Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 13

Chapter 1333 wordsPublic domain

71. Οι δε ιπποπόταμοι εις μεν τον Παπρημίτην νομόν είναι ιεροί, εις δε τους άλλους Αιγυπτίους δεν είναι ιεροί. Ιδού δε ποία είναι η φυσική αυτών μορφή. Είναι ζώον τετράπουν, δίχηλον, έχει οπλάς βοός, ρίνα σιμήν, χαυλιόδοντας εξέχοντας· έχει χαίτην, ουράν και χρεμετισμόν ίππου· το μέγεθος αυτού είναι όσον και του μεγίστου βοός. Το δέρμα δε αυτού τόσον είναι παχύ, ώστε αφού ξηρανθή κατασκευάζουσιν εξ αυτού ακόντια.

72. Γεννώνται επίσης και ενυδρίδες εντός του ποταμού, τας οποίας θεωρούσιν ιεράς· εξ όλων των ιχθύων νομίζονται ως ιερά το λεπιδωτόν και η έγχελυς· αυτά τα δύο λέγουσιν ότι είναι αφιερωμένα εις τον Νείλον, εκ δε των πτηνών οι χηναλώπεκες.

73. Υπάρχει και έτερον πτηνόν ιερόν το οποίον καλείται φοίνιξ· εγώ ουδέποτε το είδον ειμή εν ζωγραφία, καθότι σπανίως έρχεται εις την Αίγυπτον, ανά πεντακόσια έτη, ως λέγουσιν οι κάτοικοι της Ηλιουπόλεως· προσθέτουσι δε ότι έρχεται όταν αποθάνη ο πατήρ του. Εάν υπάρχη αληθώς όπως το εικονίζουσι, τα πτερά αυτού είναι άλλα χρυσοειδή άλλα δε ερυθρά, κατά τι μέγεθος δε ομοιάζει πολύ με αετόν. Λέγουσιν ότι ο φοίνιξ πράττει τα ακόλουθα τα οποία με φαίνονται απίστευτα· ορμώμενος από την Αραβίαν, φέρει εις τον εν Ηλιουπόλει ναόν του Ηλίου τον πατέρα του περικεκαλυμμένον με σμύρναν και τον θάπτει εκεί διά του εξής τρόπου· πρώτον μεν πλάττει εκ σμύρνης ωόν τόσον μέγα όσον δύναται να βαστάση· έπειτα δοκιμάζει τας δυνάμεις του. Αφού δε δοκιμάση, ορύττει το ωόν και θέτει τον πατέρα του εντός αυτού· έπειτα, με άλλην σμύρναν πληροί το σχηματισθέν κενόν, εις τρόπον ώστε το ωόν να επανεύρη τα αρχικόν βάρος του, και τέλος φέρει αυτό ως έχει εις τον εν Αιγύπτω ναόν του Ηλίου. Ταύτα λέγουσιν ότι πράττει αυτό το όρνεον.

74. Περί τας Θήβας δε υπάρχουσιν όφεις ιεροί οίτινες ουδόλως βλάπτουσι τους ανθρώπους· είναι ούτοι πολύ μικροί και έχουσι κέρατα εις την κορυφήν της κεφαλής· όταν δε αποθάνωσι, τους θάπτουσιν εις τον ναόν του Διός, καθότι λέγουσιν ότι είναι καθιερωμένοι εις τον θεόν τούτον.

75. Υπάρχει εις την Αραβίαν χώρα κειμένη σχεδόν απέναντι της πόλεως Βουτούς· εκεί μετέβην όπως εξετάσω περί των πτερωτών όφεων. Φθάσας είδον οστά και ακάνθας όφεων τόσον πλήθος ώστε είναι αδύνατον να τα διηγηθώ. Ήσαν άπειροι σωροί ακανθών, άλλοι μεν μεγάλοι, άλλοι μέτριοι, και άλλοι μικροί. Το δε μέρος εις το οποίον ευρίσκονται διεσπαρμέναι αι άκανθαι αύται είναι η δίοδος εκ στενής κοιλάδος εις ευρείαν πεδιάδα, ήτις συνέχεται με την πεδιάδα της Αιγύπτου. Λέγεται δε ότι άμα τω έαρι οι πτερωτοί όφεις πετώσι και έρχονται από την Αραβίαν εις την Αίγυπτον· αλλ' αι ίβεις εξέρχονται προς συνάντησίν των εις την δίοδον ταύτην, τους εμποδίζουσι να προχωρήσωσι και τους φονεύουσι. Τούτου ένεκα οι Αράβιοι λέγουσιν ότι τιμάται μεγάλως η ίβις υπό των Αιγυπτίων· ομολογούσι δε και οι Αιγύπτιοι ότι διά την αιτίαν ταύτην τιμώσιν αυτά τα πτηνά.

