνώμην και σε αφίνω να υπάγης εις το κυνήγιον.»

41. Ειπών ταύτα ο Κροίσος προσεκάλεσε τον Φρύγα Άδραστον· ούτος ήλθεν, ο δε βασιλεύς τω είπεν· «Άδραστε, σε εκαθάρισα από φρικτήν συμφοράν διά την οποίαν δεν σε ονειδίζω. Σε υπεδέχθην εις την οικίαν μου και σοι παρέχω πάσαν δαπάνην. Τώρα (καθότι οφείλεις δι' αφοσιώσεως να ανταποκριθής εις τας ευεργεσίας μου) σε ζητώ να προσέχης τον υιόν μου όστις θα υπάγη εις το κυνήγιον· προστάτευσον αυτόν καθ' οδόν από τους κακοποιούς οίτινες τυχόν ήθελον ζητήσει να τον βλάψωσιν. Είναι πρέπον προς τούτοις να ζητής και συ την ευκαιρίαν να αναδειχθής εις τοιαύτα έργα, διότι και οι πατέρες σου πρέπει να σοι χρησιμεύωσιν ως παράδειγμα και προσέτι έχεις σωματικήν δύναμιν.»

42. Ο Άδραστος απεκρίθη· «Εάν δεν με διέταττες, ω βασιλεύ, δεν θα μετέβαινον εις τοιούτον αγώνα, διότι δεν αρμόζει εις άνθρωπον δυστυχή να αναμιγνύεται μεταξύ φαιδρών ομηλίκων· δεν επιθυμώ τούτο ποσώς, και πολλάκις ήδη το απέφυγα. Αλλά τώρα, αφού με αναγκάζεις, πρέπει να υπακούσω, πρέπει να ανταμείψω τας προς εμέ ευεργεσίας σου. Είμαι έτοιμος να πράξω ό,τι ζητείς, να προσέχω τον υιόν σου καθώς με διατάττεις· περίμενε λοιπόν να τον ίδης επιστρέφοντα σώον και αβλαβή, εφ' όσον τούτο εξαρτάται από τας δυνάμεις του φύλακός του.»

43. Αφού είπε ταύτα ο Άδραστος προς τον Κροίσον ανεχώρησεν αυτός και ο Άτυς συνοδευόμενοι υπό εκλεκτών νέων και κυνών. Φθάσαντες εις το όρος Όλυμπον ήρχισαν να ζητώσι το θηρίον· και αφού το εύρον, περικυκλώσαντες αυτά εις το μέσον το κατηκόντιζον. Τότε ο ξένος, εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν ο Κροίσος από τον φόνον και τον ωνόμαζον Άδραστον, διευθύνας το ακόντιόν του κατά του αγριοχοίρου, απέτυχεν αυτόν και επλήγωσε τον υιόν του Κροίσου. Πληγωθείς ο Άτυς υπό της σιδηράς αιχμής, εξεπλήρωσε την πρόρρησιν του ονείρατος. Είς δε εκ των κυνηγών έδραμεν αμέσως να αναγγείλη εις τον πατέρα το γεγονός, και φθάσας εις τας Σάρδεις διηγήθη τα της θήρας και το απαίσιον τέλος του υιού του.

44. Ο Κροίσος, ταραχθείς διά τον θάνατον του Άτυος, παρεπονείτο τοσούτω μάλλον όσω εκείνος τον οποίον εκαθάρισεν από τον φόνον ήτο ο φονεύς του. Στενάζων διά την συμφοράν του, επεκαλείτο τον καθαριστήριον Δία μαρτυρόμενος όσα έπαθεν υπό του ξένου· επεκαλέσθη επίσης τον ίδιον θεόν ονομάζων αυτόν Φιλόξενον και Προστάτην της φιλίας· τον εκάλει Φιλόξενον, διότι, δεχθείς εις την οικίαν του ένα ξένον, έθρεψεν εν αγνοία του τον φονέα του υιού του· τον εκάλει Προστάτην της φιλίας, διότι αναθέσας εις τον ξένον την φύλαξιν του υιού του, τον εύρε μέγιστον εχθρόν.

