Part 18
6. Θα αναφέρω ενταύθα εκείνο το οποίον ολίγοι εκ των ελθόντων διά θαλάσσης εις την Αίγυπτον παρετήρησαν. Εξ όλης της Ελλάδος και προς τούτοις εκ της Φοινίκης δις του έτους κομίζονται εις την Αίγυπτον πήλινα αγγεία πλήρη οίνου· και εν τούτοις αφού κενωθώσι τα αγγεία ταύτα, μολονότι τόσα πολλά, δεν βλέπει τις πλέον μήτε έν. Πού λοιπόν δαπανώνται; δύναταί τις να ερωτήση. Εγώ θα το είπω. Ο δήμαρχος εκάστης πόλεως είναι υποχρεωμένος να συνάζη όλα τα πήλινα αγγεία και να τα στέλλη εις την Μέμφιν, εκείθεν δε, πληρούμενα ύδατος, στέλλονται εις την έρημον της Συρίας. Τοιουτοτρόπως όλα τα εις την Αίγυπτον ερχόμενα και αποβιβαζόμενα αγγεία κομίζονται εις την Συρίαν όπως και τα προ αυτών.
7. Πρώτοι οι Πέρσαι, αφότου εγένοντο κύριοι της Αιγύπτου, ευκόλυναν διά του τρόπου τούτου την εις την Αίγυπτον είσοδον πληρούντες με ύδωρ τα αγγεία και πέμποντες αυτά εις την έρημον. Τότε όμως, επειδή δεν υπήρχεν ακόμη η προμήθεια αύτη του ύδατος, ο Καμβύσης, αφού ήκουσε τον ξένον Αλικαρνασσέα, έπεμψεν απεσταλμένους προς τον Αράβιον, και ζητήσας έλαβεν υπόσχεσιν ασφαλείας, δους και δεχθείς παρ' αυτού εχέγγυα πίστεως.
8. Οι δε Αράβιοι πλειότερον παντός άλλου λαού σέβονται τας συνθήκας των· κάμνουσι δε αυτάς ως εξής. Όταν τινές θέλουσι να δώσωσιν αμοιβαίον όρκον, τρίτος τις άλλος άνθρωπος ιστάμενος εν τω μέσω αυτών χαράττει με λίθον οξύν πλησίον των μεγάλων δακτύλων το μήλον της χειρός των ορκιζομένων, λαμβάνων δε έπειτα ολίγον χνουν εκ του ιματίου αυτών τον βρέχει με αίμα και αλείφει επτά λίθους τεθειμένους εκεί. Ταύτα πράττων επικαλείται τον Διόνυσον και την Ουρανίαν Αφροδίτην. Μετά το πέρας δε των διατυπώσεων τούτων, εκείνος όστις ωρκίσθη παρουσιάζει εις τους φίλους του τον ξένον ή τον πολίτην, εάν μετά πολίτου ωρκίσθη, και οι φίλοι κρίνουσι δίκαιον να σέβωνται και αυτοί τας πίστεις ταύτας. Νομίζουσι δε ότι μόνοι θεοί είναι ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, και λέγουσιν ότι κείρουσι τας τρίχας της κεφαλής των ως και ο Διόνυσος· τας κόπτουσι δε κυκλοτερώς και ξυρίζουσι το άνω μέρος των κροτάφων. Ονομάζουσι δε τον μεν Απόλλωνα Οροτάλ, την δε Αφροδίτην Αλιλάτ.
9. Αφού ο Αράβιος έκαμε συνθήκας με τους απεσταλμένους του Καμβύσου, ιδού τι εμηχανεύθη· εγέμισε με ύδωρ ασκούς κατεσκευασμένους από δέρματα καμήλων και τους εφόρτωσεν επί ζωντανών καμήλων τας οποίας έφερεν εις την έρημον όπου περιέμεινε τον στρατόν του Καμβύσου. Και τούτο μεν είναι το μάλλον πιθανόν εξ όσων διηγούνται· πρέπει όμως να αναφέρω και το ολιγώτερον πιθανόν, καθότι λέγουσι και τούτο. Υπάρχει εις την Αραβίαν μέγας ποταμός όστις καλείται Κόρυς και χύνεται εις την Ερυθράν λεγομένην θάλασσαν. Εκ του ποταμού τούτου λοιπόν λέγουσιν ότι ο βασιλεύς των Αραβίων έφερε το ύδωρ εις την έρημον διά μακροτάτου οχετού εκ βοείων δερμάτων ακατεργάστων και άλλων δερμάτων ερραμμένων ομού, όστις έληγεν εις μεγάλας δεξαμενάς, ορυχθείσας όπως δέχωνται και διαφυλάττωσι το ύδωρ. Από του ποταμού δε μέχρι της ερήμου είναι δώδεκα ημερών πορεία, και τρεις οχετοί δευτερεύοντες έφερον ως λέγεται το ύδωρ εις τρία διάφορα μέρη.
