Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 11

Chapter 1120 wordsPublic domain

24. Εάν δε, αφού εμέμφθην τας προεκτεθείσας γνώμας, ήναι ανάγκη να εκθέσω και εγώ την ιδικήν μου επί των σκοτεινών τούτων ζητημάτων, θα είπω τι φρονώ περί της αυξήσεως του Νείλου κατά το θέρος. Ο ήλιος διωκόμενος κατά τον χειμώνα υπό της κακοκαιρίας από τον πρώτον δρόμον του, έρχεται εις τα άνω της Λιβύας. Και εν συντόμω μεν ταύτα είναι όσα είχα να ειπώ επί του αντικειμένου τούτου· διότι η χώρα πλησιέστατα της οποίας ή άνωθεν της οποίας διέρχεται ο θεός ούτος, φυσικόν είναι να διψά και να στειρεύωσιν οι ποταμοί αυτής.

25. Διά να δηλώσω δε το πράγμα μάλλον εκτεταμένως προσθέτω τα ακόλουθα. Ο ήλιος διαβαίνων άνωθεν της Λιβύας κάμνει τα εξής. Επειδή καθ' όλον τον χρόνον η ατμοσφαίρα εκείνων των μερών είναι ανέφελος και το έδαφος θερμόν, ο ήλιος διαβαίνων κάμνει και εκεί ότι συνειθίζεί να κάμνη εδώ κατά το θέρος όταν ευρίσκεται εις το μέσον του ουρανού· ελκύει προς εαυτόν όλα τα ύδατα, και αφού τα ελκύση, τα μεταφέρει εις χώρας υψηλοτέρας· τότε οι άνεμοι τα παραλαμβάνουσι, τα διασκορπίζουσι και τα διαλύουσιν εις ατμούς. Φυσικώς, εξ όλων των άνεμων εκείνοι οίτινες πνέουσιν εκ των χωρών τούτων, ο νότος και ο λιψ, είναι οι φέροντες περισσοτέραν βροχήν. Εν τούτοις ο ήλιος, κατ' εμέ, δεν αποβάλλει πάντοτε όλον το ύδωρ το οποίον ανέλκει κατ' έτος από τον Νείλον, αλλά διατηρεί επάνω και έν μέρος. Όταν δε ο χειμών μετριάση, επιστρέφει ο ήλιος προς το μέσον του ουρανού, ελκύων ομοίως προς εαυτόν ύδωρ από όλους τους ποταμούς. Και κατά μεν τον χειμώνα ούτοι ρέουσιν υπερχειλείς, διότι πολύ ύδωρ βροχής είναι αναμεμιγμένον εις αυτούς, κατά δε το θέρος, επειδή ελλείπουσιν αι βροχαί και ο ήλιος εξατμίζει αυτούς, είναι αδύνατοι. Ο Νείλος όμως, τον οποίον εξατμίζει ο ήλιος, μόνος εξ όλων των ποταμών ρέει κατά τον χειμώνα πολύ μικρότερος ή κατά το θέρος, διότι κατά την τελευταίαν ταύτην εποχήν δεν χάνει ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον των άλλων ποταμών, ενώ κατά τον χειμώνα μόνος αυτός πάσχει. Ούτω λοιπόν κρίνω ότι ο ήλιος είναι αιτία των αποτελεσμάτων τούτων.

26. Εις την αυτήν αιτίαν πρέπει κατά την εμήν γνώμην να αποδώσωμεν και την ξηρότητα του αέρος εις τας χώρας ταύτας, διότι ο ήλιος καίει τα πάντα κατά την πορείαν του. Τοιουτοτρόπως δε εις τα άνω της Λιβύας επικρατεί θέρος παντοτεινόν. Εάν η τοποθέτησις των ζωνών μετεβάλλετο, εάν εις μεν την θέσιν του ουρανού όπου σήμερον είναι ο βοράς και ο χειμών μετέβαινεν ο νότος και η μεσημβρία, εις δε την του νότου ο βοράς, ο ήλιος, διωκόμενος εκ του μέσου του ουρανού υπό του βορά και του χειμώνος, θα ήρχετο εις την άνω Αίγυπτον, καθώς έρχεται σήμερον εις την Λιβύαν, και διερχόμενος όλην την Ευρώπην, υποθέτω ότι θα επενήργει επί του Ίστρου ως επενεργεί επί του Νείλου.

27. Όσον αφορά την αιτίαν διά την οποίαν ο Νείλος δεν αποπνέει ουδέ την ελαχίστην αύραν, ιδού τι φρονώ και περί τούτου· ότι δεν είναι φυσικόν να πνέη η αύρα από τας θερμάς χώρας, διότι αρέσκεται να πνέη από τας δροσεράς.

