Part 10
214. Η δε Τόμυρις, ακούσασα ότι ο Κύρος απέρριψε τας προτάσεις της, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις των Μασσαγετών και τον επολέμησεν. Υποθέτω ότι η μάχη αύτη ήτο η μάλλον ισχυρά από όσας εγένοντο μεταξύ βαρβάρων, και ήκουσα ότι εγένετο ως εξής. Πρώτον, λέγουσιν, οι δύο στρατοί σταθέντες αντικρύ έρριπταν μακρόθεν βέλη· έπειτα, αφού ετελείωσαν τα βέλη, συνεπλάκησαν σώμα προς σώμα, με τας λόγχας και τα εγχειρίδιά των· επί πολύ δε αμφότερα τα μαχόμενα μέρη επέμενον καρτερικώς και κανέν δεν ήθελε να φύγη. Τέλος ενίκησαν οι Μασσαγέται, το δε μεγαλείτερον μέρος του περσικού στρατού κατεγράφη εκεί επί τόπου, και ο Κύρος εφονεύθη αφού εβασίλευσεν εικοσιεννέα έτη. Η δε Τόμυρις, πληρώσασα ασκόν από ανθρώπινον αίμα, εζήτει το πτώμα του Κύρου μεταξύ των φονευμένων Περσών· και αφού το εύρεν, εβύθισε την κεφαλήν του εις τον ασκόν, και υβρίζουσα τον νεκρόν, είπε τα εξής· «Συ μεν αιχμαλωτίσας τον υιόν μου με δόλον, με ηφάνισες ζώσαν και νικώσαν σε· εγώ δε, ως σε ηπείλησα, θα σε κορέσω αίματος.» Ο τρόπος λοιπόν δι' ου ετελεύτησεν ο Κύρος αυτός είναι κατ' εμέ ο πιθανώτατος, μολονότι άλλοι άλλως διηγούνται αυτόν.
215. Οι δε Μασσαγέται φορούσιν ενδυμασίαν και έχουσι δίαιταν ομοίαν με τους Σκύθας. Είναι ιππείς και πεζοί, διότι πολεμούσι και κατά τους δύο τρόπους· είναι τοξόται και αιχμοφόροι, και κρατούσι πελέκεις. Δεν μεταχειρίζονται ειμή χρυσόν και χαλκόν. Αι αιχμαί των ακοντίων και των βελών των, και οι πελέκεις των είναι εκ χαλκού· τα κοσμήματα των περικεφαλαίων, των τιαρών, των ζωστήρων και των μασχαλιστήρων είναι εκ χρυσού. Ομοίως, περί τα στήθη των ίππων των, θέτουσι θώρακας χαλκίνους, ενώ οι χαλινοί και τα φάλαρα είναι χρυσά. Δεν μεταχειρίζονται δε μήτε άργυρον μήτε σίδηρον, καθότι δεν ευρίσκονται εις την χώραν των αυτά τα μέταλλα· χρυσού όμως και χαλκού υπάρχει αφθονία.