45. Έφθασαν μετά ταύτα οι Λυδοί φέροντες το πτώμα· όπισθεν δε αυτών ήρχετο ο φονεύς. Σταθείς ούτος πλησίον του σώματος παρέδωκεν εαυτόν εις τον Κροίσον· προτείνων δε τας χείρας τον παρεκάλει να τον σφάξη επί του νεκρού, αναφέρων την πρώτην του συμφοράν και λέγων μεγαλοφώνως ότι ήτο ανάξιος πλέον να ζη αφού επέφερε την δυστυχίαν και εκείνου όστις τον εκαθάρισεν. Ακούσας αυτόν ο Κροίσος, τον ευσπλαγχνίσθη, και με όλην την θλίψιν ην ησθάνετο διά το οικείον δυστύχημα τω είπεν· «Έλαβον παρά σου, ω ξένε, πάσαν εκδίκησιν, αφού συ ο ίδιος καταδικάζεις σεαυτόν εις θάνατον αλλά δεν είσαι προς εμέ ένοχος διά το δυστύχημα τούτο· απλώς εγένεσο ακούσιον όργανον· αιτιώμαι εκείνον εκ των θεών όστις άλλοτε μοι εφανέρωσεν αυτά το οποίον έμελλε να συμβή.» Ο Κροίσος λοιπόν έθαψε τον υιόν του ως έπρεπεν· ο δε Άδραστος, ο υιός του Γορδίου του Μίδου, ο φονεύς του ιδίου του αδελφού, ο φονεύς εκείνου όστις τον είχε καθαρίσει, όταν περί το μνήμα εγένετο ησυχία, αναγνωρίζων ότι εξ όλων των ανθρώπων τους οποίους εγνώριζεν αυτός ήτο ο μάλλον δυστυχής, εσφάγη διά της ιδίας του χειρός επί του τάφου.

46. Στερηθείς ο Κροίσος του υιού του, διήλθε δύο έτη εις πένθος μέγα. Μετά την παρέλευσιν του χρόνου τούτου η μοναρχία του Αστυάγους, υιού του Κυαξάρου, κατεστράφη υπό του Κύρου, υιού του Καμβύσου, και η δύναμις των Περσών έλαβε μεγάλην ανάπτυξιν. Τότε ο Κροίσος κατέστειλε το πένθος του και ήρχισε να εξετάζη εάν ήτο δυνατόν να εμποδίση την υπερβολικήν ανάπτυξιν των Περσών. Το εξαγόμενον των σκέψεών του ήτο να ερωτήση άνευ αναβολής τα μαντεία της Ελλάδος και της Λιβύας πέμπων απεσταλμένους εις διάφορα μέρη, άλλους μεν εις τους Δελφούς, άλλους δε εις την Άβην της Φωκίδος, και άλλους εις την Δωδώνην. Τινές δε επέμφθησαν και εις τον Αμφιάραον και εις τον Τροφώνιον, και άλλοι εις τους Βραγχίδας της Μιλησίας χώρας. Αυτά ήσαν τα ελληνικά μαντεία εις τα οποία ο Κροίσος έπεμψε διά να ζητήση χρησμούς. Έπεμψε δε και εις τον Άμμωνα της Λιβύας. Απέστειλε δε πανταχού τους ανθρώπους τούτους θέλων να δοκιμάση τα μαντεία και να παραβάλη τας αποκρίσεις, ίνα, εάν εύρη τινάς εξ αυτών ακριβείς, απευθύνη νέας ερωτήσεις και μάθη εάν πρέπη να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών.