10. Ο δε υιός του Αμάσιος Ψαμμήνιτος, εστρατοπεδευμένος εις το Πηλούσιον στόμα του Νείλου, περιέμενε τον Καμβύσην· καθότι ούτος, όταν εστράτευσε κατά της Αιγύπτου, δεν εύρε ζώντα τον αντίπαλόν του όστις απέθανεν αφού εβασίλευσε τεσσαράκοντα και τέσσαρα έτη κατά τα οποία δεν υπέστη μεγάλην τινά συμφοράν. Ταριχευθέίς δε ετάφη εις τον εντός του ιερού τάφου τον οποίον αυτός έκτισεν. Επί της βασιλείας του υιού του Ψαμμηνίτου μέγιστον θαύμα εγένετο εις την Αίγυπτον· βροχή έπεσεν εις τας Αιγυπτίας Θήβας, όπου ουδέποτε έβρεξεν ούτε πρότερον ούτε έπειτα μέχρι της εποχής μου, ως λέγουσιν αυτοί οι Θηβαίοι. Τωόντι ποσώς δεν βρέχει εις την άνω Αίγυπτον, και τότε ολίγαι μόνον ψεκάδες έπεσον.
11. Όταν οι Πέρσαι διαπεράσαντες την έρημον εστρατοπεδεύσαντο απέναντι των Αιγυπτίων και ητοιμάζοντο να συμπλακώσι, τότε οι επίκουροι του Ψαμμηνίτου, όντες Έλληνες και Κάρες, ωργισμένοι κατά του Φάνητος διότι ωδήγει κατά της Αιγύπτου στρατόν ξενικόν, τον ετιμώρησαν σκληρώς. Ο Φάνης είχεν αφήσει εις την Αίγυπτον τα παιδία του· αυτά τα παιδία αγαγόντες εις το στρατόπεδον και εις θέσιν ώστε να δύναται να τα βλέπη ο πατήρ, έστησαν κρατήρα μεταξύ των δύο στρατευμάτων έπειτα, λαμβάνοντες το έν μετά το άλλο, τα έσφαζον άνωθεν του κρατήρος και αφού εσφάγησαν όλα έχυσαν εις το αίμα των ύδωρ και οίνον. Πιόντες εκ του κράματος τούτου όλοι οι επίκουροι, συνεπλάκησαν. Μάχης δε γενομένης κρατεράς και πεσόντων πολλών εξ αμφοτέρων των στρατοπέδων, ετράπησαν εις φυγήν οι Αιγύπτιοι (43).
12. Είδον εκεί θαύμα μέγα το οποίον μοι εξήγησαν οι κάτοικοι. Τα οστά εκείνων οίτινες εκατέρωθεν εφονεύθησαν εν τη μάχη εκείνη, κείνται κεχωρισμένα (τα των Περσών αφ' ενός, τα των Αιγυπτίων αφ' ετέρου, εις την αυτήν απόστασιν ην είχον πριν έλθωσιν εις χείρας), και τα κρανία των Περσών είναι τόσον αδύνατα ώστε εάν θέλης να τα κτυπήσης με έν μόνον μικρόν χαλίκιον, τα διατρυπάς· εξ εναντίας τα των Αιγυπτίων είναι τόσον σκληρά ώστε δυσκόλως θα τα συνέτριβες εάν τα εκτύπας με μεγάλην πέτραν. Μοι είπον την αιτίαν τούτου, και δεν εδυσκολεύθην να τους πιστεύσω· οι Αιγύπτιοι εκ παιδικής ηλικίας αρχίζουσι να ξυρίζωσι την κεφαλήν, και το κρανίον των σκληρύνεται υπό της επιρροής του ηλίου· η αυτή αιτία προφυλάττει αυτούς από του να γίνωνται φαλακροί, και τωόντι ουδαμού αλλαχού υπάρχουσιν ολιγώτεροι φαλακροί ή εις την Αίγυπτον. Ιδού λοιπόν διατί το κρανίον των είναι τόσον σκληρόν. Τουναντίον δε το των Περσών είναι απαλόν διότι μένουσιν εις την σκιάν εκ νεαράς ηλικίας και φέρουσιν επί της κεφαλής τιάρας μαλλίνους. Είδον ταύτα ως είναι και έκαμον την αυτήν παρατήρησιν και εις την Πάπρημιν επί των οστών εκείνων οίτινες μετά του Αχαιμένους του υιού του Δαρείου εφονεύθησαν υπό του Λίβυος Ινάρου.
