Part 19
29. Άμα έφερον οι ιερείς τον Άπιν, ο Καμβύσης, ως εάν κατελήφθη υπό τρέλλας, έσυρε το εγχειρίδιον, και θέλων να πληγώση τον Άπιν εις την κοιλίαν επλήγωσεν αυτόν εις τον μηρόν. Γελάσας δε είπε προς τους ιερείς· «Ω ανόητοι κεφαλαί, γίνονται τοιούτοι θεοί έχοντες σώμα και σάρκα, αισθανόμενοι τα κτυπήματα του σιδήρου; Ο θεός ούτος είναι τωόντι άξιος των Αιγυπτίων. Δεν θα χαρήτε όμως ότι με επεριπαίξατε» Ταύτα ειπών διέταξεν εκείνους εις ους ήσαν ανατεθειμένα τα τοιαύτα έργα να μαστιγώσωσι τους ιερείς και να φονεύσωσι τους άλλους Αιγυπτίους όσους ήθελεν εύρει πανηγυρίζοντας. Ούτω λοιπόν διελύθη η εορτή των Αιγυπτίων και οι ιερείς εμαστιγώθησαν, ο δε Άπις, πληγωμένος εις τον μηρόν, απέθανεν εις τον ναόν όπου έκειτο. Και αυτόν μεν αποθανόντα εκ του τραύματος έθαψαν οι ιερείς κρυφίως από τον Καμβύσην.
30. Ο δε Καμβύσης, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, ένεκα του αδικήματος τούτου, παρεφρόνησεν αμέσως, μολονότι και πρότερον δεν είχε τας φρένας του. Και πρώτον μεν κακόν έπραξε θανατώσας τον Σμέρδιν, αδελφόν του εκ του αυτού πατρός και της αυτής μητρός. Τον Σμέρδιν τούτον είχεν αποπέμψει εκ της Αιγύπτου εις την Περσίαν υπό φθόνου, καθότι αυτός μόνος από όλους τους Πέρσας ετάνυσε με δύο δακτύλους τα τόξον των Αιθιόπων το κομισθέν υπό των Ιχθυοφάγων· εκ των άλλων δε Περσών κανείς δεν ηδυνήθη να πράξη τούτο. Μετά την αναχώρησιν του Σμέρδιος είδεν ο Καμβύσης εις τον ύπνον του το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι ήρχετο απεσταλμένος εκ της Περσίας διά να τω αναγγείλη ότι ο Σμέρδις, καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου, ήγγιζε με την κεφαλήν του τον ουρανόν. Ένεκα του ονείρου τούτου φοβηθείς μήπως ο αδελφός του τον φονεύση και λάβη το βασίλειόν του, πέμπει εις την Περσίαν τον Πρηξάσπη, όστις ήτο εξ όλων των Περσών ο μάλλον πιστός εις αυτόν, με την διαταγήν να τον φονεύση. Φθάσας δε ο Πρηξάσπης εις τα Σούσα, εφόνευσε τον Σμέρδιν, ως μεν λέγουσι τινές εξαγαγών αυτόν εις κυνήγιον, ως λέγουσι δε άλλοι πνίξας αυτόν εις την Ερυθράν θάλασσαν.
31. Αυτό λέγουσιν ότι υπήρξε το πρώτον κακόν το οποίον έπραξεν ο Καμβύσης, δεύτερον δε εφόνευσε την αδελφήν του ήτις τον ηκολούθει εις την Αίγυπτον και την οποίαν είχε γυναίκα, μολονότι ήτο αδελφή του εκ πατρός και μητρός. Ιδού δε πώς την ενυμφεύθη· πρότερον δεν υπήρχεν αυτή η συνήθεια, να λαμβάνωσιν οι Πέρσαι γυναίκας τας αδελφάς των. Αλλ' ο Καμβύσης ερασθείς μιας των αδελφών του ηθέλησε να την νυμφευθή, και επειδή δεν το επέτρεπεν η συνήθεια, συνεκάλεσε τους βασιλικούς δικαστάς και τους ηρώτησεν εάν υπήρχε νόμος επιτρέπων εις εκείνον όστις το ήθελε να νυμφεύεται την αδελφήν του. Οι βασιλικοί δικασταί είναι άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των Περσών, εξασκούσι δε τα καθήκοντά των διά βίου, εκτός εάν υποπέσωσιν εις αδικίαν τινά· δικάζουσι τας υποθέσεις των πολιτών και είναι οι διερμηνείς των πατρίων νόμων, και όλα τα ζητήματα εις αυτούς υποβάλλονται. Εις εκείνο δε το οποίον τοις προέτεινεν ο Καμβύσης απεκρίθησαν δικαίως και συνετώς· είπον ότι δεν εύρισκον μεν νόμον επιτρέποντα εις τον αδελφόν να λαμβάνη γυναίκα την αδελφήν, αλλ' ότι εγνώριζον ένα άλλον συγχωρούντα εις τον βασιλέα των Περσών να πράττη ό,τι θέλει. Τοιουτοτρόπως, ο φόβος του Καμβύσου δεν τους παρέσυρε να καταλύσωσι νόμον τον οποίον δεν ηδύναντο να υπερασπίσωσι χωρίς να εκθέσωσι την ζωήν των, αλλ' εύρον άλλον, σύμφωνον με την θέλησιν του βασιλέως· Ενυμφεύθη λοιπόν ο Καμβύσης εκείνην την οποίαν ηγάπα· μετ ολίγον δε ενυμφεύθη άλλην αδελφήν του και εκ τούτων εφόνευσε την νεωτέραν ήτις ηκολούθει αυτόν εις την Αίγυπτον.