47. Διά να δοκιμάση δε τα μαντεία έδωκεν εις τους απεσταλμένους του Λυδούς τας εξής διαταγάς· να υπολογίσωσι τον χρόνον από της ημέρας καθ' ην ήθελον αναχωρήσει από τας Σάρδεις, να ζητήσωσι χρησμόν κατά την εκατοστήν ημέραν, και να ερωτήσωσιν εις τι ενησχολείτο κατ' εκείνην την στιγμήν ο βασιλεύς των Λυδών Κροίσος, υιός του Αλυάττου. Ώφειλον δε να γράψωσι τας αποκρίσεις και τας αναφέρωσιν εις αυτόν. Κανείς δεν γνωρίζει τώρα τι απεκρίθησαν τα άλλα χρηστήρια· αλλ' εις τους Δελφούς, άμα εισήλθον οι Λυδοί εις τον ναόν, απέτεινον προς τον θεόν την προστεταγμένην ερώτησιν, και η Πυθία τοις είπεν εις στίχους εξαμέτρους·

«Ηξεύρω τον αριθμόν της ψάμμου και τα μέτρα της θαλάσσης· ο κωφός με εννοεί και ακούω τον άλαλον. Εισέρχεται εις τας αισθήσεις μου η οσμή της σκληροδέρμου χελώνης ήτις βράζει εις χάλκινον αγγείον με κρέατα αρνίου. Κάτωθεν αυτής είναι εστρωμένος χαλκός, άνωθεν δε την καλύπτει χαλκός.»

48. Γράψαντες οι Λυδοί την απόκρισιν ταύτην της χρησμοδοτούσης Πυθίας, ανεχώρησαν και επανήλθον εις τας Σάρδεις. Καθ όσον δε και οι άλλοι απεσταλμένοι οι φέροντες τους χρησμούς ενεφανίζοντο ενώπιόν του, ο Κροίσος ήνοιγε και ανεγίνωσκεν όσα είχον γράψει. Και εκ μεν των άλλων αποκρίσεων ουδεμία είλκυσε την προσοχήν του· άμα όμως ήκουσε την των Δελφών, προσηυχήθη και επίστευσε, κρίνων ότι το μόνον μαντείον ήτο το των Δελφών, αφού εμάντευσε τι αυτός έκαμε. Διότι μετά την αναχώρησιν των απεσταλμένων του, προσέχων εις την προθεσμίαν των εκατόν ημερών, επενόησε πράγμα το οποίον κανείς δεν ηδύνατο να υποπτεύση· Κατέκοψεν εις τεμάχια χελώνην και αρνίον, και τα έρριψεν εις λέβητα χάλκινον με σκέπασμα χάλκινον διά να βράσουν ομού.

49. Τοιούτος ήτο ο χρησμός τον οποίον ο Κροίσος έλαβεν από τους Δελφούς· δεν δύναμαι δε να είπω τι περί της αποκρίσεως την οποίαν έλαβον οι Λυδοί εις το μαντείον του Αμφιαράου, αφού εξετέλεσαν εκεί τα της θρησκείας νόμιμα· η απόκρισις αύτη δεν διετηρήθη, είναι δε γνωστόν μόνον ότι ο Κροίσος εύρε και αυτήν αληθή.

50. Μετά ταύτα κατέγινε να ελκύση την ευμένειαν του θεού των Δελφών διά θυσιών μεγάλων· εθυσίασε δε προς τούτο τρισχίλια ζώα παντός είδους, άξια των θεοτήτων· έπειτα εσώρευσεν επί μεγάλης πυράς κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, φιάλας χρυσάς, ενδύματα πορφυρά, χιτώνας, και τα κατέκαυσεν, ελπίζων τοιουτοτρόπως να προσελκύση έτι μάλλον την φιλίαν του θεού. Τέλος διέταζε τους Λυδούς να θυσιάσωσιν εις τον θεόν ό,τι ηδύναντο να προσφέρωσι. Τελειωθείσης της θυσίας, εχύθη κατά διαταγήν του άπειρος ποσότης χρυσού εξ ου κατεσκευάσθησαν εκατόν δεκαεπτά ημιπλίνθια μιας παλάμης πάχους, τα μεν μεγαλείτερα έχοντα έξ παλαμών μήκος, τα δε βραχύτερα τριών. Εξ αυτών τέσσαρα ήσαν εκ χρυσού καθαρού και είχον βάρος δύο ταλάντων και ημίσεως έκαστον, τα δε άλλα ήσαν από χρυσόν λευκόν και είλκον βάρος δύο ταλάντων έκαστον. Διέταξεν επίσης να κατασκευασθή εκ χρυσού καθαρού λέων δέκα ταλάντων βάρους. Ο λέων ούτος, ότε εκάη το ιερόν των Δελφών, έπεσεν από τα ημιπλίνθια επί των οποίων ήτο εστημένος, και τώρα ευρίσκεται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων έχων βάρος μόνον έξ ταλάντων και ημίσεως, καθότι τα άλλα τρία τάλαντα και ήμισυ ανέλυσαν.

