Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 17

Chapter 1730 wordsPublic domain

161. Ο δε Ψάμμις, αφού εβασίλευσεν έξ μόνον έτη και εστράτευσε κατά της Αιθιοπίας, απέθανεν αφήσας την βασιλείαν εις τον υιόν αυτού Απρίην, όστις μετά τον προπάτορά του Ψαμμίτιχον υπήρξεν ο ευδαιμονέστατος των προγενεστέρων βασιλέων, βασιλεύσας εικοσιπέντε έτη κατά το διάστημα των οποίων εξεστράτευσε κατά της Σιδώνος και εναυμάχησε με τους Τυρίους. Έπειτα, όταν η μοίρα ηθέλησε να τω συμβή δυστυχία, η δυστυχία προήλθεν εξ αιτίας την οποίαν θα αναφέρω όταν θα ομιλήσω διά τους Λίβυας (41), εδώ δε την μνημονεύω συντόμως. Πέμψας ο Απρίης στρατεύματα κατά των Κυρηναίων υπέστη φθοράν μεγάλην οι δε Αιγύπτιοι μεμφόμενοι αυτόν διά τούτο απεστάτησαν νομίζοντες ότι ο βασιλεύς των εκ προμελέτης τους έπεμψεν εις φανεράν φθοράν διά να φονευθώσι πολλοί και δυνηθή να βασιλεύση μετά πλειοτέρας ασφαλείας επί των λοιπών Αιγυπτίων. Η ιδέα αύτη τοσούτον τους παρώργισεν ώστε οι διαφυγόντες τον όλεθρον ενωθέντες με τους συγγενείς των φονευθέντων απεστάτησαν αναφανδόν.

162. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Άμασιν διά να τους καθησυχάση με λόγους. Όταν δε ούτος τους έφθασε και προσεπάθει να τους αποτρέψη από το σχέδιόν των, είς εξ αυτών, ιστάμενος όπισθεν αυτού, τω έθηκεν επί της κεφαλής περικεφαλαίαν, κράζων ότι έθηκεν ούτω την περικεφαλαίαν διά να γίνη ο Άμασις βασιλεύς. Το γενόμενον δεν δυσηρέστησε τον Άμασιν, ως το απέδειξε μετ' ολίγον, διότι άμα οι αποστατήσαντες Αιγύπτιοι τον ανεκήρυξαν βασιλέα, ητοιμάσθη να βαδίση κατά του Απρίου. Μαθών ταύτα ο Απρίης έπεμψε τον Πατάρβημιν, άνδρα σημαντικόν μεταξύ των Αιγυπτίων οίτινες τω ήσαν πιστοί, διατάξας αυτόν να τω φέρη τον Άμασιν ζώντα. Ελθών δε ο Πατάρβημις και ευρών τον Άμασιν τον διέταξε να τον ακολουθήση. Ο Άμασις έτυχε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι έφιππος· ανεγερθείς δε επί των αναβολέων του αφήκε πορδήν και είπε· «Λάβε και φέρε το εις τον Απρίην.» Ο Πατάρβημις όμως δεν έπαυεν επιμένων και συμβουλεύων αυτόν να μεταβή προς τον βασιλέα όστις τον εμήνυε. Τότε ο Άμασις απεκρίθη ότι τούτο εσκόπευεν εκ των προτέρων, ότι ο Απρίης δεν θα ελάμβανεν αφορμήν να παραπονεθή, ότι θα μεταβή να τον εύρη αυτοπροσώπως και ότι θα συνεπαγάγη μεθ' εαυτού πολυάριθμον ακολουθίαν. Εκ των λόγων τούτων ο Πατάρβημις ενόησε τους σκοπούς του, είδε τα προετοιμαζόμενα και έσπευσε να αναχωρήση θέλων όσον τάχιστα να δηλώση εις τον βασιλέα τα διατρέχοντα. Όταν όμως ενεφανίσθη ενώπιον του Απρίου άνευ του Αμάσιος, ο βασιλεύς, παραφερθείς υπό του θυμού, χωρίς να σκεφθή παντάπασι, διέταξε να κόψωσι την ρίνα και τα ώτα του. Οι δε λοιποί Αιγύπτιοι, όσοι ήσαν ακόμη με το μέρος του, ιδόντες τον σημαντικώτατον άνδρα μεταξύ αυτών εις τοιαύτην ατιμωτάτην κατάστασιν, δεν εδίστασαν πλέον, αλλά πορευθέντες προς τους αποστατήσαντας παρέδωκαν εαυτούς εις τον Άμασιν.

163. Μαθών και ταύτα ο Απρίης, ώπλισε τους επικούρους και εβάδισε κατά των Αιγυπτίων. Είχε δε περί εαυτόν τρισχιλίους Ίωνας και Κάρας επικούρους, και τα βασίλεια αυτού ήσαν ακόμη εις την πόλιν Σάιν, μεγάλα και αξιοθέατα. Και οι μεν περί τον Απρίην εκίνησαν κατά των Αιγυπτίων, οι δε περί τον Άμασιν ήρχοντο κατά των ξένων. Φθάσαντες δε αμφότεροι εις την πόλιν Μώμεμφιν προητοιμάζοντο να συνάψωσι μάχην.