32. Διηγούνται δε κατά δύο τρόπους τον θάνατον αυτής, καθώς και τον του Σμέρδιος. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι ο Καμβύσης και η γυνή του εθεώρουν ποτέ σκύμνον λέοντος πολεμούντα με ένα μικρόν σκύλον· επειδή δε ενικήθη ο σκύλαξ, άλλος σκύλαξ, ο αδελφός αυτού, θραύσας την άλυσόν του έδραμεν εις βοήθειαν, ώστε ενωθέντες οι δύο σκύλακες ενίκησαν τον λεοντιδέα. Και ο μεν Καμβύσης ετέρπετο εις το θέαμα τούτο, αλλ' η γυνή του, καθημένη πλησίον του, εδάκρυε. Παρετήρησε τούτο ο Καμβύσης και την ηρώτησε διατί εδάκρυε. «Δακρύω, είπεν εκείνη, ιδούσα τον σκύλακα τούτον ότι εβοήθησε τον αδελφόν του και ενθυμηθείσα τον Σμέρδιν όστις δεν είχε κανένα να τον βοηθήση.» Οι Έλληνες προσθέτουσιν ότι ένεκα των λόγων τούτων η γυνή εθανατώθη από τον Καμβύσην. Οι δε Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ενώ εκάθηντο εις την τράπεζαν, η γυνή έλαβε θρίδακα, την απεφύλλισε και είπεν εις τον σύζυγόν της· «Ποία είναι ωραιοτέρα θρίδαξ, η έχουσα φύλλα ή η μη έχουσα; — Η έχουσα φύλλα, απεκρίθη εκείνος. — Ω! επανέλαβεν εκείνη, η γεγυμνωμένη αύτη θρίδαξ είναι η εικών της οικίας του Κύρου την οποίαν συ απεγύμνωσας.» Θυμώσας δε ο Καμβύσης την ελάκτισεν εις την κοιλίαν ενώ ήτο έγκυος, ώστε αποβαλούσα απέθανε.
33. Ταύτα έπραξεν ο Καμβύσης προς τους συγγενείς του υπό μανίας ήτις τον ηκολούθησεν είτε ένεκα του Άπιος, είτε ένεκα άλλης τινός αιτίας, τόσον πολλαί είναι αι συμφοραί αι καταλαμβάνουσαι τους ανθρώπους. Λέγουσιν άλλως τε ότι ο Καμβύσης εκ γενετής είχε μεγάλην νόσον, την οποίαν τινές ονομάζουσιν ιεράν νόσον (44)· ώστε επειδή το σώμα έπασχεν υπό τοιαύτης μεγάλης νόσου, δεν είναι απίθανον να ήσαν βεβλαμμέναι και αι φρένες.
34. Μεταβαίνω εις εκείνα τα οποία η μανία του τον ώθησε να πράξη εναντίον των άλλων Περσών. Λέγουσιν ότι είπεν εις τον Πρηξάσπη τον οποίον ετίμα πολύ (αυτός ήτο ο φέρων τας αγγελίας του, ο δε υιός του ήτο οινοχόος του Καμβύσου, τιμή και αύτη ου μικρά), «ω Πρήξασπες, ποίον τινά με νομίζουσιν οι Πέρσαι και τι λέγουσι περί εμού; — Βασιλεύ, απεκρίθη ο Πρηξάσπης, κατά μεν τα άλλα πάντα μεγάλως επαινείσαι, λέγουσιν όμως ότι είσαι καθ' υπερβολήν έκδοτος εις τον οίνον.» Και ο μεν Πρηξάσπης ταύτα έλεγε περί των Περσών, ο δε Καμβύσης οργισθείς απεκρίθη τα εξής· «Τώρα οι Πέρσαι θα λέγωσι βεβαίως ότι έκδοτος ων εις τον οίνον παραφρονώ και δεν έχω πλέον τον νουν μου. Άρα οι πρότεροι λόγοι των δεν ήσαν αληθείς.» Τωόντι πρότερον ενώ εκάθηντό ποτε περί αυτόν οι Πέρσαι και ο Κροίσος, τους ηρώτησεν ο Καμβύσης τι άνθρωπος τοις εφαίνετο παραβαλλόμενος με τον πατέρα του Κύρον, εκείνοι δε τω απεκρίθησαν ότι ήτο καλλίτερος του πατρός, αφού ήτο κύριος ου μόνον όσων ήτο εκείνος κάτοχος, αλλά προσεκτήσατο και την Αίγυπτον και την θάλασσαν. Και οι μεν Πέρσαι ταύτα είπον, ο δε Κροίσος, εις ον απήρεσκεν η κρίσις αύτη, είπε προς τον Καμβύσην ταύτα, «Εις εμέ όμως, υιέ του Κύρου, δεν φαίνεσαι όμοιος με τον πατέρα σου, διότι δεν έχεις ακόμη υιόν τοιούτον οίον εκείνος μας άφησε.» Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης ευχαριστήθη και επήνεσε την κρίσιν του Κροίσου.