51. Κατασκευασθέντων των αντικειμένων τούτων, ο Κροίσος τα έπεμψεν εις τους Δελφούς, και εκτός αυτών τα ακόλουθα· δύο κρατήρας πρώτου μεγέθους, εξ αργύρου και χρυσού· και ο μεν χρυσούς εστήθη δεξιά εις την είσοδον του ναού, ο δε αργυρούς αριστερά. Αμφότεροι μετεκινήθησαν ότε εκάη ο ναός· και ο μεν πρώτος ευρίσκεται εις τον θησαυρόν των Κλαζομενίων έχων βάρος οκτώ ταλάντων και ημίσεως και δώδεκα μνων, ο δε άλλος, έχων χωρητικότητα εξακοσίων αμφορέων, ευρίσκεται είς τινα γωνίαν του προνάου, και οι Δελφοί μεταχειρίζονται αυτόν διά να αναμίξωσι τον οίνον κατά την εορτήν των Θεοφανίων. Λέγουσι δε ότι είναι έργον Θεοδώρου του Σαμίου· και νομίζω ότι έχουσι δίκαιον, διότι δεν φαίνεται να ήναι έργον ανεπιτηδείας χειρός. Ο Κροίσος απέστειλεν επίσης τέσσαρας πίθους αργυρούς οίτινες ευρίσκονται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων, και δύο περιρραντήρια, χρυσούν και αργυρούν· εκ τούτων το χρυσούν έχει επιγραφήν ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ, διά να αποδείξη ότι η προσφορά εγένετο εκ μέρους αυτών. Αλλ' η επιγραφή δεν είναι ακριβής, διότι το δώρον είναι του Κροίσου, και κατεσκευάσθη υπό τινος Δελφού όστις ήθελε να υποχρεώση τους Λακεδαιμονίους· γνωρίζω το όνομα αυτού, πλην δεν το κοινολογώ. Αληθώς, το παιδίον διά των δακτύλων του οποίου τρέχει το ύδωρ αφιερώθη παρ' αυτών, αλλ' ουδέν περιρραντήριον. Ο Κροίσος έδωκεν επίσης πολλά άλλα πράγματα μικροτέρου λόγου άξια· αργυρά αγγεία κυκλοτερή διά σπονδάς, χρυσούν άγαλμα γυναικός τρίπηχυ, το οποίον οι Δελφοί λέγουσιν ότι είναι το άγαλμα της αρτοποιού του, και τέλος τα περιδέραια και τας ζώνας της γυναικός του.

52. Αύται ήσαν αι προσφοραί του Κροίσου εις τους Δελφούς. Εις δε τον Αμφιάραον, μαθών ο Κροίσος την αρετήν και το οικτρόν αυτού τέλος, αφιέρωσεν ασπίδα ολόχρυσον της οποίας και το ακόντιον και η λόγχη ήσαν ομοίως χρυσά. Τα δύο ταύτα πράγματα εσώζοντο ακόμη μέχρι των ημερών μου εις τας Θήβας, και έκειντο εις τον ναόν του Ισμηνίου Απόλλωνος.