Part 12
44. Θέλων δε να μάθω περί αυτών σαφές τι παρ' ούτινος δήποτε ήθελον δυνηθή, έπλευσα εις την Τύρον της Φοινίκης, ακούσας ότι υπήρχεν εκεί ναός αφιερωμένος εις τον Ηρακλέα, και είδον τον ναόν τούτον πλουσίως κεκοσμημένον από πολλά αναθήματα. Περιείχε δύο στήλας· την μεν εκ χρυσού απέφθου, την δε εκ σμαράγδου λίθου, λάμπουσαν κατά την νύκτα ζωηρώς. Συνομιλήσας με τους ιερείς τους ηρώτησα πόσος χρόνος είχε παρέλθει αφότου εκτίσθη ο ναός των· εύρον δε ότι μήτε αυτοί συνεφώνουν με τους Έλληνας· διότι, κατ' αυτούς, ο ναός εκτίσθη συγχρόνως με την κατοίκισιν της Τύρου, η δε Τύρος κατοικείται προ δισχιλίων και τριακοσίων ετών. Είδον προσέτι εις την πόλιν ταύτην έτερον ναόν του Ηρακλέους, του οποίου η επωνυμία εδείκνυεν ότι ήτο Θάσιος. Έπλευσα λοιπόν και εις την Θάσον, όπου εύρον ναόν του Ηρακλέους κτισθέντα υπό των Φοινίκων οίτινες ενώ έπλεον προς αναζήτησιν της Ευρώπης, αφήκαν εκεί την αποικίαν ταύτην. Τούτο δε συνέβη πέντε γενεάς πριν γεννηθή ο Ηρακλής του Αμφιτρύωνος εις την Ελλάδα. Το συμπέρασμα των αναζητήσεων τούτων αποδεικνύει σαφώς ότι ο Ηρακλής είναι αρχαίος θεός, και νομίζω ότι πράττουσιν ορθότατα εκείνοι εκ των Ελλήνων όσοι έχουσι δύο ναούς του Ηρακλέους· και εις μεν τον ένα προσφέρουσι θυσίας ως εις αθάνατον, καλούντες αυτόν Ολύμπιον, εις δε τον άλλον τον τιμώσιν ως ήρωα.
45. Αλλ' οι Έλληνες λέγουσι περί αυτού πολλά και απερίσκεπτα. Ούτω δε και ο εξής μύθος τον οποίον αναφέρουσι περί του Ηρακλέους είναι ολίγον ευήθης. Κατά την άφιξιν αυτού εις την Αίγυπτον, λέγουσι, στέψαντες αυτόν με φύλλα οι Αιγύπτιοι, τον έφερον μετά πομπής διά να τον θυσιάσωσιν εις τον Δία. Και μέχρι μέν τινος ο Ηρακλής έμενεν ήσυχος, ότε δε έφθασαν πλησίον του βωμού και ητοιμάζοντο να τον θυσιάσωσιν, έδειξε την δύναμίν του και τους εφόνευσεν όλους. Οι διηγούμενοι ταύτα με φαίνεται ότι αγνοούσιν ολοτελώς την φύσιν και τα έθιμα των Αιγυπτίων. Τωόντι, αφού δεν επιτρέπεται εις αυτούς να θυσιάζωσι κτήνη άλλα ειμή πρόβατα, βόας άρρενας και μόσχους, όταν ήναι καθαροί, και χήνας, πώς είναι δυνατόν να θυσιάζωσιν ανθρώπους; Εκτός τούτου, ο Ηρακλής ήτο μόνος, και ως λέγουσιν άνθρωπος θνητός· πώς εξηγείται λοιπόν να εφόνευσε πολλάς μυριάδας ανθρώπων; Και περί τούτων μεν τοσαύτα ειπόντας, ας μας συγχωρήσωσιν οι θεοί και οι ήρωες.
46. Οι δε Αιγύπτιοι περί ων ωμίλησα προ ολίγου δεν θυσιάζουσι μήτε αίγας μήτε τράγους διά την εξής αιτίαν. Οι Μενδήσιοι συγκαταριθμούσι τον Πάνα μεταξύ των οκτώ θεών οίτινες εγένοντο πρότεροι των δώδεκα. Επειδή δε οι ζωγράφοι και οι γλύπται ζωγραφίζουσι και γλύφουσι το άγαλμα του Πανός όπως οι Έλληνες, αιγοπρόσωπον και τραγοσκελές, όχι διότι τον φαντάζονται τοιούτον, αλλά τον νομίζουσιν όμοιον με τους άλλους θεούς (θα ήτο δε δυσάρεστον εις εμέ να είπω διατί τον παριστώσι τοιούτον), διά τούτο οι Μενδήσιοι σέβονται όλον το γένος των αιγών, και πλειότερον τους άρρενας ή τας θηλείας· τούτων δε των αρρένων οι βοσκοί απολαμβάνουσι μεγαλειτέρας τιμάς.