35. Ταύτα λοιπόν ενθυμούμενος ο Καμβύσης είπε μετ' οργής προς τον Πρηξάσπη· «Πληροφορήθητι αμέσως ο ίδιος εάν οι Πέρσαι είπον την αλήθειαν, ή εάν αυτοί παραφρονώσι λέγοντες ταύτα. Ιδέ, σκοπεύω τον υιόν σου όστις ίσταται όρθιος εις τα πρόθυρα της οικίας· εάν τον επιτύχω εις το μέσον της καρδίας, οι Πέρσαι θα φανώσιν ότι μωρολογούσιν· εάν δε αποτύχω, θα ήναι φανερόν ότι οι Πέρσαι λέγουσιν αληθή και ότι εγώ είμαι παράφρων.» Ταύτα ειπών, ετάνυσε το τόξον και εκτύπησε το παιδίον, αφού δε τούτο έπεσε, διέταξε να το σχίσωσι και να εξετάσωσι την πληγήν. Και επειδή το βέλος ευρέθη εμπεπηγμένον εις την καρδίαν, είπε προς τον πατέρα γελών και περιχαρής γενόμενος· «Πρήξασπες, βλέπεις καλώς ότι δεν είμαι τρελλός και ότι οι Πέρσαι είναι παράφρονες· τώρα αποκρίθητι, είδες ποτέ σου άνθρωπον να τοξεύη τόσον ευστόχως;» O Πρηξάσπης είδεν ότι ο άνθρωπος εκείνος ήτο έξω φρενών, και φοβούμενος δι' εαυτόν· «Δέσποτα, είπε, νομίζω ότι ούτε θεός δεν θα ηδύνατο να σκοπεύση με τόσην ευστοχίαν.» Ταύτα έπραξε τότε· άλλοτε δε συλλαβών άνευ ευλόγου αιτίας δώδεκα Πέρσας, πρώτου επίσης βαθμού, τους έθαψε ζώντας με την κεφαλήν προς τα κάτω.
36. Ταύτα πράττοντα ενόμισε καθήκον του ο Κροίσος ο Λυδός να τον νουθετήση διά των ακολούθων λόγων. «Ω βασιλεύ, μη αφίνεσαι ολοτελώς εις την ορμήν της νεότητος και του θυμού, αλλά κράτει και μετρίαζε σεαυτόν· είναι ωφέλιμον πράγμα να έχη τις σύνεσιν, και σοφόν να ήναι προβλεπτικός. Συ θανατόνεις ανθρώπους συμπολίτας σου τους οποίους συλλαμβάνεις άνευ ευλογοφανούς αιτίας, φονεύεις δε και τα τέκνα αυτών. Εάν εξακολουθήσης ούτω, πρόσεξον μήπως οι Πέρσαι επαναστατήσωσιν εναντίον σου. Ο πατήρ σου Κύρος μοι παρήγγειλε πολλά, να σε νουθετώ και να σοι λέγω ό,τι νομίζω ωφέλιμον διά σε.» Και ο μεν Κροίσος υπό ευμενείας κινούμενος συμβούλευε ταύτα, ο δε τω απεκρίνετο ως ακολούθως· «Πώς, τολμάς να με συμβουλεύης συ όστις τόσον καλώς εκυβέρνησας το βασίλειόν σου και τόσον καλώς παρεκίνησας τον πατέρα μου να διαβή τον Αράξην ποταμόν και να βαδίση κατά των Μασσαγετών, ενώ εκείνοι ήθελον να έλθωσιν επί της χώρας μας ! Και αφ' ενός μεν απώλεσας σεαυτόν, διευθύνας κακώς τας υποθέσεις της πατρίδος σου, αφ' ετέρου δε απώλεσας τον Κύρον, επειδή σε ήκουσεν. Αλλά δεν θα χαρής δι' αυτό, διότι προ πολλού εζήτουν πρόφασιν διά να σε αφανίσω.» Ταύτα ειπών έλαβε το τόξον του διά να τοξεύση αυτόν, αλλ' ο Κροίσος αναπηδήσας έφυγε ταχέως. Ιδών ο Καμβύσης ότι δεν ηδύνατο πλέον να τον τοξεύση, διέταξε τους υπηρέτας του να τον συλλάβωσι και να τον φονεύσωσιν. Οι δε θεράποντες γνωρίζοντες τας έξεις αυτού έκρυψαν