164. Υπάρχουσι δε επτά τάξεις Αιγυπτίων οι ιερείς, οι πολεμισταί, οι βουκόλοι, οι χοιροβοσκοί, οι κάπηλοι, οι διερμηνείς και οι κυβερνήται. Και των Αιγυπτίων μεν τόσαι τάξεις είναι, έλαβον δε αύται τα ονόματά των εκ του επαγγέλματος το οποίον εξασκούσιν. Οι πολεμισταί καλούνται επίσης υπό του λαού Καλασίριες και Ερμοτύβιες, κατοικούσι δε εις τους ακολούθους νομούς διότι όλη η Αίγυπτος είναι διηρημένη εις νομούς.

165. Και των μεν Ερμοτυβίων οι νομοί είναι οι εξής· ο Βουσιρίτης, ο Σαΐτης, ο Χεμμίτης, ο Παπρημίτης, η Προσωπίτις καλουμένη νήσος και της Ναθώ το ήμισυ. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι Ερμοτύβιες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των ανέρχονται εις εκατόν εξήκοντα χιλιάδας άνδρας, και εξ αυτών ουδείς μανθάνει βάναυσόν τινα τέχνην, αλλ' όλοι εξασκούνται περί τα πολεμικά έργα.

166. Οι δε νομοί των Καλασιρίων είναι οι εξής· ο Θηβαίος, ο Βουβαστίτης, ο Αφθίτης, ο Τανίτης, ο Μενδήσιος, ο Σεβεννύτης, ο Αθριβίτης, ο Φαρβαιθίτης, ο Θμουίτης, ο Ονουφίτης, ο Ανύσιος και ο Μυεκφορίτης· ο τελευταίος δε ούτος νομός είναι εις νήσον αντικρύ της πόλεως Βουβάστιος. Εις τούτους τους νομούς κατοικούσιν οι Καλασίριες οίτινες όταν ήναι εις τον μεγαλείτερον πληθυσμόν των ανέρχονται εις διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών. Δεν τοις είναι δε επιτετραμμένον να μετέρχωνται ουδεμίαν βάναυσον τέχνην, αλλ' επιδίδονται εις τα πολεμικά εκδεχόμενοι αυτά παις εκ πατρός.

167. Δεν δύναμαι δε να κρίνω μετά βεβαιότητος εάν οι Έλληνες παρέλαβον και το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους· βλέπω όμως ότι οι Θράκες, οι Σκύθαι, οι Πέρσαι, οι Λυδοί, και σχεδόν όλοι οι βάρβαροι, θεωρούσι τους τας τέχνας μανθάνοντας και τους απογόνους αυτών ως αξίους ολιγωτέρας τιμής από τους άλλους πολίτας και νομίζουσιν ως ευγενείς εκείνους οίτινες είναι απηλλαγμένοι από χειρωνακτικά έργα και προ πάντων τους επιδεδομένους εις τον πόλεμον. Τα αυτά φρονούσιν όλοι οι Έλληνες, και ιδίως οι Λακεδαιμόνιοι· οι Κορίνθιοι όμως ποσώς δεν περιφρονούσι τους χειροτέχνας.

168. Από όλους δε τους Αιγυπτίους πλην των ιερέων, εις τους πολεμιστάς μόνους εδίδοντο κατ' εξαίρεσιν τα ακόλουθα προνόμια· έκαστος αυτών κατέχει, χωρίς να δίδη φόρον, δώδεκα πλέθρα εξαιρέτων γαιών· το δε Αιγυπτιακόν πλέθρον ισοδυναμεί με τετράγωνον εξ εκατόν πήχεων την πλευράν, του Αιγυπτιακού πήχεως όντος ίσου με του Σαμιακού. Ταύτα είναι τα προνόμια αυτών. Τα δε ακόλουθα προνόμια απήλαυον αλληλοδιαδόχως και όχι οι ίδιοι πάντοτε· χίλιοι Καλασίριες και ισάριθμοι Ερμοτύβιες απαρτίζουσι κατ' έτος την σωματοφυλακήν του βασιλέως· εις τούτους δε, πλην των γαιών, δίδουσι καθ' ημέραν πέντε μνας άρτου οπτού, δύο μνας βοείου κρέατος και τέσσαρα αγγεία οίνου. Ταύτα εδίδοντο πάντοτε εις τους δορυφόρους.