Ένα τράγον σέβονται περισσότερον από όλους, και όταν ούτος αποθάνη μέγα πένθος επιβάλλεται εις όλον τον νομόν. Αιγυπτιστί και ο τράγος και ο Παν λέγεται Μένδης. Επί της εποχής μου, εγένετο εις τον νομόν τούτον το ακόλουθον τεράστιον· τράγος συνευρίσκετο μετά γυναικός αναφανδόν. Εις όλους τους ανθρώπους εγένετο γνωστόν τούτο.
47. Οι Αιγύπτιοι θεωρούσι τον χοίρον ως ζώον ακάθαρτον· επομένως, εάν τις αυτών διαβαίνων πλησίον χοίρου εγγίση αυτόν, καταβαίνει με όλα τα ενδύματά του εις τον ποταμόν και λούεται· αφ' ετέρου οι Αιγύπτιοι χοιροβοσκοί, μολονότι ιθαγενείς, δεν εμβαίνουσιν εις κανένα ναόν της χώρας, ούτε δίδει τις την θυγατέρα του εις αυτούς, ούτε λαμβάνει από αυτούς γυναίκα, αλλά δίδουσι και λαμβάνουσι γυναίκας οι χοιροβοσκοί μεταξύ των. Οι Αιγύπτιοι δεν νομίζουσι πρέπον να θυσιάζωσι χοίρον εις άλλους θεούς ή την Σελήνην και τον Διόνυσον (19)· εις αυτούς μόνους θυσιάζουσι και τρώγουσι το κρέας των θυμάτων. Δεν κρύπτουσι την αιτίαν διά την οποίαν, ενώ αποστρέφονται τους χοίρους εις τας άλλας εορτάς, τους θυσιάζουσιν εις αυτήν· εγώ όμως, καίτοι γνωρίζων την αιτίαν ταύτην, δεν νομίζω ευπρεπές να την είπω. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία των χοίρων εις την Σελήνην· άμα το ζώον σφαγή, λαμβάνουσι την άκραν της ουράς, τον σπλήνα, την σκέπην των εντέρων, και αφού τα περιτυλίξωσιν όλα ομού με όλον το πάχος το οποίον εύρον εις την κοιλίαν, τα καίουσιν επί του βωμού. Τα λοιπά κρέατα τρώγονται κατ' αυτήν εκείνην την ημέραν της πανσελήνου καθ' ην εγένετο η θυσία. Άλλην δε ημέραν δεν δύνανται να γευθώσι χοιρείου κρέατος. Όσοι μεταξύ αυτών είναι πτωχοί, δι' απορίαν μέσων πλάττουσι χοίρους εκ ζύμης τους οποίους ψήσαντες θυσιάζουσι.
48. Εις το εσπερινόν δείπνον, κατά την παραμονήν της εορτής του Διονύσου, σφάξας έκαστος προ της θύρας του χοίρον, τον δίδει οπίσω και τον λαμβάνει ο ίδιος χοιροβοσκός όστις τω τον επώλησε. Πλην των χορών, οι Αιγύπτιοι εκτελούσι τα λοιπά της εορτής ως οι Έλληνες. Αντί δε του φαλλού επενόησαν αγάλματα νευρόσπαστα, πηχυαία το μέγεθος, και περιφέρουσίν αυτά αι γυναίκες εις τας κώμας, έχοντα το αιδοίον κινούμενον και μόλις μικρότερον του όλου σώματος. Προηγείται αυλητής, ακολουθούσι δε αι γυναίκες άδουσαι τον Διόνυσον. Διατί το αιδοίον είναι τόσον υπερμέτρως μέγα, και διατί αυτό μόνον το μέλος του σώματος κινείται; Περί τούτου υπάρχει ιερά τις παράδοσις.
49. Νομίζω ότι ο Μελάμπους, ο υιός του Αμυθέωνος, εγνώρισε και μάλιστα είδε τας τελετάς ταύτας, διότι αυτός εδίδαξεν εις τους Έλληνας το όνομα του Διονύσου, την εορτήν αυτού και την πομπήν του φαλλού. Τους εδίδαξεν όμως πράγμα το οποίον και αυτός δεν είχεν εννοήσει καλώς, οι δε μεταγενέστεροι αυτού σοφοί εσαφήνισαν αυτό εντελέστερον. Εδίδαξε λοιπόν ο Μελάμπους να περιφέρωσι τον φαλλόν προς τιμήν του Διονύσου, και οι Έλληνες μαθόντες τούτο παρ' αυτού πράττουσίν όσα πράττουσιν. Εγώ νομίζω ότι ο Μελάμπους υπήρξεν άνθρωπος σοφός, αφ' εαυτού σύστησας την μαντικήν τέχνην, αλλ' ότι εισήγαγεν εις τους Έλληνας διάφορα τα οποία έμαθεν εις την Αίγυπτον, και μεταξύ άλλων την λατρείαν του Διονύσου αφού επέφερεν εις αυτήν ολίγας παραλλαγάς. Και τωόντι, πώς είναι δυνατόν να πιστεύσωμεν ότι τα προς τιμήν του θεού τούτου γινόμενα εις την Αίγυπτον και εις τους Έλληνας κατά σύμπτωσιν ομοιάζουσιν; Εάν δεν ήσαν νεωστί εισηγμένα, θα ήσαν όμοια προς παν ό,τι συμφωνεί με τα ήθη των Ελλήνων. Επίσης δεν πιστεύω ότι οι Αιγύπτιοι παρέλαβον από τους Έλληνας τούτο το έθιμον ή άλλο οιονδήποτε. Ως φρονώ δε εγώ, ο Μελάμπους θα έμαθε τα περί της τελετής του Διονύσου από τον Κάδμον τον Τύριον και από τους μετ' αυτού ελθόντας εκ της Φοινίκης εις την χώραν ήτις καλείται σήμερον Βοιωτία.