τον Κροίσον επί τω εξής συλλογισμώ· εάν μεν ο Καμβύσης μεταμεληθή και ζητήση τον Κροίσον, να παρουσιάσωσιν αυτόν και να λάβωσι δώρα ως φεισθέντες της ζωής αυτού· εάν δε μήτε μεταμεληθή μήτε τον ποθήση, τότε να τον φονεύσωσι. Τωόντι ο Καμβύσης δεν εβράδυνε να ποθήση τον Κροίσον, και οι θεράποντες ιδόντες τούτο τω είπον ότι έζη. O δε Καμβύσης είπεν ότι έχαιρε μεν διά την σωτηρίαν του, αλλ' ότι εκείνοι οίτινες ανέλαβον να τον σώσωσι δεν έπρεπε να μείνωσιν ατιμώρητοι και ότι θα θανατωθώσι. Τούτο και έπραξε.
37. Πολλά λοιπόν τοιαύτα έπραττε κατά των Περσών και των συμμάχων ο μαινόμενος Καμβύσης. Ενόσω διέμενεν εις την Μέμφιν, ήνοιγεν αρχαίους τάφους και παρετήρει τους νεκρούς. Προς τούτοις εισήλθεν εις τον ναόν του Ηφαίστου και εκάγχασεν ιδών το άγαλμα, διότι ήτο ομοιότατον με τους Παταικούς τους οποίους οι Φοίνικες θέτουσιν εις τας πρώρας των τριήρεων. Εις εκείνον όστις δεν τους είδεν εγώ θα τω είπω οποίοι είναι· οι Πάταικοι είναι ομοιώματα ανδρών πυγμαίων. Εισήλθεν επίσης εις τον ναόν των Καβείρων, όπου κανείς, πλην του ιερέως, δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται, και έκαυσε τα αγάλματα αυτών αφού τα εχλεύασεν. Είναι δε και αυτά όμοια με τα του Ηφαίστου, και λέγεται ότι οι Κάβειροι είναι υιοί του θεού τούτου.
38. Εξ όλων λοιπόν βλέπω ότι ο Καμβύσης είχε περιπέσει εις μεγάλην μανίαν· άλλως πώς ήθελε τολμήσει να σκώπτη τα έθιμα και τα ιερά πράγματα; διότι εάν τις επρότεινεν εις όλους τους λαούς να εκλέξωσι τους καλλίστους εκ πάντων των νόμων, έκαστος λαός καλώς σκεφθείς ήθελεν εκλέξει τους ιδικούς του· τόσον ο καθείς νομίζει ότι οι νόμοι του είναι ανώτεροι των άλλων νόμων. Τούτου ένεκα λοιπόν λέγω ότι ουδείς άλλος δύναται να σκώπτη τα τοιαύτα ή μαινόμενός τις. Είναι δε εύκολον να κρίνη τις εκ πολλών τεκμηρίων ότι τοιαύτη είναι η γνώμη των ανθρώπων διά τα έθιμα των· εις έν μόνον θα αρκεσθώ. Ο Δαρείος, επί της βασιλείας του, καλέσας τους εις την Περσίαν ευρισκομένους Έλληνας, τους ηρώτησε ποίαν πληρωμήν ήθελον διά να τρώγωσι τους πατέρας των αποθνήσκοντας· οι δε Έλληνες απεκρίθησαν ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν συγκατετίθεντο να πράξωσι τούτο. Έπειτα ο Δαρείος εκάλεσε τους Ινδούς τους καλουμένους Καλατίας οίτινες τρώγουσι τους γονείς των, και τους ηρώτησεν ομοίως παρόντων των Ελλήνων και μανθανόντων τα λεγόμενα διά διερμηνέως τι εζήτουν διά να καίωσι τους αποθνήσκοντας γονείς των· εκείνοι δε αναβοήσαντες τον παρεκάλεσαν να μη βλασφημή. Τοιαύτα είναι τα νόμιμα των ανθρώπων, και ορθώς νομίζω είπεν ο Πίνδαρος ότι το έθιμον είναι βασιλεύς όλων.