216. Ιδού δε και τα έθιμα αυτών. Έκαστος νυμφεύεται μεν μίαν γυναίκα, τας έχουσιν όμως όλας μεταξύ των κοινάς. Οι Έλληνες λέγουσιν ότι πράττουσι τούτο οι Σκύθαι· και όμως δεν το πράτουσιν οι Σκύθαι, αλλ' οι Μασσαγέται. Όταν τις εξ αυτών επιθυμήση γυναίκα τινα, κρεμά την φαρέτραν του προ της αμάξης και μίγνυται μετ' αυτής αφόβως. Όρος ζωής εις αυτούς δεν υπάρχει, αλλ' όταν τις γηράση, όλοι οι συγγενείς του συνελθόντες θυσιάζουσιν αυτόν· μετ' αυτού δε θυσιάζουσι διάφορα ζώα, βράζουσιν όλα τα κρέατα ομού και ευωχούνται. Ο θάνατος ούτος εφαίνετο εις αυτούς ευτυχέστατος· αλλά δεν τρώγουσιν εκείνους οίτινες αποθνήσκουσιν από ασθένειαν· τους θάπτουσι και φρονούσιν ότι ήτο δυστυχία δι' αυτούς να μη φθάσωσι την ηλικίαν καθ' ην θυσιάζονται. Δεν σπείρουσι την γην, αλλά ζώσιν από κτήνη και ιχθύας τους οποίους παρέχει αφθόνως ο Αράξης ποταμός. Είναι δε και γαλακτοπόται. Ο Ήλιος είναι ο μόνος θεός τον οποίον σέβονται και εις τον οποίον θυσιάζουσιν ίππους· ο λόγος δε της τοιαύτης θυσίας είναι, ότι εις τον ταχύτατον από τους θεούς πρέπει να προσφέρωσι το ταχύτατον πάντων των θνητών όντων.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ε Υ Τ Ε Ρ Π Η
1. Τελευτήσαντος δε του Κύρου, παρέλαβε την βασιλείαν ο Καμβύσης, υιός ων του Κύρου, και της Κασσανδάνης, θυγατρός του Φαρνάσπου, την οποίαν προαποθανούσαν επένθησε μεγάλως ο Κύρος και διέταξεν όλους τους λαούς επί των οποίων εβασίλευε να πενθήσωσιν ομοίως. Ταύτης λοιπόν της γυναικός και του Κύρου υιός ων ο Καμβύσης, εθεώρησε τους Ίωνας και τους Αιολείς ως κληρονομικούς υπηκόους, και όταν εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου, έλαβε μεθ' εαυτού πολλούς και από τους βαρβάρους επί των οποίων εβασίλευε, και από τους Έλληνας οίτινες ήσαν υποτεταγμένοι εις αυτόν.
2. Οι δε Αιγύπτιοι, πριν βασιλεύση εις αυτούς ο Ψαμμίτιχος, εθεώρουν εαυτούς ότι αυτοί ήσαν οι πρώτοι άνθρωποι οίτινες επλάσθησαν εις τον κόσμον. Αφότου όμως ο Ψαμμίτιχος ηθέλησε να μάθη ποίοι επλάσθησαν πρώτοι, έκτοτε νομίζουσιν ότι οι Φρύγες προηγήθησαν αυτών, προ των άλλων όλων δε αυτοί. Επειδή δε ο Ψαμμίτιχος εξετάζων δεν ηδύνατο κατ' ουδένα τρόπον να εύρη ποίοι άνθρωποι κατώκησαν πρώτοι την γην, επενόησε το ακόλουθον. Έλαβε δύο νεογνά τυχόντων ανθρώπων και τα έδωκεν εις ένα ποιμένα διά να τα αναθρέψη μεταξύ των ποιμνίων του συμμορφούμενος με τας ακολούθους οδηγίας· κανείς να μη προφέρη ποτέ ενώπιόν των την παραμικράν λέξιν· να τα κατακλίνη ιδιαιτέρως εις καλύβην μεμονωμένην· εις ωρισμένην ώραν να εισάγη εις το δωμάτιόν των αίγας· αφού δε χορτάσωσι βυζάνοντα να μη ασχολήται πλέον περί αυτών. Έλαβε δε τα μέτρα ταύτα ο βασιλεύς και έδωκε τας διαταγάς ταύτας διότι ήθελε ν' αντιληφθή τας μικράς συγκεχυμένας κραυγάς των παιδίων τούτων και ν' ακούση ποίαν λέξιν κατ' αρχάς ήθελον εναρθρώσει. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν· δύο δε έτη είχον παρέλθει αφότου ο ποιμήν εξεπλήρου το έργον του, όταν, καθ' ην στιγμήν ήνοιγε την θύραν και εισήρχετο εις την καλύβην, τα δύο παιδία προσεκολλήθησαν εις αυτόν τείνοντα τας χείρας και φωνάζοντα β ε κ ό ς. Την πρώτην φοράν ήκουσε την λέξιν ταύτην ο ποιμήν και δεν είπε τίποτε· επειδή όμως, συχνάζων εις την καλύβην και επιμελούμενος τα παιδία, ήκουσε πολλάκις αυτήν την λέξιν, εφανέρωσε το πράγμα εις τον κύριόν του όστις τον διέταξε να φέρη τα παιδία ενώπιόν του. Ο Ψαμμίτιχος, αφού τα ήκουσε και αυτός, ηρώτησε ποίοι άνθρωποι μεταχειρίζονται την λέξιν β ε κ ό ς και τι σημαίνει αύτη. Εξετάζων δε έμαθεν ότι οι Φρύγες καλούσιν ούτω τον άρτον. Εκ της δοκιμής ταύτης κρίναντες οι Αιγύπτιοι παρεδέχθησαν ότι οι Φρύγες ήσαν αρχαιότεροι αυτών.