13. Διασπασθέντες οι Αιγύπτιοι, έφυγον εν αταξία. Όταν δε εκλείσθησαν εις την Μέμφιν, έπεμψεν εις αυτούς ο Καμβύσης διά του ποταμού πλοίον Μυτιληναίον με κήρυκα Πέρσην διά να τοις προτείνη να παραδοθώσι διά συνθήκης. Αυτοί όμως άμα είδον το πλοίον εισελθόν εις την Μέμφιν, ώρμησαν όλοι έξω του τείχους, κατέστρεψαν το πλοίον, εκρεούργησαν τους άνδρας και τους έφερον εις το τείχος. Και οι μεν Αιγύπτιοι μετά ταύτα πολιορκηθέντες παρεδόθησαν επί τέλους, οι δε γείτονες των Λίβυες, φοβηθέντες μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν αμαχητί, υπεσχέθησαν να τελώσι φόρον και έπεμψαν δώρα. Επίσης και οι Κυρηναίοι και οι Βαρκαίοι, φοβηθέντες ως οι Λίβυες, έπραξαν το αυτό. Ο δε Καμβύσης εδέχθη μεν φιλοφρόνως τα δώρα των Λιβύων, κατεφρόνησεν όμως τα των Κυρηναίων καθότι ήσαν κατώτερα, ως εγώ φρονώ. Και τωόντι οι Κυρηναίοι δεν έπεμψαν ειμή πεντακοσίας μνας αργυράς. Ο Καμβύσης λοιπόν λαβών με τας χείρας του τα νομίσματά των τα διέσπειρεν εις τον στρατόν.
14. Την δεκάτην ημέραν αφ' ης εκυρίευσε την Μέμφιν ο Καμβύσης, εκάθισε προς περιφρόνησιν είς τι προάστειον μετ' άλλων Αιγυπτίων τον βασιλέα Ψαμμήνιτον βασιλεύσαντα έξ μήνας μόνον και εδοκίμαζε την γενναιότητα της ψυχής αυτού διά του ακολούθου τρόπου. Ενδύσας την θυγατέρα του με ενδύματα δούλης την έπεμψε με στάμνον εις την χείρα διά να φέρη ύδωρ· μετ' αυτής δε συναπέστειλε και άλλας παρθένους τας οποίας εξελέξατο μεταξύ των Θυγατέρων των πρώτων ανδρών του τόπου, όλας ενδεδυμένας ως η θυγάτηρ του βασιλέως. Ενώ δε διήρχοντο προ των πατέρων των κλαίουσαι και βοώσαι, οι μεν εβόων και έκλαιον βλέποντες την ταπείνωσιν των τέκνων των, ο δε Ψαμμήνιτος, μολονότι είδε και εγνώρισε την θυγατέρα του, ουδέν άλλο έπραξεν ή να ταπεινώση τα βλέμματα του προς την γην. Αφού διήλθαν αι υδροφόροι, έπεμψεν έπειτα ο Καμβύσης τον υιόν του Ψαμμηνίτου με άλλους δισχιλίους Αιγυπτίους, έχοντας την αυτήν ηλικίαν, δεδεμένους με σχοινιά από τον λαιμόν και χαλινωμένους από το στόμα· τους απήγον δε διά να τους θανατώσωσι προς εκδίκησιν των Μιτυληναίων οίτινες απώλοντο εις την Μέμφιν αυτοί και το πλοίον των. Τοιαύτη ήτο η απόφασις των βασιλικών δικαστών δι' ένα έκαστον Έλληνα να θανατωθώσι δέκα Αιγύπτιοι εκ των πρώτων. Ο Ψαμμήνιτος είδε και τούτους διαβαίνοντας και έμαθεν ότι απήγον και τον υιόν του διά να τον θανατώσωσιν· ενώ δε οι περικαθήμενοι Αιγύπτιοι έκλαιον και ελυπούντο, αυτός έπραξεν ό,τι είχε πράξει ότε διέβη η θυγάτηρ του. Μόλις διέβησαν οι νέοι, και άνθρωπός τις, ομοτράπεζός του τρόπον τινά, πρεσβύτερος αυτού κατά την ηλικίαν, όστις αφού έχασε την περιουσίαν του και δεν είχε πλέον ειμή ό,τι έχουσιν οι πτωχοί περιήρχετο επαιτών εις τον στρατόν, συνέβη να διέλθη προ του Ψαμμηνίτου και των εις το προάστειον συγκαθημένων Αιγυπτίων. Άμα τον είδεν ο Ψαμμήνιτος, έκλαυσε πολύ, εκάλεσε τον φίλον του ονομαστί και εκτύπησε την κεφαλήν. Ήσαν δε εκεί φύλακες οίτινες ειδοποίουν τον Καμβύσην ό,τι έπραττεν ο Ψαμμήνιτος εις εκάστην έξοδον. Εκπλαγείς ο Καμβύσης δι' όσα ήκουσεν, έπεμψεν άγγελον και τον ηρώτησεν ως ακολούθως· «Ο δεσπότης Καμβύσης, ω Ψαμμήνιτε, σε ερωτά διατί, βλέπων την θυγατέρα σου ταλαιπωρουμένην και τον υιόν σου φερόμενον εις θάνατον, ούτε ανεβόησας, ούτε έκλαυσας, ενώ εξεναντίας ετίμησας άνθρωπον πτωχόν, όστις, ως μανθάνει παρ' άλλων, ουδεμίαν συγγένειαν έχει μετά σου;» Ταύτα είπεν ο απεσταλμένος, ιδού δε τι απεκρίθη ο Ψαμμήνιτος· «ω υιέ του Κύρου, αι ίδιαί μου δυστυχίαι είναι μεγαλείτεραι ή ώστε να κλαύση τις, η δυστυχία όμως του φίλου μου ήτο αξία δακρύων, διότι από τον πλούτον και την ευδαιμονίαν περιέπεσεν εις την ένδειαν φθάσας εις τον ουδόν του γήρατος.» Οι λόγοι ούτοι διαβιβασθέντες εις τον Καμβύσην εφάνησαν ορθότατοι. Προσθέτουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ο Κροίσος, όστις έτυχε να ακολουθή τον Καμβύσην εις την Αίγυπτον, εδάκρυσε και αυτός, εδάκρυσαν δε και όλοι οι παρευρεθέντες Πέρσαι. Αυτός δε ο Καμβύσης εκινήθη εις οίκτον και αμέσως διέταξε και τον υιόν του να σώσωσιν εξαιρούντες αυτόν από τους άλλους καταδίκους και τον Ψαμμήνιτον να λάβωσιν από το προάστειον και να τον φέρωσιν εις την οικίαν του.
