Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 15

Chapter 1532 wordsPublic domain

121. 1. Οι δε ιερείς λέγουσιν ότι τον Πρωτέα διεδέχθη ο Ραψίνιτος (30), όστις αφήκεν ως μνημείον τα προς δυσμάς προπύλαια του ναού του Ηφαίστου. Απέναντι των προπυλαίων τούτων έστησε δύο ανδριάντας εικοσιπέντε πήχεις υψηλούς· οι Αιγύπτιοι καλούσι τον μεν προς άρκτον ιστάμενον Θέρος, τον δε προς μεσημβρίαν Χειμώνα· και εκείνον μεν τον οποίον καλούσι Θέρος προσκυνούσι και περιποιούνται, προς δε τον άλλον τον καλούμενον Χειμώνα πράττουσι τα εναντία. Ο βασιλεύς ούτος είχεν άπειρα χρήματα, τόσα ώστε εκ των μεταγενεστέρων βασιλέων κανείς δεν ηδυνήθη μήτε να τον υπερβή μήτε να τον φθάση καν. Θέλων ούτος να θησαυρίζη εις ασφαλές μέρος, έκτισε δωμάτιον λίθινον, του οποίου είς των τοίχων ήτο εις το έξω μέρος της οικίας· αλλ' ο οικοδόμος, επιβουλευόμενος τα πλούτη εκείνα, εμηχανεύθη το εξής· προδιέθεσε μίαν πέτραν του τοίχου ούτως ώστε δύο άνθρωποι, ή και είς μόνος, να δύνανται ευκόλως να την εκβάλλωσιν. Αφού ετελείωσε το οίκημα, ο βασιλεύς απέθεσεν εν αυτώ τους θησαυρούς του. Μετά παρέλευσιν χρόνου, ο οικοδόμος αισθανθείς το τέλος της ζωής του εκάλεσε τους υιούς του (είχε δε δύο) και τοις είπε πως, μεριμνών δι' αυτούς διά να έχωσιν άφθονα αγαθά, έκαμε τέχνασμα τι ότε έκτιζε το θησαυροφυλάκιον του βασιλέως. Αφού δε τοις εξήγησε σαφώς πώς ηδύναντο να αφαιρέσωσι τον λίθον, τους έδωκε τα μέτρα αυτού και τους είπεν ότι εάν δεν τα λησμονήσωσι θα ήσαν διαχειρισταί των βασιλικών χρημάτων. Και εκείνος μεν απέθανεν, οι δε υιοί του δεν εβράδυνον να θέσωσιν εις ενέργειαν το πράγμα· πορευθέντες διά νυκτός εις τα βασίλεια και ανευρόντες τον λίθον εις το οικοδόμημα, ευκόλως τον μετεκίνησαν και εξήγαγον πολλά χρήματα. 2. Όταν δε έτυχεν ο βασιλεύς να ανοίξη το οίκημα, ηπόρησεν ιδών ότι έλειπον χρήματα από τα αγγεία, και δεν ήξευρεν εις ποίον να αποδώση το πράγμα, καθότι αι σφραγίδες ήσαν ανέπαφοι και η θύρα κεκλεισμένη. Επειδή δε ανοίξας δις και τρις έβλεπεν ότι τα χρήματα ηλαττούντο πάντοτε (επειδή οι κλέπται δεν έπαυον εξάγοντες), εμηχανεύθη το εξής· διέταξε να κατασκευάσωσι παγίδας και να τας στήσωσι πέριξ των αγγείων εντός των οποίων ήσαν τα χρήματα. Οι κλέπται ήλθον ως και πρότερον· ο είς εξ αυτών εισήλθεν, επλησίασεν αγγείον τι, και αίφνης συνελήφθη εις την παγίδα. Εννοήσας δε αμέσως το δυστύχημα εις το οποίον είχεν εμπέσει, εκάλεσε τον αδελφόν του, είπε προς αυτόν το γεγονός και τον προέτρεψε να εισέλθη τάχιστα. Άμα δε εκείνος επλησίασε «Κόψε την κεφαλήν μου, προσέθηκε, διότι εάν με ίδωσι και με αναγνωρίσωσιν, εχάθημεν και εγώ και συ.» Ο αδελφός επείσθη ότι είχε δίκαιον και ηκολούθησε την συμβουλήν του· έπειτα, εφαρμόσας τον λίθον εις την θέσιν του ήλθεν εις την οικίαν του με την κεφαλήν του αδελφού του. 3. Άμα εξημέρωσεν, εισήλθεν ο βασιλεύς εις το οίκημα και εξεπλάγη ευρών εις την παγίδα το σώμα του κλέπτου άνευ κεφαλής, το οίκημα αβλαβές και ουδεμίαν άλλην είσοδον ή έξοδον. Ευρισκόμενος δε εις απορίαν, επενόησεν άλλο στρατήγημα· εκρέμασεν εις τον τοίχον το σώμα του κλέπτου, και θέσας περί αυτό φύλακας, τους διέταξε να συλλάβωσι και φέρωσιν ενώπιόν του οποιονδήποτε ήθελον ιδεί να κλαύση ή να στενάξη επί τω θεάματι εκείνω. Ενόσω δε εκρέματο το πτώμα, η μήτηρ, δεινώς λυπουμένη, συνωμίλει μετά του επιζώντος υιού της· επί τέλους τον επρόσταξε να εφεύρη πάντα τρόπον να λύση το πτώμα όπως ηδύνατο και να το φέρη εις την οικίαν, απειλούσα αυτόν ότι εν περιπτώσει αμελείας θα μεταβή η ιδία προς τον βασιλέα και θα τον καταγγείλη ότι αυτός έχει τα χρήματα. 