Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 16

Chapter 1625 wordsPublic domain

139. Έλεγον δε οι ιερείς ότι ο Αιθίοψ ανεχώρησε τοιουτοτρόπως από την Αίγυπτον· ενώ εκοιμάτο είδε το εξής όνειρον το οποίον τον ηνάγκασε να αναχωρήση· τω εφάνη ότι άνθρωπός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον παρεκίνει να συναθροίση όλους τους ιερείς της Αιγύπτου και να τους κόψη εις το μέσον του σώματος. Αφού δε είδε το όνειρον τούτο, εσκέφθη, ως λέγεται, ότι οι θεοί έπλασαν την διαταγήν ταύτην διά να ασεβήση εις τα ιερά και να ελκύση εφ' εαυτού δυστυχίαν τινά εκ μέρους των θεών ή των ανθρώπων. Απεφάσισε λοιπόν να μη πράξη τούτο, αλλ' εξ εναντίας να αναχωρήση, αφού μάλιστα παρήλθεν ο χρόνος τον οποίον προείπον τα μαντεία ότι θα εβασίλευεν επί της Αιγύπτου. Τωόντι, όταν ήτο ακόμη εις την Αιθιοπίαν, τα μαντεία τα οποία ερωτώσιν οι Αιθίοπες τω είπον ότι έμελλε να βασιλεύση πεντήκοντα έτη εις την Αίγυπτον· επειδή δε τα έτη ταύτα συνεπληρώθησαν και τον ετάραζε το όνειρον, ο Σαβακώς ανεχώρησεν εκουσίως.

140. Αφού ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου ο Αιθίοψ, εβασίλευσε πάλιν ο τυφλός αφήσας τα έλη όπου διέμεινε πεντήκοντα έτη κατά το διάστημα των οποίων εσχημάτισε μίαν νήσον με χώματα και στάκτην διότι οσάκις οι Αιγύπτιοι, εν αγνοία του Αιθίοπος, τω εκόμιζον τροφάς όπως είχαν διαταχθή, αυτός τοις εζήτει ομού με τα άλλα δώρα να τω φέρωσι και ολίγην σποδόν. Την νήσον ταύτην ουδείς ηδυνήθη να την εύρη προ του Αμυρταίου· αλλ' επί επτακόσια έτη, οι προ του Αμυρταίου βασιλεύσαντες δεν ήσαν ικανοί να την ανακαλύψωσι. Το όνομα της νήσου ταύτης είναι Ελβώ, η δε έκτασις αυτής είναι δέκα σταδίων πανταχόθεν.

141. Μετά τον Άνυσιν εβασίλευσεν ο ιερεύς του Ηφαίστου Σεθών (38). Ούτος περιφρονών παρημέλησε τους πολεμιστάς των Αιγυπτίων, διότι δεν είχεν ουδεμίαν ανάγκην αυτών. Επέβαλε λοιπόν εις αυτούς πολλάς ατιμίας και μεταξύ άλλων τοις αφήρεσε τους εξαιρέτους αγρούς, οίτινες είχον δοθή επί των πρώτων βασιλέων ανά δώδεκα στρέμματα εις έκαστον οικογενειάρχην. Μετά ταύτα ο βασιλεύς των Αραβίων και των Ασσυρίων Σαναχάριβος ωδήγησε πολύν στρατόν κατά της Αιγύπτου, και οι Αιγύπτιοι πολεμισταί δεν ηθέλησαν να πολεμήσωσιν. Όθεν ο ιερεύς, ευρισκόμενος εις αμηχανίαν, εισήλθεν εις τον ναόν, και ενώπιον του αγάλματος ωδύρετο διά τους κινδύνους τους οποίους διέτρεχεν. Ενώ δε εθρήνει, τω ήλθεν ύπνος και τω εφάνη εις το όνειρόν του ότι θεός τις, ιστάμενος πλησίον του, τον ενεθάρρυνε και τω υπέσχετο ότι δεν έμελλε να πάθη τίποτε ανθιστάμενος εις τον στρατόν των Αραβίων, καθότι αυτός θα τω έπεμπε βοηθούς. Πεποιθώς εις το όνειρον τούτο, παρέλαβεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους όσοι ήθελον να τον ακολουθήσωσι και τους ωδήγησεν ενόπλους εις το Πηλούσιον όπου είναι η εκ της Αραβίας εις την Αίγυπτον είσοδος. Και εκ μεν των πολεμιστών ουδείς τον ηκολούθει, αλλ' οι κάπηλοι, οι χειρώνακτες και οι αγοραίοι άνθρωποι. Αφού έφθασαν εκεί, άπειροι ποντικοί των αγρών εχύθησαν την νύκτα εις το εχθρικόν στρατόπεδον και κατέφαγον τας φαρέτρας των εναντίων, τα τόξα και τας λαβάς των ασπίδων, ώστε την ακόλουθον ημέραν φεύγοντες ούτοι γυμνοί όπλων, έπεσαν πολλοί. Και σήμερον είναι εστημένος εν τω ναώ του Ηφαίστου ο λίθινος ανδριάς του βασιλέως τούτου, κρατών εις την χείρα μυν και λέγων διά γραμμάτων τα εξής· «Εις εμέ βλέπων τις έστω ευσεβής.»