15. Αλλά τον μεν υιόν δεν εύρον ζώντα οι απεσταλμένοι, διότι είχε κατακοπή πρώτος, τον δε Ψαμμήνιτον λαβόντες έφερον προς τον Καμβύσην ένθα του λοιπού διητάτο εν πλήρει ανέσει. Εάν μάλιστα δεν τον υπώπτευον ότι ερραδιούργει, θα ελάμβανε πάλιν την διοίκησιν των υποθέσεων της Αιγύπτου ως επίτροπος, καθότι οι Πέρσαι συνειθίζουσι να τιμώσι τους υιούς των βασιλέων, τόσον ώστε και αν αποστατήσωσιν οι γονείς, αποδίδουσιν εις τους παίδας την αρχήν. Ότι έχουσι την συνήθειαν ταύτην δύναται τις να κρίνη εκ πολλών παραδειγμάτων και προσέτι εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν του Λίβυος Ινάρου Θαννύραν όστις έλαβε πάλιν την αρχήν την οποίαν είχεν ο πατήρ του, και εξ εκείνου το οποίον συνέβη εις τον υιόν του Αμυρταίου Παύσιριν όστις και αυτός έλαβε πάλιν την αρχήν του πατρός του. Εν τούτοις ουδείς έβλαψε τόσον τους Πέρσας όσον ο Ίναρος και ο Αμυρταίος. Αλλ' ο Ψαμμήνιτος, κακά μηχανώμενος, έλαβε τον μισθόν· διότι φωραθείς ενώ εζήτει να επαναστατήση τους Αιγυπτίους και βλέπων ότι ανεκαλύφθη υπό του Καμβύσου, έπιεν αίμα ταύρου και απέθανεν αμέσως. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ετελεύτησεν ούτος.
16. Ο δε Καμβύσης εκ της Μέμφιος ήλθεν εις την πόλιν Σάιν σκοπεύων να πράξη όσα και έπραξε· διότι άμα εισήλθεν εις τα βασίλεια του Αμάσιος, αμέσως διέταξε να εκβάλωσιν από τον τάφον το σώμα του Αμάσιος· τούτου γενομένου, διέταξε να το μαστιγώσωσι, να μαδήσωσι τας τρίχας του, να το διαπεράσωσι με κέντρα και να το υβρίσωσι με πάσαν τιμωρίαν. Αφού δε οι μαστιγωταί απέκαμον ταύτα πράττοντες, (επειδή το τεταριχευμένον εκείνο σώμα αντείχε και δεν απεσυντίθετο), επρόσταξεν ο Καμβύσης να το κατακαύσωσι, διατάξας πράγμα ανόσιον, καθότι οι Πέρσαι νομίζουσιν ότι το πυρ είναι θεότης και διά τούτο ούτε οι Πέρσαι ούτε οι Αιγύπτιοι κατ' ουδένα τρόπον δεν συνειθίζουσι να καίωσι τους νεκρούς, οι μεν Πέρσαι διά τον ανωτέρω λόγον λέγοντες ότι δεν είναι δίκαιον να χορταίνωσι θεόν με το πτώμα ανθρώπου, οι δε Αιγύπτιοι νομίζοντες ότι το πυρ είναι θηρίον ζων το οποίον καταβιβρώσει όσα τω δίδουσι και το οποίον αφού χορτασθή αποθνήσκει μετ' εκείνου το οποίον κατέφαγε. Δεν συγχωρείται δε παρ' αυτοίς κατ' ουδένα τρόπον να δίδωσι το πτώμα εις τα ζώα, και διά τούτο το ταριχεύουσιν ίνα μη το φάγωσιν οι σκώληκες εάν ταφή. Βεβαιούσιν όμως οι Αιγύπτιοι ότι ο ταύτα παθών δεν ήτο ο Άμασις, αλλά άλλος τις Αιγύπτιος, έχων το αυτό ανάστημα με τον Άμασιν, τον οποίον κακοποιούντες οι Πέρσαι ενόμιζον ότι εκακοποίουν τον Άμασιν. Κατ' αυτούς ο Άμασις μαθών έκ τινος χρησμού τι έμελλε να τω συμβή μετά θάνατον και θέλων να αποφύγη τα απειλούμενα, διέταξε να θάψωσι πλησίον της θύρας, εντός του ιδίου τάφου, τον μαστιγωθέντα εκείνον άνθρωπον, το δε ιδικόν του σώμα παρήγγειλεν εις τον υιόν του να αποθέση εις το μάλλον σκοτεινόν μέρος του τάφου. Αι παραγγελίαι όμως αύται του Αμάσιος περί της ταφής και του ανθρώπου εκείνου δεν μοι φαίνονται αληθείς, αλλ' απλώς οι Αιγύπτιοι έπλασαν αυτάς διά να καλύψωσι την γενομένην ατιμίαν.