28. Και ταύτα μεν ας εξακολουθήσωσιν ως είναι και ως ήσαν εξ αρχής· περί δε των πηγών του Νείλου, κανείς, μήτε από τους Αιγυπτίους μήτε από τους Λίβυας μήτε από τους Έλληνας μεθ' ων συνωμίλησα, δεν ηδυνήθη να με είπη ότι τας ηξεύρει, εκτός μόνον εις την Σάιν της Αιγύπτου ο θησαυροφύλαξ του ναού της Αθηνάς. Και αυτός μοι εφάνη αστειευόμενος όταν ισχυρίσθη ότι είχε πολύ ακριβείς πληροφορίας. Επαναλαμβάνω όσα με είπε· κατ' αυτόν, υπάρχουσι δύο όρη των οποίων αι κορυφαί λήγουσιν εις οξύ, κείμενα μεταξύ της εν Θηβαΐδι Συήνης και της Ελεφαντίνης και καλούμενα το μεν Κρώφι το δε Μώφι. Μεταξύ αυτών αι πηγαί του Νείλου αναθρώσκουσιν εκ βαράθρου αβαθούς. Και το μεν ήμισυ των υδάτων καταβαίνει εις την Αίγυπτον, προς το μέρος του βορά, το δε άλλο ήμισυ εις την Αιθιοπίαν, προς το μέρος του νότου. Ότι δε αι πηγαί εξέρχονται εκ βαράθρου αβαθούς, το εύρεν εκ πείρας ο Ψαμμίτιχος· διότι, αφού διέταξε να πλέξωσι χονδρόν σχοινίον πολλών χιλιάδων οργυιών, το έρριψε και δεν ηδυνήθη να εύρη τον βυθόν. Ταύτα εβεβαίου ο θησαυροφύλαξ· εγώ όμως αγνοώ εάν έλεγεν αλήθειαν. Εκ της δοκιμής δε ταύτης συμπεραίνω ότι θα υπάρχωσιν εκεί ισχυραί δίναι αίτινες αναβαίνουσι και εξωθούσι το ύδωρ μεταξύ των ορέων μετά τοσαύτης ορμής ώστε η βολίς να μη δύναται να φθάση μέχρι του βυθού.

29. Παρ' ουδενός άλλου ηδυνήθην να μάθω τι· διά να μάθω δε περισσότερα, εξέτεινα τας αναζητήσεις μου· και μέχρι μεν της Ελεφαντίνης πόλεως μετέβην και τα είδον ιδίοις όμμασιν, απ' εκεί δε και πέραν τα παρέλαβον εξ ακοής. Άνωθεν της Ελεφαντίνης πόλεως το έδαφος είναι ανωφερές, και ο θέλων να αναπλεύση τον ποταμόν είναι ηναγκασμένος να δέση το πλοιάριον εξ αμφοτέρων των πλευρών και να το σύρη ως βουν. Εάν το σχοινίον κοπή, το πλοιάριον καταβαίνει παρασυρόμενον υπό της δυνάμεως του ρεύματος. Πλέουσι τοιουτοτρόπως επί τέσσαρας ημέρας, και εις το μέρος τούτο ο Νείλος είναι σκολιός ως ο Μαίανδρος· δώδεκα δε σχοίνους πρέπει κατ' αυτόν τον τρόπον να διαπλεύσης, και έπειτα θα φθάσης εις πεδιάδα ομαλήν εις την οποίαν ο Νείλος ρέει περί τινα νήσον ήτις καλείται Ταχομψώ. Αμέσως άνωθεν της Ελεφαντίνης η χώρα κατοικείται υπό των Αιθιόπων· εν τούτοις το ήμισυ της νήσου κατοικείται υπό Αιγυπτίων. Συνέχεται δε αύτη μετά μεγάλης λίμνης πέριξ της οποίας κατοικούσιν Αιθίοπες νομάδες. Ταύτην αφού διαπλεύσης, εισέρχεσαι εις το ρεύμα του ποταμού όπερ χύνεται εις την λίμνην. Εκεί πρέπει να αποβής από το πλοιάριον και να εξακολουθήσης την πορείαν σου εις την όχθην επί τεσσαράκοντα ημέρας, διότι εντός του Νείλου είναι διεσπαρμένοι σκόπελοι οίτινες εξέχουσι και ύφαλοι υπό το ύδωρ διά των οποίων είναι αδύνατον να πλεύσης. Μετά την τεσσαρακονθήμερον ταύτην πορείαν, εισέρχεσαι πάλιν εις άλλο πλοιάριον και μετά δώδεκα ημερών πλουν φθάνεις εις μεγάλην πόλιν της οποίας το όνομα είναι Μερόη και ήτις ως λέγουσιν είναι η μητρόπολις των άλλων Αιθιόπων. Εις την πόλιν ταύτην λατρεύουσι μόνους εξ όλων των θεών τον Δία και τον Διόνυσον, τους τιμώσιν υπερβαλλόντως και ο Ζευς έχει εκεί μαντείον. Εκστρατεύουσι δε όταν τους διατάττη ο θεός και πολεμούσιν όπου τους είπη.