142. Εις τω σημείον τούτο της διηγήσεως οι ιερείς μοι παρετήρησαν ότι από του πρώτου βασιλέως μέχρι του Σεθώνος, του τελευταίου πάντων, παρήλθον τριακόσιαι τεσσαράκοντα μία γενεαί ανθρώπων και ισάριθμοι βασιλείς και αρχιερείς. Τριακόσιαι δε γενεαί ανθρώπων ισοδυναμούσι με δέκα χιλιάδες έτη, λογιζομένων τριών γενεών διά πάσαν εκατονταετηρίδα· αι δε περιπλέον τεσσαράκοντα και μία γενεαί δίδουσι χίλια τριακόσια τεσσαράκοντα έτη. Ούτω λοιπόν με είπον ότι ένδεκα χιλιάδες τριακόσια τεσσαράκοντα έτη παρήλθον κατά τα οποία ουδείς θεός έλαβε μορφήν ανθρώπου και ουδέν παρόμοιον συνέβη από του πρώτου μέχρι του τελευταίου των βασιλέων της Αιγύπτου. Καθ' όλον τούτο το διάστημα, προσέθηκαν, ο ήλιος εφάνη τετράκις έξω της συνήθους θέσεώς του, δις μεν ανατείλας εκ του μέρους όπου τώρα δύει, δις δε δύσας εις το μέρος εκ του οποίου τώρα ανατέλλει· εκ τούτου όμως ουδεμία μεταβολή επήλθεν εις την Αίγυπτον ούτε ως προς τα προϊόντα της γης, ούτε ως προς τα αποτελέσματα του ποταμού, ούτε ως προς τας ασθενείας, ούτε ως προς τους θανάτους.

143. Προ εμού, ότε ο ιστορικός Εκαταίος εγενεαλόγει εαυτόν εις τας Θήβας και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν τινα, δέκατον έκτον προπάτορά του, οι ιερείς του Διός έπραξαν προς αυτόν ό,τι και προς εμέ χωρίς να γενεαλογήσω εμαυτόν. Αφού με ωδήγησαν εις ευρύχωρον εσωτερικόν οίκημα, μοι εμέτρων και μοι εδείκνυον μεγάλα ξύλινα αγάλματα των οποίων ο αριθμός ήτο ως είπον ανωτέρω, καθότι έκαστος αρχιερεύς επί ζωής του θέτει εκεί την εικόνα του. Αριθμούντες λοιπόν οι ιερείς και δεικνύοντές μοι τας εικόνας από του εσχάτως αποθανόντος, με εβεβαίουν ότι έκαστος των αρχιερέων εκείνων ήτο υιός του προκατόχου του, και τους διήρχοντο ένα προς ένα διά να τους ίδω όλους. Και εις τον Εκαταίον δε, ότε εγενεαλόγει εαυτόν και έλεγεν ότι κατήγετο από θεόν, δέκατον έκτον προπάτορά του, τω αντέταξαν την απαρίθμησιν, μη παραδεχόμενοι ότι είναι δυνατόν να γεννηθή άνθρωπος από θεόν και ιδού εις τι εστήριζον την αντίρρησιν ταύτην· εκάστη εικών, έλεγον, παριστά πίρωμιν γεννηθέντα από πίρωμιν· έδειξαν λοιπόν τριακόσιους τεσσαράκοντα πέντε, και πάντοτε πίρωμις εγεννάτο από πίρωμιν, χωρίς να αναμιχθή εις την γέννησίν των μήτε θεός μήτε ήρως· ελληνιστί δε πίρωμις σημαίνει καλός και αγαθός.

144. Τοιούτοι ήσαν τωόντι ως με είπον εκείνοι των οποίων μοι εδείκνυον τας εικόνας και όλως διαφορετικοί από τους θεούς. Προ των ανδρών τούτων, οι θεοί εβασίλευον εις την Αίγυπτον συνοικούντες μετά των ανθρώπων, και εξ αυτών είς πάντοτε είχε την ηγεμονίαν. Τελευταίος εβασίλευσεν ο Ώρος, υιός του Οσίριδος, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσιν Απόλλωνα· ούτος, αφού εξεθρόνισε τον Τυφώνα, εβασίλευσε τελευταίος εις την Αίγυπτον. Όσιρις δε ελληνιστί είναι ο Διόνυσος.