50. Σχεδόν όλα τα ονόματα των θεών ήλθον εκ της Αιγύπτου εις την Ελλάδα· αι έρευναί μου με πείθουσιν ότι τα παρελάβομεν από χώρας βαρβάρους, και νομίζω ότι προ πάντων ήλθον εκ της Αιγύπτου. Εκτός του Ποσειδώνος και των Διοσκούρων, περί ων ωμίλησα, εκτός της Ήρας, της Εστίας, της Θέμιδος, των Χαρίτων και των Νηρηίδων, τα ονόματα όλων των άλλων θεών υπήρξαν πάντοτε παρά τοις Αιγυπτίοις. Επαναλαμβάνω ενταύθα ό,τι αυτοί οι ίδιοι με είπον. Οι Θεοί, ων τα ονόματα λέγουσιν οι Αιγύπτιοι ότι αγνοούσιν, ωνομάσθησαν νομίζω από τους Πελασγούς, πλην του Ποσειδώνος· αυτόν δε τον θεόν έμαθον οι Έλληνες από τους Λίβυας. Ουδείς προ αυτών είχε προφέρει το όνομά του, και αυτοί τον ετίμων πάντοτε ως θεόν. Οι Αιγύπτιοι ουδεμίαν λατρείαν αποδίδουσιν εις τους ήρωας.
51. Έλαβον λοιπόν οι Έλληνες παρά των Αιγυπτίων τα έθιμα τα οποία είπα, και άλλα τα οποία θα είπω κατόπιν· δεν εδίδαξαν όμως οι Αιγύπτιοι τους Έλληνας να κατασκευάζωσι τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Πρώτοι όλων των Ελλήνων οι Αθηναίοι παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Πελασγούς και το μετέδωκαν εις όλους τους άλλους. Διότι οι Πελασγοί κατώκουν την αυτήν χώραν με τους Αθηναίους όταν ούτοι ηριθμούντο ήδη μεταξύ των Ελλήνων, και τούτου ένεκα ήρχισαν και οι Πελασγοί να νομίζωνται Έλληνες. Όστις δε εμυήθη τα μυστήρια των Καβείρων τα οποία τελούσιν οι Σαμοθράκες παραλαβόντες αυτά από τους Πελασγούς, εκείνος γνωρίζει τι λέγω. Οι δε Πελασγοί, πριν μεταβώσιν εις την Αττικήν, κατώκουν την Σαμοθράκην, και από τούτους παρέλαβον τα μυστήρια οι Σαμοθράκες. Πρώτοι λοιπόν των Ελλήνων οι Αθηναίοι διδαχθέντες παρ' αυτών, έκαμον τα αγάλματα του Ερμού με το αιδοίον ορθόν. Οι Πελασγοί αποδίδουσιν εις τούτο αιτίαν ιεράν, την οποίαν εξηγούσι τα μυστήρια της Σαμοθράκης.
52. Πρότερον οι Πελασγοί ευχόμενοι προσέφεραν εις τους θεούς παντός είδους προσφοράς, ως με εβεβαίωσαν εις την Δωδώνην, χωρίς να δίδωσιν εις αυτούς ούτε όνομα ιδιαίτερον ούτε επώνυμον, διότι δεν είχον ακούσει έως τότε τοιούτο τι. Tους εκάλουν θεούς διά μόνον τον λόγον ότι τακτοποιήσαντες το σύμπαν, εκυβέρνων αυτό. Έπειτα, μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου, έμαθον εκ της Αιγύπτου τα ονόματα των άλλων θεών· το δε του Διονύσου έμαθον πολύ βραδύτερον. Περί των ονομάτων τούτων ηρώτησαν το μαντείον της Δωδώνης, εκείνο το οποίον οι Έλληνες θεωρούσιν ως αρχαιότατον και το μόνον τότε. Όταν λοιπόν οι Πελασγοί ηρώτησαν εάν έπρεπε να λάβωσιν ονόματα ερχόμενα από τους βαρβάρους, το μαντείον απεκρίθη : «Λάβε.» Έκτοτε δε έθυον μεταχειριζόμενοι τα ονόματα ταύτα των θεών, τα οποία επί τέλους παρέλαβον οι Έλληνες από αυτούς.