30. Μακρυνόμενος από την πόλιν ταύτην πλέων φθάνεις εις τους Αυτομόλους εις τόσον καιρόν όσον εδαπάνησας διά να έλθης από την Ελεφαντίνην. Το όνομα του λαού τούτου είναι Ασμάχ, σημαίνει δε εις την γλώσσαν των Ελλήνων εκείνους οίτινες ίστανται πλησίον του βασιλέως προς τα αριστερά. Ιδού δε η καταγωγή των Αυτομόλων· διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες πολεμισταί Αιγύπτιοι επανεστάτησαν και ήλθον εις τους Αιθίοπας δια την ακόλουθον αιτίαν. Επί της βασιλείας του Ψαμμιτίχου υπήρχον φρουραί εις την Ελεφαντίνην κατά των Αιθιόπων, εις τας Πηλουσιακάς Δάφνας κατά των Αραβίων και των Σύρων, τέλος εις την Μαρέαν κατά των Λιβύων. Έτι δε και εις την εποχήν μου οι Πέρσαι διατηρούσι τας αυτάς φρουράς όπως ήσαν επί Ψαμμιτίχου, και φυλάττουσι την Ελεφαντίνην και τας Δάφνας. Επειδή δε οι Αιγύπτιοι ούτοι εφρούρουν επί τρία έτη και δεν ήρχοντο άλλοι να τους αντικαταστήσωσι, συνεκρότησαν συμβούλιον και συμφωνήσαντες εγκατέλιπον τον Ψαμμίτιχον και μετέβησαν εις την Αιθιοπίαν. Μαθών τούτο ο Ψαμμίτιχος τους κατεδίωξε, και όταν τους έφθασε, τους παρεκάλει επί πολύ να μη αφήσωσι τους πατρίους θεούς, τα τέκνα και τας γυναίκας. Τότε είς εξ αυτών, ως λέγεται, δεικνύων το αιδοίον του, είπεν ότι όπου ήτο αυτό, εκεί θα εύρισκε και γυναίκα και τέκνα. Φθάσαντες εις την Αιθιοπίαν παρέδωσαν εαυτούς εις τον βασιλέα της χώρας ταύτης όστις εις αντάλλαγμα τοις έδωκε το ακόλουθον δώρον. Αιθίοπές τινες είχον σχηματίσει κόμμα εναντίον του· αυτούς τους Αιθίοπας είπεν ο βασιλεύς εις τους Αιγυπτίους να εξώσωσι και να κατοικήσωσι την γην των. Αφότου δε οι Αιγύπτιοι ούτοι κατώκησαν εκεί, εγένοντο οι Αιθίοπες ημερώτεροι παραλαβόντες ήθη Αιγυπτιακά.

31. Εκτός λοιπόν του μέρους το οποίον διατρέχει ο Νείλος αφού εισέλθη εις τον Αίγυπτον, είναι γνωστός μέχρι πλοός και οδοιπορίας τεσσάρων μηνών, διότι αυτόν τον αριθμόν ευρίσκομεν εάν προσθέσωμεν τους μήνας τους οποίους αναλίσκομεν διά να μεταβώμεν εκ της Ελεφαντίνης εις τους Αυτομόλους τούτους. Ρέει δε ο Νείλος από δυσμών. Από του μέρους τούτου και άνω ουδείς ηδυνήθη να με είπη τι θετικόν, ένεκα του καύματος όπερ καθιστά τον τόπον τούτον έρημον.