169. Ότε λοιπόν ερχόμενοι οι μεν κατά των δε, ο Απρίης μετά των επικούρων του και ο Άμασις μεθ' όλων των Αιγυπτίων, έφθασαν εις την πόλιν Μώμεμφιν, συνήψαν την μάχην. Οι ξένοι επολέμησαν γενναίως, όντες όμως ολιγώτεροι από τους εναντίους ενικήθησαν διά τούτο. Λέγουσι δε ότι ο Απρίης είχε την εξής ιδέαν· ότι μήτε θεός τις δεν θα ηδύνατο να τω αφαιρέση την βασιλείαν, τόσον ασφαλώς ενόμιζεν εαυτόν καθήμενον επί του θρόνου. Κατά την συμπλοκήν όμως εκείνην ενικήθη και εφέρθη αιχμάλωτος εις την πόλιν Σάιν, εις την πρότερον μεν ιδικήν του κατοικίαν, τότε δε του Αμάσιος. Και επί τινα μεν χρόνον ετρέφετο εκεί και ο νικητής τον επεριποιείτο κάλλιστα· αλλ' επί τέλους οι Αιγύπτιοι τον εμέμφθησαν ότι αντέβαινεν εις την δικαιοσύνην τρέφων τον ασπονδότατον εχθρόν και εαυτού και εκείνων. Τοις τον παρέδωκε λοιπόν, αυτοί δε τον έπνιξαν και τον έθαψαν εις τα μνημεία των προπατόρων του. Είναι δε οι τάφοι ούτοι εις το ιερόν της Αθηνάς, πλησιέστατα εις τον ναόν, προς τα αριστερά του εισερχομένου εκεί. Εις τούτο τo ιερόν έθαψαν οι Σαΐται όλους τους βασιλείς τους καταγομένους από τον νομόν τούτον. Ναι μεν ο τάφος του Αμάσιος είναι περισσότερον απομεμακρυσμένος από τον ναόν ή ο του Απρίου και των προπατόρων του, ευρίσκεται όμως εις την αυτήν αυλήν του ιερού· είναι δε λιθίνη στοά μεγάλη και κεκοσμημένη διά στηλών εις σχήμα φοινίκων και δι' άλλων πολυτελών εργασιών. Υπό την στοάν δε ταύτην υπάρχει θύρα με δύο φύλλα, όπισθεν της οποίας είναι ο τάφος.

170. Σώζονται ακόμη εις την Σάιν τάφοι των οποίων εις την περίστασιν ταύτην δεν με φαίνεται όσιον να αναφέρω το όνομα. Οι τάφοι ούτοι είναι εις το ιερόν της Αθηνάς, όπισθεν του ναού, και στηρίζονται επί του εξωτερικού τοίχου. Το ιερόν περικλείει προσέτι μεγάλους λιθίνους οβελίσκους, πλησιέστατα δε αυτών υπάρχει λίμνη στρογγύλη περικυκλουμένη υπό κρηπίδος λιθίνης και το μέγεθος αύτης, ως νομίζω, είναι όσον και εκείνης ήτις ευρίσκεται εις την Δήλον και καλείται κυκλοτερής.

171. Εις την λίμνην ταύτην κατά την νύκτα οι Αιγύπτιοι κάμνουσι τας μιμικάς εκείνας παραστάσεις πραγματικών συμβάντων καλούντες αυτάς μυστήρια. Μολονότι δε γνωρίζω και αυτά και παν ό,τι συνδέεται με αυτά, ας μένωσιν όμως εν θρησκευτική σιωπή. Επίσης και διά την τελετήν της Δήμητρος την οποίαν οι Έλληνες καλούσι θεσμοφόρια, μονολότι γνωρίζω και αυτήν, ας αναπαύεται όμως εν θρησκευτική σιωπή, πλην των μερών εκείνων τα οποία με είναι συγχωρημένον να είπω. Αι θυγατέρες του Δαναού έφερον την εορτήν ταύτην από την Αίγυπτον και την εδίδαξαν εις τας γυναίκας των Πελασγών· εχάθη όμως όταν η Πελοπόννησος εγένετο ανάστατος υπό των Δωριέων, μόνοι δε οι διασωθέντες και μη μεταναστεύσαντες εκ των Πελοποννησίων, οι Αρκάδες, διετήρησαν αυτήν.