76. Είναι δε το σχήμα της ίβιος τοιούτο· είναι μέλαινα και έχει σκέλη γεράνου· το ρύγχος αυτής είναι κατά το πλείστον κυρτόν και το ανάστημά της όσον της κρεκός. Τοιαύτη η μορφή των μαύρων τούτων αντιπάλων των όφεων· αλλ' αι ίβεις (υπάρχουσι δε δύο είδη αυτών) αι συχνότερον απαντώμεναι εις τα βήματα των ανθρώπων, έχουσι την κεφαλήν άτριχον καθώς και τον λαιμόν, τα πτερά των είναι λευκά, πλην της κεφαλής, του αυχένος, της άκρας των πτερύγων και της άκρας της ουράς άτινα είναι κατάμαυρα· τα σκέλη δε αυτών και το ρύγχος είναι όμοια με τα του άλλου είδους. Οι δε όφεις ομοιάζουσι με τους ύδρους (23), αι απτίλωτοι δε αυτών πτέρυγες ομοιάζουσι με τας των νυκτερίδων. Αλλά αρκούσιν όσα είπομεν περί των ιερών ζώων.

77. Όσοι δε εκ των Αιγυπτίων κατοικούσι το καλλιεργημένον μέρος της Αιγύπτου, ασκούντες το μνημονικόν των, είναι οι μάλλον λόγιοι από όλους τους ανθρώπους όσους επλησίασα και εδοκίμασα. Ιδού η δίαιτα την οποίαν ακολουθούσι προσέχοντες να διατηρώσι την υγείαν των, επί τρεις ημέρας συνεχείς εκάστου μηνός προκαλούσι κενώσεις δι' εμετικών και κλυσμάτων, διότι φρονούσιν ότι όλαι αι ασθένειαι του ανθρώπου προέρχονται από τας τροφάς. Και αν όμως έλειπον αι προφυλάξεις αύται, πάλιν οι Αιγύπτιοι θα ήσαν οι μάλλον υγιείς από όλους τους ανθρώπους μετά τους Λίβυας· αιτία δε τούτου είναι, ως νομίζω, η σταθερότης των ωρών του έτους. Τωόντι αι ασθένειαι προέρχονται και από τας μεταβολάς των άλλων πραγμάτων, προ πάντων όμως από την μεταβολήν των εποχών. Τρέφονται με άρτους εκ ζειάς τους οποίους ονομάζουσι κυλλήστεις· πίνουσι δε οίνον τον οποίον κατασκεάζουσιν από κριθήν, διότι δεν υπάρχουσιν άμπελοι εις την χώραν. Τρώγουσιν ιχθύας ωμούς, άλλους μεν ξηρανθέντας εις τον ήλιον, άλλους δε παστωθέντας εις την άλμην. Εκ των πτηνών ταριχεύουσι τους όρτυγας, τας νήσσας και τα μικρά πτηνά, και τα τρώγουσιν ωμά. Όλα δε τα άλλα όσα έχουσιν είτε πτηνά είτε ιχθύας, πλην των θεωρουμένων ως ιερών, τα τρώγουσιν οπτά ή βραστά.

78. Εις τα συμπόσια των πλουσίων, αφού τελειώση το φαγητόν, άνθρωπός τις φέρει εντός θήκης την ξυλίνην εικόνα σώματος νεκρού κάλλιστα μιμημένην υπό του γλύπτου και του ζωγράφου, και μήκος έχουσαν μιας ή δύο πήχεων. Δεικνύων δε αυτήν εις έκαστον των συμποτών, λέγει· «Τούτον βλέπων πίνε και τέρπου, διότι τοιούτος θα γίνης αφού αποθάνης.» Ταύτα πράττουσιν εις τα συμπόσια.

79. Διατηρούσι δε τα πάτρια έθιμα και δεν παραδέχονται νέα. Μεταξύ άλλων πολλών λίαν αξιολόγων είναι και ο Αίνος, άσμα εν χρήσει εις την Φοινίκην, εις την Κύπρον και αλλαχού, όπερ μεταβάλλει όνομα κατά τα διάφορα έθνη· συμπίπτει δε να ήναι όμοιον με εκείνο το οποίον άδουσιν οι Έλληνες ονομάζοντες αυτό Λίνον· ώστε μεταξύ των άλλων πολλών εθαύμαζον προσέτι και διά τον Λίνον, πόθεν τον έλαβον. Φαίνεται ότι πάντοτε τον έψαλλον· αιγυπτιστί δε ο Λίνος ονομάζεται Μανέρως, και οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι τούτο ήναι το όνομα του μονογενούς υιού του πρώτου βασιλέως των, ότι αφού ο Μανέρως ούτος απέθανε προώρως, ο λαός τον ετίμησε διά των θρήνων του, και ότι εκ τούτου επήγασε το πρώτον και μόνον τούτο άσμα.