39. Ότε ο Καμβύσης εξεστράτευε κατά της Αιγύπτου οι Λακεδαιμόνιοι συγχρόνως εξεστράτευον κατά της Σάμου και του Πολυκράτους, υιού του Αιάκους, όστις είχε γίνει κύριος της νήσου ταύτης επαναστατήσας αυτήν. Και πρώτον μεν την διήρεσεν εις τρία μέρη και την εμοιράσθη με τους αδελφούς του Παντάγνωτον και Συλοσώντα· ύστερον δε φονεύσας τον πρώτον και διώξας τον νεώτερον Συλοσώντα κατέλαβεν όλην την Σάμον. Αφού δε κατέλαβεν αυτήν συνέδεσε συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν, πέμψας δώρα και δεχθείς παρ' αυτού άλλα. Εντός ολίγου χρόνου η δύναμις του Πολυκράτους ηύξησε και διεφημίζετο εις όλην την Ιωνίαν και την άλλην Ελλάδα, διότι όπου διεύθυνε τα στρατεύματά του τα πάντα εχώρουν κατ' ευχήν. Είχεν εκατόν πεντηκοντόρους και χιλίους τοξότας, ελεηλάτει δε όλους άνευ εξαιρέσεως «διότι, έλεγε, περισσότερον θα φανώ ευάρεστος εις ένα φίλον εάν του αποδώσω όσα τω ήρπασα, ή να μη λάβω παρ' αυτού τίποτε εξ αρχής.» Εκυρίευσε λοιπόν, πολλάς νήσους και πολλάς πόλεις της ηπείρου. Προς τούτοις δε και τους Λεσβίους, βοηθήσαντας τους Μιλησίους πανστρατιά, τους ενίκησεν εις ναυμαχίαν και τους ηχμαλώτευσεν. Αυτοί είναι οι κατά την αιχμαλωσίαν των σκάψαντες την τάφρον περί το τείχος της Σάμου.
40. Ο Άμασις δεν ηγνόει την μεγάλην ευτυχίαν του Πολυκράτους και ανησύχως έβλεπεν αυτήν· και επειδή αύτη έβαινεν αδιακόπως αυξάνουσα, έγραψεν επιστολήν και διεβίβασε τα ακόλουθα εις την Σάμον. «Ο Άμασις προς τον Πολυκράτη λέγει τα εξής. Είναι ευχάριστον να μανθάνη τις ότι ο φίλος και σύμμαχός του ευτυχεί· η μεγάλη όμως ευτυχία σου δεν μοι αρέσκει, διότι ηξεύρω ότι το θείον είναι φθονερόν. Δι' εμέ και δι' εκείνους τους οποίους αγαπώ, εύχομαι είς τινα μεν πράγματα ευτυχίαν, είς τινα δε αποτυχίαν, και προτιμώ βίον παρερχόμενον με τας εναλλαγάς ταύτας ή διαρκή ευτυχίαν. Τωόντι ποτέ δεν ήκουσα κανένα άνθρωπον, όστις ευτυχών κατά πάντα, να μη ετελείωσε τον βίον κακώς. Συ λοιπόν σήμερον, άκουσον και ακολούθησον την συμβουλήν ταύτην διά την παρούσαν ευτυχίαν σου. Ζήτησον τι έχεις πολυτιμότατον, του οποίου η στέρησις ήθελε λυπήσει την ψυχήν σου καθ' υπερβολήν· ρίψον το αντικείμενον τούτο ώστε να μη αναφανή πλέον μεταξύ των ανθρώπων, και εάν μετά ταύτα αι ευτυχίαι σου εξακολουθήσωσι σταθερώς χωρίς να διακόπτωνται εναλλάξ υπό δυστυχιών, επανάλαβε την δοκιμήν και κάμνε χρήσιν του θεραπευτικού μέσου το οποίον σοι υπαγορεύω.»
41. Αναγνώσας ο Πολυκράτης την επιστολήν ενόησεν ότι ο Άμασις καλώς τον συνεβούλευεν· εζήτησε λοιπόν να εύρη ποίον από τα τιμαλφή του πράγματα εάν έχανε θα ελυπείτο η ψυχή του καθ' υπερβολήν. Αφού δε εσκέφθη καλώς, εύρε το ακόλουθον· είχε χρυσοδεδεμένην σφραγίδα εκ λίθου σμαράγδου, έργον του Σαμίου Θεοδώρου, υιού του Τηλεκλέους. Κρίνας δε ότι αυτήν την σφραγίδα έπρεπε να χάση, έπραξε τα εξής. Ητοίμασε πεντηκόντορον και εισελθών εις αυτήν μετ' άλλων ανδρών διέταξε να αναχθώσιν εις το πέλαγος· αφού δε εμακρύνθη της νήσου, εξέβαλε το δακτυλίδιον και επί παρουσία όλων των συμπλωτήρων το έρριψεν εις την θάλασσαν, τούτο ποιήσας και επιστρέψας εις την οικίαν του ησθάνθη λύπην διά την συμφοράν.