53. Πόθεν ήλθεν έκαστος των θεών; Υπήρξαν πάντοτε όλοι; Ποίον το όχημα αυτών; Ουδείς εγίνωσκέ τι, κυρίως ειπείν, μέχρις εσχάτων. Διότι νομίζω ότι ο Ησίοδος και ο Όμηρος δεν ήσαν αρχαιότεροι εμού ειμή κατά τετρακόσια έτη και ουχί πλειότερον. Αυτοί είναι οι γράψαντες την θεογονίαν των Ελλήνων, οι δόντες εις τους θεούς ονόματα, οι διανείμαντες εις αυτούς τιμάς και τέχνας, οι περιγράψαντες τας μορφάς αυτών και καθώς νομίζω εγώ, οι ποιηταί τους οποίους λέγουσι προγενεστέρους των δύο τούτων ανθρώπων υπήρξαν μεταγενέστεροι. Εξ όσων είπα, τα μεν πρώτα, τα λέγουσιν αι ιέρειαι της Δωδώνης, τα δε περί Ησιόδου και Ομήρου τα λέγω εγώ.
54. Ιδού δε τι διηγούνται οι Αιγύπτιοι περί των εν τη Ελλάδι και εν τη Λιβύα δύο χρηστηρίων. Κατά τους ιερείς του Θηβαιέως Διός, δύο ιέρειαι ηρπάγησαν από τας Θήβας υπό Φοινίκων· κατόπιν έμαθον ότι η μία μεν αυτών επωλήθη εις την Λιβύαν, η δε άλλη εις την Ελλάδα, και ότι αι δύο αύται γυναίκες εσύστησαν τα πρώτα μαντεία εις τα δύο ταύτα έθνη. Επειδή δε εγώ τους ηρώτησα πόθεν ήξευρον αυτό το οποίον μετά τοσαύτης βεβαιότητος μοι έλεγον, απεκρίθησαν ότι μετά πολλού ζήλου εζήτησαν αυτάς τας γυναίκας, ότι δεν ηδυνήθησαν να τας ανεύρωσι και ότι ύστερον έμαθον αυτά τα οποία έλεγον.
55. Και ταύτα μεν ήκουσα από τους ιερείς των Θηβών· αι δε ιέρειαι της Δωδώνης λέγουσιν ότι δύο μαύραι περιστεραί είχον πετάξει από τας Θήβας της Αιγύπτου, και η μεν ήλθεν εις την Λιβύαν, η δε εις την Δωδώνην· η τελευταία αύτη εκάθησεν επί φηγού και λαβούσα φωνήν ανθρωπίνην τοις είπεν ότι εις αυτόν τον τόπον έπρεπε να συστήσωσι μαντείον του Διός· ο λαός ενόησεν ότι το άγγελμα εκείνο ήτο θείον και εξετέλεσεν αμέσως τα παραγγελθέντα. Προσθέτουσιν ότι η άλλη περιστερά διέταξε τους Λίβυας να συστήσωσι το χρηστήριον του Άμμωνος· είναι δε και τούτο χρηστήριον του Διός. Ταύτα με είπον αι ιέρειαι της Δωδώνης, εξ ων η μεν πρεσβυτάτη ωνομάζετο Προμένεια, η δευτέρα Τιμαρέτη, η δε νεωτάτη Νικάνδρη. Οι δε άλλοι Δωδωναίοι, όσοι ήσαν εις τον ναόν, συνεφώνουν με αυτάς.
56. Περί τούτων εγώ έχω την εξής γνώμην. Εάν αληθώς οι Φοίνικες ήρπασαν τας ιερείας εκείνας και τας επώλησαν, την μεν εις την Λιβύαν, την δε εις την Ελλάδα, νομίζω ότι η γυνή αύτη η μεταφερθείσα εις την σημερινήν Ελλάδα, ήτις άλλοτε εκαλείτο Πελασγία, θα επωλήθη εις την Θεσπρωτίαν, και ότι γενομένη δούλη θα ίδρυσε ναόν του Διός υπό την ευρισκομένην εκεί φηγόν, νομίζουσα πρέπον, αφού υπηρέτησεν εις τον εν Θήβαις ναόν του Διός εξ ου ήλθε, να διαιωνίση την ανάμνησιν αυτού εν τω τόπω όπου είχε μεταφερθή. Μετά ταύτα, αφού έμαθε την Ελληνικήν γλώσσαν, θα εσύστησε το χρηστήριον και θα είπεν ότι η αδελφή της επωλήθη υπό των Φοινίκων οίτινες επώλησαν και αυτήν.