145. Οι μεν Έλληνες νομίζουσιν ότι νεώτατοι των θεών είναι ο Ηρακλής, ο Διόνυσος και ο Παν, παρά τοις Αιγυπτίοις δε ο μεν Παν είναι αρχαιότατος και είς εξ εκείνων τους οποίους καλούσιν οκτώ πρώτους θεούς, ο δε Ηρακλής είναι εκ των δευτέρων τους οποίους καλούσι δώδεκα, και ο Διόνυσος εκ των τρίτων οίτινες εγεννήθησαν εκ των δώδεκα θεών. Ανέφερα ήδη πόσα έτη κατά τους Αιγυπτίους παρήλθον από του Ηρακλέους μέχρι του βασιλέως Αμάσιος· πολύ δε περισσότερα αριθμούσιν από του Πανός, και ολιγώτερα (δεκαπέντε χιλιάδες μόνον) από του Διονύσου. Λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι ηξεύρουσι τους αριθμούς τούτους μετά βεβαιότητος, διότι πάντοτε αριθμούσι και σημειούσι τα έτη. Από δε του Διονύσου, όστις λέγεται ότι εγεννήθη εκ της θυγατρός του Κάδμου Σεμέλης, μέχρις εμού, παρήλθον χίλια εξακόσια περίπου έτη, και ουχί περισσότερα των εννεακοσίων από του υιού της Αλκμήνης Ηρακλέους. Από του Πανός δε του υιού της Πηνελόπης (διότι οι Έλληνες λέγουσιν ότι εγεννήθη εκ ταύτης και του Ερμού) μέχρι της εποχής μου, παρήλθον έτη ολιγώτερα παρ' όσα παρήλθον από των Τρωικών, ήτοι οκτακόσια περίπου.

146. Εκ των δύο τούτων γνωμών είναι ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνην την οποίαν ήθελε πιστεύσει ως πιθανωτέραν· εγώ εφανέρωσα ήδη την εμήν. Τωόντι εάν οι θεοί ούτοι, εάν ο Διόνυσος ο υιός της Σεμέλης, εάν ο Παν ο υιός της Πηνελόπης εδοξάζοντο και εγήρασκον εις την Ελλάδα, ως και ο Ηρακλής ο υιός του Αμφιτρύωνος, ηδύνατό τις να είπη ότι γεννηθέντες άνθρωποι, έλαβον τα ονόματα θεών, οίτινες υπήρξαν προγενέστεροι αυτών κατά πολλά έτη. Αλλ' οι Έλληνες διηγούνται διά μεν τον Διόνυσον ότι άμα εγεννήθη τον έρραψεν ο Ζευς εις τον μηρόν του και τον έφερεν εις την Νύσαν ήτις είναι υπεράνω της Αιγύπτου εις την Αιθιοπίαν, διά δε τον Πάνα δεν ηξεύρουσι να είπωσι τι τω συνέβη. Είναι λοιπόν προφανές εις εμέ ότι οι Έλληνες μαθόντες τα ονόματα των θεών τούτων ύστερον από τα των άλλων θεών, γενεαλογούσι την γένεσιν αυτών αφότου έμαθον τα ονόματά των.

147. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Αιγύπτιοι, όσα δε και οι άλλοι άνθρωποι και οι Αιγύπτιοι συμφώνως με τους άλλους λέγουσιν ότι συνέβησαν εις την χώραν των, αυτά θα διηγηθώ τώρα, θα προσθέσω μάλιστα μεταξύ αυτών καί τινα τα οποία είδον εγώ αυτός. Οι Αιγύπτιοι, ελευθερωθέντες μετά την βασιλείαν του ιερέως του Ηφαίστου, διήρεσαν το βασίλειον εις δώδεκα μέρη και κατέστησαν δώδεκα βασιλείς (39), διότι ουδέποτε ηδυνήθησαν να ζήσωσιν άνευ βασιλέως. Εκείνοι τους οποίους εξέλεξαν συνεδέθησαν μεταξύ των δι' επιγαμιών και εβασίλευσαν τηρούντες τας εξής συμφωνίας· να μη αρπάζη τίποτε ο είς από τον άλλον μήτε να ζητή να έχη περισσότερα του άλλου, αλλά να ήναι όσον το δυνατόν ηνωμένοι. Κατέστησαν δε και ετήρησαν τους νόμους τούτους διότι κατ' αρχάς, άμα έλαβον την εξουσίαν, τοις εδόθη χρησμός ότι όστις εκ των δώδεκα ήθελε κάμει σπονδάς εν τω ναώ του Ηφαίστου με ποτήριον χαλκούν, αυτός ήθελε βασιλεύσει επί όλης της Αιγύπτου· τούτου ένεκα εισήρχοντο εις τους ναούς όλοι ομού.