4. Επειδή λοιπόν η μήτηρ τον επίεζε πολύ, και αυτός δεν ηδύνατο να την μεταπείση με όλας τας παρατηρήσεις του, εσοφίσθη τα ακόλουθα· έλαβεν όνους, έπειτα πληρώσας οίνου ασκούς, τους εφόρτωσεν επί των όνων και ήλαυνεν αυτούς. Όταν δε έφθασεν απέναντι των φυλάκων και πλησίον του κρεμαμένου σώματος, έσυρε προς εαυτόν δύο τρεις άκρας των ασκών και τους έλυσεν ενώ εκλονίζοντο· τότε ο οίνος ήρχισε να χύνεται, και αυτός εκτύπα την κεφαλήν του εκβάλλων μεγάλας φωνάς, ως να μη ήξευρε προς ποίον όνον να τρέξη πρώτον. Οι φύλακες βλέποντες να χύνεται τόσος οίνος, ώρμησαν εις την οδόν με αγγεία διά να τον συνάξωσιν, ως να εχύνετο χάριν αυτών. Ο άνθρωπος προσεποιήθη ότι εθύμωνε, τους ύβριζεν όλους, και επειδή είδεν ότι οι φύλακες τον επαρηγόρουν, προσεποιήθη ότι κατεπραΰνετο και εμετρίαζε τον θυμόν του. Τέλος πάντων έφερε τους όνους έξω της οδού και διευθέτησε το φόρτωμα συνομιλών συγχρόνως με τους φύλακας· είς μάλιστα εξ αυτών τον επείραξε και προσεπάθησε να τον κάμη να γελάση· ο δε ονηλάτης προς αμοιβήν τοις εχάρισεν ένα ασκόν. Αυτοί δε, ως ήσαν, εκάθισαν εκεί και απεφάσισαν να πίωσι λέγοντες και εις εκείνον να μείνη μετ' αυτών και να συμπίη. Τότε εκείνος προσεποιήθη ότι επείσθη, και έμεινεν εκεί. Επειδή δε τω εφέροντο μετά πολλής φιλοφροσύνης, τοις προσέφερε και δεύτερον ασκόν. Πίνοντες λοιπόν αφθόνως οι φύλακες εμεθύσθησαν εντελώς και απεκοιμήθησαν εκεί όπου έπινον. Ο ονηλάτης ωφελήθη της ευκαιρίας, και, ελθούσης της νυκτός, έλυσε το σώμα του αδελφού του, και εξύρισε τας δεξιάς παρειάς των φυλάκων προς καταισχύνην· έπειτα φορτώσας το πτώμα επί των όνων επέστρεψεν εις την οικίαν του, εκτελέσας την διαταγήν της μητρός του. 5. Ο δε βασιλεύς, όταν τω ανήγγειλον ότι το σώμα του κλέπτου ηρπάγη, ωργίσθη καθ' υπερβολήν, και θέλων με πάντα τρόπον να ανακαλυφθή ποιος ήτο εκείνος όστις εμηχανεύθη όλα ταύτα, έθεσεν, ως λέγουσιν, εις ενέργειαν μέτρον όλως απίστευτον εις εμέ. Έπεμψε την θυγατέρα του εις πορνείον και την παρήγγειλε να δέχεται πάντας ομοίως· πριν παραδοθή όμως, να τους αναγκάζη να τη είπωσι τι έπραξαν εν τω βίω των πανουργότατον και ανοσιώτατον· εκείνον δε όστις ήθελε τη είπει τα περί της πραχθείσης κλοπής, να τον κρατήση και να μη τον αφήση να φύγη. Ενώ η κόρη εξετέλει τας προσταγάς του πατρός της, ο κλέπτης έμαθε προς ποίον σκοπόν εγίνοντο ταύτα, και θέλων να νικήση τον βασιλέα εις τας πανουργίας, έκοψεν από τον ώμον τον βραχίονα προσφάτως αποθανόντος ανθρώπου, τον έθεσεν υπό το ένδυμά του, εισήλθεν όπου ήτο η κόρη του βασιλέως, και όταν εκείνη τω απέτεινε την αυτήν ερώτησιν την οποίαν έκαμνε και προς τους άλλους, αυτός τη διηγήθη την μάλλον ανοσίαν πράξιν του βίου του· ότι συλληφθέντος του αδελφού του εις την παγίδα εντός του θησαυροφυλακίου του βασιλέως, έκοψε την κεφαλήν του· ότι επιτηδειότερος από τους φύλακας, τους εμέθυσε και έλυσε το κρεμάμενον σώμα του αδελφού του. Η κόρη, άμα ήκουσε ταύτα, ηθέλησε να τον συλλάβη, αλλ' ο κλέπτης εν τω σκότει τη έδωκε την χείρα του νεκρού. Και εκείνη μεν εκράτησε ταύτην, νομίζουσα ότι κρατεί την χείρα αυτού του ιδίου· ο δε κλέπτης, αφήσας αυτήν, εξήλθε της θύρας και έφυγεν. 6. Όταν έφερον εις τον βασιλέα την είδησιν όλων τούτων των γεγονότων κατεπλάγη διά την επιδεξιότητα και την τόλμην του ανθρώπου τούτου· τέλος πάντων δε έπεμψεν εις όλας τας πόλεις και διεκήρυξεν ότι τον συγχωρεί και τω υπόσχεται μεγάλα πράγματα εάν παρουσιασθή ενώπιόν του. Πεισθείς ο κλέπτης προσήλθεν· ο δε Ραμψίνιτος τον εθαύμασε καθ' υπερβολήν και τω έδωκε την θυγατέρα του ως άνθρωπον όστις ήξευρε περισσότερα από όλους, λέγων ότι οι μεν Αιγύπτιοι υπερέχουσιν από όλους τους ανθρώπους, αυτός δε από όλους τους Αιγυπτίους.