32. Έμαθον όμως τας ακολούθους λεπτομερείας παρά Κυρηναίων τινών οίτινες με είπον ότι μεταβάντες διά να ερωτήσωσι το μαντείον του Άμμωνος και συνομιλήσαντες μετά του Ετεάρχου βασιλέως των Αμμωνίων ανέφερον προς τοις άλλοις και περί του Νείλου και είπον ότι κανείς δεν εγνώριζε τας πηγάς του. Τότε ο Ετέαρχος τοις διηγήθη ότι Νασαμώνες τινες (έθνος Λιβυκόν κατοικούν την Σύρτιν και ολίγον μέρος της προς ανατολάς της Σύρτιος χώρας) ελθόντες προς αυτόν και ερωτώμενοι εάν ήξευρον να είπωσί τι περισσότερον περί των ερήμων της Λιβύας απεκρίθησαν ότι τολμητίαι τινές παίδες προυχόντων συνέλαβον την ιδέαν άμα έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν να λαμπρυνθώσι δι' εκτάκτου τινός κατορθώματος. Ρίψαντες κλήρον διέταξαν πέντε εξ αυτών να υπάγωσι και να ερευνήσωσι τας ερήμους της Λίβυας μήπως ανακαλύψωσί τι περισσότερον από εκείνους οίτινες είδον τα μακρότατα μέρη· διότι τα μεν κατά την βόρειον θάλασσαν μέρη της Λιβύας, από της Αιγύπτου μέχρι του ακρωτηρίου Σολόεντος, όπου τελειόνει η Λιβύα, κατοικούσιν όλην αυτήν την παραλίαν Λίβυες και πολλά έθνη Λιβυκά, πλην των μερών τα οποία κατοικούσι Φοίνικες και Έλληνες. Από της παραλίας όμως ταύτης και των κατοικουμένων μερών η Λιβύα είναι κατοικητήριον θηρίων· πέραν δε υπάρχει έρημος άνευ ύδατος και κεκαλυμμένη υπό άμμου. Οι νεανίαι λοιπόν ούτοι οίτινες επέμφθησαν υπό των συνηλικιωτών των, λαβόντες μεθ' εαυτών πολλά τρόφιμα και ύδωρ, μετέβησαν πρώτον εις το κατοικούμενον μέρος. Αφού δε διήλθον αυτό, εισεχώρησαν εις το διαμονητήριον των θηρίων και εκείθεν ήλθον εις την έρημον διευθυνόμενοι προς δυσμάς. Διέβησαν τοιουτοτρόπως μέγα διάστημα αμμώδες, και μετά πολλών ημερών πορείαν, είδον εις την πεδιάδα δένδρα αυτοφυή, έδραμον προς αυτά και έδρεψαν καρπούς. Ενώ δε έδρεπον, μικροί τινες άνθρωποι, μικρότεροι του μετρίου αναστήματος, ήλθον, τους συνέλαβον και τους απήγαγον. Ουδείς των Νασαμώνων ενόει την γλώσσαν των και ουδείς εκείνων την των Νασαμώνων. Τους απήγον δε διά μέσου απεράντου έλους και επί τέλους έφθασαν εις πόλιν τινά όπου όλοι οι άνθρωποι είχον το αυτό ανάστημα με εκείνους οίτινες τους είχον συλλάβει· όλοι ήσαν μέλανες· πλησίον δε της πόλεως έρρεε μέγας ποταμός τρέχων από δυσμών προς ανατολάς, εντός του οποίου είδον κροκοδείλους.

33. Και περί μεν της διηγήσεως του Ετεάρχου αρκούσιν όσα είπα· θα προσθέσω δε μόνον ότι έλεγε, κατά την διήγησιν των Κυρηναίων, ότι οι Νασαμώνες επέστρεψαν και ότι όλοι οι άνθρωποι οι κατοικούντες εκεί ήσαν γόητες. Ο Ετέαρχος επίστευεν ότι ο ποταμός τον οποίον είχον ιδεί ήτο ο Νείλος, ο δε ορθός λόγος απαιτεί να παραδεχθώμεν την εικασίαν ταύτην· διότι ο Νείλος, ως εγώ φρονώ εικάζων εκ των γνωστών τα άγνωστα, έρχεται από την Λιβύαν διασχίζων αυτήν εις το μέσον και το διάστημα αυτού είναι ίσον με το του Ίστρου· και τωόντι ο Ίστρος αρχίζων από το Κελτούς και την πόλιν Πυρίνην, τρέχει σχίζων τη Ευρώπην εις το μέσον. Κατοικούσι δε οι Κελτοί πέραν των Ηρακλείων στηλών και συνορεύουσι με τους Κυνησίους οίτινες είναι οι τελευταίοι κάτοικοι προς δυσμάς, και ο Ίστρος, αφού διασχίση όλην την Ευρώπην, χύνεται εις τον Εύξεινον πόντον, εις το μέρος όπου οι άποικοι των Μιλησίων ίδρυσαν την Ιστρίαν.

34. Διέρχεται λοιπόν ο Ίστρος διά κατοικουμένων μερών· πολλοί άνθρωποι τον γνωρίζουσιν, ενώ περί των πηγών του Νείλου κανείς δεν ηξεύρει τίποτε, καθότι η Λιβύα, διά μέσου της οποίας ρέει, είναι έρημος και ακατοίκητος. Και περί μεν του ρεύματος αυτού είπον ό,τι ηδυνήθην να εξιχνιάσω κατά τας μακροτάτας ερεύνας μου· το δε στόμιον αυτού είναι εις την Αίγυπτον, και η Αίγυπτος κείται σχεδόν αντικρύ των ορέων της Κιλικίας. Από των ορέων τούτων μέχρι της Σινώπης του Ευξείνου πόντου είναι διά ταχύν οδοιπόρον πέντε ημερών οδός ευθεία. Η δε Σινώπη κείται αντικρύ των στομίων του Ίστρου. Διά τούτο νομίζω ότι δύναμαι να παραβάλω το εν τη Λιβύα ρεύμα του Νείλου με το εν τη Ευρώπη ρεύμα του Ίστρου. Αλλ' αρκούσιν όσα είπον περί του Νείλου.