148. Τοις εφάνη προς τούτοις εύλογον να αφήσωσι μνημείον τι από κοινού· άμα δε αποφασίσαντες έκτισαν λαβύρινθον, ολίγον τι υπεράνω της λίμνης του Μοίριος, πλησίον της πόλεως των κροκοδείλων. Είδον τον λαβύρινθον τούτον και είναι ανώτερος πάσης περιγραφής· διότι εάν τις ήνωνεν όλα ομού τα τείχη και τα λαμπρά κτίρια της Ελλάδος, το σύνολον ήθελε φανή κατώτερον του λαβυρίνθου και ως προς την εργασίαν και ως προς την δαπάνην. Όσον θαυμαστοί και αν ήσαν οι ναοί της Εφέσου και της Σάμου, θαυμαστότεραι όμως ήσαν αι πυραμίδες, εκάστη των οποίων ήτο ανταξία πολλών και μεγάλων ελληνικών έργων. Ο δε λαβύρινθος υπερβαίνει πολύ τας πυραμίδας, διότι σύγκειται υπό δώδεκα αυλών καταστέγων των οποίων αι θύραι αντικρύζουσιν, έξ μεν βλέπουσαι προς νότον έξ δε προς βοράν· περικλείει δε όλας αυτάς έξωθεν ο αυτός τοίχος. Τα οικήματα είναι δίπλα, τα μεν υπόγαια, τα δε ισόγαια, τρισχίλια τον αριθμόν, ήτοι χίλια πεντακόσια εις έκαστον όροφον. Είδομεν και περιήλθομεν τα άνω οικήματα, ώστε εξ ιδίας αντιλήψεως ομιλούμεν περί αυτών· δια δε τα υπόγαια δεν ηξεύρομεν ειμή όσα μας είπον, διότι οι Αιγύπτιοι επιστάται ηρνήθησαν να μας δείξωσιν αυτά, λέγοντες ότι περιέκλειον τους σαρκοφάγους των βασιλέων των οικοδομησάντων τον λαβύρινθον, και των ιερών κροκοδείλων. Ούτω λοιπόν περί μεν των κάτω οικημάτων λέγομεν όσα παρελάβομεν εξ ακοής, τα δε άνω, τα οποία είδομεν, είναι ανώτερα παντός ανθρωπίνου έργου. Αι διά των οιδημάτων δίοδοι, αι δια των αυλών περιστροφαί, μας εξέπληττον διά το πολυποίκιλον αυτών ότε μετεβαίνομεν εκ μιας αυλής εις τα οικήματα, εκ των οικημάτων εις στοάς, εκ των στοών εις άλλα μέρη εστεγασμένα και εκ των οικημάτων εις άλλας αυλάς. Η οροφή όλων των οικημάτων είναι λιθίνη ως και οι τοίχοι· οι δε τοίχοι είναι πεποικιλμένοι με απείρους εικόνας γεγλυμμένας. Εκάστη αυλή έχει εσωτερικόν περιστήλιον εκ λίθων λευκών, θαυμασίως συνηρμοσμένων· εις εκάστην δε των γωνιών του λαβυρίνθου, υπάρχει πυραμίς τεσσαράκοντα οργυιών, εφ' ης είναι γεγλυμμέναι μορφαί διάφοροι· εισέρχονται δε εις αυτήν δι' οδού υπογείου.

149. Τοιούτου δε όντος του λαβυρίνθου τούτου, μείζονα θαυμασμών προξενεί η καλουμένη λίμνη του Μοίριος πλησίον της οποίας ωκοδομήθη ο λαβύρινθος. Η λίμνη αύτη έχει περίμετρον τρισχιλίων εξακοσίων σταδίων ή εξήκοντα σχοίνων, όση δηλαδή είναι και η πλευρά της Αιγύπτου από το μέρος της θαλάσσης. Εκτείνεται δε από βορά προς νότον και το βαθύτατον μέρος αύτης είναι πεντήκοντα οργυιών· δεικνύει δε αφ' εαυτού ότι ωρύχθη και εγένετο υπό χειρός ανθρωπίνης· διότι, προς το κέντρον αυτού, ωκοδομήθησαν δύο πυραμίδες εκατόν οργυιών, εξ ων αι μεν πεντήκοντα είναι υπέρ το ύδωρ, αι δε άλλαι πεντήκοντα υπό το ύδωρ· επί της κορυφής δε εκάστης αυτών υπάρχει μέγα άγαλμα λίθινον καθήμενον επί θρόνου. Ούτω αι πυραμίδες αύται είναι εκατόν οργυιών, αι δε εκατόν οργυιαί ισοδυναμούσι με έν στάδιον εξάπλεθρον, της οργυιάς εχούσης έξ πόδας ή τέσσαρας πήχεις, του ποδός έχοντος τέσσαρας παλάμας, και του πήχεως έξ παλάμας. Το ύδωρ της λίμνης δεν αναβλύζει εκ του εδάφους το οποίον εις το μέρος τούτο είναι ξηρότατον, αλλά φέρεται με διώρυχας εκ του Νείλου· και επί έξ μεν μήνας τρέχει εις την λίμνην, επί έξ δε εξέρχεται από αυτήν και επιστρέφει εις τον Νείλον. Και όταν μεν εκρέη έξω, η λίμνη παρέχει εις τον βασιλέα έν τάλαντον εισόδημα καθ' εκάστην ημέραν εκ των ιχθύων, όταν δε εισρέη εις αυτήν, δίδει μόνον είκοσι μνας.