172. Καταστραφέντος δε τοιουτοτρόπως του Απρίου, εβασίλευσεν ο Άμασις (42) όστις ήτο εκ του νομού Σαΐτου και εγεννήθη εις την πόλιν ήτις καλείται Σιούφ. Και κατά πρώτον μεν οι Αιγύπτιοι περιεφρόνουν τον Άμασιν θεωρούντες αυτόν ως μικράς αξίας άνθρωπον, διότι πρότερον ήτο ιδιώτης και εξ οικογενείας αφανούς, αλλά κατόπιν ο Άμασις προσείλκυσεν αυτούς διά της ικανότητος και της συνέσεώς του. Είχε δε μεταξύ των απείρων θησαυρών του ποδονιπτήρα χρυσούν εις τον οποίον αυτός ο Άμασις και οι ομοτράπεζοι αυτού έπλυνον πάντοτε τους πόδας των. Τούτον τον ποδονιπτήρα συντρίψας τον μετεποίησεν εις άγαλμα θεού το οποίον έθεσεν εις το μάλλον κατάλληλον μέρος της πόλεως, οι δε Αιγύπτιοι, διερχόμενοι προ αυτού, τω προσέφερον μεγάλας τιμάς. Όταν ο Άμασις έμαθε τα συμβαίνοντα, συνεκάλεσε τους Αιγυπτίους και τοις εφανέρωσεν ότι το άγαλμα είχε κατασκευασθή εκ της λεκάνης εκείνης εντός της οποίας πρότερον ήμουν, ούρουν και έπλυνον τους πόδας εκείνοι οίτινες τώρα απέδιδον προς αυτήν τοιούτον άκρον σεβασμόν. Έπειτα, χωρίς να διακόψη τον λόγον του, προσέθηκεν ότι το ίδιον συνέβη και εις αυτόν, ότι εάν κατ' αρχάς έζησεν ως ιδιώτης, εγένετο όμως βασιλεύς των και καθήκον των ήτο να τον τιμώσι και να τον σέβωνται. Τοιουτοτρόπως λοιπόν προσείλκυσε τους Αιγυπτίους τόσον ώστε έκρινον ότι έπρεπε να υποτάσσωνται.

173. Ιδού δε και με ποίαν τάξιν εκυβέρνα τα πράγματα· άμα εξημέρονε, μέχρι της ώρας καθ' ην η αγορά πληρούται ανθρώπων, διεξεπεραίου προθύμως τας υποθέσεις τας οποίας τω υπέβαλλον· έπειτα έπινεν, έσκωπτε τους συμπότας και εφαίνετο φιλοπαίγμων και μάταιος. Οι φίλοι δυσηρεστούντο διά ταύτα και τον συνεβούλευον λέγοντες τα εξής· «Ω βασιλεύ, δεν αρμόζει να ζης τοιουτοτρόπως εξευτελιζόμενος τόσον πολύ· έπρεπεν, ως άνθρωπος σεμνός και επί θρόνου σεμνού καθήμενος, να ενασχολήσαι δι' όλης της ημέρας εις υποθέσεις. Τοιουτοτρόπως δε και οι Αιγύπτιοι θα ανεγνώριζον ότι κυβερνώνται υπό μεγάλου ανδρός, και συ θα τους ήκουες να σε επαινώσι περισσότερον. Τώρα όμως ουδόλως φέρεσαι ως βασιλεύς.» Εκείνος δε τοις απεκρίθη ως εξής· «Όσοι έχουσι τόξον, τείνουσιν αυτό όταν θέλωσι να το μεταχειρισθώσι, και χαλαρούσιν αυτό αφού το μεταχειρισθώσι, διότι εάν έμενε πάντοτε τεταμένον θα εθραύετο και δεν θα ηδύναντο να το μεταχειρισθώσιν εν ανάγκη. Ούτω και ο άνθρωπος πρέπει να φείδεται της κράσεώς του, διότι εάν ασχολήται αδιακόπως εις τας υποθέσεις και δεν δίδη ολίγον χρόνον και εις τας διασκεδάσεις, δύναται να καταστή αίφνης ή μανιακός ή βλαξ. Τούτο και εγώ γινώσκων διαμοιράζω τον καιρόν μου μεταξύ των υποθέσεων και των ηδονών.» Ταύτα απεκρίθη προς τους φίλους.

174. Λέγουσι δε ότι ο Άμασις, και ότε ακόμη ήτο απλούς ιδιώτης, ηγάπα πολύ να πίνη, να αστειεύεται, και ουδεμίαν κλίσιν είχε προς τα σπουδαία πράγματα. Όταν δε πίνων και τρυφών εξήντλει όσα είχε, τότε περιερχόμενος έκλεπτε. Πολλάκις εκείνοι οίτινες τον κατηγόρουν ότι έκλεψε τα πράγματά των, όταν ούτος ηρνείτο, τον έφερον εις το μαντείον του τόπου· και πολλάκις μεν εξηλέγχθη υπό των μαντείων, πολλάκις δε διέφυγεν. Άμα δε εγένετο βασιλεύς, έπραξε τα ακόλουθα· όσοι θεοί τον εκήρυξαν αθώον, τούτους ούτε ετίμα, ούτε τοις αφιέρωνε κανέν κόσμημα, ούτε εισήρχετο ποτέ εις τους ναούς των διά να θυσιάση εις θεούς τους οποίους εγνώρισεν ότι ήσαν ανάξιοι και ψευδείς εις τας μαντείας των· εξ εναντίας δε ετίμα μεγάλως εκείνους οίτινες τον κατεδίκασαν ως κλέπτην, θεωρών αυτούς ως θεούς δίδοντας χρησμούς αψευδείς.