35. Έρχομαι δε τώρα να ομιλήσω εκτενέστερον περί της Αιγύπτου, καθότι αύτη πλειότερον πάσης άλλης χώρας περικλείει θαυμάσια πράγματα και έργα άξια περιγραφής· διά τούτο λοιπόν θα ομιλήσω μάλλον εκτενώς περί αυτής. Οι Αιγύπτιοι ζώσιν υπό ουρανόν όλως ίδιον εις αυτούς· η χώρα των βρέχεται υπό ποταμού του οποίου η φύσις διαφέρει όλων των άλλων ποταμών· τέλος δε έχουσιν έθιμα και νόμους εναντία κατά το πλείστον από τους άλλους ανθρώπους. Εκεί αι γυναίκες υπάγουσιν εις την αγοράν και γίνονταν μεταπράτιδες, οι δε άνδρες μένουσιν εις τας οικίας και υφαίνουσι. Πανταχού αλλού ωθούσι την κρόκην προς τα άνω, οι Αιγύπτιοι προς τα κάτω. Οι άνδρες βαστάζουσι τα φορτία εις την κεφαλήν, αι γυναίκες επί των ώμων· αι γυναίκες ουρούσιν όρθιαι, οι άνδρες καθήμενοι. Αφοδεύουσιν εντός των οικιών και τρώγουσιν έξω εις τας οδούς, λέγοντες ότι τα μεν αισχρά πλην αναγκαία πρέπει να τα εκπληροί τις κρυφίως, τα δε μη αισχρά αναφανδόν. Ουδεμία γυνή γίνεται ιέρεια θεού ή θεάς, αλλ' οι άνδρες είναι ιερείς πάντων και πασών. Οι υιοί δεν είναι ηναγκασμένοι να θρέφωσι τους γονείς των εάν δεν θέλωσιν· αι θυγατέρες όμως είναι ηναγκασμέναι εις τούτο, έστω και εάν δεν θέλωσι.

36. Αλλαχού οι ιερείς των θεών έχουσι μακράν κόμην· εις την Αίγυπτον ξυρίζονται· οι άνθρωποι συνοιθίζουσι να κόπτωσι τα μαλλία όταν πενθώσιν αποθανόντας συγγενείς· οι Αιγύπτιοι, προς τιμήν των αποθανόντων, αφίνουσι να αυξήσωσιν αι τρίχες της κεφαλής και του πώγωνος τας οποίας προηγουμένως εξύριζον. Οι άλλοι άνθρωποι ζώσι κεχωρισμένοι από τα ζώα, οι Αιγύπτιοι ζώσι φύρδην μίγδην μετ' αυτών. Αλλαχού τρέφονται με σίτον και κριθήν· αλλ' οι Αιγύπτιοι θεωρούσιν αισχρότατον και υποβάλλωνται εις τοιαύτην δίαιταν, και μεταχειρίζονται όλυραν, την οποίαν τινές ονομάζουσι ζειάν. Ζυμόνουσι με τους πόδας, με τας χείρας δε ανακατόνουσι τον πηλόν και καθαρίζουσι την κόπρον. Οι άλλοι άνθρωποι, εκτός εκείνων οίτινες παρέλαβον το έθιμον τούτο από τους Αιγυπτίους, αφίνουσι το αιδοίον των όπως επλάσθη εκ φύσεως· οι Αιγύπτιοι περιτέμνονται. Έκαστος ανήρ φορεί δύο ενδύματα, η γυνή φορεί έν. Οι άλλοι δένουσιν έξωθεν τους κρίκους των ιστίων και τους κάλους, οι Αιγύπτιοι τους δένουσιν έσωθεν. Οι Έλληνες γράφουσι τα γράμματα και αριθμούσι με χαλίκια αρχίζοντες από τα αριστερά και φέροντες την χείρα των προς τα δεξιά· οι Αιγύπτιοι αρχίζουσιν από τα δεξιά και προχωρούσι προς τα δεξιά λέγοντες ότι αυτοί γράφουσι προς τα δεξιά και οι Έλληνες προς τα αριστερά. Έχουσι δε δύο είδη χαρακτήρων· τους ιερούς χαρακτήρας και τους δημώδεις.