57. Νομίζω δε ότι αι γυναίκες αύται εκλήθησαν υπό των Δωδωναίων περιστεραί, επειδή ήσαν βάρβαροι και εφαίνοντο ότι εφθέγγοντο ως πτηνά. Βραδύτερον, όταν η γυνή αύτη ωμίλησε με τρόπον μάλλον καταληπτόν εις αυτούς, είπον ότι μία περιστερά ελάλησε με ανθρωπίνην φωνήν· ενόσω όμως μετεχειρίζετο την βάρβαρον γλώσσαν, τοις εφαίνετο ότι ωμίλει ως πτηνόν, διότι πώς είναι δυνατόν περιστερά να ομιλήση ανθρωπίνως; Το μέλαν χρώμα το οποίον δίδουσιν εις την περιστεράν σημαίνει ότι η γυνή ήτο Αιγυπτία.
58. Το εν ταις Θήβαις της Αιγύπτου μαντείον και το εν Δωδώνη δίδουσι τας αποκρίσεις των σχεδόν ομοίως, καθότι η τέχνη του διά της εξετάσεως των θυμάτων μαντεύεσθαι ήλθεν επίσης εκ της Αιγύπτου. Πρώτοι όλων των ανθρώπων οι Αιγύπτιοι έκαμον τας πανηγύρεις, τας πομπάς, τα αφιερώματα, από αυτούς δε τας έμαθον οι Έλληνες. Τεκμήριον τούτου, κατ' εμέ, είναι το εξής· εν Αιγύπτω φαίνονται ότι είναι αρχαιόταται· εν Ελλάδι φαίνονται ότι νεωστί εγένοντο.
59. Οι Αιγύπτιοι δεν αρκούνται κατ' έτος εις μίαν μόνην πανήγυριν, αλλά τελούσι πολλάς τοιαύτας εξ ων η μεν πρώτη, εκείνη χάριν της οποίας μεταβαίνουσι προθυμότατα, γίνεται εις την Βούβαστιν προς τιμήν της Αρτέμιδος· η δευτέρα γίνεται εις την Βούσιριν προς τιμήν της Ίσιδος· διότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχει ο μέγιστος ναός της Ίσιδος. Η πόλις είναι εχτισμένη εις το μέσον του Δέλτα, Ίσις δε κατά την γλώσσαν των Ελλήνων είναι η Δημήτηρ. Η τρίτη πανήγυρις τελείται εις Σάιν, προς τιμήν της Αθηνάς· η τετάρτη εις Ηλιούπολιν, προς τιμήν του Ηλίου· η πέμπτη εις την Βουτώ, προς τιμήν της Λητούς και η έκτη εις την Πάπρημιν προς τιμήν του Άρεως.
60. Ιδού δε πώς μεταβαίνουσιν εις την πόλιν Βούβαστιν, διότι άπειροι άνδρες και γυναίκες μεταβαίνουσιν εκεί πανταχόθεν διά πλοιαρίων. Τινές των γυναικών κρατούσαι κρόταλα κροταλίζουσιν, άνδρες δέ τινες αυλούσι καθ' όλον τον πλουν· οι λοιποί, άνδρες και γυναίκες, άδουσι και κροτούσι τας χείρας. Όταν δε πλέοντες προσεγγίσωσιν είς τινα πόλιν εκ των μεταξύ ευρισκομένων, δένουσι το πλοιάριον εις την ξηράν και πράττουσι τα ακόλουθα. Τινές μεν των γυναικών εξακολουθούσι τα άσματά των ή τον κροταλισμόν των κροτάλων, άλλαι περιγελώσι με μεγάλας φωνάς τας γυναίκας της πόλεως εκείνης, άλλαι χορεύουσι, και άλλαι ιστάμεναι όρθιαι ανασύρουσι τα ενδύματά των. Εις εκάστην δε πόλιν παραποταμίαν πράττουσι τα αυτά. Όταν δε φθάσωσιν εις την Βούβαστιν, εορτάζουσι προσφέροντες μεγάλας θυσίας, και εις ταύτην την εορτήν αναλίσκουσι περισσότερον οίνον σταφυλής ή καθ' όλον τον λοιπόν χρόνον. Πλην των παιδίων, συμφοιτώσιν εκεί επτακόσιοι χιλιάδες ανδρών και γυναικών, ως λέγουσιν οι εντόπιοι. Και ταύτα μεν γίνονται εις την Βούβαστιν.
61. Εις δε την Βούσιριν, πώς τελούσι την εορτήν της Ίσιδος είπα ανωτέρω. Μετά τας θυσίας, άνδρες και γυναίκες, πάμπολλαι μυριάδες, τύπτονται· διά ποίον όμως θεόν τύπτονται θα ήτο ανόσιον εις εμέ να είπω. Οι εις την Αίγυπτον κατοικούντες Κάρες πράττουσι τούτο περισσότερον από τους άλλους, τόσον ώστε κόπτουσι και τα μέτωπά των με μαχαίρας· εκ τούτου δε γνωρίζονται ότι είναι ξένοι και ουχί Αιγύπτιοι.