150. Με είπον επίσης οι κάτοικοι πως η λίμνη αύτη, τρέχουσα προς δυσμάς εις τα μεσόγεια, κατά μήκος των υπέρ την Μέμφιν ορέων, χύνεται εις την Σύρτιν και την Λιβύαν. Επειδή δε με όλας μου τας αναζητήσεις δεν έβλεπα ουδαμού σωρόν χώματος μαρτυρούντα την ανασκαφήν του εδάφους, ηρώτησα τους πλησιέστατα εις την λίμνην κατοικούντας πού ήτο το εξορυχθέν χώμα, εκείνοι δε με είπον πού μετεφέρθη, και τους επίστευσα ευκόλως, διότι ήξευρα εξ ακοής ότι παρόμοιόν τι είχε συμβή και εις την πόλιν των Ασσυρίων Νίνον. Τωόντι κλέπται τινές είχον επινοήσει να αρπάσωσι τα αναρίθμητα πλούτη τα οποία ο βασιλεύς Σαρδανάπαλος εφύλαττεν εις υπόγειον θησαυροφυλάκιον. Αρχίσαντες λοιπόν από την οικίαν των, έσκαπτον μέχρι της βασιλικής κατοικίας, άμα δε ενύκτονε, μετέφερον το εξαγόμενον χώμα και το έρριπτον εις τον ποταμόν Τίγριν όστις τρέχει πλησίον της Νίνου, μέχρις ου εξετέλεσαν τον σκοπόν των. Τοιούτο τι λοιπόν ήκουσα ότι εγένετο και διά το όρυγμα της εν τη Αιγύπτω λίμνης, με την διαφοράν ότι η μεταφορά των χωμάτων εδώ δεν εγίνετο διά νυκτός αλλ' εν πλήρει ημέρα· σκάπτοντες οι Αιγύπτιοι έφερον το χώμα εις τον Νείλον, ο δε ποταμός ελάμβανεν αυτό και το διεσκόρπιζεν. Η λίμνη λοιπόν αύτη κατ' αυτόν τον τρόπον λέγουσιν ότι εσκάφη.

151. Οι δε δώδεκα βασιλείς ετήρουν μεταξύ των δικαιοσύνην· μετά παρέλευσιν χρόνου τινός έτυχε να θυσιάζωσιν εις το ιερόν του Ηφαίστου· ενώ δε έμελλον να κάμωσι σπονδάς κατά την τελευταίαν ημέραν της εορτής, ο αρχιερεύς τοις έφερε ποτήρια χρυσά με τα οποία εσυνείθιζον να σπένδωσι· λανθασθείς όμως εις τον αριθμόν έφερεν ένδεκα, ενώ αυτοί ήσαν δώδεκα. Τότε ο Ψαμμίτιχος όστις ίστατο έσχατος, μη έχων ποτήριον, αφήρεσε την περικεφαλαίαν του ήτις ήτο χαλκή και δεχθείς με αυτήν τον οίνον έκαμε σπονδάς. Όλοι οι βασιλείς είχον περικεφαλαίας και τας εφόρουν κατ' εκείνην την στιγμήν. Και ο μεν Ψαμμίτιχος ουδένα είχε δόλιον σκοπόν μεταχειρισθείς την περικεφαλαίαν του· οι άλλοι όμως βασιλείς, ιδόντες την πράξιν του Ψαμμιτίχου, ενθυμήθησαν τον χρησμόν όστις τους είχεν ειπεί ότι όστις ήθελε κάμει σπονδάς με ποτήριον χαλκούν εκείνος ήθελε γίνει μόνος βασιλεύς της Αιγύπτου. Ενθυμηθέντες λοιπόν την προφητείαν ταύτην, να φονεύσωσι μεν τον Ψαμμίτιχον δεν έκρινον εύλογον, διότι εξετάσαντες εύρον ότι δεν το έπραξεν εκ προμελέτης· τον εξώρισαν όμως εις τα έλη αφαιρέσαντες όλην σχεδόν την εξουσίαν του και απαγορεύσαντες αυτώ να εξέρχεται από τα έλη και αναμιγνύεται με τους άλλους Αιγυπτίους.