175. Και πρώτον μεν ήγειρεν εις τον ναόν της Αθηνάς, εις την Σάιν, θαυμαστά προπύλαια, υπερβαίνοντα κατά πολύ τα των προκατόχων του βασιλέων κατά τε την έκτασιν και το ύψος, και προσέτι κατά το μέγεθος και την ποιότητα των λίθων· έπειτα δε αφιέρωσεν αγάλματα μεγάλα και υπερμεγέθεις ανδρόσφιγγας, και τέλος μετέφερε διά τας επισκευάς του οικοδομήματος λίθους εκτάκτου μεγέθους. Εξ αυτών, άλλους μεν έφερον από τα πλησίον της Μέμφιδος λατομεία, άλλους δε, τους μεγαλειτέρους, από την πόλιν Ελεφαντίνην, απέχουσαν από την Σάιν πλέον των είκοσιν ημερών πλουν. Εκείνο όμως το όποιον θαυμάζω περισσότερον από όλα είναι το εξής· μετεκόμισεν από την Ελεφαντίνην έν οίκημα μονόλιθον, το οποίον τρισχίλιοι άνθρωποι διαταχθέντες επί τούτω και όντες όλοι κυβερνήται εδαπάνησαν τρία έτη διά να μεταφέρωσι. Του οικήματος τούτου το μεν εξωτερικόν μήκος είναι πήχεις είκοσι και είς, το δε πλάτος δεκατέσσαρες, και το ύψος οκτώ. Και αυτά μεν είναι τα εξωτερικά μέτρα του μονολίθου οικήματος· έσωθεν δε το μεν μήκος είναι δεκαοκτώ πήχεις και είκοσι δάκτυλοι, το δε πλάτος δώδεκα πήχεις, και το ύψος πέντε. Το οίκημα ευρίσκεται εις την είσοδον του ιερού, λέγουσι δε ότι δεν το έσυρον εντός διά την ακόλουθον αιτίαν ότε το έσυρον, ο αρχιτέκτων, αγανακτών και διά το επίπονον της εργασίας και διά τον πολύν χρόνον όστις κατηναλίσκετο, ήρχισε να στενάζη· ο δε Άμασις εκλαβών τούτο ως κακόν σημείον, δεν άφησε να σύρωσι το οίκημα περισσότερον· άλλοι λέγουσιν ότι είς των περί τους μοχλούς εργαζομένων κατεπλακώθη υπό τα οίκημα, και ότι από της στιγμής εκείνης έπαυσαν να το κινώσιν.

176. Αφιέρωσε προσέτι ο Άμασις εις όλους τους άλλους διασήμους ναούς έργα αξιοθαύμαστα διά το μέγεθος αυτών, και μεταξύ άλλων εις την Μέμφιν το κολοσσιαίον άγαλμα το κεκλιμένον προ του ναού του Ηφαίστου το οποίον έχει μήκος εβδομήκοντα πέντε ποδών. Εις το ίδιον δε βάθρον είναι εστημένοι δύο κολοσσοί εκ λίθου Αιθιοπικού, είκοσι ποδών το ύψος έκαστος, ο είς εις το έν μέρος και ο έτερος εις το άλλο. Υπάρχει επίσης και εις την Σάιν μέγα άγαλμα λίθινον κεκλιμένον κατά τον αυτόν τρόπον ως το εν τη Μέμφιδι. Τέλος ο Άμασις έκτισε και τον εις την Μέμφιν μέγιστον και μεγαλοπρεπέστατον ναόν της Ίσιδος.

177. Λέγουσι δε ότι επί του βασιλέως Αμάσιος η Αίγυπτος ευτύχησε πολύ και καθ' όσον απαιτείται από τον ποταμόν διά την ευφορίαν της γης και καθόσον απαιτείται από την γην διά την ευτυχίαν των ανθρώπων· και ηριθμούντο τότε εις την Αίγυπτον είκοσι χιλιάδες πόλεις. Ο Άμασις είναι ο καταστήσας τον νόμον όστις υποχρεοί πάντα Αιγύπτιον να δεικνύη κατ' έτος εις τον νομάρχην του πόθεν πορίζεται τα προς το ζην, και εάν δεν κάμη τούτο, εάν δεν αποδείξη ότι οι πόροι του είναι νόμιμοι, να τιμωρήται με θάνατον. Λαβών τον νόμον τούτον από την Αίγυπτον ο Σόλων ο Αθηναίος, τον επέβαλεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες τον διατηρούσιν ακόμη και τον θεωρούσιν άμεμπτον.

178. Ο Άμασις ήτο φιλέλλην· τουλάχιστον υπεδέχθη ευνοϊκώς τινάς εξ αυτών και έδωκε προς κατοικίαν εκείνων μεν οίτινες ήρχοντο εις την Αίγυπτον την πόλιν Ναύκρατιν· εις εκείνους δε οίτινες δεν είχον σκοπόν να διαμείνωσιν εκεί οριστικώς, αλλ' ήρχοντο χάριν εμπορίου, έδωκε τόπους διά να ιδρύσωσι βωμούς και ναούς εις τους θεούς. Το μέγιστον λοιπόν τέμενος αυτών, το ονομαστότατον, το μάλλον συχναζόμενον, ήτο το καλούμενον Ελλήνιον, το οποίον εκτίσθη από κοινού υπό των Ιώνων της Χίου, της Τέω, της Κνίδου, της Φωκαίας και των Κλαζομενών, υπό των Δωριέων της Ρόδου, της Κνίδου, της Αλικαρνασσού και της Φασήλιδος, και υπό των Αιτωλών μόνης της Μυτιλήνης. Ο ναός ούτος ανήκει εις όλας τας πόλεις ταύτας και αύται δίδουσι τους προστάτας των εμπορικών υποθέσεων. Όσαι δε άλλαι πόλεις αντιποιούνται την συμμετοχήν, ουδέν δικαίωμα έχουσιν εις τούτο. Πλην τούτου οι Αιγινήται έκτισαν αυτοί μόνοι τον ναόν του Διός, οι Σάμιοι τον της Ήρας, και οι Μιλήσιοι τον του Απόλλωνος.

179. Ήτο δε άλλοτε η Ναύκρατις το μόνον εμπόριον της Αιγύπτου, και δεν υπήρχεν άλλο ουδαμού. Εάν τις ήθελεν υπάγει εις κανέν άλλο στόμα του Νείλου, έπρεπε να ορκισθή ότι δεν υπήγεν εκουσίως. Μετά τον όρκον δε τούτον έπρεπε να πλεύση, με το ίδιον πλοίον εις το Κανωβικόν στόμα. Εάν οι εναντίοι άνεμοι τον εμπόδιζον, τότε τον ηνάγκαζον να μεταφέρη το φορτίον του διά λέμβων περί το Δέλτα μέχρι της Ναυκράτιος. Τόσην τιμήν λοιπόν είχεν η Ναύκρατις.

180. Όταν δε οι Αμφικτύονες εμίσθωσαν τον ναόν όστις σήμερον είναι εις τους Δελφούς όπως ανακτίσωσιν αυτόν διά τριακοσίων ταλάντων, επειδή ο παλαιός είχε κατακαή αυτομάτως, εις τους Δελφούς επεβλήθη να δώσωσι το τεταρτημόριον του μισθώματος τούτου. Περιφερόμενοι λοιπόν οι Δελφοί από πόλεως εις πόλιν εσύναζον συνδρομάς· τούτο δε ποιούντες έλαβον ουκ ολίγας και από την Αίγυπτον, διότι ο μεν Άμασις τοις έδωκε χιλίων ταλάντων στυπτηρίαν, οι δε κατοικούντες εις την Αίγυπτον είκοσι μνας αργυράς.

181. Με τους Κυρηναίους δε ο Άμασις συνήψε συνθήκην φιλίας και συμμαχίας και απεφάσισε να λάβη γυναίκα από αυτούς, είτε διότι επεθύμει να νυμφευθή Ελληνίδα είτε διά φιλίαν προς τους Κυρηναίους. Έλαβε λοιπόν γυναίκα κατ' άλλους μεν του Βάττου, κατ' άλλους δε του Αρκεσιλάου την θυγατέρα και κατ' άλλους του Κριτοβούλου, ανδρός σημαντικού μεταξύ των πολιτών, ης το όνομα ήτο Λαδίκη. Μετ' αυτής όμως συγκατακλινόμενος ο Άμασις δεν ηδύνατο να μιγή, μολονότι μετεχειρίζετο τας άλλας γυναίκας. Επειδή δε τούτο συνέβη πολλάκις, ο Άμασις είπε προς την Λαδίκην· «Ω γύναι, βεβαίως θα με έδωκες φάρμακον και δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγης τον φρικωδέστερον θάνατον τον οποίον υπέστη ποτέ γυνή.» Η δε Λαδίκη, επειδή με όλας τας αρνήσεις της ο Άμασις δεν κατεπραΰνετο, έταξεν εις την Αφροδίτην, εάν ο Άμασις κατορθώση να μιγή μετ' αυτής εκείνην την νύκτα, (διότι μόνον δι' αυτού του μέσου ηδύνατο να σωθή) να πέμψη εις την Κυρήνην άγαλμα χρυσούν. Μετά την ευχήν αμέσως εμίγη μετ' αυτής ο Άμασις και από της στιγμής εκείνης επετύγχανεν οσάκις την επλησίαζε, και την ηγάπησε πολύ. Η δε Λαδίκη εξεπλήρωσε την ευχήν της προς την θεάν, διέταξε να κατασκευάσωσι το άγαλμα και το έπεμψεν εις την Κυρήνην όπου και εσώζετο μέχρι των ημερών μου και ήτο εστημένον έξω της πόλεως. Ταύτην την Λαδίκην, όταν ο Καμβύσης εγένετο κύριος της Αιγύπτου και έμαθε παρά τη ιδίας ποία ήτο, την έπεμψεν αβλαβή εις την Κυρήνην.