62. Όταν συναθροισθώσι διά να κάμωσι θυσίας εις την πόλιν Σάιν, ανάπτουσιν επί μίαν νύκτα όλοι πολλά λυχνάρια έξω και πέριξ των οικιών. Τα λυχνάρια δε ταύτα είναι μικρά αγγεία πλήρη άλατος και ελαίου, και εις την επιφάνειαν επιπλέει το ελλύχνιον. Τα λυχνάρια καίουσι δι όλης της νυκτός, και η εορτή αύτη καλείται λυχνοκαΐα. Όσοι Αιγύπτιοι δεν έλθωσιν εις την πανήγυριν ταύτην, περιμένοντες την νύκτα της θυσίας, ανάπτουσιν όλοι λυχνάρια, εις τρόπον ώστε ου μόνον η Σάις είναι φωταγωγημένη, αλλ' όλη η Αίγυπτος. Διά ποίον δε λόγον γίνεται η φωτοχυσία και τιμώσι την νύκτα ταύτην, υπάρχει περί τούτου ιερά τις παράδοσις.
63. Εις δε την Ηλιούπολιν και την Βουτώ οι μεταβαίνοντες θυσίας μόνον επιτελούσιν. Εις την Πάπρημιν τηρούσι μεν τας αυτάς θυσίας και ιεροπραξίας ως εις τας άλλας πόλεις, όταν όμως ο ήλιος αρχίση να κλίνη προς την δύσιν, τινές μεν ιερείς ενασχολούνται περί το άγαλμα, άλλοι δε, οι περισσότεροι, κρατούντες ράβδους, ίστανται εις την είσοδον του ναού· ο λαός, ήτοι πολλαί χιλιάδες ανδρών, προσευχόμενοι, ίστανται συμπαγείς εις το αντίθετον μέρος. Από της προτεραίας μεταφέρουσιν εκ του ναού εις άλλο οίκημα ιερόν το άγαλμα το οποίον είναι εντός ναΐσκου εκ ξύλου κεχρυσωμένου. Οι ιερείς, οι οποίοι είχον μείνει περί το άγαλμα, αρχίζουσι να σύρωσι προς τον μέγαν ναόν άρμα τετράτροχον έχον επ' αυτού τον ναΐσκον και το άγαλμα, αλλ' οι εις τα προπύλαια ιστάμενοι δεν επιτρέπουσιν εις αυτούς την είσοδον. Τότε οι ευλαβείς, ερχόμενοι προς βοήθειαν του θεού, τους κτυπώσιν· εκείνοι υπερασπίζονται, σφοδρά ραβδομαχία επακολουθεί, και πολλαί κεφαλαί συντρίβονται. Και υποθέτω μεν ότι πολλοί και αποθνήσκουσιν εκ των τραυμάτων, πλην οι Αιγύπτιοι βεβαιούσιν ότι ουδείς ουδέποτε απέθανεν.
64. Διηγούνται δε ως εξής την σύστασιν της πανηγύρεως ταύτης. Η μήτηρ του Άρεως διέμενεν εις τον ναόν τούτον· ο θεός, ανατρεφόμενος αλλαχού, εγένετο έφηβος και ηθέλησε να εισέλθη διά να συνομιλήση με την μητέρα του· αλλ' οι υπηρέται, οίτινες ποτέ δεν τον είχον ιδεί, δεν τον άφησαν και τον απώθησαν· τότε αυτός έλαβεν ανθρώπους από άλλην πόλιν, έδειρε τους υπηρέτας και εισήλθεν εις της μητρός του. Ιδού, λέγουσι, το έθιμον των ξυλοκοπημάτων κατά την εορτήν του Άρεως. Οι δε Αιγύπτιοι είναι οι πρώτοι οίτινες εσύστησαν ως κανόνα θρησκευτικόν να μη συνευρίσκωνται μετά γυναικών εντός των ναών και να μη εμβαίνωσιν εις αυτούς εάν δεν λουσθώσι μετά την συνουσίασιν. Τωόντι, όλοι σχεδόν οι άνθρωποι (πλην των Αιγυπτίων και των Ελλήνων) μιγνύονται μετά γυναικών εντός των ναών ή εισέρχονται εις αυτούς άλουτοι άμα εγερθώσιν από τας γυναίκας, νομίζοντες ότι οι άνθρωποι κατ' ουδέν διαφέρουσι των λοιπών ζώων. Διότι βλέποντες τα άλλα κτήνη και τα πτηνά οχευόμενα εντός των ναών και των ιερών δασών, λέγουσιν ότι δεν θα εγίνετο τούτο εάν δεν ήτο αρεστόν εις τους θεούς. Και αυτοί μεν ούτω δικαιολογούμενοι πράττουσι τούτο, εγώ όμως φρονώ ανάρμοστον την δικαιολογίαν ταύτην.
65. Οι Αιγύπτιοι μετά μεγίστης προσοχής τηρούσιν όλας τας θρησκευτικάς εντολάς, και ιδίως αυτάς τας οποίας θα είπω. Η Αίγυπτος μολονότι όμορος της Λιβύας, δεν έχει όμως άγρια θηρία, όλα δε τα ζώα όσα υπάρχουσιν εκεί θεωρούνται ιερά, και εκείνα τα οποία ζώσι μετά των ανθρώπων, και εκείνα τα οποία δεν ζώσι μετ' αυτών. Εάν είπω διατί θεωρούνται ιερά, θα εισήγοντο εις την διήγησίν μου πράγματα θεία, τα οποία προ πάντων αποφεύγω να αναφέρω. Όσα δε τοιαύτα ανέφερα επιτροχάδην, τα είπον βιασθείς υπό της ανάγκης. Υπάρχει περί των ζώων το εξής έθιμον· φύλακες εξ αμφοτέρων των φύλων είναι διωρισμένοι να τρέφωσιν έκαστον είδος κεχωρισμένως, ο δε υιός διαδέχεται τον πατέρα εις το τιμητικόν τούτο καθήκον. Οι κάτοικοι των πόλεων εκπληρούσι τας ευχάς των διά των φυλάκων τούτων όταν θέλωσι να αποτείνωσι παράκλησίν τινα προς τον θεόν εις ον ανήκει το ζώον, ξυρίζουσιν είτε όλην την κεφαλήν, είτε το ήμισυ, είτε το τρίτον της κεφαλής των υιών των· θέτουσιν εις τα σταθμά πλάστιγγος, εξ ενός μεν μέρους τα μαλλία, εξ άλλου δε το βάρος αυτών εις άργυρον· οιονδήποτε δε και αν ήναι το βάρος τούτο, το δίδουσιν εις την φύλακα του ζώου· αύτη δε, προς αντάλλαγμα, κόπτει εις τεμάχια ιχθύας και τους δίδει εις τα ζώα να τους φάγωσι. Τοιαύτη είναι η διδομένη εις αυτά τροφή. Εάν τις φονεύση εκουσίως κανέν εκ των ζώων τούτων τιμωρείται με θάνατον· εάν δε το φονεύση ακουσίως, πληρόνει πρόστιμον το οποίον ορίζουσιν οι ιερείς. Όστις φονεύση εκουσίως ή ακουσίως ίβιν ή ιέρακα, ανάγκη να θανατωθή.
66. Όσον μέγας και αν ήναι ο αριθμός των ζώων τα οποία συνδιαιτώνται με τους ανθρώπους, θα ήτο πολύ μεγαλείτερος εάν δεν συνέβαινεν εις τους αιλούρους αυτό το οποίον θα ειπώ. Όταν γεννήσωσιν αι θήλειαι, δεν πλησιάζουσι τους άρρενας· ούτοι δε ζητούντες να μιγώσι με αυτάς και μη δυνάμενοι να το κατορθώσωσι, μηχανώνται το εξής. Αρπάζοντες από των θηλέων και απάγοντες τα τέκνα, φονεύουσιν αυτά· αφού τα φονεύσωσιν όμως, δεν τα τρώγουσι. Τότε αι θήλειαι, στερούμεναι των τέκνων των και επιθυμούσαι άλλα, δεν αποφεύγουσι πλέον τους άρρενας· διότι το ζώον τούτο πολύ αγαπά την διαιώνισιν του είδους του. Εάν συμβή πυρκαϊά, ακολουθούσιν εις τους αιλούρους πράγματα υπερφυσικά· τωόντι, ενώ οι Αιγύπτιοι, ιστάμενοι κατά διαστήματα, προσέχουσι πλειότερον πώς να σώσωσι τους αιλούρους των ή να σβέσωσι το πυρ, τα ζώα ταύτα ολισθαίνουσι διά των κενών διαστημάτων, πηδώσιν υπεράνω των ανθρώπων και ρίπτονται εις τας φλόγας. Εις τα τοιαύτα συμβεβηκότα βαθεία λύπη καταλαμβάνει τους Αιγυπτίους. Όταν είς τινα οικίαν αποθάνη αίλουρος εκ φυσικού θανάτου, οι κάτοικοι αυτής ξυρίζουσι μόνον τας οφρύς των· αλλ' εάν αποθάνη κύων, ξυρίζουσιν όλον το σώμα και την κεφαλήν.
67. Τους νεκρούς αιλούρους μεταφέρουσιν εις οικήματα ιερά· έπειτα, αφού τους ταριχεύσωσι, τους θάπτουσιν εις την Βούβαστιν. Οι κύνες θάπτονται, έκαστος εις την πόλιν του, εντός θηκών ιερών, και οι ιχνεύμονες ομοίως. Αι μυγαλαί και οι ιέρακες φέρονται εις την Βουτώ, αι ίβεις (20) εις την Ερμούπολιν. Αι άρκτοι, αίτινες εισί σπανιώταται, και οι λύκοι οίτινες δεν υπερβαίνουσι τας αλώπεκας κατά το ανάστημα, θάπτονται εις το μέρος όπου ευρέθησαν νεκροί.