3. Ούτως εγώ ήκουσα από τους ιερείς του Ηφαίστου εις την Μέμφιν ότι εγένετο το πράγμα. Οι δε Έλληνες λέγουσι πολλά παράλογα· μεταξύ δε άλλων ότι ο Ψαμμίτιχος διέταξε να αναθρέψωσι τα παιδία ταύτα γυναίκες των οποίων έκοψε την γλώσσαν. Ταύτα ήκουσα περί του τρόπου δι' ου ανετράφησαν τα παιδία. Έμαθον προσέτι και άλλα συνομιλών εις την Μέμφιν μετά των ιερέων του Ηφαίστου, και έπειτα εις τας Θήβας, και ακολούθως εις την Ηλιούπολιν όπου μετέβην επίτηδες θέλων να μάθω εάν αι παραδόσεις εν τη πόλει ταύτη συμφωνούσι με τας της Μέμφιδος, διότι οι Ηλιοπολίται φημίζονται ότι είναι μάλλον λόγιοι όλων των Αιγυπτίων. Όσα με είπον αφορώντα τα θεία, δεν θα τα κοινολογήσω, εκτός μόνον τα ονόματα των θεών, υποθέτων ότι όλοι οι άνθρωποι τα γνωρίζουσιν. Εάν δε αναφέρω τι περί αυτών, θα το πράξω αναγκαζόμενος από την σειράν του λόγου.
4. Όσον δ' αφορά τα ανθρώπινα πράγματα συμφωνούσιν όλοι επί των εξής αντικειμένων· εξ όλων των ανθρώπων πρώτοι οι Αιγύπτιοι εκανόνισαν τον ενιαυτόν, διαιρέσαντες τας τέσσαρας ώρας αυτού εις δώδεκα μήνας· έλεγον δε ότι έκαμον την ανακάλυψιν ταύτην παρατηρούντες τα άστρα. Κατ' εμέ είναι σοφώτεροι των Ελλήνων οίτινες, διά να συμβιβάσωσι την τάξιν των ωρών του έτους, προσθέτουσιν ανά παν τρίτον έτος ένα μήνα εμβόλιμον, ενώ οι Αιγύπτιοι, έχοντες δώδεκα μήνας τριακονθημέρους, προσθέτουσι κατ' έτος πέντε ημέρας συμπληρωματικάς, και τοιουτοτρόπως ο κύκλος των ωρών περιφερόμενος επανέρχεται εις το αυτό σημείον. Λέγουσι προσέτι ότι πρώτοι οι Αιγύπτιοι έδωκαν ονόματα εις τους δώδεκα θεούς και ότι οι Έλληνες τα παρέλαβαν από αυτούς· αυτοί πρώτοι αφιέρωσαν βωμούς, αγάλματα, ναούς εις τους θεούς και εχάραζαν επί των λίθων μορφάς διαφόρους· προς υποστήριξιν δε των αξιώσεων τούτων οι ιερείς παρέχουσιν υλικάς αποδείξεις. Κατ' αυτούς, πρώτος άνθρωπος όστις εβασίλευσεν εις την Αίγυπτον ήτο ο Μην. Επί της εποχής δε αυτού, πλην του Θηβαϊκού νομού, όλη η Αίγυπτος ήτο έλος και ουδέν μέρος της χώρας ήτις υπάρχει σήμερον κάτωθι της λίμνης Μοίριος εφαίνετο τότε εκτός της επιφανείας του ύδατος. Αναβαίνων τις τον ποταμόν από της θαλάσσης, φθάνει εις την λίμνην ταύτης μετά πλουν επτά ημερών.
5. Όσα λέγουσι περί του μέρους τούτου της χώρας μοι φαίνονται αληθή· διότι είναι προφανές εις τον νοήμονα άνθρωπον όστις την βλέπει χωρίς να ήκουσε τίποτε περί αυτής, ότι η Αίγυπτος, εις την όποιαν οι Έλληνες μεταβαίνουσι διά πλοίων, είναι γη επίκτητος των Αιγυπτίων και δώρον του ποταμού. Παρόμοιόν τι είναι ακόμη και τα άνω της λίμνης Μοίριος μέχρι τριών ημερών πλουν, μολονότι οι ιερείς δεν το λέγουσιν. Η φύσις δε της γης της Αιγύπτου είναι τοιαύτη. Όταν πλέης προς την Αίγυπτον διά πρώτην φοράν, και απέχης ακόμη μίαν ημέραν από της παραλίας, ρίψον την βολίδα και θα ανασύρης πηλόν, μολονότι το ύδωρ θα ήναι ένδεκα οργυιών· τούτο δε δεικνύει ότι ο ποταμός τέμνει την γην μέχρι της αποστάσεως ταύτης.
6. Αυτής δε της Αιγύπτου το παρά την θάλασσαν μήκος είναι εξήκοντα σχοίνοι, κατά τον τρόπον με τον οποίον ημείς την οροθετούμεν, από τον Πλινθινήτην κόλπον μέχρι της Σερβωνίδος λίμνης, πλησίον της οποίας υψούται το όρος Κάσιον. Από της λίμνης λοιπόν ταύτης πρέπει να μετρήσωμεν τους εξήκοντα σχοίνους· Όλοι οι άνθρωποι όσοι έχουσιν ολίγην γην εις την Αίγυπτον, μετρούσιν αυτήν με οργυιάς, όσοι έχουσι περισσοτέραν την μετρούσι με στάδια, όσοι έχουσι πολλήν, την μετρούσι με παρασάγγες, και όσοι έχουσι πολλοτάτην με σχοίνους. Ισοδυναμεί δε ο μεν παρασάγγης με τριακόσια στάδια, ο δε σχοίνος, όστις είναι μέτρον Αιγυπτιακόν, με εξήκοντα στάδια, ώστε η παραλία της Αιγύπτου είναι στάδιοι εξακόσιοι και τρισχίλιοι.
7. Εντεύθεν μέχρι της Ηλιουπόλεως προς τα μεσόγεια η Αίγυπτος είναι ευρεία, ούσα όλη επίπεδος, ένυδρος και βαλτώδης. Από την θάλασσαν μέχρι της πόλεως ταύτης η απόστασις είναι περίπου όση η απ' Αθηνών εις Πίσαν οδός, από του ναού των δώδεκα θεών μέχρι του Ολυμπίου Διός. Όστις μετρήσει τας δύο ταύτας οδούς, αίτινες δεν είναι εντελώς ίσαι, θα εύρη ότι η διαφορά των δεν είναι μεγαλειτέρα των δεκαπέντε σταδίων· διότι απ' Αθηνών εις Πίσαν χρειάζονται δεκαπέντε στάδια διά να γίνωσι χίλια πεντακόσια, και ο τελευταίος ούτος αριθμός είναι από της Ηλιουπόλεως εις την θάλασσαν.