122. Μετά τούτο μοι είπον οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος κατέβη ζων όπου οι Έλληνες υποθέτουσιν ότι είναι ο άδης, ότι εκεί έπαιζε τους κύβους με την Δήμητρα, ότι άλλοτε μεν την ενίκα, άλλοτε δε ηττάτο υπ' αυτής, και ότι λαβών παρ' αυτής δώρον χειρόμακρον χρυσούν, ανέβη πάλιν εις την γην. Ένεκα της καταβάσεως ταύτης και μετά την επιστροφήν του Ραμψινίτου, οι Αιγύπτιοι εσύστησαν εορτήν ως με είπον, και ο ίδιος ηξεύρω ότι και εις τας ημέρας μου ακόμη την διετήρουν· δεν δύναμαι όμως να είπω εάν δι' άλλην τινά αιτίαν την εώρταζον ή δι' αυτήν. Κατά την ημέραν της εορτής, οι ιερείς, υφαίνοντες μανδύαν, δένουσι με ταινίαν τους οφθαλμούς ενός εκ των ιδικών των, και περιβάλλοντες αυτόν με τον μανδύαν εκείνον, τον φέρουσιν εις την οδόν ήτις άγει εις τον ναόν της Δήμητρος· έπειτα δε επιστρέφουσιν. Εν τούτοις ο ιερεύς, δεδεμένους έχων τους οφθαλμούς, οδηγείται υπό δύο λύκων εις τον ναόν τούτον όστις απέχει από την πόλιν είκοσι στάδια και φέρεται πάλιν οπίσω παρ' αυτών εις το ίδιον μέρος.

123. Τας διηγήσεις ταύτας των Αιγυπτίων ας δεχθή όστις νομίζει αυτάς πιθανάς. Το κατ' εμέ, εις όλην την διήγησίν μου ομολογώ ότι γράφω όσα ήκουσα. Οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι η Δημήτηρ και ο Διόνυσος βασιλεύουσιν επί των νεκρών. Είναι λοιπόν οι πρώτοι οίτινες ωμίλησαν περί της δοξασίας ταύτης ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατος, και ότι, μετά την φθοράν του σώματος, εισέρχεται αύτη εις άλλο ον γεννώμενον· αφού δε διατρέξη όλα τα ζώα της γης και της θαλάσσης και όλα τα πτηνά, εισέρχεται πάλιν εις ανθρώπινον σώμα· η περιπλάνησις δ' αύτη της ψυχής γίνεται εις τρισχίλια έτη. Την δοξασίαν ταύτην τινές των Βλλήνων μετεχειρίσθησαν ως ιδικήν των, άλλοι μεν πρότερον, άλλοι δε εσχάτως (31) ηξεύρω τα ονόματα αυτών, πλην δεν τα γράφω.

124. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι μέχρι του Ραμψινίτου η ευνομία διετηρείτο εις την Αίγυπτον και ότι μεγάλως ηυδαιμόνει ο τόπος· αλλά μετ' αυτόν εβασίλευσεν ο Χέοψ (32) και τότε υπέφερον παν είδος δυστυχίας. Πρώτον έκλεισεν όλους τους ναούς και απηγόρευσε να θυσιάζωσιν· έπειτα ηνάγκασε τους Αιγυπτίους να εργάζωνται δι' αυτόν. Και είς τινας μεν επέβαλε να σύρωσι μέχρι του Νείλου λίθους τους οποίους εξήγον από τα λατομεία του Αραβίου όρους· εις άλλους δε ώρισε να μεταβιβάζωσιν εις πλοιάρια τους λίθους τούτους και να τους φέρωσιν εις το Λιβυκόν όρος. Ειργάζοντο δε αδιακόπως εκατόν χιλιάδες ανθρώπων αντικαθισταμένων κατά τριμηνίαν. Ταλαιπωρούμενος ο λαός εδαπάνησε δέκα μεν έτη διά την κατασκευήν της οδού διά της οποίας μετέφερον τους λίθους, έργον όπερ, κατ' εμέ, μόλις είναι μικρότερον της πυραμίδος, διότι το μήκος της οδού είναι πέντε στάδια, το πλάτος δέκα οργυιαί, και το μεγαλείτερον ύψος οκτώ οργυιαί· και κατεσκευάσθη εκ λίθων ξεστών, κεκοσμημένων δι' εγγεγλυμμένων εικόνων. Κατανάλωσαν λοιπόν δέκα έτη διά την οδόν ταύτην, διά την εξομάλισιν του λόφου όπου ίστανται αι πυραμίδες, και διά τα υπό την γην οικήματα τα οποία ο Χέοψ προώρισε διά τάφον του αποκαταστήσας το μέρος εκείνο νήσον με διώρυχα την οποίαν έφερεν από τον ποταμόν. Είκοσι δε έτη εχρειάσθησαν διά την κατασκευήν της κυρίας πυραμίδος της οποίας, τετραγώνου ούσης, εκάστη πρόσοψις είναι οκτώ πλέθρα εις την βάσιν και άλλα τόσα κατά το ύψος· σύγκειται δε όλη εκ λίθων ξεστών και καλώς συνηρμολογημένων και ουδείς λίθος αυτής είναι μικρότερος των τριάκοντα ποδών.

125. Κατεσκευάσθη δε η πυραμίς αύτη κατά το σχήμα βαθμίδων, τας οποίας άλλοι μεν καλούσι κρόσσας, άλλοι δε βωμίδας. Αφού δε έκτισαν την βάσιν, ύψωσαν τας λοιπάς πέτρας διά μηχανών κατεσκευασμένων εκ μικρών ξύλων· η δύναμις της μηχανής ενήργει πρώτον από του εδάφους μέχρι του πρώτου στοίχου των βαθμίδων· εκεί ήτο εστημένη άλλη μηχανή εφ' ης ετίθετο ο λίθος και μετεφέρετο εις τον δεύτερον στοίχον των βαθμίδων όπου ήτο εστημένη τρίτη μηχανή, διότι όσοι στοίχοι ήσαν τόσαι και μηχαναί. Πιθανόν όμως να υπήρχε μια μόνη μηχανή, την οποίαν, καθό ευκίνητον, μετέφερον από στοίχου εις στοίχον, αφού προηγουμένως αφήρουν απ' αυτής τον λίθον, διότι πρέπει να αναφέρω και τους δύο τρόπους καθώς με τους είπον. Και προ των άλλων μεν ετελείωσεν η κορυφή της πυραμίδος, κατόπιν ο ακόλουθος στοίχος και ούτω καθεξής μέχρι του τελευταίου όστις ήγγιζε το έδαφος. Είναι δε σημειωμένα με χαρακτήρας Αιγυπτιακούς πόσα εξωδεύθησαν διά τους εργάτας εις ράπανα, κρόμμυα και σκόροδα· και καθ' όσον δύναμαι να ενθυμηθώ, η επιγραφή, την οποίαν μοι εξήγησεν ο διερμηνεύς, εδείκνυεν ότι το ποσόν ανέβη μέχρι χιλίων εξακοσίων αργυρών ταλάντων. Εάν τωόντι τόσα εδαπανήθησαν εις τοιαύτα πράγματα, πόσα άρα γε να εδαπανήθησαν εις σιδηρά σύνεργα, εις τρόφιμα και εις ενδύματα καθ' όλον τον προς οικοδομήν δαπανηθέντα χρόνον όστις ήτο όσος είπον, εκτός εκείνων τα οποία εξωδεύθησαν, ως νομίζω, κατά τον χρόνον όστις εχρειάσθη προς τομήν των λίθων, μεταφοράν αυτών και κατασκευήν του υπογείου ορύγματος;

126. Εις τοιούτον βαθμόν κακοηθείας έφθασεν ο Χέοψ ώστε έχων ανάγκην χρημάτων εισήγαγεν, ως λέγουσι, την θυγατέρα του εις πορνείον και την διέταξε να συνάξη ποσότητα τινα, αγνοώ πόσην διότι δεν με την είπον οι ιερείς. Υπήκουσεν αύτη και εσύναξε την παρά του πατρός της ορισθείσαν ποσότητα· θέλουσα δε να αφήση και ίδιον εαυτής μνημείον, εζήτει παρά παντός εισερχομένου προς αυτήν να τη χαρίζη μίαν πέτραν δι' αυτό το έργον. Από αυτάς δε τας πέτρας λέγουσιν ότι εκτίσθη εκείνη των πυραμίδων ήτις είναι εν τω μέσω των τριών, ολίγον προ της μεγαλειτέρας, και της οποίας εκάστη πλευρά είναι έν και ήμισυ πλέθρον εις την βάσιν.

127. Ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ο Χέοψ ούτος εβασίλευσε πεντήκοντα έτη· μετά τον θάνατόν του δε εκληρονόμησε την βασιλείαν ο αδελφός του Χεφρήν (33) όστις τον εμιμήθη καθ' όλα· έκτισε και αυτός πυραμίδα ως εκείνος, μικροτέραν όμως· την εμέτρησα εγώ ο ίδιος· μήτε υπόγεια οικήματα έχει, μήτε διώρυχα φέρουσαν μέχρι της βάσεώς της το ύδωρ του ποταμού, ως έχει η άλλη την οποίαν η παροχέτευσις του Νείλου καθίστα νήσον εν τη οποία ως λέγεται κείται το σώμα του Χέοπος. Αφού έκτισε την πρώτην βαθμίδα εκ λίθου Αιθιοπικού ποικίλου, ύψωσε την πυραμίδα κατά τεσσαράκοντα πόδας ολιγώτερον της πρώτης ήτις είναι πλησίον· αμφότεραι δε ίστανται επί του αυτού λόφου όστις έχει ύψος περίπου εκατόν πόδας. Έλεγον προσέτι οι ιερείς ότι ο Χιφρήν εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και έξ.

128. Αριθμούσι λοιπόν εκατόν εξ έτη κατά τα οποία οι Αιγύπτιοι υπέστησαν πάσαν ταλαιπωρίαν· οι ναοί, εις το διάστημα τούτο, εκλείσθησαν και δεν τους ήνοιξαν ουδέ προς στιγμήν. Τούτων δε των βασιλέων τα ονόματα ο λαός μήτε τα αναφέρει υπό μίσους, αλλ' ονομάζει τας πυραμίδας ταύτας πυραμίδας Φιλιτίωνός τινος ποιμένος όστις έβοσκε τότε τα ποίμνιά του εις τούτο το μέρος.

129. Μετά τον Χεφρήνα οι ιερείς με είπον ότι ανέβη επί του θρόνου ο υιός του Χέοπος Μυκερίνος (34). Αι πράξεις του πατρός του δεν ήρεσκον εις αυτόν· όθεν και τους ναούς ήνοιξε, και τον λαόν, όστις εις άκρον εταλαιπωρείτο, απέλυσε διά να καταγίνεται εις τας θυσίας του και τα ίδιά του έργα, και τέλος εδίκαζε δικαιότερον όλων των βασιλέων. Τον επαινούσι λοιπόν διά τούτο πλειότερον από όλους όσοι εβασίλευσαν επί της Αιγύπτου, διότι ου μόνον έκρινε καλώς, αλλά και εις εκείνον όστις παρεπονείτο διά την απόφασιν έδιδε δώρον τι κατευνάζον την δυσαρέσκειάν του. Εν τούτοις εις τον Μυκερίνον τούτον, τον τόσον ήπιον, τον τόσον μεριμνώντα διά την ευτυχίαν των Αιγυπτίων, συνέβησαν πολλά δυστυχήματα, και πρώτον πάντων ο θάνατος της θυγατρός του, ήτις ήτο το μόνον τέκνον το οποίον είχεν εις την οικίαν του. Αισθανθείς λύπην άφατον διά το δυστύχημα τούτο και θέλων να θάψη την θυγατέρα του μεγαλοπρεπέστερον παρ' ό,τι θάπτουσι τους άλλους, διέταξε να κατασκευάσωσι βουν ξυλίνην κοίλην, την οποίαν κατεχρύσωσε και έθεσεν εντός αυτής την αποθανούσαν θυγατέρα του.

130. Η βους αύτη δεν ετάφη· εσώζετο ακόμη εις τας ημέρας μου εις την Σάιν κειμένη εις δωμάτιον πλουσίως κεκοσμημένον εντός της βασιλικής κατοικίας· πλησίον αυτής εκαίοντο καθ' ημέραν παντός είδους αρώματα, καθ' όλην δε την νύκτα ήτο αναμμένος λύχνος διαρκώς. Ου μακράν της βοός ταύτης, εις άλλο δωμάτιον, είναι εκτεθειμέναι αι εικόνες των παλλακίδων του Μυκερίνου, ως με είπον οι ιερείς της Σάιος. Αληθώς υπάρχουσιν εκεί είκοσι μεγάλα ξύλινα αγάλματα παριστώντα γυναίκας γυμνάς· ποίαι είναι; δεν ειμπορώ να είπω ειμή ό,τι ήκουσα.