152. Αυτός ο Ψαμμίτιχος είχεν άλλοτε φύγει τον Αιθίοπα Σαβακών, όστις εφόνευσε τον πατέρα του Νεκών. Ήτο δε πρόσφυξ εις την Συρίαν ότε ο Αιθίοψ ανεχώρησεν ένεκα του ονείρου το οποίον είδε και οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες τον Σαΐτην νομόν τον μετεκάλεσαν. Βραδύτερον, βασιλεύς ων, κατεδικάσθη υπό των ένδεκα, ένεκα της περικεφαλαίας του, να φύγη εκ δευτέρου εις τα έλη. Οργισθείς διά τον υβριστικόν τρόπον με τον οποίον τον μετεχειρίσθησαν, συνέλαβε το σχέδιον να εκδικηθή κατ' εκείνων οίτινες τον είχον εξορίσει, και έπεμψε πρώτον εις την πόλιν Βουτώ διά να ερωτήση το μαντείον της Λητούς, το μάλλον αψευδές όλων των της Αιγύπτου. Έλαβε δε την ακόλουθον απόκρισιν· «Η εκδίκησις θα έλθη διά θαλάσσης, όταν εμφανισθώσιν οι χάλκινοι άνθρωποι.» Αυτός όμως δεν ηδύνατο να πιστεύση ότι ήτο δυνατόν να έλθωσιν εις βοήθειάν του χάλκινοι άνθρωποι. Αλλ' ολίγου χρόνου παρελθόντος τρικυμία εξώθησεν εις την Αίγυπτον Ίωνας τινάς και Κάρας οίτινες είχον εκπλεύσει προς πειρατίαν. Απέβησαν ούτοι εις την ξηράν και ωπλίσθησαν με χάλκινα όπλα, Αιγύπτιος δε τις όστις ποτέ δεν είχεν ιδεί ανθρώπους ωπλισμένους κατ' αυτόν τον τρόπον, έτρεξεν εις τα έλη διά να αναγγείλη εις τον Ψαμμίτιχον ότι χάλκινοι άνθρωποι, ελθόντες από την θάλασσαν, ελεηλάτουν τους αγρούς. Εννοήσας δε ο Ψαμμίτιχος ότι ο χρησμός εξεπληρούτο, υπεδέχθη τους ξένους και τους έπεισε διά μεγαλοπρεπών υποσχέσεων να ενωθώσι μετ' αυτού. Αφού δε τους έπεισε, τότε με τους ιθαγενείς οπαδούς του και με τους ελθόντας επικούρους έρριψε τους ένδεκα βασιλείς.

153. Γενόμενος ο Ψαμμίτιχος κύριος όλης της Αιγύπτου έκτισε τα προς νότον προπύλαια του εις την Μέμφιν ναού του Ηφαίστου και ωκοδόμησεν αυλήν διά τον Άπιν, αντικρύ των προπυλαίων, εις την οποίαν τρέφεται ο Άπις άμα ήθελε φανερωθή· είναι δε όλη περικυκλωμένη με περιστύλιον και πλήρης αναγλύφων, αντί δε στύλων υποστηρίζουσι το οικοδόμημα αγάλματα δωδεκάπηχα. Άπις δε είναι ο Έπαφος των Ελλήνων.

154. Ο Ψαμμίτιχος έδωκεν εις τους Ίωνας και τους Κάρας οίτινες τον εβοήθησαν γαίας όπου κατώκησαν απέναντι αλλήλων, χωριζομένας υπό του Νείλου. Ωνομάσθησαν δε οι τόποι εκείνοι Στρατόπεδα. Αυτούς λοιπόν τους τόπους τοις έδωκε και εξεπλήρωσεν όλας τας άλλας υποσχέσεις του. Προς τούτοις τοις ενεπιστεύθη παίδας Αιγυπτίους διά να διδαχθώσι την Ελληνικήν γλώσσαν, και από αυτούς εκμαθόντας την γλώσσαν κατάγονται οι σημερινοί εν Αιγύπτω διερμηνείς. Κατώκησαν δε οι Ίωνες και οι Κάρες πολύν καιρόν τους τόπους τούτους οίτινες κείνται προς την θάλασσαν, ολίγον προς τα άνω της πόλεως Βουβάστιος, επί του Πηλουσίου στόματος του Νείλου. Βραδύτερον ο βασιλεύς Άμασις τους μετέστησεν εκείθεν και τους αποκατέστησεν εις την Μέμφιν διά να τους έχη φύλακάς του εναντίον των Αιγυπτίων. Αφότου δε εγκατεστάθησαν ούτοι εις την Αίγυπτον, συνδεσάντων των Ελλήνων σχέσεις με τον τόπον τούτον, εμάθομεν ακριβώς όσα συνέβησαν εκεί, και τα επί Ψαμμιτίχου και τα μετέπειτα. Αυτοί πρώτοι αλλόγλωσσοι όντες κατώκησαν την Αίγυπτον. Τα νεώρια δε και τα ερείπια των οικιών των εσώζοντο ακόμη επί των ημερών μου εις τους τόπους τους οποίους αφήκαν. Τοιουτοτρόπως Ψαμμίτιχος έσχε την Αίγυπτον.