42. Μετά πέντε όμως ή έξ ημέρας συνέβη εις τον Πολυκράτη το εξής· αλιεύς τις, συλλαβών ιχθύν μέγαν και ωραίον, έκρινε καλόν να τον προσφέρη εις τον Πολυκράτη. Κρατών λοιπόν αυτόν ήλθεν εις την θύραν του Πολυκράτους και εζήτει να εισαχθή εις την οικίαν· εισχωρήσας δε έδωκε τον ιχθύν εις τον Πολυκράτη και τω είπεν· «ω βασιλεύ, συλλαβών τοιούτον ιχθύν, δεν ενέκρινα να τον φέρω εις την αγοράν, μολονότι ζω εκ της εργασίας των χειρών μου, αλλά μοι εφάνη άξιος σου και του βαθμού σου· σοι τον έφερα λοιπόν και σε παρακαλώ να τον δεχθής.» Ευχαριστηθείς ο Πολυκράτης απεκρίθη τα εξής· «Βεβαίως έπραξας καλώς, και διπλή σοι οφείλεται χάρις διά τους λόγους και συγχρόνως διά το δώρον· καλούμεν δε και σε εις το δείπνον.» Και ο μεν αλιεύς μέγα φρονών διά την τιμήν ταύτην εισήλθεν εις τα δωμάτια, οι δε θεράποντες ανοίξαντες τον ιχθύν εύρον εις την κοιλίαν αυτού το δακτυλίδιον του Πολυκράτους, και αναγνωρίσαντες αυτό, το έλαβον αμέσως και το έφερον χαίροντες εις τον Πολυκράτη. Δίδοντες δε αυτό έλεγον με ποίον τρόπον το εύρον. Τότε ο Πολυκράτης εννοήσας ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν, έγραψεν όλα όσα έπραξε, ποίαν έκβασιν έσχον, και τελειώσας την επιστολήν έπεμψεν αυτήν εις την Αίγυπτον.
43. Αναγνώσας δε ο Άμασις την εκ μέρους του Πολυκράτους ελθούσαν επιστολήν, έκρινεν ότι αδύνατον είναι εις άνθρωπον να αποτρέψη από άλλον άνθρωπον τας μελλούσας να επισκήψωσιν επ' αυτού δυστυχίας και ότι ο φίλος του δεν έμελλε να έχη ευτυχές τέλος αφού τοσούτον τον ευνόει η τύχη ώστε να επανευρίσκη εκείνο το οποίον είχε θυσιάσει. Έπεμψε λοιπόν εις την Σάμον κήρυκα διά να τω είπη ότι διαλύει την μεταξύ των συμμαχίαν. Έπραξε δε τούτο διότι εφοβήθη μήπως συμβή μεγάλη τις δυστυχία εις τον Πολυκράτη και λυπηθή ως λυπείται τις προκειμένου περί συμμάχου.
44. Κατά του Πολυκράτους τούτου ευτυχούντος κατά πάντα εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι παρακληθέντες υπό των Σαμίων οίτινες έκτισαν βραδύτερον την εν Κρήτη Κυδωνίαν. Προηγουμένως ο Πολυκράτης είχε πέμψει προς τον υιόν του Κύρου Καμβύσην, ενασχολούμενον τότε εις το να συναθροίζη στρατόν κατά της Αιγύπτου, και τον παρεκάλει να στείλη εις Σάμον και ζητήση παρ' αυτού στρατόν. Ταύτα ακούσας ο Καμβύσης προθύμως έπεμψεν εις την Σάμον και παρεκάλει τον Πολυκράτη να τω πέμψη ναυτικόν στρατόν διά την κατά της Αιγύπτου εκστρατείαν. Ο δε Πολυκράτης εκλέξας μεταξύ των πολιτών εκείνους τους οποίους υπώπτευε κλίνοντας προς επανάστασιν, τους απέπεμψε με τεσσαράκοντα τριήρεις. συνιστών εις τον Καμβύσην να μη τους αποστείλη οπίσω ποτέ.