131. Τινές διά την βουν και τα κολοσσιαία αγάλματα λέγουσι τα εξής· ότι ο Μυκερίνος ηράσθη της εαυτού θυγατρός και εμίγη μετ' αυτής ακούσης· μετά ταύτα δε ότι η κόρη από την λύπην της επνίγη και εκείνος την έθαψεν εντός της βοός ταύτης, ότι η μήτηρ έκοψε τας χείρας των υπηρετριών αίτινες παρέδωκαν την νέαν κόρην εις τον πατέρα της, και ότι διά τούτο αι εικόνες αυτών είναι άχειρες θέλουσαι να παραστήσωσιν ό,τι έπαθον εις τον βίον των. Κατ' εμέ οι λέγοντες ταύτα φλυαρούσι, και προ πάντων εις τα περί των χειρών των αγαλμάτων, διότι το είδομεν και ημείς ιδίοις όμμασιν ότι υπό του χρόνου απώλεσαν τας χείρας των, αίτινες κείνται ακόμη προ των ποδών των.

132. Η βους έχει το σώμα κεκαλυμμένον υπό επιστρώματος πορφυρού, πλην του αυχένος και της κεφαλής εις τα οποία είναι επιτεθειμένος παχύτατος χρυσός· μεταξύ των κεράτων αυτής είναι απομεμιμημένος εκ χρυσού ο κύκλος του ηλίου. Ίσταται δε αυτή ουχί επί των ποδών της, αλλά γονατισμένη, και το μέγεθος αυτής είναι όσον μεγάλης βοός ζωντανής. Κατ' έτος την εκβάλλουσιν από το οίκημα, όταν οι Αιγύπτιοι κτυπώνται χάριν του θεού τον οποίον εγώ δεν ειμπορώ να ονομάσω εις τοιαύτην διήγησιν· τότε λοιπόν εκφέρουσι και την βουν εις το φως, διότι, ως λέγουσιν, η θυγάτηρ του Μυκερίνου αποθνήσκουσα εζήτησεν από τον πατέρα της να βλέπη τον ήλιον άπαξ του ενιαυτού.

133. Μετά τον θάνατον της θυγατρός του δευτέρα συμφορά ηκολούθησεν εις τον βασιλέα, η εξής· χρησμός τις ήλθεν εκ της πόλεως Βουτούς λέγων ότι έξ μόνον έτη έμελλεν ακόμη να ζήση και το έβδομον να αποθάνη. Οδυνηράν θλίψιν αισθανθείς έπεμψε να επιπλήξη το μαντείον, παραπονούμενος ότι ο μεν πατήρ του και ο θείος του κλείσαντες τους ναούς, αποβαλόντες της μνήμης των τους θεούς, πιέζοντες τους ανθρώπους, έζησαν πολύν χρόνον, αυτός δε, ευσεβής ων, μέλλει να αποθάνη ταχέως. Τότε ήλθε προς αυτόν δεύτερος χρησμός εκ του μαντείου λέγων ότι τούτου ένεκα συντετμήθη ο βίος του· ότι δεν έπραξεν ό,τι ώφειλε να πράξη· ότι η Αίγυπτος ήτο προωρισμένη να υποφέρη επί εκατόν πεντήκοντα έτη· ότι οι δύο προκάτοχοι αυτού βασιλείς ενόησαν τούτο, εκείνος δε όχι. Ταύτα ακούσας ο Μυκερίνος, επειδή είδεν ότι ήτο καταδεδικασμένος, διέταξε να κατασκευάσωσι πολλούς λύχνους τους οποίους ήναπτε την νύκτα, πίνων και εντρυφών, χωρίς να παύη μήτε ημέραν μήτε νύκτα· περιήρχετο δε τας λίμνας και τα άλση και όπου ήθελε μάθει ότι υπήρχον ευάρεστοι διασκεδάσεις. Εμηχανάτο δε ταύτα διά να αποδείξη ψευδόμενον το μαντείον κάμνων τας νύκτας ημέρας, ώστε τα έξ έτη να γίνωσι δώδεκα δι' αυτόν.