17. Κατόπιν ο Καμβύσης εσχεδίασε τρεις εκστρατείας, κατά των Καρχηδονίων, κατά των Αμμωνίων και κατά των μακροβίων Αιθιόπων οίτινες οικούσι τα νότια παραθαλάσσια της Λιβύας. Τούτο σκοπεύων, απεφάσισε να ετοιμάση στόλον κατά των πρώτων, να προσβάλη τους δευτέρους διά ξηράς με στρατόν εκλεκτόν, και να πέμψη πρώτον εις τους Αιθίοπας κατασκόπους διά να ίδωσι την λεγομένην ηλίου τράπεζαν, εάν υπήρχεν αληθώς, και να κατασκοπεύσωσι τα άλλα πράγματα, προφασιζόμενοι ότι μετέβησαν εκεί διά να προσφέρωσι δώρα εις τον βασιλέα.
18. Η δε τράπεζα του ηλίου τοιαύτη τις λέγεται ότι είναι. Υπάρχει λειμών εις προάστειόν τι έμπλεως κρεάτων οπτών πάντων των τετραπόδων. Εις τούτον τον λειμώνα την μεν νύκτα μεταφέρουσι τα κρέατα εκείνοι εις ους είναι ανατεθειμένη η φροντίς αύτη, λαμβάνοντες παρά των πολιτών το αναλογούν εις έκαστον μερίδιον, την δε ημέραν έρχεται όστις θέλει και τρώγει· οι εγχώριοι όμως λέγουσιν ότι αναδίδει ταύτα εκάστοτε η γη. Και η μεν καλουμένη τράπεζα του ηλίου τοιαύτη λέγονται ότι είναι.
19. Ο δε Καμβύσης, άμα απεφάσισε να πέμψη τους κατασκόπους, έφερεν εκ της Ελεφαντίνης Ιχθυοφάγους γινώσκοντας την Αιθιοπικήν γλώσσαν. Ενώ δε οι απεσταλμένοι μετέβησαν να μεταφέρωσιν αυτούς, διέταξε τον ναυτικόν στρατόν να πλεύση κατά της Καρχηδόνος. Οι Φοίνικες όμως ηρνήθησαν να πράξωσι τούτο, λέγοντες ότι ήσαν συνδεδεμένοι διά μεγάλων όρκων και ότι ήθελεν είσθαι ανόσιον να εκστρατεύσωσι κατά των ιδίων των απογόνων. Αποχωρησάντων των Φοινίκων, οι λοιποί δεν ήρκουν διά να πολεμήσωσι, και τοιουτοτρόπως οι Καρχηδόνιοι διέφυγον τον ζυγόν των Περσών. Ο Καμβύσης δεν έκρινε πρέπον να εξαναγκάση τους Φοίνικας, καθότι ούτοι εκουσίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και όλος ο ναυτικός στρατός εξηρτάτο από αυτούς. Και οι Κύπριοι ομοίως εδόθησαν εις τους Πέρσας και εστράτευσαν κατά της Αιγύπτου.