8. Από την Ηλιούπολιν προς τα άνω, η Αίγυπτος είναι στενή· διότι αφ' ενός μεν παρατείνεται η σειρά των ορέων της Αραβίας, διευθυνομένη απ' άρκτου προς μεσημβρίαν και προχωρούσα νοτιοδυτικώς μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης. Εις τα όρn ταύτα είναι τα λατομεία εξ ων εκόπησαν αι πυραμίδες της Μέμφιδος. Εκεί η σειρά παύει και ανακάμπτει πάλιν εις τα ρηθέντα μέρη. Ήκουσα δε ότι κατά την μακροτέραν αυτής έκτασιν, απαιτείται δύο μηνών πορεία όπως διατρέξη τις αυτήν απ' ανατολών προς δυσμάς και ότι αι ανατολικαί αυτής άκραι παράγουσι λιβανωτόν. Τοιαύτη είναι η σειρά των ορέων. Προς το μέρος δε της Λιβύας ευρίσκεται άλλη σειρά ορίων, ή μάλλον όρος πέτρινον κεκαλυμμένον υπό άμμου, όπου ίστανται αι πυραμίδες· ακολουθεί δε και τούτο την αυτήν διεύθυνσιν την οποίαν και η σειρά του Αραβίου όρους, ενόσω εκτείνεται προς μεσημβρίαν. Τοιουτοτρόπως από την Ηλιούπολιν και επάνω, το μέρος είναι τόσον μόνον πλατύ όσον να καλήται Αίγυπτος· η στενή δε αύτη Αίγυπτος παρατείνεται επί τέσσαρας ημέρας εις τον αναπλέοντα τον ποταμόν. Μεταξύ των ορέων τα οποία περιέγραψα η κοιλάς είναι επίπεδος, και κατά το στενώτατον αυτής μέρος δεν μοι εφαίνετο έχουσα πλειότερα των διακοσίων σταδίων από του Λιβυκού μέχρι του Αραβίου όρους. Εκείθεν δε ευρύνεται πάλιν η Αίγυπτος.
9. Και η μεν φύσις της χώρας τοιαύτη είναι· από δε της Ηλιουπόλεως εις τας Θήβας ο πλους είναι εννέα ημερών, και η απόστασις τέσσαρες χιλιάδες οκτακόσια εξήκοντα στάδια, ή σχοίνοι ογδοήκοντα και είς. Μη λησμονήσωμεν δε ότι η παραλία, ως υπέδειξα ανωτέρω, έχει μήκος τρισχιλίων και εξακοσίων σταδίων· ώστε από της θαλάσσης εις τας Θήβας προς τα μεσόγεια είναι έξ χιλιάδες εκατόν είκοσι στάδια, και από τας Θήβας εις την Ελεφαντίνην λεγομένην πόλιν είναι στάδια χίλια οκτακόσια.
10. Το μεγαλείτερον μέρος λοιπόν της χώρας είναι, ως λέγουσιν οι ιερείς και ως φαίνεται και εις εμέ, επίκτητον εις τους Αιγυπτίους. Τωόντι, άνωθεν της Μέμφιδος, το μεταξύ των δύο σειρών περί ων ωμίλησα διάστημα είναι προφανώς εις τα όμματά μου αρχαίος κόλπος θαλάσσης, ως ήσαν αι περί την Τρωάδα, την Τευθρανίαν και την Έφεσον γαίαι, ή ως η πεδιάς του Μαιάνδρου, εφ' όσον δύναταί τις να συγκρίνη τα μικρά προς τα μεγάλα, διότι ουδείς των ποταμών των προσχωσάντων τα μέρη ταύτα είναι άξιος να παραβληθή με έν μόνον εκ των πέντε στομίων του Νείλου. Υπάρχουσι δε και άλλοι ποταμοί οίτινες, καίπερ μη όντες μεγάλοι ως ο Νείλος, έκαμον όμως εργασίαν μεγάλην. Δύναμαι δε να ονομάσω πολλούς, μάλιστα δε τον Αχελώον όστις ρέων διά της Ακαρνανίας και χυνόμενος εις την θάλασσαν συνήνωσεν ήδη με την ήπειρον τας ημισείας των Εχινάδων νήσων.
11. Ου μακράν της Αιγύπτου, εις την Αραβίαν, επί της Ερυθράς θαλάσσης, υπάρχει κόλπος εισερχόμενος εις την ξηράν και έχων τας εξής διαστάσεις. Από τον μυχόν του κόλπου μέχρι του πελάγους πρέπει να δαπανήση τις κωπηλατών τεσσαράκοντα ημερών πλουν, διά να διέλθη δε τον κόλπον κατά το μέγιστον πλάτος χρειάζεται ημίσειαν ημέραν· καθημερινώς γίνεται παλίρροια εις αυτόν. Φρονώ λοιπόν ότι το πάλαι τοιούτος τις κόλπος πρέπει να ήτο και η Αίγυπτος, φέρων μέχρι της Αιθιοπίας τα ύδατα της βορείου θαλάσσης (14), ενώ ο της Αραβίας, περί ου ωμίλησα, έφερε μέχρι της Συρίας τα ύδατα της νοτίου θαλάσσης (15)· αμφότεροι γείτονες, ανοίγοντες μυχούς αντιθέτους και μόλις χωριζόμενοι απ' αλλήλων. Ας υποθέσωμεν τώρα ότι το ρεύμα του Νείλου εστρέφετο προς τον Αράβιον κόλπον· δεν ήρκουν είκοσι χιλιάδες έτη διά να προσχώσωσιν αυτόν; Εγώ νομίζω ότι διά την πρόσχωσιν ταύτην ήρκουν δέκα χιλιάδες έτη· Πώς λοιπόν εις τόσον καιρόν όστις παρήλθε προ της γεννήσεώς μου να μη χωσθή κόλπος, έστω και μεγαλείτερος του υπάρχοντος σήμερον, πληρούμενος από της ύλης τοσούτον μεγάλου και ορμητικού ποταμού;
12. Περί της Αιγύπτου λοιπόν και τους λέγοντας αυτά πιστεύω και εγώ αυτός εσχημάτισα την γνώμην ταύτην, πρώτον μεν διότι είδον ότι η Αίγυπτος εκτείνεται εν τη θαλάσση περισσότερον ή αι μετ' αυτής συνεχόμεναι χώραι, δεύτερον διότι ευρίσκονται κογχύλια εις τα όρη, και εις την επιφάνειαν αυτών τόσον άλας επανθεί ώστε βλάπτει τας πυραμίδας, τρίτον διότι το υπεράνω της Μέμφιδος όρος είναι το μόνον όπερ έχει άμμον. Επί πάσι δε η γη της Αιγύπτου δεν ομοιάζει μήτε με την της συνορευούσης Αραβίας, μήτε με την της Λιβύας, μήτε με την της Συρίας (διότι οι Σύριοι κατοικούσι τα παραθαλάσσια της Αραβίας), αλλ' είναι μέλαινα και αυχμηρά, ως πηλός, ως πρόχυσις παρασυρθείσα εκ της Αιθοπίας υπό του ποταμού, ενώ, καθώς ηξεύρομεν, η γη της Λιβύας είναι μάλλον ερυθρά και μάλλον αμμώδης, η δε της Αραβίας και της Συρίας μάλλον αργιλώδης και μάλλον πετρώδης.
13. Μοι είπον προς τούτοις οι ιερείς πολύτιμόν τινα μαρτυρίαν περί της χώρας ταύτης· ότι επί της βασιλείας του Μοίριος, όταν ο ποταμός ανέβαινε τουλάχιστον οκτώ πήχεις, επότιζε την κάτωθεν της Μέμφιδος Αίγυπτον, και όταν μοι έλεγον ταύτα, δεν είχον παρέλθει ακόμη εννεακόσια έτη αφότου απέθανεν ο Μοίρις. Τώρα δε, εάν ο ποταμός δεν αναβαίνη τουλάχιστον δεκαπέντε ή δεκαέξ πήχεις, δεν εκχειλίζει επί των αγρών. Εάν λοιπόν κατά τον υπολογισμόν τούτον το έδαφος εξακολουθήση να υψούται και να αυξάνη κατά την αυτήν αναλογίαν, νομίζω ότι οι Αιγύπτιοι οι κατοικούντες παρά τας όχθας της λίμνης Μοίριος, οι της κάτωθεν κοιλάδος και οι του Δέλτα, μη δυναμένου του Νείλου να κατακλύζη τας γαίας των, θα πάθωσιν επί τέλους ό,τι είπον ότι μέλλουσι να πάθωσί ποτε οι Έλληνες· διότι ακούσαντες ότι βρέχει εις όλην την Ελλάδα και ότι ο τόπος ούτος δεν αρδεύεται υπό ποταμών ως ο ιδικός των, είπον ότι οι Έλληνες θα απατηθώσιν ημέραν τινά εις τας ελπίδας των και θα υποφέρωσι σκληράν πείναν. Ο λόγος ούτος σημαίνει ότι εάν ο θεός δεν θελήση να βρέξη εις αυτούς και διατηρήση την ξηρασίαν επί πολύ, οι Έλληνες θα καταστραφώσιν υπό του λιμού, αφού δεν έχουσιν άλλο καταφύγιον ειμή μόνον το καταπεμπόμενον υπό του Διός ύδωρ.