134. Αφήκε δε και ούτος πυραμίδα πολύ μικροτέραν του πατρός του, ήτις ούσα επίσης τετράγωνος έχει εκάστην πλευράν τριών πλέθρων μείον είκοσι ποδών και είναι εκτισμένη κατά το ήμισυ εκ λίθου Αιθιοπικού. Έλληνες τινες ισχυρίζονται ότι η πυραμίς αύτη είναι εταίρας τινός, της Ροδώπιδος· πλην δεν λέγουσιν ορθώς, και βλέπω μάλιστα ότι ομιλούσι περί αυτής χωρίς ούτε να ηξεύρωσι ποία ήτο η Ροδώπις, διότι δεν θα απέδιδον εις αυτήν την κατασκευήν τοιαύτης πυραμίδος εις την οποίαν δύναταί τις να είπη ότι εδαπανήθησαν αναρίθμητοι χιλιάδες ταλάντων. Εκτός τούτου πρέπει να παρατηρήσωμεν ότι η Ροδώπις ήκμασεν ουχί επί των χρόνων του Μυκερίνου, αλλ' επί του βασιλέως Αμάσιος· ώστε είναι πολλά έτη μεταγενεστέρα των βασιλέων οίτινες έκτισαν τας πυραμίδας ταύτας. Γεννηθείσα εις Θράκην, δούλη του Ιάδμονος, υιού του Ηφαιστοπόλιδος, υπήρξε σύνδουλος του μυθοποιού Αισώπου· διότι τωόντι ούτος ανήκεν εις τον Ιάδμονα, ως εφάνη ακριβώς εκ του ακολούθου γεγονότος. Όταν οι Δελφοί, υπακούοντες εις τον χρησμόν, εκήρυττον τις ήθελε να λάβη το οφειλόμενον πρόστιμον διά τον φόνον του Αισώπου, ουδείς άλλος επαρουσιάσθη ειμή Ιάδμων τις εγγονός του προηγουμένου Ιάδμονος. Ανήκε λοιπόν ο Αίσωπος εις τον Ιάδμονα.

135. Η δε Ροδώπις ήλθεν εις την Αίγυπτον κομισθείσα υπό του Ξάνθου του Σαμίου. Ελθούσα δε διά το έργον της, εξηγοράσθη διά πολλών χρημάτων υπό τινος Μυτιληναίου Χαράξου, υιού του Σκαμανδρωνύμου και αδελφού της ποιήτριας Σαπφούς. Ούτω λοιπόν η Ροδώπις ηλευθερώθη από την δουλείαν και έμεινεν εις την Αίγυπτον, και επειδή είχε πολλά θέλγητρα, εκτήσατο μεγάλην περιουσίαν, όσον διά μίαν Ροδώπιν, αλλ' όχι τόσην ώστε να δυνηθή να κτίση τοιαύτην πυραμίδα. Το δέκατον της περιουσίας της και σήμερον ακόμη είναι εύκολον να ίδη όστις θέλει· και δεν ειμπορεί να αποδώση εις αυτήν πολλά πλούτη. Επιθυμήσασα η Ροδώπις να εγκαταλίπη εις την Ελλάδα ανάμνησιν εαυτής, έκαμε πράγμα το οποίον μήτε εφαντάσθη κανείς μήτε αφιέρωσεν άλλο όμοιον εις ναόν, και το αφιέρωσεν εις τους Δελφούς εις μνημόσυνόν της. Παρήγγειλε και επλήρωσε διά του δεκάτου της περιουσίας της πολλούς οβελούς σιδηρούς διά τους οπτομένους βόας, τόσους όσους τη επέτρεπεν η τιμή του δεκάτου, και τους έστειλεν εις τους Δελφούς. Υπάρχουσιν ακόμη συνεσωρευμένοι όπισθεν του βωμού τον οποίον αφιέρωσαν οι Χίοι, απέναντι του ναού. Συνήθως αι εταίραι της Ναυκράτιος είναι επαφρόδιτοι· μία δε των πρώτων, αυτή περί ης ο λόγος, τοσούτον ονομαστή εγένετο, ώστε όλοι οι Έλληνες γινώσκουσι το όνομα της Ροδώπιδος. Βραδύτερον, το όνομα της Αρχιδίκης εγένετο μεν επίσης διάσημον ανά την Ελλάδα, αλλ' ουχί τόσον διάσημον ως το της πρώτης και αντικείμενον συνδιαλέξεων. Ότε δε ο Χάραξος, ελευθερώσας την Ροδώπιν, επέστρεψεν εις την Μυτιλήνην, η Σαπφώ πολλάκις τον έσκωψεν εις τα ποιήματά της. Αλλά είναι καιρός να αφήσωμεν την Ροδώπιν.