20. Αφού έφθασαν οι Ιχθυοφάγοι εκ της Ελεφαντίνης εις τον Καμβύσην, τους έπεμψεν ούτος εις την Αιθιοπίαν παραγγείλας τι ώφειλον να είπωσι, και φέροντας δώρα, ένδυμα πορφυρούν, περιδέραιον στρεπτόν εκ χρυσού, ψέλια, αλαβάστρινον αγγείον με μύρραν και κάδον με οίνον φοινίκων. Οι Αιθίοπες δε ούτοι προς τους οποίους έπεμπε τα δώρα ο Καμβύσης, λέγονται ότι είναι μέγιστοι και ωραιότατοι πάντων των ανθρώπων. Έχουσι δε, ως λέγεται, έθιμα διάφορα των άλλων χωρών, και ιδίως το ακόλουθον ως προς την εκλογήν του βασιλέως. Εκείνον εκ των αστών τον οποίον κρίνωσιν ότι υπερβαίνει τους άλλους κατά το ύψος και η δύναμίς του είναι ανάλογος με το ύψος του, αυτόν εκλέγουσιν ως βασιλέα των.
21. Εις τούτους λοιπόν τους ανθρώπους όταν ήλθον οι Ιχθυοφάγοι, έδοσαν τα δώρα εις τον βασιλέα λέγοντες ταύτα· «Ο βασιλεύς των Περσών Καμβύσης, θέλων να ήναι φίλος και ξένος σου, έπεμψεν ημάς να ομιλήσωμεν μετά σου και σοι προσφέρει τα δώρα ταύτα τα οποία ευχαριστείτο πολύ ο ίδιος μεταχειριζόμενος.» Αλλ' ο Αιθίοψ, εννοήσας ότι ήλθον ως κατάσκοποι, τοις απεκρίθη· «Ο βασιλεύς των Περσών δεν σας έπεμψε να μοι φέρετε δώρα επιθυμών την φιλίαν μου, και δεν λέγετε την αλήθειαν. Ο σκοπός σας είναι να κατασκοπεύσετε το βασίλειόν μου, και ο άνθρωπος αυτός δεν είναι δίκαιος. Τωόντι, εάν ήτο τοιούτος, δεν θα επεθύμει άλλας χώρας πλην της ιδικής του και δεν θα υπεδούλωνεν ανθρώπους οίτινες ποτέ δεν τον αδίκησαν. Τώρα φέρετε προς αυτόν το τόξον τούτο και επαναλάβετε αυτώ τους λόγους τούτους· «Ο βασιλεύς των Αιθιόπων συμβουλεύει τον βασιλέα των Περσών, όταν οι πέρσαι δυνηθώσι να έλκωσιν ευκόλως τόξα τοιούτου μεγέθους, τότε να στρατεύση κατά των μακροβίων Αιθιόπων με στρατόν περισσότερον· μέχρι τότε όμως ας γνωρίζη χάριν εις τους θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους υιούς των Αιθιόπων την ιδέαν να ενώσωσι και άλλην γην πλησίον της ιδικής των.»
22. Ταύτα ειπών και χαλαρώσας το τόξον, το έδωκεν εις τους απεσταλμένους· έπειτα λαβών το πορφυρούν ένδυμα, ηρώτησε τι ήτο και πώς κατεσκευάσθη. Ειπόντων των Ιχθυοφάγων την αλήθειαν περί της πορφύρας και της βαφής, απεκρίθη· «Και τα ενδύματά σας είναι δολερά ως είσθε και υμείς δολεροί.» Κατόπιν τους ηρώτησε περί του περιδεραίου και των ψελίων. Εξηγούντων δε των Ιχθυοφάγων τους κόσμους εκείνους, ο βασιλεύς γελάσας και νομίσας ότι ήσαν πέδαι τοις είπεν ότι οι Αιθίοπες είχον πέδας δυνατωτέρας. Η τρίτη ερώτησις αυτού ήτο περί της μύρρας, και όταν τω εξήγησαν την κατασκευήν και την χρήσιν αυτής, τοις επανέλαβε τα αυτά όσα είπε περί των ενδυμάτων. Τέλος έφθασεν εις τον οίνον, έμαθε τον τρόπον πώς εγίνετο, και ευχαριστηθείς από το ποτόν τούτο, ηρώτησε τι έτρωγεν ο βασιλεύς και πόσον χρόνον μακρότατον ζη είς Πέρσης. Εκείνοι τω είπον ότι ο βασιλεύς έτρωγεν άρτον, τω εξήγησαν την φύσιν του σίτου και προσέθηκαν ότι εις την Περσίαν το μακρότατον πλήρωμα της ζωής του ανθρώπου είναι έτη ογδοήκοντα. «Δεν εκπλήττομαι λοιπόν, είπεν ο Αιθίοψ, εάν τοιαύτην τρώγοντες κόπρον ζώσι τόσον ολίγα έτη· αλλ' ούτε τόσα δεν θα έζων, εάν δεν τους εκράτει το ποτόν εκείνο.» Ταύτα λέγων ενόει τον οίνον, και ως προς τα αντικείμενον τούτο συνεφώνει ότι οι Πέρσαι ήσαν ανώτεροι.