182. Ο Άμασις αφιέρωσε και εις την Ελλάδα αφιερώματα· εις μεν την Κυρήνην άγαλμα της Αθηνάς επίχρυσον και την εικόνα του εζωγραφημένην, εις δε την Αθηνάν της Λίνδου δύο αγάλματα λίθινα και ένα θώρακα λινούν αξιοθέατον· προσέτι δε εις την εν Σάμω Ήραν δύο εικόνας του ξυλίνας, αίτινες επί των ημερών μου ήσαν εις τον μεγάλον ναόν, όπισθεν της θύρας. Και εις μεν την Σάμον έπεμψε τα αφιερώματα ταύτα εκ φιλίας προς τον υιόν του Αιάκους Πολυκράτη, εις δε την Λίνδον ουχί διά φιλίαν προς την πόλιν ταύτην, αλλά διότι, ως λέγεται, ο ναός της Αθηνάς εκτίσθη εκεί υπό των θυγατέρων του Δαναού, αίτινες εσταμάτησαν εκεί φεύγουσαι τους υιούς του Αιγύπτου. Ταύτα είναι τα αναθήματα του Αμάσιος. Πρώτος δε αυτός εκυρίευσε την Κύπρον και την καθυπέβαλεν εις φόρον.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Θ Α Λ Ε Ι Α

1. Κατά του Αμάσιος τούτου εστράτευσεν ο υιός του Κύρου Καμβύσης, έχων μεθ' εαυτού εκ των Ελλήνων τους Ίωνας και τους Αιολείς, εκτός εκείνων των λαών επί των οποίων εβασίλευεν. Αιτία δε της στρατείας ταύτης ήτο η ακόλουθος· πέμψας ο Καμβύσης κήρυκα εις την Αίγυπτον εζήτει την θυγατέρα του Αμάσιος· την εζήτει δε κατά συμβουλήν Αιγυπτίου τινός ωργισμένου κατά του Αμάσιος, διότι από όλους τους ιατρούς τους ευρισκομένους εις την Αίγυπτον αυτόν απέσπασεν από την γυναίκα του και τα παιδία του διά να τον παραδώση εις τους Πέρσας, όταν ήλθον απεσταλμένοι του Κύρου διά να ζητήσωσιν ιατρόν οφθαλμών τον άριστον των της Αιγύπτου. Μνησικακών διά την αιτίαν ταύτην παρεκίνησε διά των συμβουλών του τον Καμβύσην να ζητήση την θυγατέρα του Αμάσιος, με τον σκοπόν, εάν μεν την δώση, να τον λυπήση, εάν δε δεν την δώση να τον καταστήση εχθρόν του Καμβύσου. Ο δε Άμασις, στενοχωρούμενος ήδη διά την δύναμιν των Περσών και φοβούμενος ενταυτώ, δεν ετόλμα μήτε να την δώση μήτε να την αρνηθή· άλλως τε δε δεν ηγνόει ότι ο Καμβύσης ήθελε να την έχη ουχί γυναίκα αλλά παλλακίδα του. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος έπραξε το εξής· υπήρχε θυγάτηρ τις του προτέρου βασιλέως Απρίου, υψηλού αναστήματος και ωραία, η μόνη ήτις είχε μείνει από την οικογένειαν ταύτην και ήτις εκαλείτο Νίτητις. Αυτήν την κόρην κοσμήσας ο Άμασις με ενδύματα και χρυσόν, την έπεμψεν εις τους Πέρσας ως ιδίαν του θυγατέρα. Μετά τινα χρόνον χαιρετίζων αυτήν ο Καμβύσης την προσηγόρευσε θυγατέρα του Αμάσιος· τότε η Νίτητις τω είπεν· «Ω βασιλεύ, δεν βλέπεις ότι ηπατήθης από τον Άμασιν όστις κοσμήσας πολυτελώς με έπεμψε και με έδωκεν εις σε ως θυγατέρα του, εμέ ήτις αληθώς είμαι θυγάτηρ του Απρίου, άλλοτε αυθέντου του, τον οποίον αυτός και οι επαναστατήσαντες Αιγύπτιοι εφόνευσαν.» Οι λόγοι ούτοι, καθώς και αυτό τούτο το γεγονός, έπεισαν τον Καμβύσην υιόν του Κύρου, μεγάλως οργισθέντα, να στρατεύση κατά της Αιγύπτου. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Πέρσαι.

2. Οι δε Αιγύπτιοι εξ εναντίας οικειοποιούνται τον Καμβύσην, αξιούντες ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός ταύτης του Απρίου. Κατ' αυτούς, ουχί ο Καμβύσης, αλλ' ο Κύρος εζήτησε την θυγατέρα του Αμάσιος. Λέγοντες όμως ταύτα, πολύ απομακρύνονται της αληθείας· ούτε λανθάνει αυτούς (καθότι ουδείς γνωρίζει καλλίτερον από τους Αιγυπτίους τα έθιμα των Περσών) πρώτον μεν ότι ο νόμος δεν επιτρέπει να βασιλεύση νόθος, υπάρχοντος νομίμου υιού· δεύτερον ότι ο Καμβύσης ήτο υιός της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, ενός των Αχαιμενιδών, και όχι γυναικός Αιγυπτίας. Επίτηδες όμως αλλοιούσι τα γεγονότα διά να φανώσιν ότι συγγενεύουσι με την οικογένειαν του Κύρου. Και ταύτα μεν ούτως έχουσι.

3. Λέγουσιν ακόμη και την ακόλουθον ιστορίαν, κατ' εμέ απίστευτον. Γυνή τις Περσίς, εισελθούσα εις τας γυναίκας του Κύρου είδε περί την Κασσανδάνην τα παιδία της τα οποία ήσαν ευειδή και μεγάλα· καταληφθείσα δε υπό θαυμασμού, επήνει αυτά. Τότε η Κασσανδάνη, ήτις ήτο σύζυγος του Κύρου, τη είπε· «Μολονότι είμαι μήτηρ τοιούτων παιδιών, ο Κύρος με περιφρονεί και τιμά εκείνην την οποίαν έλαβεν από την Αίγυπτον.» Ταύτα είπεν η Κασσανδάνη ζηλοτυπούσα την Νίτητιν· αλλ' ο Καμβύσης ο πρεσβύτερος των υιών της, απεκρίθη· «Μήτερ, όταν γίνω ανήρ, όλην την Αίγυπτον θα φέρω άνω κάτω.» Τους λόγους τούτους είπεν ο Καμβύσης μόλις δεκαετής ων και αι γυναίκες εθαύμασαν· τούτο δε ενθυμούμενος, άμα ηνδρώθη και έλαβε την βασιλείαν, εστράτευσε κατά της Αιγύπτου.

4. Περίστασις δε την οποίαν θέλω αναφέρει συνετέλεσε κάπως εις την επιτυχίαν της εισβολής. Μεταξύ των επικούρων του Αμάσιος υπήρχεν άνθρωπός τις γεννηθείς εις Αλικαρνασσόν, ονόματι Φάνης, ικανός σύμβουλος και ανδρείος πολεμιστής. Ο Φάνης ούτος, πειραχθείς διά τινα αιτίαν κατά του Αμάσιος, έφυγεν εκ της Αιγύπτου διά θαλάσσης με σκοπόν να συνδιαλεχθή με τον Καμβύσην. Επειδή δε ήτο άνθρωπος με μεγάλην βαρύτητα μεταξύ των επικούρων και είχεν ακριβεστάτας πληροφορίας περί των πραγμάτων της Αιγύπτου, έπεμψε κατόπιν του ο Άμασις προθυμοποιούμενος να τον συλλάβη· προς τούτο δε επεφόρτισε τον πιστότατον των ευνούχων του δους αυτώ τριήρη. Ο ευνούχος τον έφθασεν εις την Λυκίαν· αλλ' αφού τον συνέλαβε δεν τον έφερεν εις την Αίγυπτον, διότι ο Φάνης τον ηπάτησε με τας πανουργίας του, εμέθυσε τους φύλακάς του και έφυγεν εις τους Πέρσας· Φθάσας εις τον Καμβύσην τον εύρεν ενασχολούμενον εις τας ετοιμασίας του πολέμου και απορούντα ποίαν οδόν να λάβη διά να διέλθη την έρημον. Τότε ο Φάνης τον επληροφόρησε περί της καταστάσεως του Αμάσιος, τω υπέδειξε την καλλιτέραν οδόν και τον συνεβούλευσε να ζητήση από τον βασιλέα των Αραβίων δίοδον και ασφάλειαν.

5. Γνωστόν ότι μόνον εκ τούτου του μέρους δύναταί τις να εισβάλη εις την Αίγυπτον, διότι από της Φοινίκης μέχρι των συνόρων της Καδύτιος, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους της Παλαιστίνης, και από της Καδύτιος (πόλεως ήτις ως νομίζω δεν είναι μικροτέρα των Σάρδεων) μέχρι της Ιηνύσου τα παραθαλάσσια εμπόρια ανήκουσιν εις την Αραβίαν· πάλιν δε από της Ιηνύσου μέχρι της λίμνης Σερβωνίδος, κατά μήκος της οποίας το Κάσιον όρος καταβαίνει έως εις την θάλασσαν, η χώρα ανήκει εις τους Σύρους· η δε Αίγυπτος αρχίζει από την λίμνην ταύτην Σερβωνίδα όπου λέγουσιν ότι εκρύφθη ο Τυφών. Το μεταξύ της πόλεως Ιηνύσου, του όρους Κασίου και της λίμνης Σερβωνίδος, όπερ δεν είναι ολίγον, αλλ' έως τριών ημερών οδός, είναι καθ' υπερβολήν ξηρόν.