37. Επειδή δε είναι θεοσεβείς πολύ περισσότερον από όλους τους ανθρώπους, έχουσι τα εξής έθιμα. Πίνουσιν από ποτήρια χάλκινα τα οποία πλύνουσι καθ' ημέραν· τούτο δε πράττουσιν όλοι, και όχι τινές μόνον. Φορούσιν ενδύματα λινά πάντοτε νεόπλυτα, και προσέχουσιν εις τούτο πολύ. Περιτέμνονται χάριν καθαριότητος, και θεωρούσι προτιμότερον να φαίνωνται καθαροί ή ωραίοι. Ανά πάσαν τρίτην ημέραν οι ιερείς ξυρίζουσιν όλον το σώμα διά να μη τύχη και ευρεθή επ' αυτών μήτε φθείρα μήτε άλλο τι έντομον μυσαρόν όταν υπηρετώσι τους θεούς. Λινά μόνον ενδύματα φορούσιν οι ιερείς και υποδήματα κατεσκευασμένα από φλοιόν παπύρου· δεν τοις είναι δε επιτετραμμένον να φορώσιν άλλου είδους. Νίπτονται με ύδωρ δροσερόν, δις της ημέρας και δις της νυκτός. Και άλλα ούτως ειπείν άπειρα θρησκευτικά έθιμα εκπληρούσιν· απολαμβάνουσιν όμως και όχι ολίγα αγαθά. Μήτε φθείρουσι μήτε δαπανώσιν όσα ανήκουσιν εις αυτούς· τροφαί ιεραί ετοιμάζονται δι' αυτούς, και άπειρα κρέατα βοών και χηνών προσφέρονται εις αυτούς καθημερινώς· προς τούτοις τοις δίδεται οίνος σταφυλής. Δεν τοις επιτρέπεται όμως να τρώγωσιν ιχθύας. Εις όλην την Αίγυπτον δεν σπείρουσι κυάμους, εάν δε τύχη να φυτρώσωσι, δεν τους τρώγουσι μήτε ωμούς μήτε μαγειρευμένους. Οι ιερείς ούτε να τους ίδωσιν ανέχονται θεωρούντες το όσπριον τούτο ως ακάθαρτον. Έκαστος θεός δεν υπηρετείται μόνον παρ' ενός ιερέως, αλλά παρά πολλών, και είς εξ αυτών είναι μέγας ιερεύς· όταν αποθάνη τον διαδέχεται ο υιός του.

38. Φρονούσιν ότι οι άρρενες βόες είναι του Επάφου, και τούτου ένεκα τους δοκιμάζουσι διά του ακολούθου τρόπου. Εάν επί του βοός ανακαλύψωσι μίαν μόνην τρίχα λευκήν, υποθέτουσιν αυτόν ακάθαρτον. Είς των ιερέων, επιτετραμμένος τούτο, εξετάζει το πράγμα, κρατουμένου του ζώου ορθίου ή ριπτομένου υπτίου. Έλκει δε συγχρόνως την γλώσσαν του διά να ίδη έκ τινων προσδιωρισμένων σημείων περί των οποίων θα ομιλήσω αλλαχού εάν ήναι καθαρά· τέλος παρατηρεί τας τρίχας της θύρας και βεβαιούται εάν φύωνται φυσικώς. Αφού δε το ζώον αποδειχθή υπό όλας τας επόψεις καθαρόν, το σημειοί τυλίσσων περί τα κέρατα αυτού φλοιόν παπύρου, έπειτα ο ιερεύς το αλείφει με σημαντρίδα γην, επιθέτει την σφραγίδα του και τοιουτοτρόπως το απάγουσιν. Όστις θυσιάζει βουν μη σημειωμένον τιμωρείται με θάνατον. Κατά τούτον λοιπόν τον τρόπον δοκιμάζεται το ζώον.

39. Ιδού δε πώς γίνεται η θυσία· όταν φέρωσι το σημειωμένον ζώον προ του βωμού όπου θέλουσι να το θυσιάσωσιν, ανάπτουσι πυρ, έπειτα πλησίον αυτού κάμνουσι σπονδάς με οίνον και επικαλούνται τον θεόν· ακολούθως σφάζουσι το θύμα, και αφού το σφάξωσιν, αποκόπτουσι την κεφαλήν αυτού. Εκδαίρουσι το σώμα, και αφού είπωσι κατά της κεφαλής εκείνης πολλάς αράς, την φέρουσιν εις την αγοράν, εάν υπάρχη τοιαύτη, και την πωλούσιν εις Έλληνά τινα έμπορον, εάν ευρίσκεται τοιούτος εις την πόλιν· ει δε και δεν ευρίσκεται Έλλην έμπορος, την ρίπτουσιν εις τον ποταμόν. Αι βλασφημίαι τας οποίας προφέρουσι κατά της κεφαλής εκείνης είναι αι ακόλουθοι· «Εάν μέλλωσι να συμβώσι δυστυχίαι εις εκείνους οίτινες προσφέρουσι την θυσίαν ταύτην, είθε αι δυστυχίαι αύται να στραφώσι και πέσωσι κατά της κεφαλής ταύτης.» Όλοι οι Αιγύπτιοι τηρούσι τας αυτάς συνήθειας προκειμένου περί των κεφαλών των θυμάτων και των σπονδών του οίνου· εις όλας δε τας θυσίας μεταχειρίζονται τους αυτούς νόμους, και συμφώνως με τους νόμους τούτους ουδέποτε Αιγύπτιος τρώγει την κεφαλήν ουδενός ζώου.