23. Οι δε Ιχθυοφάγοι ηρώτησαν και αυτοί τον βασιλέα περί της ζωής και της διαίτης των Αιθιόπων· τοις είπε δε ούτος ότι οι πλειότεροι φθάνουσι τα εκατόν είκοσι έτη καί τινες υπερβαίνουσιν αυτά, και ότι η μεν τροφή των ήτο κρέατα βραστά το δε ποτόν των γάλα. Και επειδή οι κατάσκοποι εφαίνοντο θαυμάζοντες περί των ετών, τους ωδήγησεν εις κρήνην εκ της οποίας, αφού ελούσθησαν, εξήλθον λιπαροί ως αν ήτο από έλαιον· ανεδίδετο δε εξ αυτής ευωδία τις ίων. Το ύδωρ της κρήνης ταύτης είναι τόσον ελαφρόν ώστε κατά το λέγειν των κατασκόπων ουδέν δύναται να επιπλεύση επ' αυτού, μήτε ξύλον μήτε όσα είναι ελαφρότερα των ξύλων, αλλ' όλα χωρούσιν εις τον βυθόν. Εάν το ύδωρ τούτο ήναι αληθώς ως το λέγουσιν οι Αιθίοπες, ίσως είναι μακρόβιοι διότι μεταχειρίζονται αυτό πάντοτε. Από της κρήνης έφερον τους απεσταλμένους εις δεσμωτήριον ανδρών όπου πάντες ήσαν δεδεμένοι με πέδας χρυσάς. Είναι δε εις τους Αιθίοπας τούτους σπανιώτατον και πολυτιμότατον πάντων των μετάλλων ο χαλκός. Θεωρήσαντες δε και το δεσμωτήριον, εθεάσαντο έπειτα και την του ηλίου λεγομένην τράπεζαν.
24. Μετά ταύτην τελευταίον εθεώρησαν τους τάφους οίτινες ως λέγεται κατασκευάζονται εκ κρυστάλλου ως ακολούθως. Αφού ξηράνωσι το πτώμα, είτε κατά τον τρόπον των Αιγυπτίων, είτε άλλως πως, το περικαλύπτουσι με γύψον και το ζωγραφίζουσιν, αποτυπούντες, όσον το δυνατόν, τους χαρακτήρας του αποθανόντος. Το περικλείουσιν έπειτα εντός στήλης κρυσταλλίνης την οποίαν κοιλαίνουσιν· η τοιαύτη δε ύλη είναι άφθονος εις αυτούς και ευκόλως ορύσσεται· υπάρχων δε εν μέση τη στήλη ο νεκρός διαφαίνεται χωρίς να αποφέρη ουδεμίαν κακήν οσμήν ούτε άλλο αηδές, και φαίνονται όλα τα μέλη αυτού απαράλλακτα ως ήσαν. Οι πλησιέστατοι συγγενείς φυλάττουσι την στήλην επί έν έτος εις την οικίαν των, προσφέροντες εις αυτήν απαρχάς όλων των πραγμάτων και κάμνοντες θυσίας· μετά δε ταύτα μεταφέρουσιν αυτήν εις τους τάφους της πόλεως.
25. Θεωρήσαντες όλα ταύτα οι κατάσκοποι, ανεχώρησαν οπίσω. Όταν δε τα ανέφερον, οργισθείς ο Καμβύσης, εξεστράτευσεν αμέσως επί τους Αιθίοπας, ούτε προμήθειαν τροφίμων παραγγείλας, ούτε σκεφθείς ότι έμελλε να μεταβή εις την μάλλον μεμακρυσμένην χώραν της γης, αλλ' ανεχώρησεν άμα ήκουσε τους ιχθυοφάγους ως τρελός, ως άφρων, διατάξας τους εις την Αίγυπτον Έλληνας να μείνωσιν εκεί και λαβών μεθ' εαυτού όλον τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν εις τας Θήβας, απέσπασεν από τον στρατόν πεντήκοντα περίπου χιλιάδας άνδρας και τους επρόσταξε να εξανδραποδίσωσι τους Αμμωνίους, και έπειτα να καύσωσι το μαντείον του Διός. Αυτός δε, μετά του υπολοίπου στρατού, εξηκολούθησε να προχωρή προς την Αιθιοπίαν. Αλλά πριν ή ο στρατός διανύση το πέμπτον της οδού, εξηντλήθησαν όσα τρόφιμα είχον φέρει μεθ' εαυτών· μετά τα τρόφιμα δε έλειψαν τα υποζύγια, διότι τα έφαγον. Εάν ο Καμβύσης, ιδών αυτά, ήλλασσε γνώμην και επανέφερεν οπίσω τα στρατεύματα, ήθελεν είσθαι φρόνιμος άνθρωπος, με όλον το πρώτον σφάλμα του· καταφρονών όμως πάντα ταύτα, εχώρει πάντοτε εις τα πρόσω. Οι δε στρατιώται, εφόσον μεν εύρισκόν τι να ανασπώσιν εκ της γης, έζων τρεφόμενοι με χόρτα· φθάσαντες όμως εις τα αμμώδη μέρη, εστερήθησαν και του καταφυγίου τούτου· τότε τινές εξ αυτών έπραξαν έργον αποτρόπαιον. Ρίπτοντες κλήρον μεταξύ των έτρωγον ένα εις τους δέκα. Ο βασιλεύς το έμαθε και εφοβήθη μήπως τους ίδη να καταφαγωθώσι μεταξύ των όλοι· παραιτηθείς λοιπόν της εναντίον των Αιθιόπων εκστρατείας, επέστρεψεν οπίσω και έφθασεν εις τας Θήβαις αφού απώλεσε πολλούς του στρατού. Εκ των Θηβών κατέβη εις την Μέμφιν και επέτρεψεν εις τους Έλληνας να αποπλεύσωσι. Τοιαύτην έκβασιν έτυχεν η κατά των Αιθιόπων εκστρατεία.
26. Εκείνοι δε οίτινες εστάλησαν κατά των Αμμωνίων, αφού εξήλθον από τας Θήβας έλαβον οδηγούς και έφθασαν, ως είναι θετικώς γνωστόν, δι' αμμώδους ερήμου εις την πόλιν Όασιν την οποίαν κατοικούσι Σάμιοι εκ της φυλής της λεγομένης Αισχρωνίας. Ο τόπος ούτος απέχει επτά ημερών οδόν από τας Θήβας, καλείται δε ελληνιστί Μακάρων νήσος. Μέχρις αυτού του τόπου λέγουσιν ότι έφθασεν ο στρατός· πέραν δε, εκτός των Αμμωνίων και εκείνων όσοι ήκουσαν τους Αμμωνίους, κανείς άλλος δεν δύναται να είπη τι περί αυτών, διότι ούτε επέστρεψαν οπίσω. Λέγουσι δε οι Αμμώνιοι τα ακόλουθα· αφού ανεχώρησαν εκ της Οάσεως πορευόμενοι εναντίον των διά γης αμμώδους, έφθασαν εις τον ήμισυν περίπου δρόμον μεταξύ αυτών και της Οάσεως· εκεί δε, ενώ εστάθησαν διά να γευματίσωσιν, ισχυρός και παράδοξος νότος πνεύσας επ' αυτών, ανήγειρε τοσούτους σωρούς άμμου ώστε τους εκάλυψε και διά του τρόπου τούτου εγένοντο άφαντοι. Και οι μεν Αμμώνιοι ταύτα λέγουσιν ότι ηκολούθησαν εις τον στρατόν εκείνον.
27. Ότε δε έφθασεν ο Καμβύσης εις την Μέμφιν, εφάνη εις τους Αιγυπτίους ο Άπις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσιν Έπαφον. Εις την περίστασιν λοιπόν ταύτην όλοι εφόρεσαν τα κάλλιστα αυτών ενδύματα και επανηγύριζον. Ο βασιλεύς τους είδε και νομίσας ότι έχαιρον διά τας δυστυχίας του, προσεκάλεσε τους άρχοντας της πόλεως. Όταν δε επαρουσιάσθησαν ενώπιόν του τους ηρώτησε διατί ότε προηγουμένως ήτο εις την Μέμφιν οι Αιγύπτιοι δεν έπραξαν τοιούτο τι, αλλ' εξελέξαντο την στιγμήν καθ' ην επέστρεψεν αφού απώλεσε το πλείστον μέρος του στρατού του. Εκείνοι δε τω είπον ότι εφάνη εις αυτούς ο θεός εκείνος όστις σπανίως συνειθίζει να εμφανίζεται, και ότι, όταν εμφανίζεται, όλοι οι Αιγύπτιοι χαίροντες τελούσιν εορτήν. Ακούσας ταύτα ο Καμβύσης είπεν ότι ψεύδονται, και ως ψεύστας τους ετιμώρησε με θάνατον.
28. Αποκτείνας δε τούτους εκάλεσεν έπειτα τους ιερείς. Λεγόντων δε των ιερέων τα αυτά· «Θέλω, είπε, να βεβαιωθώ εάν θεός χειροήθης ήλθεν εις τους Αιγυπτίους·» ταύτα ειπών διέταξε να τω φέρωσι τον Άπιν εκείνον, και οι ιερείς εξήλθον διά να τον φέρωσιν. Ο δε Άπις ή Έπαφος είναι μόσχος γεννώμενος εκ βοός ήτις μετά ταύτα δεν ειμπορεί πλέον να συλλάβη. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι καταβαίνει επ' αυτής σέλας εκ του ουρανού και εκ του σέλαος τούτου συλλαμβάνει τον Άπιν. Έχει δε ο μόσχος ούτος, ο Άπις καλούμενος, τα ακόλουθα σημεία· μέλας ων επί μεν του μετώπου έχει λευκόν τετράγωνον, επί δε των νώτων το ομοίωμα αυτού, εν δε τη ουρά τρίχας διπλάς, υπό την γλώσσαν δε κάνθαρον.