155. Περί δε του εν Αιγύπτω χρηστηρίου πολλάκις ωμίλησα ήδη, και θα ομιλήσω ακόμη διότι είναι άξιον λόγου. Το χρηστήριον τούτο είναι εις το τέμενος της Λητούς, εις την μεγάλην πόλιν ήτις κείται εις το στόμα του Νείλου το καλούμενον Σεβεννυτικόν, διά του οποίου εισέρχεται τις από θαλάσσης εις την Αίγυπτον. Η πόλις δε εις την οποίαν ευρίσκεται το χρηστήριον καλείται, ως είπον προηγουμένως, Βουτώ, εκτός τούτου υπάρχει εις την Βουτώ ιερόν του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Το μέρος δε το αφιερωμένον εις την Λητώ, όπου ευρίσκεται το χρηστήριον, είναι ευρύχωρον και τα προπύλαια αυτού έχουσιν ύψος έξ οργυιών. Εξ όσων είδον εκεί, θα αναφέρω εκείνο το οποίον μοι εφάνη θαυμαστότερον. Εντός της ιδίας περιοχής είναι ναός της Λητούς, εξ ενός μόνου λίθου κατεσκευασμένος και έχων τους τοίχους ίσους και κατά το ύψος και κατά το μήκος· εκάστη διάστασις του τοίχου είναι τεσσαράκοντα πήχεων, άλλος δε λίθος σχηματίζει το επιστέγασμα αυτού και η παρωροφίς είναι τετράπηχυς.

156. Ούτω λοιπόν ο ναός είναι το θαυμαστότατον εξ όσων είδα περί το ιερόν τούτο, δεύτερον δε θαυμάσιον είναι η νήσος η καλουμένη Χέμμις ήτις κείται πλησίον του εν τη Βουτοί ιερού και εντός λίμνης ευρείας και βαθείας· λέγουσι δε οι Αιγύπτιοι ότι είναι πλωτή, εγώ όμως δεν την είδον ούτε πλέουσαν ούτε κινουμένην και εθαύμασα ακούων ότι είναι δυνατόν να κινήται νήσος. Εις την νήσον ταύτην, όπου είναι φυτρωμένοι πολλοί φοίνικες και άλλα δένδρα καρποφόρα και άκαρπα, υπάρχει ναός μέγας του Απόλλωνος με τρεις βωμούς. Αφού οι Αιγύπτιοι είπον ότι η νήσος είναι πλωτή, προσέθηκαν την εξής διήγησιν· η Λητώ, μία εκ των οκτώ πρώτων θεών, διέμενεν εις την νήσον Βουτώ, εις ταύτην δε την Λητώ ενεπιστεύθη η Ίσις τον Απόλλωνα, τον οποίον διέσωσεν εκείνη κρύψασα εις την νήσον ήτις καλείται σήμερον πλωτή, ότε έφθασεν ο Τυφών, αναζητών πανταχού και θέλων να εύρη τον υιόν του Οσίριδος. Κατά τους Αιγυπτίους ο Απόλλων και η Άρτεμις είναι τέκνα του Διονύσου και της Ίσιδος, και η Λητώ ήτο η σώσασα και θρέψασα αυτά. Εις την Αιγυπτιακήν γλώσσαν ο Απόλλων καλείται Ώρος, η Δημήτηρ Ίσις και η Άρτεμις Βούβαστις. Εκ της διηγήσεως ταύτης και ουχί αλλαχόθεν ο Αισχύλος, υιός του Ευφορίωνος, μόνος από τους προγενεστέρους ποιητάς ήρπασε την ιδέαν να είπη εις έν ποίημά του ότι η Άρτεμις είναι θυγάτηρ της Δήμητρος. Ένεκα δε του γεγονότος τούτου η νήσος εγένετο πλωτή, τουλάχιστον ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι.

157. Ο δε Ψαμμίτιχος εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα και τέσσαρα έτη (40), και επί εικοσιεννέα έτη είχε πολιορκημένην την Άζωτον, μεγάλην πόλιν της Συρίας, την οποίαν επί τέλους εκυρίευσεν. Είναι δε η Άζωτος, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, η μόνη πόλις ήτις πολιορκουμένη αντέσχε πλειότερον χρόνον.