40. Η εξαγωγή των εντοσθίων και ο τρόπος του καίειν τα θύματα διαφέρουσι κατά τας θυσίας. Εγώ θα αναφέρω ποία είναι κατ' αυτούς η μεγίστη θεότης προς τιμήν της οποίας τελούσι την μεγίστην εορτήν. Αφού εκδείρωσι τον βουν, αποσπώσι την κοιλίαν κενήν, αφίνοντες εντός του σώματος τα σπλάγχνα και το πάχος. Κόπτουσι τους πόδας, την άκραν της ουράς, τους ώμους και τον τράχηλον. Τούτων γενομένων, γεμίζουσι το εναπομείναν σώμα με άρτους καθαρούς, με μέλι, με σταφίδας, με σύκα, με λιβανωτόν, με σμύρναν και με άλλα μύρα. Αφού δε το γεμίσωσι τοιουτοτρόπως, το καίουσιν επί του βωμού χύνοντες επ' αυτού άφθονον έλαιον. Θυσιάζουσι δε νήστεις έτι, και ενώ το θύμα καίεται, τύπτουσιν εαυτούς όλοι· τέλος, αφού κτυπηθώσι καλώς, κάθηνται και τρώγουσι τα μέλη του ζώου τα οποία εχώρισαν πρότερον.

41. Όλοι λοιπόν οι Αιγύπτιοι θυσιάζουσιν άρρενας βόας καθαρούς και μόσχους, δεν τοις είναι όμως επιτετραμμένον να θυσιάζωσι θηλείας διότι αύται θεωρούνται ιεραί της Ίσιδος. Το δε άγαλμα της Ίσιδος, ον γυναικείον, έχει κέρατα αγελάδος, όπως οι Έλληνες παριστώσι την Ιώ, και όλοι οι Αιγύπτιοι σέβονται ομοίως τας αγελάδας πολύ περισσότερον από όλα τα λοιπά ζώα. Τούτου ένεκα, ούτε ανήρ Αιγύπτιος ούτε γυνή Αιγυπτία στέργει να φιλήση Έλληνα εις το στόμα, ή να μεταχειρισθή την μάχαιραν, ή τους οβελούς, ή την χύτραν αυτού, ή να φάγη κρέας βοός καθαρού κοπέν υπό μαχαίρας Έλληνος. Θάπτουσι τους νεκρούς βόας διά του ακολούθου τρόπου· ρίπτουσα εις τον ποταμόν τας θηλείας, τους δε άρρενας τους ρίπτουσιν εντός εσκαμμένων βόθρων εις τα προάστειά των, αφίνοντες έξω του τάφου το έν κέρατον ή τα δύο ως σημείον. Όταν γίνη εντελής η σήψις και παρέλθη ο προσδιωρισμένος χρόνος, έρχεται εις εκάστην πόλιν έν πλοιάριον εκ της Προσωπίτιδος καλουμένης νήσου· είναι δε η νήσος αύτη εις το Δέλτα και έχει περιφέρειαν εννέα σχοίνων. Εν ταύτη τη Προσωπίτιδι νήσω υπάρχουσι και άλλαι πολλαί πόλεις. Εκείνη δε εκ της οποίας έρχονται τα πλοιάρια τα οποία συνάζουσι τα οστά των βοών, ονομάζεται Ατάρβηχις, και υπάρχει εν αυτή ναός αφιερωμένος εις την Αφροδίτην. Από την πόλιν ταύτην εξερχόμενοι οι άνθρωποι με πολλά πλοιάρια περιφέρονται εις όλας τας άλλας πόλεις διά να λάβωσι τα οστά, να τα φέρωσιν εις έν μέρος και τα θάψωσιν· εκεί όλα. Όπως θάπτουσι δε τους βόας ούτω θάπτουσι και τα άλλα αποθνήσκοντα κτήνη. Τοιούτον έθιμον λοιπόν επικρατεί εις αυτούς περί των κτηνών, διότι κανέν εκ τούτων των ζώων δεν φονεύουσιν οι Αιγύπτιοι.