80. Με τους Λακεδαιμονίους μόνους συμφωνούσιν οι Αιγύπτιοι και κατά τι άλλο· οι νέοι, όταν συναντώσι τους πρεσβυτέρους, υποχωρούσι και εκτρέπονται της οδού, και όταν πλησιάζωσιν οι πρεσβύτεροι, εγείρονται οι νεώτεροι από τας έδρας των. Κατά το ακόλουθον όμως δεν συμφωνούσι με κανέν ελληνικόν έθνος· αντί να χαιρετίζωσιν αλλήλους καθ' οδόν διά της φωνής, προσκυνούσι καταβιβάζοντες την χείρα μέχρι γόνατος.

81. Φορούσι δε χιτώνας λινούς με θυσάνους περί τα σκέλη· ονομάζουσι δε τους θυσάνους τούτους καλασίρεις, και άνωθεν του χιτώνος φορούσι μανδύας εκ μαλλίου λευκού. Δεν εισέρχονται όμως με μάλλινα ενδύματα εις τους ναούς, διότι θεωρείται ως ανόσιον, αλλά τα συνθάπτουσι με τους αποθνήσκοντες. Κατά τούτο συμφωνούσι με τας ορφικάς παραδόσεις τας οποίας καλούσιν επίσης βακχικάς, αίτινες τηρούνται υπό των Αιγυπτίων και των Πυθαγορείων, καθότι οι τελευταίοι ούτοι θεωρούσιν ανόσιον να θάπτωσι με μάλλινα ενδύματα εκείνον όστις είναι μεμυημέος εις τα μυστήρια. Εις το έθιμον δε τούτο αποδίδουσιν αιτίαν θρησκευτικήν.

82. Εφεύρον επίσης οι Αιγύπτιοι το ακόλουθον· έκαστος μην, εκάστη ημέρα ανήκει είς τινα των θεών, και πας άνθρωπος δύναται να προΐδη, από την ημέραν της γεννήσεώς του, τι μέλλει να τω συμβή, πώς θα αποθάνη και οποίος τις θα γίνη. Οι Έλληνες ποιηταί ωκειοποιήθησαν την εφεύρεσιν ταύτην. Προς τούτοις οι Αιγύπτιοι παρετήρησαν πλειότερα θαύματα από όλους τους άλλους ανθρώπους, διότι τίποτε δεν αφίνουσι να παρέλθη χωρίς να το εξετάσωσι και σημειώσωσι τι θα συμβή, ώστε εάν παρόμοιόν τι παρουσιασθή πάλιν, κρίνουσιν εκ του πρώτου περί των συνεπειών αυτού.

83. Παρ' αυτοίς η μαντική τέχνη δεν αποδίδεται εις κανένα άνθρωπον, αλλ' είς τινας θεούς· τα μαντεία της χώρας είναι του Ηρακλέους, του Απόλλωνος, της Αθηνάς, της Αρτέμιδος, του Άρεως, του Διός και της Λητούς· το τελευταίον τούτο, το οποίον τιμώσι πλειότερον όλων, είναι εις την πόλιν Βουτώ. Οι δε χρησμοί των μαντείων τούτων δεν δίδονται ομοίως, αλλά διαφοροτρόπως.

84. Η δε ιατρική είναι διανενεμημένη κατά τον ακόλουθον τρόπον· έκαστος ιατρός ασχολείται εις έν μόνον είδος ασθενείας και ουχί εις πολλά· και άλλοι μεν είναι ιατροί των οφθαλμών, άλλοι της κεφαλής, άλλοι των οδόντων, άλλοι της κοιλίας και άλλοι των αφανών ασθενειών.

85. Ιδού δε ποία είναι τα μοιρολογήματα και οι ενταφιασμοί αυτών. Όταν απολέσωσι συγγενή τινα τον όποιον εσέβοντο, όλαι αι γυναίκες της οικογενείας, αφού αλείψωσι την κεφαλήν και το πρόσωπόν των με πηλόν, αφίνουσι το σώμα εις την οικίαν, περιέρχονται είς την πόλιν, και έχουσαι τα φορέματα καταβιβασμένα μέχρι της ζώνης και τους μαστούς γυμνούς, κτυπώσι το στήθος των· το αυτό δε πράττουσι και όλαι αι φίλαι των. Αφ' έτερου δε οι άνδρες, έχοντες επίσης γυμνόν το στήθος, κτυπώνται ομοίως· τούτου γενομένου, λαμβάνουσι το σώμα και το κομίζουσιν εις το ταριχευτήριον.