45. Τινές λέγουσιν ότι οι αποπεμφθέντες Σάμιοι υπό του Πολυκράτους δεν έφθασαν εις την Αίγυπτον, αλλ' ότι διασκεφθέντες εν τη νήσω Καρπάθω απεφάσισαν όλοι εκ συμφώνου να μη προχωρήσωσι περαιτέρω. Κατ' άλλους, άμα έφθασαν εις την Αίγυπτον, καί τοι επιτηρούμενοι έφυγον· ενώ δε επλησίαζον εις την Σάμον, ο Πολυκράτης τους απήντησε με πλοία και τους επολέμησε· νικήσαντες όμως οι καταβαίνοντες απέβησαν εις την νήσον και πεζομαχήσαντες ενικήθησαν, και τοιουτοτρόπως έπλευσαν προς την Λακεδαίμονα. Υπάρχουσι δε καί τινες λέγοντες ότι ο Πολυκράτης ενικήθη υπ' αυτών των επιστρεφόντων εκ της Αιγύπτου· αλλ' η αξίωσις αυτών δεν μοι φαίνεται ορθή, διότι τότε δεν είχον ανάγκην να επικαλεσθώσι τοις Λακεδαιμονίους εάν αυτοί ήσαν αρκετά ισχυροί ώστε να νικήσωσι τον Πολυκράτη. Πώς άλλως τε να πιστεύσωμεν ότι εκείνος όστις είχεν επικούρους και μισθωτούς και τοξότας ιδικούς του, ήτο δυνατόν να νικηθή υπό των επιστρεφόντων Σαμίων οίτινες ήσαν ολίγοι; Εκτός τούτου ο Πολυκράτης συναθροίσας εις τους νεωσοίκους τας γυναίκας και τα τέκνα των πολιτών τους οποίους είχεν υπό την εξουσίαν του ήτο έτοιμος να τα καύση ομού με τους νεωσοίκους εάν τυχόν οι πολίται ούτοι εφαίνοντο διατεθειμένοι να τον προδώσωσι χάριν των εκ τις Αιγύπτου επιστρεφόντων.
46. Ότε δε οι διωχθέντες υπό του Πολυκράτους Σάμιοι έφθασαν εις την Σπάρτην, παρουσιασθέντες εις τους άρχοντας έλεγον πολλά, και ότι ήσαν εις μεγάλην ανάγκην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εις την πρώτην ακρόασιν απεκρίθησαν ότι ελησμόνησαν την αρχήν του λόγου και δεν ενόησαν το τέλος. Όθεν οι Σάμιοι παρουσιάσθησαν και εκ δευτέρου, την φοράν δε ταύτην ήσαν συντομώτεροι· ηρκέσθησαν να δείξωσι σάκκον κενόν και να είπωσιν ότι ο σάκκος έχει ανάγκην αλεύρου. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τοις επεκρίθησαν πάλιν ότι η λέξις σάκκος ήτο περιττή· ενέκριναν όμως να τους βοηθήσωσι.
47. Μετά ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευασθέντες εξεστράτευσαν κατά της Σάμου· ως μεν οι Σάμιοι λέγουσιν, ένεκα ευγνωμοσύνης προς αυτούς οίτινες πρότερον τους είχον βοηθήσει με πλοία εναντίον των Μεσσηνίων· ως δε λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, ουχί τόσον διά να βοηθήσωσι τους εν ανάγκη Σαμίους, όσον διά να τιμωρήσωσι την κλοπήν του πεμφθέντος προς τον Κροίσον κρατήρος και του θώρακος τον οποίον τοις είχε πέμψει δώρον ο βασιλεύς της Αιγύπτου Άμασις· διότι έν έτος προ του κρατήρος οι Σάμιοι ελήστευσαν θώρακα λινούν, όστις είχε διαφόρους μορφάς ενυφασμένας καί ήτο πεποικιλμένος με χρυσόν και μαλλίον εκ δένδρου (45), ούτως ώστε έκαστον των νημάτων του καθίστα αυτόν αξιοθαύμαστον· έκαστον δε νήμα μολονότι λεπτόν, περιείχεν άλλα τριακόσια εξήκοντα νήματα διακρινόμενα κάλλιστα. Απαράλλακτος είναι ο άλλος τον οποίον ο Άμασις αφιέρωσεν εις την Αθηνάν της Λίνδου.
48. Συνέπραξαν δε και οι Κορίνθιοι μετά προθυμίας εις την επιχείρησιν της εκστρατείας ταύτης κατά της Σάμου· διότι κατά την προγενεστέραν γενεάν, συγχρόνως με την αρπαγήν του κρατήρος, είχον υποστή ύβριν τινά εκ μέρους των Σαμίων. Ο υιός του Κυψέλου Περίανδρος έπεμψεν εις Σάρδεις προς τον Αλυάττην τριακοσίους νεανίας, υιούς των πρώτων της Κερκύρας, διά να τους ευνουχίσωσιν. Επειδή δε οι μεταφέροντες αυτούς Κορίνθιοι προσήγγισαν εις την Σάμον, μαθόντες οι Σάμιοι πρός τινα σκοπόν ήγοντο οι παίδες εκεί οι εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν τους εσυμβούλευσαν να καταφύγωσιν εις τον ναόν της Αρτέμιδος, έπειτα δε ανέλαβον την υπεράσπισίν των και δεν άφινον ν' αποσπάσωσι τους ικέτας από το ιερόν· τέλος, επειδή οι Κορίνθιοι εμπόδιζον να δώση τις τροφήν εις τους παίδας, οι Σάμιοι εσύστησαν εορτήν την οποίαν και σήμερον ακόμη τελούσιν απαραλλάκτως. Άμα επήρχετο η νυξ, εφ' όσον χρόνον οι παίδες ήσαν ικέται, συνεκρότουν χορούς εκ παρθένων και νέων, και διαρκούντων των χορών οι πολίται παρηγγέλλοντο να φέρωσιν εις τον ναόν πλακούντια εκ μέλιτος και σησάμου, από τα οποία αρπάζοντες οι παίδες των Κερκυραίων ετρέφοντο. Και τούτο εξακολούθησε μέχρις ου οι Κορίνθιοι φύλακες ανεχώρησαν αφήσαντες τους παίδας, τους οποίους έπειτα οι Σάμιοι επανέφεραν εις την Κέρκυραν.