42. Όσοι ίδρυσαν ναούς εις τον Θηβαιέα Δία, ή όσοι είναι από τον Θηβαίον νομόν, απέχονται προβάτων και θυσιάζουσιν αίγας. Διότι όλοι οι Αιγύπτιοι δεν τιμώσι τους αυτούς διά του αυτού τρόπου, πλην της Ίσιδος και του Οσίριδος (όστις λέγουσιν ότι είναι ο Διόνυσος), τους οποίους τιμώσι πανταχού ομοίως. Όσοι δε έχουσι ναόν του Μένδητος, απέχονται αιγών και θυσιάζουσι πρόβατα. Οι δε Θηβαίοι και όσοι ως αυτούς απέχονται προβάτων, λέγουσιν ότι το έθιμον τούτο επεκράτησε παρ' αυτοίς διά την ακόλουθον αιτίαν. Ο Ηρακλής ηθέλησεν αφεύκτως να ίδη τον Δία, όστις δεν ήθελε να τον ίδη ο Ηρακλής· τέλος, επειδή επέμενεν ο Ηρακλής, εμηχανεύθη ο Ζευς το εξής. Εκδείρας κριόν και αποταμών την κεφαλήν αυτού, την εκράτει προ του προσώπου του, αφού εφόρεσε πρότερον την δοράν του κριού. Εν τοιαύτη δε καταστάσει ευρισκόμενος, έδειξεν εαυτόν εις τον Ηρακλέα. Διά την αιτίαν ταύτην οι Αιγύπτιοι κάμνουσι το άγαλμα του Διός κριοπρόσωπον· εμιμήθησαν δε αυτούς οι Αμμώνιοι, οίτινες είναι άποικοι των Αιγυπτίων και των Αιθιόπων και η γλώσσα των είναι κράμα της Αιγυπτιακής και της Αιθιοπικής. Κατ' εμέ τούτου ένεκα έλαβον και την επωνυμίαν Αμμώνιοι, διότι Αμμούν ονομάζουσιν οι Αιγύπτιοι τον Δία. Δεν θυσιάζουσι λοιπόν οι Αιγύπτιοι κριούς, και ένεκα της παραδόσεως ταύτης θεωρούσιν αυτούς ως ιερούς· άπαξ μόνον του έτους, κατά την εορτήν του Διός, σφάξαντες και εκδείραντες κριόν περιβάλλουσι με το δέρμα του το άγαλμα του Διός, σύροντες ενώπιον αυτού το άγαλμα του Ηρακλέους. Γενομένης της τελετής ταύτης, όλοι οι ιερείς του ναού τύπτουσιν εαυτούς εις ένδειξιν πένθους διά τον θάνατον του κριού, και έπειτα θάπτουσιν αυτόν εις θήκην ιεράν.

48. Προκειμένου περί του Ηρακλέους, ήκουσα ότι ήτο είς των δώδεκα θεών· όσον δ' αφορά τον Ηρακλέα τον οποίον γνωρίζουσιν οι Έλληνες, ουδαμού της Αιγύπτου ηδυνήθην να μάθω τι. Ότι δε οι Αιγύπτιοι δεν έλαβον το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνας, αλλά μάλλον οι Έλληνες από τους Αιγυπτίους, και ιδίως εκείνοι οίτινες τον ωνόμασαν υιόν του Αμφιτρύωνος, έχω πολλά τεκμήρια περί τούτου, και προσέτι το ακόλουθον, ότι αμφότεροι οι γονείς του Ηρακλέους τούτου Αμφιτρύων και Αλκμήνη κατήγοντο ανέκαθεν από την Αίγυπτον, και διότι οι Αιγύπτιοι λέγουσιν ότι ούτε του Ποσειδώνος, ούτε των Διοσκούρων γνωρίζουσι τα ονόματα, ούτε εγένοντό ποτε δεκτοί οι θεοί ούτοι μεταξύ των θεοτήτων των. Ώστε, εάν ελάμβανον από τους Έλληνας το όνομα θεού τίνος, θα ενθυμούντο προ παντός άλλου το του Ποσειδώνος και το των Διοσκούρων· διότι και τότε εγίνοντο ταξίδια, και ήσαν Έλληνές τινες ναυτίλοι. Τούτο φρονώ εγώ και πρέπει να ήναι ορθή η γνώμη μου· ώστε αυτών των θεών τα ονόματα θα εμάνθανον μάλλον ή το του Ηρακλέους. «Ο Ηρακλής των Αιγυπτίων είναι αρχαιότατος θεός, και οι ίδιοι λέγουσα ότι δεκαεπτά χιλιάδες έτη πριν βασιλεύση ο Άμασις, ο αριθμός των θεών των ανεβιβάσθη από οκτώ εις δώδεκα, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρακλής.