Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 14

Chapter 1424 wordsPublic domain

101. Ουδεμίαν πληροφορίαν μοι έδωκαν περί των έργων των άλλων βασιλέων, και δεν με είπον εάν πράξαν λαμπρόν τι κατόρθωμα. Είς μόνος, ο τελευταίος πάντων, ο Μοίρις, με είπον ότι κατεσκεύασε τα προς βοράν θαυμαστά προπύλαια του Ηφαίστου και ότι ώρυξε λίμνην της οποίας πόσων σταδίων είναι η περιφέρεια θα το είπω βραδύτερον· εν τη λίμνη δε ταύτη ήγειρε πυραμίδας, το μέγεθος των οποίων θα αναφέρω όταν ομιλήσω και περί της λίμνης. Και ούτος μεν ο βασιλεύς ταύτα τα μνημεία κατέλιπεν, οι άλλοι δε μηδέν.

102. Παρατρέχων λοιπόν όλους τούτους, θα αναφέρω τον μετ' αυτούς ελθόντα όστις ωνομάζετο Σέσωστρις. Κατά τους ιερείς, αυτός πρώτος εξήλθε του Αραβίου κόλπου μετά πλοίων πολεμικών, και υπέταξε τα παρά την Ερυθράν θάλασσαν κατοικούντα έθνη· εξακολουθών δε να πλέη, έφθασεν εις αιγιαλούς όπου ο στόλος του δεν ηδυνήθη να προχωρήση ένεκα των υφάλων. Εκείθεν επέστρεψεν εις την Αίγυπτον, και λαβών ως λέγουσιν οι ιερείς πολύν στρατόν εκίνησε διά ξηράς και υπέταξεν όλους τους λαούς όσους εύρεν εν τη πορεία του. Και εις μεν τας πόλεις των οποίων οι κάτοικοι δεικνύοντο ανδρείοι και επόθουν να διατηρήσωσι την ελευθερίαν των, ο νικητής ενέπηγε στήλας εις ας ενέγραψε το ίδιόν του όνομα, το της πατρίδος του, και ότι υπέταξεν αυτάς διά της δυνάμεώς του· εις εκείνας δε τας οποίας εκυρίευεν άνευ αντιστάσεως, ίδρυε μεν επίσης στήλας ομοίας με εκείνας των ανδρείων πόλεων, αλλ' εκτός των επιγραφών ενεχάραττε και αιδοίον γυναικός, θέλων διά τούτου να καταστήση πασίδηλον ότι οι αντίπαλοι του ήσαν άνανδροι.

103. Από κατακτήσεως εις κατάκτησιν, διέτρεξε τοιουτοτρόπως την ήπειρον και μετέβη εκ της Ασίας εις την Ευρώπην, όπου υπέταξε τους Σκύθας και τους Θράκας. Ταύτα νομίζω ότι είναι τα απώτατα έθνη εις τα οποία έφθασεν ο Αιγυπτιακός στρατός· διότι φαίνονται εκεί στήλαι στηθείσαι υπό του Σεσώστριος, ουδεμία δε φαίνεται πέραν. Εκ του σημείου τούτου ανέστρεψεν εις τα οπίσω, και όταν έφθασεν εις τον Φάσιν ποταμόν, δεν ειμπορώ να είπω ακριβώς διά το ακόλουθον, εάν δηλαδή ο βασιλεύς Σέσωστρις αποχωρίσας μέρος τι του στρατού το αφήκε να κατοικήση εκεί την χώραν, ή εάν στρατιώται τινες, βαρυνθέντες τας μακράς εκστρατείας, απεφάσισαν αφ' εαυτών και έμειναν περί τον Φάσιν ποταμόν.