136. Οι ιερείς με είπον ότι μετά τον Μυκερίνον εγένετο βασιλεύς της Αιγύπτου ο Άσυχις (35), όστις ήγειρε τα προς ανατολάς του ηλίου προπύλαια του ναού του Ηφαίστου τα οποία είναι τα κάλλιστα και τα μέγιστα πάντων· διότι όλα μεν τα προπύλαια είναι κεκοσμημένα δι' ανθέων γεγλυμμένων και έχουσι ποικιλωτάτην οικοδομικήν θέαν, εκείνα όμως είναι ποικιλώτερα και ωραιότερα. Επί της βασιλείας αυτού, είπον, εγένετο μεγάλη σπάνις χρημάτων· επομένως οι Αιγύπτιοι εξέδωκαν νόμον επιτρέποντα να δανείζεταί τις ενεχυριάζων το πτώμα του πατρός του. Εις τούτον τον νόμον λέγεται ότι προσετέθη και η ακόλουθος διάταξις· ο δανείζων ήτο κύριος του επιταφίου θαλάμου του λαμβάνοντος το δάνειον, εις εκείνον δε όστις ηρνείτο να πληρώση το χρέος επεβάλλετο η εξής τιμωρία· όταν απέθνησκε, δεν εσυγχωρείτο να ταφή μήτε εις τον πατρικόν τάφον μήτε εις κανένα άλλον· προς τούτοις δεν εσυγχωρείτο μήτε συγγενή του να θάψη. Θέλων δε ο Άσυχις να υπερβή τους προγενεστέρους βασιλείς της Αιγύπτου, έκτισεν εκ πλίνθων πυραμίδα με την ακόλουθον επί πέτρας γεγραμμένην επιγραφήν· «Μη με καταφρονής ένεκα των λιθίνων πυραμίδων· τας υπερτερώ τόσον όσον ο Ζευς υπερτερεί τους άλλους θεούς, διότι βυθίζοντες ακόντιον εις την λίμνην και συνάζοντες τον πηλόν όστις προσεκολλάτο εις αυτό, κατασκεύασαν τους πλίνθους με τους οποίους με έκτισαν.» Τοιαύτα είναι όσα έπραξεν ο βασιλεύς ούτος.

137. Μετ' αυτόν εβασίλευσε τυφλός τις εκ της πόλεως Ανύσιος, ονομαζόμενος Άνυσις (36)· επί τούτου βασιλεύοντος οι Αιθίοπες και ο βασιλεύς αυτών Σαβακώς εισέβαλον εις την Αίγυπτον μετά στρατού πολλού. Και ο μεν τυφλός έφυγε και διεσώθη εις τα έλη, ο δε Αιθίοψ εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον πεντήκοντα έτη, κατά το διάστημα των οποίων έπραξε τα ακόλουθα έργα. Όταν Αιγύπτιός τις διέπραττεν έγκλημα, επειδή δεν ήθελε να θανατόνη κανένα, εδίκαζεν έκαστον κατά το μέγεθος του εγκλήματός του και τον κατεδίκαζε να φέρη χώμα και να το ρίπτη εις την γενέθλιον πόλιν του. Τοιουτοτρόπως δε αι πόλεις εγένοντο υψηλότεραι παρ' όσον ήσαν· διότι πρώτον μεν υψώθησαν υπό των ορυξάντων τας διώρυχας επί του βασιλέως Σεσώστριος, δεύτερον δε επί του Αιθίοπος έφθασαν εις το σήμερινόν ύψος. Ως νομίζω η υψηλοτέρα πόλις είναι η Βούβαστις όπου ευρίσκεται και ναός της Βουβάστιος (37), άξιος μνείας, διότι όσον μεγάλοι, όσον πολυδάπανοι και αν ήναι οι άλλοι, κανείς όμως δεν ηδύνει τα βλέμματα όσον ούτος. Βούβαστις δε ελληνιστί είναι η Άρτεμις.

138. Ο δε ναός αυτής είναι τοιούτος. Πλην της εισόδου, το άλλο μέρος είναι νήσος, διότι δύο διώρυχες του Νείλου χωρίς να ενωθώσι προχωρούσι μέχρι της εισόδου ταύτης, και έπειτα περικυκλούσι τον ναόν, η μεν δεξιόθεν η δε αριστερόθεν· το πλάτος εκάστης είναι εκατόν ποδών, και δένδρα καλύπτουσιν αυτάς διά της σκιάς των. Τα προπύλαια έχουσι δέκα οργυιών ύψος, κεκοσμημένα με έκτυπα έξ πήχεων αξιόλογα· ο ναός, ευρισκόμενος εις το κέντρον της πόλεως, είναι πανταχόθεν καταφανής παρ' εκείνων οίτινες περιέρχονται αυτόν, καθότι, επειδή η πόλις υψώθη, το δε έδαφος του ναού έμεινε το ίδιον, φαίνεται τοιούτος οίος εκτίσθη απ' αρχής. Περιτρέχει αυτόν τοίχος έχων εγγεγλυμμένας εικόνας, έσωθεν δε είναι άλσος εκ δένδρων μεγίστων πεφυτευμένων πέριξ ναού μεγάλου εντός του οποίου είναι το άγαλμα της θεάς. Το όλον οικοδόμημα είναι τετράγωνον και εκάστη πλευρά είναι ενός σταδίου. Προς την είσοδον υπάρχει λιθόστρωτος οδός τριών σταδίων, διερχομένη την αγοράν προς ανατολάς και πλάτος έχουσα τεσσάρων πλέθρων· εκατέρωθεν της οδού ταύτης είναι πεφυτευμένα δένδρα ουρανομήκη· φέρει δε αύτη εις τον ναόν του Ερμού. Και ο μεν ναός της Αρτέμιδος τοιούτος είναι.