68. Του κροκοδείλου η φύσις είναι τοιαύτη. Κατά τους τέσσαρας ψυχροτέρους μήνας του έτους δεν τρώγει τίποτε· μολονότι δε είναι ζώον τετράπουν, ζη συγχρόνως και εις την ξηράν και εις το ύδωρ· διότι γεννά μεν τα ωά του και τα εκλεπίζει εις ξηράν, και διέρχεται το πλείστον της ημέρας εις την όχθην, όλην όμως την νύκτα είναι εντός του ποταμού, καθότι το ύδωρ είναι θερμότερον της αιθρίας και της δρόσου· εξ όλων των θνητών όντων τα οποία γνωρίζομεν, αυτό από το μικρότατον μέγεθος καταντά εις το μέγιστον τα ωά αυτού δεν είναι μεγαλείτερα των της χηνός, και ο νεοσσός γίνεται ισομεγέθης με το ωόν· αυξάνει όμως μέχρι δεκαεπτά πήχεων, και ενίοτε περισσότερον. Έχει οφθαλμούς χοίρου, οδόντας μεγάλους και χαυλιόδοντας εξέχοντας και αναλόγους με το μήκος του σώματος. Είναι το μόνον ζώον το οποίον δεν έχει γλώσσαν. Η κάτω σιαγών αυτού είναι ακίνητος και προσεγγίζει την άνω, όπερ δεικνύει ότι και κατά τούτο διαφέρει από τα άλλα ζώα. Έχει όνυχας ισχυρούς, και επί της ράχεως δέρμα λεπιδωτόν αδιάρρηκτον. Τυφλόν εντός του ύδατος, είναι οξυδερκέστατον εις την ξηράν· επειδή δε διέρχεται το πλείστον του χρόνου εντός του ποταμού, όλον το στόμα του είναι πλήρες βδελλών αίτινες εκμυζώσι το αίμα του. Ζώα και πτηνά το αποφεύγουσιν, αλλά μετά του τροχίλου ζη εν ειρήνη, καθότι το πτηνόν τούτο τω παρέχει ωφέλειαν. Τωόντι, όταν ο κροκόδειλος εξέρχεται του ύδατος και αναβαίνη εις την ξηράν, η πρώτη αυτού ανάγκη είναι να εισπνεύση την πνοήν του ζεφύρου· μένει λοιπόν με στόμα χαίνον, τότε δε ο τροχίλος εισδύει εντός αυτού και τον απαλλάσσει από τας βδέλλας καταπίνων αυτάς. Δέχεται λοιπόν ο κροκόδειλος μετ' ευχαριστήσεως την εκδούλευσιν ταύτην και δεν βλάπτει παντελώς τον τροχίλον.
69. Είς τινας Αιγυπτίους ο κροκόδειλος είναι ιερός, είς τινας δε ου, και οι τελευταίοι ούτοι τον μεταχειρίζονται ως εχθρόν. Οι κατοικούντες περί τας Θήβας και την λίμνην Μοίριν θεωρούσιν αυτόν ιερόν. Έκαστος αυτών τρέφει ένα κροκόδειλον όστις διά της αγωγής καθίσταται χειροήθης· κρεμώσιν εις τα ώτα του ενώτια κρυστάλλινα και χρυσά· περιβάλλουσι με ψέλλια τους εμπροσθίους του πόδας και τω δίδουσι τροφάς εκλεκτάς προερχομένας από τας θυσίας. Τέλος, ζώντα μεν τον περιποιούνται πολύ, αποθανόντα δε τον ταριχεύουσι και τον θάπτουσιν εις ιεράς θήκας. Εξ εναντίας, οι κατοικούντες την Ελεφαντίνην πόλιν τρώγουσι τους κροκοδείλους, ουδόλως νομίζοντες αυτούς ιερούς. Καλούνται δε ουχί κροκόδειλοι, αλλά χάμψαι· τους ωνόμασαν δε κροκοδείλους οι Ίωνες, ευρίσκοντες ότι ομοιάζουσι κατά το σχήμα με τους κροκοδείλους (21) οίτινες γεννώνται εις τα μέρη των εντός των φρακτών.
70. Οι Αιγύπτιοι τους συλλαμβάνουσι διά πολλών και διαφόρων τρόπων, αλλ' εγώ θα περιγράψω εκείνον όστις μοι φαίνεται μάλλον άξιος διηγήσεως. Ο αλιεύς, αφού δελεάση το άγκιστρον με ράχιν χοίρου, το αφίνει να κυματίζη εις το μέσον του ποταμού· αυτός δε κρατών δέλφακα (22) ζωντανόν εις το χείλος του ποταμού, τον κτυπά. Ακούων την φωνήν ο κροκόδειλος, τρέχει προς αυτήν, και συναντών το άγκιστρον, το καταπίνει· τότε οι άνθρωποι τον έλκουσιν από το ύδωρ. Αφού δε εξελκυσθή εις την γην, προ παντός άλλου ο αλιεύς χρίει, τους οφθαλμούς αυτού με πηλόν. Τούτου γενομένου, το ζώον ευκολώτατα δαμάζεται· άλλως, μετά πολλού κόπου το κατορθόνει.