158. Εκ του Ψαμμιτίχου εγεννήθη ο Νεκώς και εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον. Αυτός πρώτος επεχείρησε την διώρυχα την φέρουσαν εις την Ερυθράν θάλασσαν και την οποίαν απετελείωσεν ο Πέρσης Δαρείος. Το μήκος αυτής είναι τεσσάρων ημερών πλους, το δε πλάτος τόσον ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Έρχεται δε εις αυτήν το ύδωρ από του Νείλου ολίγον ανωτέρω της πόλεως Βουβάστιος, διέρχεται παρά την Αραβίαν πόλιν Πάτουμον και έπειτα ρίπτεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ωρύχθη δε πρώτον το προς την Αραβίαν μέρος της Αιγυπτιακής πεδιάδος με την οποίαν συνέχεται άνωθεν το προς την Μέμφιν εκτεινόμενον όρος όπου είναι τα λατομεία. Διέρχεται λοιπόν η διώρυξ τας υπωρείας από δυσμών προς ανατολάς, έπειτα φθάνει εις τα στενά και διευθύνεται προς μεσημβρίαν και νότον άνεμον μέχρι του Αραβίου κόλπου. Διά να μεταβή δέ τις διά ξηράς από την βορείαν θάλασσαν εις την νοτίαν, ήτις καλείται και Ερυθρά, ακολουθών τον ελάχιστον και συντομώτατον δρόμον, δηλαδή από του Κασίου όρους, όπερ χωρίζει την Αίγυπτον από την Συρίαν, μέχρι του Αραβίου κόλπου, είναι στάδια χίλια. Και αυτή μεν είναι η συντομωτάτη οδός· η δε διώρυξ είναι πολύ μακροτέρα διότι έχει πολλάς περιστροφάς. Ταύτην ορύττοντες επί του βασιλέως Νεκώ απέθανον εκατόν είκοσι χιλιάδες Αιγύπτιοι. Αφήκε δε ο Νεκώς τας εργασίας ημιτελείς εμποδισθείς υπό τινος χρησμού ειπόντος αυτώ ότι ειργάζετο δι' ένα βάρβαρον· καλούσι δε οι Αιγύπτιοι βαρβάρους εκείνους οίτινες δεν ομιλούσι την γλώσσαν των.

159. Αφού ο Νεκώς διέκοψε την διώρυχα, έστρεψε την προσοχήν του προς τας πολεμικάς επιχειρήσεις και κατεσκεύασε τριήρεις, άλλας μεν εις την βόρειον θάλασσαν άλλας δε εις τον Αράβιον κόλπον εις την Ερυθράν θάλασσαν, των οποίων τα νεώρια φαίνονται ακόμη. Μετεχειρίζετο δε τας τριήρεις ταύτας κατά την περίστασιν· εισήλθεν όμως διά ξηράς εις την Συρίαν, συνεπλάκη με τους αντιπάλους του εις την Μάγδολον, τους ενίκησε και εκυρίευσε μετά την μάχην την Κάδυτιν μεγάλην πόλιν της Συρίας. Τα δε ενδύματα τα οποία εφόρει κατ' αυτόν τον πόλεμον τα αφιέρωσεν είς τον Απόλλωνα και τα έπεμψεν εις τους Βραγχίδας των Μιλησίων. Μετά την εκστρατείαν ταύτην απέθανε βασιλεύσας εκκαίδεκα έτη και παρέδωκε την αρχήν εις τον υιόν του Ψάμμιν.

160. Του Ψάμμιος βασιλεύοντος ήλθον εις την Αίγυπτον απεσταλμένοι των Ηλείων, καυχώμενοι ότι αυτοί διευθύνουσι τους ολυμπιακούς αγώνας μετά πλειοτέρας δικαιοσύνης και τιμιότητος από όλους τους άλλους ανθρώπους, και φρονούντες ότι ούτε οι σοφώτατοι πάντων των ανθρώπων Αιγύπτιοι δεν ήθελον δυνηθή να εύρωσί τι υπέρτερον των διατάξεων εκείνων. Αφού λοιπόν οι Ηλείοι έφθασαν εις την Αίγυπτον και είπον εκείνα διά τα οποία ήλθον, ο βασιλεύς συνεκάλεσεν εκ των Αιγυπτίων εκείνους οίτινες εφημίζοντο ως σοφώτατοι. Συνελθόντων δε τούτων οι Ηλείοι εξέθηκαν τα τους ολυμπιακούς αγώνας αφορώντα, και ετελείωσαν φανερόνοντες ότι ο σκοπός της ελεύσεώς των ήτο να μάθωσιν εάν οι Αιγύπτιοι ηδύναντο να εύρωσί τι δικαιότερον. Συσκεφθέντες οι Αιγύπτιοι ηρώτησαν τους Ηλείους εάν ηγωνίζοντο και οι συμπολίται των. Και οι Ηλείοι απεκρίθησαν ότι ήτο επιτετραμμένον να αγωνίζεται όστις ήθελεν, είτε εκ των Ηλείων, είτε εκ των άλλων Ελλήνων. Τότε οι Αιγύπτιοι είπον ότι ούτω διατάττοντες τον αγώνα εμακρύνοντο όλως διόλου από το δίκαιον, διότι αδύνατον ήτο να μη κλίνωσι προς το μέρος του αγωνιζομένου συμπολίτου των αδικούντες τον ξένον. Όθεν εάν ήθελον να διεξάγεται ο αγών δικαίως, και εάν τωόντι προς τον σκοπόν τούτον ήλθον εις την Αίγυπτον, τους συνεβούλευσαν να ψηφίσωσιν ότι οι αγώνες θα γίνωνται μόνος διά τους ξένους, και ότι ουδενί των Ηλείων επετρέπετο να συναγωνισθή. Αυτά συνεβούλευσαν οι Αιγύπτιοι τους Ηλείους.