104. Οι δε Κόλχοι είναι προφανώς Αιγύπτιοι· εσχημάτισα την γνώμην ταύτην πριν ακούσω άλλους, και επειδή επεθύμουν να εξακριβώσω το πράγμα, ηρώτησα αμφότερα τα έθνη· οι Κόλχοι όμως ενθυμούντο περισσότερον τους Αιγυπτίους ή οι Αιγύπτιοι τους Κόλχους. Τόσον μόνον έλεγον οι Αιγύπτιοι ότι κατά την γνώμην των οι Κόλχοι απετέλουν μέρος του στρατού του Σεσώστριος. Και εγώ έκαμα τον συμπερασμόν τούτον ιδών ότι ήσαν μελάγχροες και ουλότριχες· αλλά το γνώρισμα τούτο δεν είναι βεβαία απόδειξις, καθότι και άλλοι λαοί είναι τοιούτοι. Εκ των ακολούθων όμως σημείων το ενόησα καλλίτερον· μόνοι εξ όλων των ανθρώπων οι Κόλχοι, οι Αιγύπτιοι και οι Αιθίοπες περιτέμνονται ανέκαθεν. Αυτοί οι Φοίνικες και οι Σύριοι της Παλαιστίνης (26) ομολογούσιν ότι έμαθον τούτο από τους Αιγυπτίους, ενώ οι Σύριοι οι περί τον Θερμώδοντα (27) και τον Παρθένιον ποταμόν, καθώς και οι γείτονες των Μάκρωνες λέγουσιν ότι το έμαθον προ ολίγου από τους Κόλχους. Οι λαοί τους οποίους απηρίθμησα είναι εξ όλων των ανθρώπων οι μόνοι οίτινες περιτέμνονται, και είναι προφανές ότι κατά τούτο μιμούνται τους Αιγυπτίους· εξ αυτών όμως των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων δεν δύναμαι να είπω ποίοι εδίδαξαν εις τους άλλους το έθιμον τούτο, προφανώς αρχαιότατον και εις τους δύο. Ότι δε οι άλλοι το έμαθον εκ της μετά των Αιγυπτίων επιμιξίας, μέγα τεκμήριον είναι το ακόλουθον, ότι όσοι Φοίνικες σχετίζονται με την Ελλάδα δεν μιμούνται πλέον τους Αιγυπτίους, αλλ' αφίνουσιν απερίτμητα τα παιδία των.

105. Περί των Κόλχων τούτων θα είπω και άλλο τι το οποίον δεικνύει ότι ομοιάζουσι με τους Αιγυπτίους. Αυτοί οι δύο λαοί είναι οι μόνοι οίτινες εργάζονται τα λινά υφάσματα κατά τον αυτόν τρόπον, έχουσι την αυτήν δίαιταν του βίου και την αυτήν γλώσσαν· οι Έλληνες όμως καλούσι τα μεν λινά των Κόλχων Σαρδονικά, τα δε ερχόμενα από την Αίγυπτον Αιγυπτιακά.

106. Αι πλείσται των στηλών τας οποίας ο βασιλεύς Σέσωστρις έστησεν εις διαφόρους πόλεις δεν σώζονται πλέον· αλλ' εν τη Συριακή Παλαιστίνη, είδον τοιαύτας, καθώς και τας επιγραφάς τας οποίας ανέφερα και γυναικός απόκρυφα μέρη. Υπάρχουσιν επίσης εις την Ιωνίαν δύο εικόνες του ανδρός τούτου γεγλυμμέναι εις πέτρας, η μεν επί της από Εφέσου εις Φώκαιαν αγούσης οδού, η δε επί της από Σάρδεων εις Σμύρνην. Και εις τα δύο ταύτα μέρη ο ανήρ παρίσταται κατά πέντε σπιθαμάς υψηλός και κρατών εις μεν την δεξιάν χείρα λόγχην, εις δε την αριστεράν τόξον· η λοιπή σκευή αυτού είναι ομοίως μικτή, διότι είναι Αιγυπτιακή ενταυτώ και Αιθιοπική. Από του ενός ώμου μέχρι του άλλου, καθ' όλον το πλάτος του στήθους του, είναι γεγλυμμένοι ιεροί χαρακτήρες Αιγυπτιακοί λέγοντες· «Εγώ διά των εμών ώμων εκτησάμην την χώραν ταύτην.» Τις ούτος και πόθεν, ενταύθα μεν δεν αναφέρεται, αλλαχού όμως δηλούται. Τινές των ιδόντων τας εικόνας ταύτας υπέλαβον ότι είναι του Μέμνονος· αλλά πόρρω απέχουσι της αληθείας.