49. Εάν μετά τον θάνατον του Περιάνδρου οι Κερκυραίοι εφιλιόνοντο με τοις Κορινθίους, ηδύναντο οι Κορίνθιοι να μη συμπράξωσιν εις την κατά της Σάμου εκστρατείαν ταύτην. Τότε όμως, ως πάντοτε αφότου αποίκισαν την Κέρκυραν, είχον μεταξύ των διαφοράς. Οι Κορίνθιοι λοιπόν εμνησικάκουν κατά των Σαμίων, θεωρούντες άλλως τε ότι, εάν ο Περίανδρος έπεμψεν εις τας Σάρδεις διά να ευνουχίση τους παίδας των πρώτων Κερκυραίων, έπραξε τούτο προς εκδίκησιν, διότι πρώτοι οι Κερκυραίοι τον ύβρισαν πράξαντες πράξιν κακοήθη.
50. Ότε ο Περίανδρος εφόνευσε την γυναίκα του Μέλισσαν (46), εις την συμβάσαν δυστυχίαν προσετέθη και άλλη δυστυχία η εξής. Είχεν εκ της Μελίσσης δύο υιούς, τον μεν δεκαεξαετή, τον δε δεκαοκταετή. Τούτους ο προς μητρός πάππος των Προκλής, βασιλεύς της Επιδαύρου, προσεκάλεσε πλησίον του και τους επεριποιείτο όπως έπρεπε, καθότι ήσαν υιοί της θυγατρός του. Όταν δε τους απέπεμψε, τοις είπεν· «Ω παίδες, ηξεύρετε άρα γε ποίος εφόνευσε την μητέρα σας;» Ο λόγος ούτος εις μεν τον πρεσβύτερον ουδεμίαν επροξένησεν εντύπωσιν· αλλ' ο νεώτερος, όστις εκαλείτο Λυκόφρων, τόσον ελυπήθη ακούσας, ώστε επιστρέψας εις Κόρινθον ούτε εχαιρέτισε τον φονέα της μητρός του Περίανδρον, ούτε απεκρίνετο προς αυτόν ομιλούντα, ούτε τω ωμίλει εξετάζοντι. Τέλος ο Περίανδρος, πλήρης οργής, τον εδίωξεν από την οικίαν.
51. Αφού δε τον εδίωξεν ηθέλησε να μάθη από τον πρεσβύτερον τι είχεν ειπεί εις αυτούς ο Προκλής· ο νεανίας τω διηγήθη την φιλόφρονα υποδοχήν του πάππου του, αλλ' ουδεμίαν μνείαν έκαμε των λόγων τους οποίους είπε προπέμπων αυτούς, διότι ούτε τους ενθυμείτο. Αλλ' ο Περίανδρος επέμεινε, λέγων ότι ήτο αδύνατον να μη τους συνεβούλευσε τίποτε ο Προκλής. Τόσον δε τον εστενοχώρησε με τας ερωτήσεις του ώστε επί τέλους ο νέος ενθυμήθη τους λόγους και τους επανέλαβεν. Ο δε Περίανδρος δεν αφήκεν αυτούς τους λόγους να παρέλθουν απαρατήρητοι· εξ εναντίας απεφάσισε να μη δείξη ουδεμίαν ηπιότητα, και όπου ο εκδιωχθείς υιός του προσήρχετο να ζητήση καταφύγιον, έπεμπεν απεσταλμένους και επρόσταζε να μη τον δέχωνται εις τας οικίας των. Όταν δε ο Λυκόφρων διωκόμενος από μίαν οικίαν μετέβαινεν εις άλλην, απεδιώκετο πάλιν και εξ αυτής, διότι ο πατήρ ηπείλει εκείνους οίτινες τον εδέχοντο και τους διέτασσε να τον διώκωσιν. Ούτω δε διωκόμενος μετέβαινεν από οικίας εις οικίαν· οι δε φίλοι του, καί τοι φοβούμενοι, τον εδέχοντο ως υιόν του Περιάνδρου.