86. Την τέχνην της ταριχεύσεως εξασκούσιν άνθρωποι επί τούτω διωρισμένοι. Άμα κομισθή εις αυτούς ο νεκρός, οι ταριχευταί δεικνύουσιν εις τους φέροντας αυτόν διάφορα ξύλινα υποδείγματα πτωμάτων, απομεμιμημένα διά της ζωγραφικής. Και το μεν πρώτον, το οποίον λέγουσιν ότι είναι καλλίτερον, είναι εκείνου του οποίου δεν μοι φαίνεται πρέπον να αναφέρω το όνομα επί τοιούτου πράγματος (24)· το δεύτερον δε το οποίον δεικνύουσιν, είναι κατώτερον και ευθηνότερον το δε τρίτον ευθηνότατον. Αφού δε εξηγήσωσι ταύτα, ερωτώσι τους κομίζοντας πώς θέλουσι να σκευασθή ο νεκρός· και αφού συμφωνήσωσι περί της τιμής, φεύγουσιν οι κομίσαντες. Τότε οι ταριχευταί, μένοντες εις δωμάτιον, εκτελούσι το πρώτον είδος της ταριχεύσεως. ως εξής· πρώτον, διά σιδήρου κυρτού, εξάγουσι τον εγκέφαλον διά των ρωθώνων, τουλάχιστον το περισσότερον μέρος αυτού, το δε επίλοιπον διά τινων διαλυτικών ουσιών. Έπειτα, δι' αιθιοπικού λίθου ηκονισμένου, σχίζουσι τα πλευρά, εκβάλλουσιν όλα τα εντόσθια της κοιλίας, την πλύνουσι με οίνον εκ Φοίνικος, την επιπάσσουσι με τετριμμένα αρωματικά, και τέλος την ράπτουσι πάλιν αφού γεμίσωσιν αυτήν με σμύρναν καθαράν, με κασίαν και με άλλα αρωματικά πλην λιβανωτού. Τούτων πάντων γενομένων, ξηραίνουσι το σώμα εντός νάτρου, και το αφίνουσιν εκεί επί εβδομήκοντα ημέρας, και όχι περισσότερον διότι δεν είναι συγχωρημένον. Μετά την παρέλευσιν των εβδομήκοντα τούτων ημερών, πλύνουσι το σώμα και το περικαλύπτουσιν ολόκληρον με λωρία εκ λεπτοτάτου λινού, βεβρεγμένα εις κόμμι, του οποίου μεγάλην χρήσιν κάμνουσιν οι Αιγύπτιοι αντί κόλλης. Τότε οι συγγενείς λαμβάνουσι πάλιν το πτώμα, το κλείουσιν εντός ξυλίνης θήκης σχήμα εχούσης ανθρώπινον, και το αποθέτουσιν ορθόν επί του τοίχου εις το επιτάφιον δωμάτιον. Και αύτη μεν είναι η μάλλον δαπανηρά ταρίχευσις.

87. Δι' εκείνους δε οίτινες προτιμώσι την μεσαίαν ταρίχευσιν και θέλουσι να αποφύγωσι τα πολλά έξοδα, οι ταριχευταί σκευάζουσι τους νεκρούς ως εξής. Αφού γεμίσωσι τα κλυστήριά των με έλαιον εκ κέδρου, χύνουσι το έλαιον τούτο εις την κοιλίαν του νεκρού, χωρίς μήτε να την σχίσωσι μήτε να εξαγάγωσι τα εντόσθια, και προσέχουσιν ώστε να μένη το έλαιον εντός και μη διαφεύγη. Έπειτα βυθίζουσι το σώμα εις νάτρον και το αφίνουσιν εκεί όλον τον προσδιωρισμένον χρόνον, την δε τελευταίαν ημέραν εκβάλλουν από την κοιλίαν το έλαιον της κέδρου το οποίον είχον εισαγάγει προηγουμένως. Αυτό δε έχει τόσην δύναμιν ώστε εξάγει ομού έντερα και σπλάγχνα, όλα διαλελυμένα. Εξωτερικώς το νάτρον ξηραίνει τας σάρκας, και δεν μένει άλλο από τον νεκρόν ειμή δέρμα και οστά· τούτων πάντων γενομένων, τον αποδίδουσιν εν τοιαύτη καταστάσει χωρίς να φροντίσωσι πλέον περί ουδενός άλλου.

88. Ιδού δε και το τρίτον είδος της ταριχεύσεως όπερ είναι εν χρήσει παρά τοις πτωχοτέροις· οι ταριχευταί κάμνουσιν εις την κοιλίαν εγχύσεις εκ ζωμού ραφανιδών και ξηραίνουσι τον νεκρόν εν τω νάτρω επί εβδομήκοντα ημέρας· έπειτα τον αποδίδουσιν εις τους συγγενείς διά να τον λάβωσιν (25).

89. Όταν αποθάνωσιν αι γυναίκες επισήμων ανδρών, δεν τας δίδουσιν αμέσως προς ταρίχευσιν, καθώς ούτε εκείνας αίτινες ήσαν ωραίαι και πολλού λόγου, αλλά μετά την τρίτην ή την τετάρτην ημέραν τας παραδίδουσιν εις τους ταριχευτάς. Πράττουσι δε τούτο διότι φοβούνται μήπως συνουσιασθώσιν οι ταριχευταί μετά των γυναικών τούτων, καθότι ως λέγεται είς εξ αυτών συνελήφθη επ' αυτοφώρω μιαίνων το σώμα προσφάτως αποθανούσης γυναικός· τον κατήγγειλε δε ο σύντροφός του.

90. Όστις είτε μεταξύ των Αιγυπτίων είτε μεταξύ των ξένων αδιακρίτως ευρέθη φονευμένος υπό κροκοδείλου ή πνιγείς υπό του ποταμού, εις οιανδήποτε πόλιν εξενεχθή το πτώμα του, ανάγκη πάσα να ταριχευθή τη φροντίδι των κατοίκων της πόλεως ταύτης· Αυτοί τον κηδεύουσι διά του μάλλον δαπανηρού τρόπου και τον θέτουσιν εις τας ιεράς των θήκας. Δεν είναι δε επιτετραμμένον μήτε εις τους φίλους του, μήτε εις τους συγγενείς του, να τον εγγίσωσιν, αλλ' οι ιερείς του Νείλου τον λαμβάνουσι και τον θάπτουσιν ως πτώμα πλέον ή ανθρώπινον.

91. Αποφεύγουσι να μεταχειρίζωνται Ελληνικά έθιμα, και εν συντόμω ουδενός έθνους. Όλοι δε οι Αιγύπτιοι προσέχουσιν εις τούτο πολύ. Ουχ ήττον ευρίσκεται πλησίον της Νέας πόλεως, εν τω νομώ των Θηβών, μεγάλη τις πόλις ης το όνομα είναι Χέμμις. Εν τη πόλει ταύτη υπάρχει ναός τετράγωνος καθιερωμένος εις τον Περσέα, υιόν της Δανάης, πέριξ του οποίου είναι φυτρωμένοι φοίνικες. Τα προπύλαια αυτού είναι λίθινα, πολύ υψηλά και επ' αυτών είναι δύο μεγάλοι λίθινοι ανδριάντες. Εις τον περίβολον τούτον είναι ναός, και εντός του ναού το άγαλμα του Περσέως. Οι Χεμμίται λέγουσιν ότι ο Περσεύς πολλάκις επεφάνη εις αυτούς, είτε εις διάφορα μέρη της πόλεώς των είτε εντός του ναού, και ότι εύρον εν των σανδαλίων του, δύο πήχεων το μήκος· προσθέτουσι δε ότι οσάκις φανή, όλη η Αίγυπτος ευδαιμονεί. Ιδού δε τι λέγουσι και ιδού τι πράττουσι, κατά μίμησιν των Ελλήνων, προς τιμήν του Περσέως· τελούσιν αγώνα γυμνικόν, υπερβαίνοντα όλους τους άλλους αγώνας, εις ον οι νικηταί λαμβάνουσι κτήνη, χλαίνας και δέρματα. Όταν τους ηρώτησα διατί μόνον εις αυτούς ο Περσεύς συνειθίζει να εμφανίζεται, και διατί διέφερον από τους άλλους Αιγυπτίους συστήσαντες αγώνα γυμνικόν, μοι απεκρίθησαν ότι ο Περσεύς κατήγετο από την πόλιν των, και ότι ο Δαναός και ο Λυγκεύς, Χεμμίται αμφότεροι, μετέβησαν διά θαλάσσης εις την Ελλάδα. Καταβαίνοντες δε από τους ήρωας τούτους, απηρίθμησαν τους απογόνους των μέχρι του Περσέως, έπειτα προσέθηκαν. «Φθάσας ούτος εις την Αίγυπτον διά την αιτίαν την οποίαν αναφέρουσι και οι Έλληνες, διά να φέρη δηλαδή την κεφαλήν της Γοργούς εκ της Λιβύας, ήλθεν εις την πόλιν μας και μας ανεγνώρισεν όλους ως συγγενείς του· διότι πριν μεταβή εις την Αίγυπτον είχε μάθει παρά της μητρός του το όνομα του Χέμμιος, και κατά παραγγελίαν αυτού συνεστήσαμεν τον γυμνικόν αγώνα.»

92. Και ταύτα μεν τα έθιμα τηρούσιν οι κατοικούντες πέραν των ελών· οι δε κατοικούντες τα έλη, έθιμα μεν έχουσι τα αυτά με τους άλλους Αιγυπτίους, και προσέτι μίαν μόνον γυναίκα λαμβάνει ο καθείς, ως οι Έλληνες· διά να εξοικονομώσι δε την τροφήν των εφεύρον τα ακόλουθα. Όταν ο ποταμός εξογκωθή και καταστήση την πεδιάδα πέλαγος, πλήθος κρίνων, τα οποία οι Αιγύπτιοι καλούσι λωτόν, φύονται εν τω ύδατι. Ταύτα συνάζοντες τα ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, κοπανίζουσι το μέσον του λωτού, όπερ ομοιάζει με μήκωνα, και κατασκευάζουσιν εξ αυτού άρτον τον οποίον ψήνουσιν εις το πυρ. Τρώγεται δε και η ρίζα του λωτού τούτου και είναι αρκετά γλυκεία, στρογγύλη και μεγάλη ως μήλον. Υπάρχουσι δε και άλλα κρίνα όμοια με ρόδα, τα οποία παράγει ο ποταμός. Τούτων οι καρποί εξέρχονται από την ρίζαν εις κάλυκας ιδιαιτέρους οίτινες έχουσιν εντός κελλεία απαραλλάκτως ως αι φωλεαί των σφηκών· είναι εδώδιμοι και χονδροί ως οι πυρήνες της ελαίας· τους τρώγουσι δε και ωμούς και ξηρούς. Η βύβλος είναι φυτόν χρονικόν, το οποίον οι Αιγύπτιοι συνάζουσιν επίσης από τα έλη και κόπτουσί το άνω μέρος αυτού προς διαφόρους χρήσεις· το δε κάτω μέρος, μακρόν κατά ένα πήχυν, το τρώγουσιν ή το πωλούσιν. Όσοι θέλουσι να έχωσι καλήν βύβλον, την κλείουσιν εντός κλιβάνου κοκκινίσαντος από το πυρ και την τρώγουσι τοιουτοτρόπως εψημένην. Τινές εξ αυτών ζώσι μόνον με ιχθύας, τους οποίους αφού συλλάβωσι και κενώσωσι την κοιλίαν των, τους ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, και έπειτα τους τρώγουσι ξηρούς.

93. Οι κατά αγέλας πορευόμενοι ιχθύες είναι σπάνιοι εις τον ποταμόν· ούτοι ζώσιν εις τα έλη και όταν καταλάβη αυτούς ο οίστρος της εγκυμοσύνης, εκπλέουσιν αγεληδόν εις την θάλασσαν. Προπορεύονται οι άρρενες ρίπτοντες τον σπόρον κατά την πορείαν των, αι δε θήλειαι, αίτινες τους ακολουθούσιν, απορροφώσιν αυτόν και τοιουτοτρόπως συλλαμβάνουσιν. Αφού δε συλλάβωσιν εις την θάλασσαν, επιστρέφουσι πάλιν εις τα συνήθη κατοικητήριά των· αλλά τότε δεν προπορεύονται πλέον οι άρρενες, αλλά πλέουσιν εμπρός αι θήλειαι. Ενώ δε προπορεύονται, πράττουσιν ως και οι άρρενες· ρίπτουσι τα ωά έχοντα μέγεθος μικρών κέγχρων· ερχόμενοι δε όπισθεν οι άρρενες, καταπίνουσι τους μικρούς τούτους κέγχρους. Είναι δε οι κέγχροι ούτοι ιχθύες· όσοι εκ των κέγχρων σωθώσι και δεν καταποθώσιν, ούτοι τρεφόμενοι γίνονται ιχθύες. Εκ των ιχθύων τούτων, όσοι μεν αλιευθώσιν όταν πλέωσι προς την θάλασσαν, έχουσι πεπιεσμένον το αριστερόν μέρος της κεφαλής, όσοι δε αλιευθώσιν ενώ επανακάμπτουσιν, έχουσι πεπιεσμένον το δεξιόν μέρος της κεφαλής. Η αιτία του φαινομένου τούτου είναι διότι όταν μεν πλέωσι προς την θάλασσαν, ακολουθούσι την αριστεράν όχθην του ποταμού, όταν δε επιστρέφωσιν οπίσω, ακολουθούσι την δεξιάν τόσον εγγύς ώστε προστρίβονται εις την ξηράν διά να μη πλανηθώσι της οδού των υπό του ρεύματος. Όταν άρχεται να πληρούται ο Νείλος, πρώτον μεν καλύπτονται τα κοίλα μέρη της γης και τα τέλματα όσα είναι πλησίον του ποταμού. Άμα δε καλυφθώσι ταύτα, αμέσως πληρούνται τα πάντα υπό μικρών ιχθύων. Πόθεν δε γεννώνται ούτοι πιθανώς νομίζω ότι το ενόησα. Το προηγούμενον έτος, όταν αποσύρεται ο ποταμός, τα θήλεα αποθέτοντα τα ωά των εις τον πηλόν αναχωρούσι με τα τελευταία ύδατα· αφού δε παρέλθη το έτος και επανέλθη το ύδωρ, εκ των ωών τούτων αμέσως γεννώνται ιχθύες. Και διά μεν τους ιχθύας ούτως έχει.

94. Έλαιον δε οι κατοικούντες παρά τα έλη Αιγύπτιοι μεταχειρίζονται το παραγόμενον εκ του καρπού των σιλλικυπρίων, το οποίον οι Αιγύπτιοι καλούσι κίκι. Ιδού δε πώς το έχουσι· σπείρουσιν εις τα χείλη των ποταμών και των λιμνών τα σιλλικύπρια ταύτα, τα οποία εις την Ελλάδα αυτομάτως φύονται άγρια· αυτά σπειρόμενα εις την Αίγυπτον, φέρουσι πολύν πλην δυσώδη καρπόν. Μετά την συγκομιδήν, άλλοι μεν τα διατηρούσι και εξάγουσι το έλαιον, άλλοι δε, αφού αφαιρέσωσι πάσαν υγρασίαν αυτών, τα βράζουσι και συλλέγουσι το εξ αυτών χυνόμενον ρευστόν· είναι δε τούτο παχύ και επίσης καλόν διά τον λύχνον ως το εκ της ελαίας έλαιον, αλλ' έχει οσμήν ανυπόφορον.

95. Κατά δε των κωνώπων, οι οποίοι είναι άφθονοι, μεταχειρίζονται οι Αιγύπτιοι διάφορα μέσα καταστροφής. Όσοι μεν κατοικούσιν υπεράνω των ελών, κτίζουσι πύργους εις τους οποίους αναβαίνουσι και κοιμώνται· διότι οι κώνωπες, ένεκα του ανέμου, δεν δύνανται να πετώσιν υψηλά. Όσοι δε κατοικούσι περί τα έλη, αντί των πύργων, επενόησαν άλλο· πας άνθρωπος κρατεί δίκτυον· με αυτό δε την μεν ημέραν αλιεύει, την δε νύκτα περικαλύπτει την κλίνην του, και έπειτα ολισθαίνων κάτωθεν κοιμάται. Οι δε κώνωπες, εάν μεν ο άνθρωπος κοιμάται τετυλιγμένος εις ιμάτιον ή σινδόνην, δάκνουσιν αυτόν, διά μέσου όμως του δικτύου ούτε δοκιμάζουσιν.

96. Τα πλοιάρια των Αιγυπτίων, εκείνα τα οποίας χρησιμεύουσι προς μεταφοράν των εμπορευμάτων, είναι κατεσκευασμένα από ακακίαν, δένδρον του οποίου το σχήμα ομοιάζει με τον λωτόν της Κυρήνης, και του οποίου τα δάκρυα είναι κόμμι. Εκ της ακακίας λοιπόν ταύτης κόπτουσι σανίδας μακράς μέχρι δύο πήχεων και τας προσκολλώσιν ως πλίνθους· διά να στερεώσωσι δε τας σανίδας και δώσωσιν εις αυτάς σχήμα πλοίου, τας συνδέουσι με χονδρούς και μακρούς πασσάλους. Αφού τοιουτοτρόπως κατασκευάσωσι το σκάφος, θέτουσιν έπειτα το κατάστρωμα· και στραβόξυλα μεν δεν μεταχειρίζονται, έσωθεν δε πακτόνουσι τους αρμούς με βύβλον. Έν μόνον πηδάλιον προσαρμόζουσιν όπερ διαπερά την τρόπιν· ο ιστός είναι εκ ξύλου ακακίας, τα ιστία εκ βύβλου. Ταύτα δε τα πλοία άνω μεν του ποταμού δεν δύνανται να πλέωσιν εάν δεν πνέη άνεμος ορμητικός, τα έλκουσιν όμως εκ της όχθης και καταβαίνουσι το ρεύμα τοιουτοτρόπως· έχουσι θύραν κατεσκευασμένην εκ μυρίκης και εις αυτήν ερραμμένον πλέγμα εκ καλάμων, προσέτι δε τρυπημένην πέτραν έχουσαν βάρος τουλάχιστον δύο ταλάντων. Και την μεν θύραν δεδεμένην με σχοινίον αφίνουσι να φέρεται έμπροσθεν του πλοίου, την δε πέτραν με άλλο σχοινίον όπισθεν. Το πλέγμα ακολουθεί το ρεύμα του ύδατος, τρέχει ταχέως και σύρει την βάριν (ούτω καλούνται τα πλοιάρια ταύτα), ο δε λίθος συρόμενος όπισθεν και εγγίζων τον βυθόν του ποταμού, μετριάζει την κίνησιν. Τοιαύτα πλοία έχουσι πολλά, τινά δε φέρουσι βάρος πολλών χιλιάδων ταλάντων.

97. Όταν ο Νείλος εκχειλίση και καλύψη την χώραν, μόνον αι πόλεις φαίνονται υπέρ το ύδωρ, απαραλλάκτως ως αι νήσοι του Αιγαίου πελάγους· διότι τα μεν άλλα μέρη της Αιγύπτου γίνονται πέλαγος, μόναι δε αι πόλεις υπερέχουσιν. Όταν συμβαίνη τούτο, αι διαπορθμεύσεις γίνονται ουχί διά του ρεύματος του ποταμού, αλλά διά της πεδιάδος· ώστε διά να μεταβή τις εκ της Ναυκράτιος εις την Μέμφιν, πρέπει να διέλθη πλησίον των πυραμίδων, ενώ ο συνήθης δρόμος δεν είναι αυτός, αλλ' εκ της γωνίας του Δέλτα και της πόλεως Κερκασώρου. Από της θαλάσσης δε και του Κανώβου εις την Ναύκρατιν, πλέων διά πεδιάδος, θα διέλθης διά της πόλεως Ανθύλλης και της λεγομένης Αρχανδρουπόλεως.

98. Μεταξύ των πόλεων τούτων η Άνθυλλα, πόλις σημαντική, εξελέγη διά να παρέχη τα υποδήματα του κατά καιρόν βασιλέως της Αιγύπτου. Τούτο δε γίνεται αφότου η Αίγυπτος υπετάγη εις τους Πέρσας. Η άλλη με φαίνεται ότι έλαβε το όνομα από τον γαμβρόν του Δαναού Άρχανδρον, υιόν του Φθίου και έγγονόν του Αχαιού, δι' ο και λέγεται Αρχάνδρου πόλις. Και επί τη υποθέσει δε ότι υπήρξε και άλλος Άρχανδρος, το όνομα όμως τούτο δεν είναι Αιγυπτιακόν.

99. Όσα μέχρι τούδε είπον περί Αιγύπτου τα είδον ιδίοις όμμασι, τα έκρινα ο ίδιος και τα εξέτασα· όσα δε θα είπω κατόπιν είναι λόγοι των Αιγυπτίων καθώς τους ήκουσα· ευρίσκονται όμως μεταξύ αυτών καί τινα των οποίων εγενόμην αυτόπτης. Οι ιερείς με είπον ότι ο πρώτος βασιλεύς της Αιγύπτου Μην απεγεφύρωσεν όλην την Μέμφιν, διότι πρότερον ο ποταμός εξετείνετο μέχρι του ψαμμώδους όρους του προς το μέρος της Λιβύας. Ο Μην εγέμισε με χώμα, εκατόν στάδια υπεράνω της Μέμφιος, τον προς μεσημβρίαν διευθυνόμενον βραχίονα του Νείλου, εξήρανε την αρχαίαν κοίτην την οποίαν είχον ορύξει τα ύδατα, και τα ηνάγκασε να ρέωσι διά μέσου της κοιλάδος. Και σήμερον ακόμη ο μετατετραμμένος ούτος βραχίων είναι αντικείμενον μεγάλης προσοχής εκ μέρους των Περσών οίτινες τον φράττουσιν ανά παν έτος· διότι, εάν συμβή ο ποταμός να διαρρήξη το πρόχωμα και να το υπερβή, η Μέμφις διατρέχει τον κίνδυνον να καταποντισθή ολόκληρος. Αφού λοιπόν ο Μην, ο πρώτος ούτος βασιλεύς, εχέρσωσε το αποκλεισθέν τούτο μέρος, αφ' ενός μεν έκτισε την πόλιν ταύτην ήτις σήμερον καλείται Μέμφις και ήτις κείται εις την κλεισώρειαν της Αιγύπτου, έπειτα την περιέβαλεν απ' άρκτου και δυσμών με λίμνην τεχνιτήν συγκοινωνούσαν με τον ποταμόν όστις αφ' εαυτού περιορίζει την πόλιν απ' ανατολών· αφ' ετέρου δε ωκοδόμησε τον ναόν του Ηφαίστου, μέγαν και άξιον θαυμασμού.

100. Μετά δε τούτον μοι απηρίθμησαν οι ιερείς εκ βιβλίου τα ονόματα τριακοσίων τριάκοντα άλλων βασιλέων της Αιγύπτου. Εις την μακράν ταύτην σειράν των γενεών, δεκαοκτώ βασιλείς ήσαν Αιθίοπες και μία βασίλισσα Αιγυπτία καθώς και όλοι οι επίλοιποι βασιλείς. Το όνομα αυτής ήτο Νίτωκρις, όπως εκαλείτο και μία των βασιλισσών της Βαβυλώνος· ο δε αδελφός αυτής, ως με είπον, βασιλεύσας προ αυτής, εφονεύθη υπό των Αιγυπτίων οίτινες έδωκαν την βασιλείαν εις την Νίτωκριν· αύτη όμως, διά να εκδικήση τον φόνον του αδελφού της βασιλέως, εφόνευσε δολίως πολλούς Αιγυπτίους. Κατασκευάσασα μακρόν οίκημα υπόγαιον, προσεκάλεσεν εκείνους τους οποίους εγνώριζεν ότι είχον λάβει το μάλλον ενεργόν μέρος εις τον φόνον, επί προφάσει μεν να εγκαινιάσωσι το οίκημα, πράγματι όμως άλλα μηχανωμένη. Παρέθεσεν εις αυτούς συμπόσιον, και ενώ έτρωγον, έφερεν επ' αυτών τον ποταμόν διά μακρού οχετού μυστικού. Ιδού τι με διηγήθησαν περί αυτής, προστιθέντες ότι αφού εκόρεσε την εκδίκησίν της ερρίφθη εις δωμάτιον πλήρες σποδού όπως διαφύγη την τιμωρίαν.