107. Κατά το λέγειν των ιερέων, επιστρέφων ο Σέσωστρις μετά πολλών ανθρώπων εκ των χωρών τας οποίας είχε κατακτήσει, έφθασεν εις τας Δάφνας της Πηλουσίας όπου ο αδελφός του, εις ον είχεν αναθέσει την διοίκησιν της Αιγύπτου, εφιλοξένησεν αυτόν και τους υιούς του. Περί την οικίαν όμως είχε συναθροίσει ξύλα και έθεσε πυρ. Ο Σέσωστρις συνωδεύετο υπό της γυναικός του και αύτη τον συνεβούλευσε να εξαπλώση επί της πυράς δύο εκ των εξ υιών του, να κατασκευάση δι' αυτών γέφυραν άνωθεν του καιομένου μέρους, να πατήση επί των σωμάτων των και ούτω να σωθή. Ο Σέσωστρις ηκολούθησε την συμβουλήν ταύτην, και δύο μεν παιδία του κατεκάησαν τοιουτοτρόπως, τα δε λοιπά εσώθησαν μετά του πατρός των.

108. Επιστρέψας εις την Αίγυπτον, ετιμώρησε τον αδελφόν του και μετεχειρίσθη το πλήθος των ανθρώπων τους οποίους έφερεν από τας κατακτηθείσας χώρας διά να σύρωσι τους μεγίστους λίθους οίτινες επί της βασιλείας τούτου μετεφέρθησαν εις τον ναόν του Ηφαίστου. Διέταξεν ακολούθως τους αιχμαλώτους τούτους να ορύξωσι τας διώρυχας όλας όσαι υπάρχουσι σήμερον εις την Αίγυπτον· ακουσίως λοιπόν ούτοι κατέστησαν την χώραν ταύτην αδιάβατον εις τους ίππους και τας αμάξας άτινα προηγουμένως διέτρεχον αυτήν καθ' όλας τας διευθύνσεις διότι από της εποχής εκείνης η Αίγυπτος καί τοι ούσα ομαλή, δεν έχει πλέον ούτε ίππους ούτε αμάξας. Αι πολλαί διώρυχες και αι διάφοροι αυτών περιστροφαί είναι αιτία τούτου. Ιδού δε διά ποίον λόγον ο βασιλεύς απεφάσισε να κατακόψη την χώραν του· οι Αιγύπτιοι όσοι είχον τας πόλεις ουχί επί του ποταμού αλλ' εις τα μεσόγεια, μη δυνάμενοι να αντλήσωσιν εκ του Νείλου και στερούμενοι ύδατος, έπινον ύδατα αλμυρά αντλούντες αυτά εκ φρεάτων. Διά να θεραπεύση λοιπόν το κακόν τούτο κατέκοψε την Αίγυπτον με διώρυχας.

109. Με είπον προσέτι οι ιερείς ότι ο βασιλεύς ούτος διεμοίρασε την χώραν μεταξύ όλων των Αιγυπτίων, δίδων εις έκαστον ίσον τετράγωνον γης, και ότι εκ τούτου έκαμε τας προσόδους του, προσδιορίσας τον ετήσιον εκάστου φόρον. Εάν συνέβαινε να παρασύρη ο ποταμός το μερίδιον κατοίκου τινός, μετέβαινεν ούτος προς τον βασιλέα και εφανέρονε το γεγονός. Τότε ο Σέσωστρις έπεμπεν επιθεωρητάς διά να μετρήσωσι κατά πόσον ο αγρός εμειώθη, όπως ελαττωθή ο φόρος και πληρόνη εις το εξής αναλόγως του μείναντος μέρους. Εις την περίστασιν ταύτην νομίζω ότι εφευρέθη η γεωμετρία ήτις εκ της Αιγύπτου ήλθεν εις την Ελλάδα. Το δε ηλιακόν ωρολόγιον, τον γνώμονα και τα δώδεκα μέρη της ημέρας παρέλαβον οι Έλληνες από τους Βαβυλωνίους.

110. Ο βασιλεύς ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις εβασίλευσεν επί της Αιθιοπίας και όστις αφήκεν ως μνημεία τα λίθινα αγάλματα τα οποία βλέπομεν προ του ναού του Ηφαίστου, το ιδικόν του, τα της γυναικός του, αμφότερα τριάκοντα πήχεων, και τα των τεσσάρων υιών του, είκοσι πήχεων έκαστον. Μετά πολύν χρόνον ο ιερεύς του Ηφαίστου δεν επέτρεψε να στήση ο Δαρείος τα άγαλμα του έμπροσθεν αυτών, λέγων ότι ο Πέρσης δεν εξετέλεσε τόσα κατορθώματα όσα ο Αιγύπτιος. «Διότι, προσέθηκεν, ο Σέσωστρις κατέκτησε τόσα έθνη όσα και ο βασιλεύς, προς τούτοις δε τους Σκύθας τους οποίους ούτος δεν ηδυνήθη να νικήση. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον να στήση ο Δαρείος τον ανδριάντα του έμπροσθεν του ανδριάντος άνδρας όστις τον υπερέβη εις τα κατορθώματα.» Οι ιερείς λέγουσιν ότι ο Δαρείος εσυγχώρησε τον λόγον τούτον.

111. Κατ' αυτούς, αποθανόντος του Σεσώστριος (28), διεδέχθη την βασιλείαν ο υιός του Φερών· ο βασιλεύς ούτος ουδεμίαν επεχείρησεν εκστρατείαν, και συνέβη να τυφλωθή εκ της ακολούθου περιστάσεως. Ο ποταμός είχεν αναβή εις ύψος πολύ μέγα, πλειότερον των δεκαοκτώ πήχεων, και κατέκλυσε τους αγρούς, ότε σφοδρός άνεμος ηγέρθη και ο ποταμός ήρχισε να κυματίζη. Τότε ο βασιλεύς παραφερθείς υπό ανοήτου θυμού, ήρπασεν ακόντιον και το έρριψεν εις τας δίνας του ποταμού. Αλλ' αίφνης οι οφθαλμοί του εσκοτίσθησαν και εγένετο μετ' ολίγον τυφλός. Επί δέκα έτη διετέλει εις τοιαύτην κατάστασιν, κατά το ενδέκατον δε έτος τω εκομίσθη χρησμός εκ της πόλεως Βουτούς αναγγέλλων αυτώ ότι ο χρόνος της τιμωρίας του παρήλθε και ότι θα ανέκτα την όρασιν εάν έπλυνε τους οφθαλμούς του με το ούρος γυναικός τον άνδρα της μόνον γινωσκούσης και μη λαβούσης πείραν ετέρου ανδρός. Και πρώτον μεν εδοκίμασε το ούρος της ιδίας του γυναικός, επειδή δε δεν εθεραπεύθη, εδοκίμασεν αλληλοδιαδόχως όλων των άλλων γυναικών μέχρις ου εθεραπεύθη. Τότε εσύναξεν εις μίαν πόλιν, την οποίαν σήμερον καλούσιν Ερυθράν βώλον, όλας τας γυναίκας όσας είχε δοκιμάσει, πλην εκείνης με το ούρος της οποίας νιφθείς ανέβλεψεν. Αφού δε εκλείσθησαν όλαι εκεί, τας έκαυσε μετά της πόλεως, και έλαβεν ως γυναίκα του εκείνην της οποίας το ούρος τω απέδωκε την όρασιν. Απαλλαγείς δε του νοσήματος των οφθαλμών, αφιέρωσε διάφορα δώρα εις όλους τους ονομαστούς ναούς· τα μάλλον δε άξια λόγου είναι τα θαυμαστά έργα τα οποία αφιέρωσεν εις τον ναόν του Ηλίου· δύο οβελίσκους λιθίνους, εκάτερος των οποίων ήτο εξ ενός λίθου εκατόν πήχεων ύψους και οκτώ πλάτους.

112. Οι ιερείς με είπον ότι διεδέχθη την βασιλείαν άνθρωπός τις της Μέμφιδος, του οποίου το όνομα κατά την των Ελλήνων γλώσσαν είναι Πρωτεύς (29). Το αφιερωμένον εις αυτόν τέμενος σώζεται ακόμη εις την Μέμφιν, προς νότον του ναού του Ηφαίστου, και είναι περικαλλέστατον και καλώς κεκοσμημένον. Πέριξ αυτού κατοικούσι Φοίνικες της Τύρου, και όλος αυτός ο τόπος καλείται στρατόπεδον των Τυρίων. Εις το τέμενος του Πρωτέως υπάρχει ναός αφιερωμένος εις την ξένην Αφροδίτην, εκ της παραδόσεως δε την οποίαν μοι διηγήθησαν ότι η Ελένη διέτριψε παρά τω Πρωτεί καθώς και εκ της επωνυμίας ξένης Αφροδίτης, εικάζω ότι ο ναός ούτος είναι ο της Ελένης της θυγατρός του Τυνδάρεω· τωόντι, εις κανένα εκ των ναών της Αφροδίτης δεν επονομάζεται η θεά αύτη ξένη.

113. Όταν ηρώτησα τους ιερείς περί της Ελένης, μοι διηγήθησαν τα ακόλουθα· αρπάσας ο Αλέξανδρος την Ελένην εκ Σπάρτης, απέπλεεν εις την πατρίδα του· αλλ' άμα εισήλθεν εις το Αιγαίον πέλαγος, σφοδροί άνεμοι τον εξώθησαν εις το Αιγύπτιον πέλαγος. Εκείθεν δε, επειδή η τρικυμία δεν έπαυεν, επλησίασεν εις την παραλίαν και εισήλθεν εις τας Ταριχείας του Νείλου αίτινες σήμερον καλούνται Κανωβικόν στόμα. Υπήρχε τότε εις το παραθαλάσσιον, και υπάρχει ακόμη σήμερον, ναός του Ηρακλέους, όπου δεν εσυγχωρείτο να συλλάβη τις δούλον φυγάδα αδιάφορον τίνος δεσπότου εάν ούτος ελάμβανε τα θεία στίγματα και αφιερούτο εις τον θεόν· ο νόμος ούτος ίσχυεν επί των ημερών μου απαραλλάκτως ως εξ αρχής. Δούλοι τινες λοιπόν του Αλεξάνδρου, ακούσαντες το προνόμιον το οποίον είχεν ο ναός ούτος, έφυγον και καθίσαντες ικέται του θεού, κατηγόρουν τον Αλέξανδρον θέλοντες να τον βλάψωσι και διηγούντο όλα όσα συνέβησαν με την Ελένην και την προς τον Μενέλαον αδικίαν αυτού. Έλεγον δε ταύτα εις τους ιερείς και εις τον φύλακα του στόματος τούτου του Νείλου όστις ωνομάζετο Θώνις.

114. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, πέμπει τάχιστα εις την Μέμφιν προς τον Πρωτέα άνθρωπον λέγοντα τα ακόλουθα· «Ήλθε ξένος τις Τεύκρος το γένος, όστις διέπραξεν εις την Ελλάδα ανόσιον έργον, διότι ηπάτησε την γυναίκα του φιλοξενήσαντος αυτόν, την ήρπασε μετά πολλών άλλων θησαυρών και ήλθεν εις την χώραν σου αναγκασθείς υπό των ανέμων. Τι πρέπει να πράξωμεν; να τον αφήσωμεν να αναχωρήση ατιμώρητος, ή να λάβωμεν όσα έφερεν ελθών;» ο δε Πρωτεύς απεκρίθη· Συλλαβόντες τον άνθρωπον τούτον όστις έπραξε τοιαύτην ανοσίαν πράξιν προς τον ξένον του, πέμψατέ τον προς εμέ διά να ακούσω τι θα είπη.»

115. Ακούσας ταύτα ο Θώνις, συλλαμβάνει τον Αλέξανδρον, κρατεί τα πλοία του και πέμπει εις την Μέμφιν αυτόν, την Ελένην, τους θησαυρούς του και προσέτι τους ικέτας. Όταν έφθασαν εκεί όλοι ηρώτα ο Πρωτεύς τον Αλέξανδρον τις ήτο και πόθεν ήρχετο. Ο δε Αλέξανδρος και το γένος του ωμολόγησε, και το όνομα της πατρίδος του είπε, και προσέτι τω διηγήθη τον πλουν του από του μέρους εκ του οποίου εξέπλευσεν. Αλλ' ο Πρωτεύς επέμενε να μάθη πόθεν έλαβε την Ελένην· επειδή δε ο Αλέξανδρος περιέπλεκε τους λόγους του και δεν έλεγε την αλήθειαν, οι παρόντες εις την συνδιάλεξιν ικέται εμαρτύρουν κατ' αυτού διηγούμενοι καταλεπτώς το έγκλημά του. Τέλος ο βασιλεύς εξήνεγκε την ακόλουθον απόφασιν. «Εάν δεν εθεώρουν ως μέγα έγκλημα να φονεύσω τινά εκ των ξένων όσοι βιαζόμενοι υπό των ανέμων έρχονται εις τον τόπον μου θα σε ετιμώρουν υπέρ του Έλληνος εκείνου, σε τον κάκιστον των ανθρώπων, όστις φιλοξενηθείς παρ' αυτού, έπραξες έργον ανοσιώτατον· επλησίασες την γυναίκα του ξένου σου, και δεν ηρκέσθης εις τούτο, αλλ' αποπλανήσας αυτήν την έκλεψες και έφυγες· και ούτε εις αυτό ακόμη ηρκέσθης, αλλ' ήλθες γυμνώσας την οικίαν του φιλοξενήσαντός σε. Εν τούτοις, επειδή θεωρώ ως αμάρτημα να φονεύσω ξένον, θα ζήσης· δεν σοι επιτρέπω όμως μήτε την γυναίκα να λάβης μήτε τους θησαυρούς· θα τα φυλάξω διά τον ξένον Έλληνα, μέχρις ου θέληση εκείνος να έλθη και να τα λάβη. Όσον δ' αφορά σε και τους συμπλωτήράς σου, σας διατάττω να φύγετε εντός τριών ημερών από τον τόπον τούτον εις άλλην γην οιανδήποτε, ειδεμή, θα σας μεταχειρισθώ ως πολεμίους.»

116. Τοιαύτη ήτο η διήγησις των ιερέων περί της αφίξεως της Ελένης εις του Πρωτέως· εγώ δε νομίζω ότι ο Όμηρος εγνώριζε μεν το γεγονός τούτο, δεν το έκρινεν όμως αρμόδιον διά την εποποιίαν όσον το άλλο, εκείνο το οποίον μετεχειρίσθη· το αφήκε λοιπόν κατά μέρος δείξας μόνον ότι το ήξευρεν. Είναι δε φανερόν εξ όσων εν τη Ιλιάδι (και ουδαμού αντιφάσκει) λέγει περί των πλανήσεων του Αλεξάνδρου· ότι δηλαδή αφού ήρπασε την Ελένην και ανεχώρησε, πλανηθείς μακράν έφθασεν εις την Σιδώνα της Φοινίκης. Αναφέρει δε ταύτα εις τα κατορθώματα του Διομήδους· και οι στίχοι λέγουσιν ούτω· «Εκεί ήσαν οι παμποίκιλοι πέπλοι, έργα Σιδωνίων γυναικών, τους οποίους ο θεόμορφος Αλέξανδρος έφερεν από την Σιδώνα όταν, διασχίζων την θάλασσαν, διήλθεν εκείθεν απάγων εις την Τρωάδα την ευγενή Ελένην.» Και άλλη μνεία τούτου γίνεται εν τη Οδυσσεία εις τους ακολούθους στίχους. «Η θυγάτηρ του Διός έχει πολλά φάρμακα ωφέλιμα και με πολλήν τέχνην κατεσκευασμένα, τα οποία τη έδωκεν η Πολυδάμνα, η σύζυγος του Θώνος, από την Αίγυπτον, όπου η ζωοπάροχος γη παράγει άφθονα φάρμακα, άλλα μεν επωφελή, άλλα δε επιβλαβή.» Ιδού δε και άλλοι στίχοι εις τους οποίους ο Μενέλαος λέγει προς τον Τηλέμαχον· «Με όλην την ανυπομονησίαν την οποίαν είχον να επανίδω την πατρίδα μου, οι θεοί με εκράτησαν ακόμη εις την Αίγυπτον, όπου είχον αμελήσει να θυσιάσω εις αυτούς εντελείς εκατόμβας.» Διά των στίχων τούτων καθίσταται δήλον ότι εγίνωσκε την άφιξιν του Αλεξάνδρου εις την Αίγυπτον, διότι η Συρία συνορεύει με την Αίγυπτον, και οι Φοίνικες, εις ους ανήκει η Σιδών, κατοικούσιν εις την Συρίαν.

117. Εκ των στίχων τούτων, και προ πάντων εκ των πρώτων, καταφαίνεται ότι τα Κύπρια έπη δεν είναι του Ομήρου, αλλ' άλλου τινός· διότι εις ταύτα μεν λέγεται ότι ο Αλέξανδρος, αφού ήρπασε την Ελένην από την Σπάρτην, έφθασε μετά τρεις ημέρας εις το Ίλιον βοηθούμενος υπό ούριου άνεμου και θαλάσσης γαληνιαίας· εις δε την Ιλιάδα λέγεται εξ εναντίας ότι άγων αυτήν επλανάτο τήδε κακείσε. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Όμηρον και τα Κύπρια έπη.

118. Όταν ηρώτησα τους ιερείς εάν όσα λέγουσιν οι Έλληνες ότι συνέβησαν εις την Τρωάδα ήναι ψευδή ή αληθή, ιδού τι με απεκρίθησαν βεβαιούντες ότι τα είπεν εις αυτούς ο Μενέλαος. Μετά την αρπαγήν της Ελένης, πολυάριθμος στρατός Ελληνικός μετέβη εις την Τρωάδα διά να βοηθήση τον Μενέλαον· αποβάς εις την ξηράν ο στρατός ούτος, έστησε το στρατόπεδόν του και έπεμψεν εις το Ίλιον πρέσβεις μεταξύ των οποίων ήτο ο Μενέλαος· εισήλθον ούτοι εις την πόλιν, απήτησαν την απόδοσιν της Ελένης και τους θησαυρούς τους οποίους μετ' αυτής ήρπασεν ο Αλέξανδρος και εζήτησαν ικανοποίησιν διά τα αδικήματα ταύτα. Άλλοι Τρώες, και κατ' εκείνην την στιγμήν, και βραδύτερον, εβεβαίουν πάντοτε το αυτό πράγμα, είτε απλώς είτε μεθ' όρκου· ότι δεν είχον ούτε την Ελένην ούτε τους θησαυρούς, ότι όλα αυτά ήσαν εις την Αίγυπτον και ότι δεν τοις εφαίνετο εύλογον να δώσωσιν ικανοποίησιν διά πράγματα τα οποία είχεν ο βασιλεύς Πρωτεύς. Οι Έλληνες νομίσαντες ότι τους έσκωπτον οι Τρώες, επολιόρκησαν την πόλιν και την εκυρίευσαν. Αφού δε εκυρίευσαν την πόλιν, επειδή η Ελένη δεν εφαίνετο ουδαμού και οι Τρώες έλεγον τα αυτά όσα και πρότερον, τότε πιστεύσαντες εις τους πρώτους λόγους οι Έλληνες, απέστειλαν αυτόν τον Μενέλαον προς τον Πρωτέα.

119. Ελθών ο Μενέλαος εις Αίγυπτον και αναπλεύσας μέχρι της Μέμφιδος, διηγήθη όλην την αλήθειαν, έλαβεν άπειρα δώρα, και επανέλαβε την Ελένην όλως αβλαβή καθώς και όλους τους αρπαγέντας θησαυρούς του. Καίτοι δε ο Μενέλαος έτυχε τόσων περιποιήσεων, εφάνη όμως άδικος προς τους Αιγυπτίους. Επειδή ήθελε να αναχωρήση εκείθεν και ο καιρός τον εμπόδιζε, τούτο δε διήρκει πολλάς ημέρας, κατέφυγεν εις πράγμα ανόσιον· διότι λαβών δύο παιδία ανθρώπων εγχωρίων, τα έσφαξεν. Έπειτα, γενομένου γνωστού του πράγματος, εμισήθη και διωκόμενος έφυγε και ήλθε με τα πλοία του εις την Λιβύαν. Οι Αιγύπτιοι δεν ηδύναντο μεν να είπωσι πού μετέβη εκείθεν ο Μενέλαος, με εβεβαίουν όμως ότι άλλα μεν των συμβάντων εκείνων εξετάσαντες έμαθον, άλλα δε ότι τα εγίνωσκον και τα έλεγον μετά βεβαιότητος ως γενόμενα εις τον τόπον των.

120. Αυτά μεν έλεγον οι Αιγύπτιοι ιερείς· εγώ δε παραδέχομαι όσα διηγούνται περί της Ελένης προσθέτων την εξής σκέψιν. Εάν η Ελένη ήτο εις το Ίλιον βεβαίως θα απεδίδετο εις τους Έλληνας τη συγκαταθέσει ή άνευ της συγκαταθέσεως του Αλεξάνδρου, διότι ούτε ο Πρίαμος ούτε οι άλλοι συγγενείς του ήσαν τόσον ανόητοι ώστε να διακινδυνεύσωσι τα άτομά των, τα τέκνα των και την πόλιν των διά να έχη ο Αλέξανδρος γυναίκα την Ελένην. Και εάν υποθέσωμεν ότι η πρώτη απόφασίς των ήτο να μη ενδώσωσιν, όταν όμως είδον ότι πολεμούντες με τους Έλληνας έχανον πολλούς ανθρώπους, όταν είδον ότι δεν παρήρχετο μάχη (εάν βασισθώμεν εις τας μαρτυρίας των εποποιών) χωρίς να χάση ο Πρίαμος τουλάχιστον δύο ή τρεις των υιών του, επειδή ταύτα συνέβησαν ούτω, νομίζω ότι και αυτός ο Πρίαμος αν ήτο ο άρπαξ της Ελένης, θα έσπευδε να την αποδώση εις τους Ατρείδας διά να αποφύγη τόσα δυστυχήματα. Προς τούτοις ούτε διάδοχος της βασιλείας ήτο ο Αλέξανδρος, και με όλον το γήρας του Πριάμου η διοίκησις των κοινών δεν ήτο εις χείρας του Αλεξάνδρου· αλλ' ο Έκτωρ, όστις ήτο και πρεσβύτερος και γενναιότερος αυτού, έμελλε να παραλάβη την βασιλείαν μετά τον θάνατον του Πριάμου. Αυτός λοιπόν δεν θα επέτρεπεν εις τον αδελφόν του την αδικίαν, προ πάντων όταν ένεκα αυτού συνέβαιναν τόσα δυστυχήματα και εις αυτόν τον Έκτορα και εις άλλους Τρώας. Αλλά δεν ήτο εις την εξουσίαν των να αποδώσωσι την Ελένην, ούτε τους επίστευον οι Έλληνες λέγοντας την αλήθειαν. Κατά την εμήν γνώμην τούτο εγένετο συνεργεία των θεών, διά να απολεσθώσι κατά κράτος οι Τρώες και γίνη φανερόν εις όλους τους ανθρώπους ότι εις τα μεγάλα αδικήματα οι θεοί επιφυλάττουσι μεγάλας τιμωρίας. Και ταύτα μεν, ως είπον, φρονώ εγώ.