14. Και οι μεν Αιγύπτιοι δεν απατώνται τοιαύτα προλέγοντες διά τους Έλληνας· αλλ' ας μοι επιτραπή να είπω εις ποίαν κατάστασιν είναι και αυτοί. Εάν, ως και προηγουμένως είπον, η κάτω της Μεμφιδος χώρα (αυτή ήτις υψώθη) υψωθή κατά την αναλογίαν του παρελθόντος καιρού, τι άλλο θα συμβή εις τους κατοικούντας αυτήν ειμή να λιμοκτονήσωσιν, εάν μήτε βροχή θα πίπτη εις τους αγρούς των μήτε ο ποταμός θα δύναται να εχειλίζη; Βεβαίως όπως έχει το πράγμα, αυτοί πολύ απονώτερον από όλους τους άλλους ανθρώπους και τους άλλους Αιγυπτίους απολαμβάνουσι τους καρπούς της γης· διότι, ούτε κοπιάζουσιν ανοίγοντες αύλακας με το άροτρον, ούτε σκάπτουσιν, ούτε εργάζονται ως εργάζονται οι άλλοι άνθρωποι διά την καλλιέργειαν του σίτου. Αλλ' όταν ο ποταμός ποτίση αφ' εαυτού την γην και έπειτα αναχωρήση οπίσω, έκαστος ρίπτει τον σπόρον εις τον αγρόν του και εισάγει εις αυτόν χοίρους· αφού δε οι χοίροι καταπατήσωσι τον σπόρον, περιμένει έπειτα τον θερισμόν και έπειτα αλωνίσας διά των ιδίων χοίρων τον σίτον, τον κομίζει εις τας αποθήκας του.
15. Εάν θελήσωμεν να παραδεχθώμεν διά την Αίγυπτον την γνώμην των Ιώνων οίτινες υποστηρίζουσιν ότι μόνον το Δέλτα είναι Αίγυπτος, λέγοντες διά την παραθαλασσίαν αυτής πλευράν ότι εκτείνεται από της σκοπιάς του Περσέως μέχρι της Πηλουσιακής Ταριχείας (ήτοι τεσσαράκοντα σχοίνοι), από δε την θάλασσαν προς τα μεσόγεια ότι εκτείνεται μέχρι της Κερκασώρου, πλησίον της οποίας ο Νείλος χωρίζεται εις δύο βραχίονας διά να χυθή προς το Πηλούσιον και προς τον Κάνωβον, και ότι τα άλλα μέρη ανήκουσιν άλλα μεν εις την Λιβύαν, άλλα δε εις την Αραβίαν, αν παραδεχθώμεν την γνώμην ταύτην, θα αποδείξωμεν ότι οι Αιγύπτιοι εξ αρχής ουδεμίαν χώραν είχον, καθότι το Δέλτα, ως λέγουσιν αυτοί και ως φρονώ και εγώ, είναι πρόσχωσις, και πρόσχωσις πρόσφατος. Αλλ' εάν δεν τοις ανήκεν εκ του προτέρου κανέν μέρος της χώρας, πόθεν η αξίωσίς των ότι είναι πρώτοι των ανθρώπων; Περιττή λοιπόν καθίστατο η δοκιμή εκείνη την οποίαν έκαμον εις τα δύο παιδία διά να ίδωσι ποίαν γλώσσαν ήθελον ομιλήσει ταύτα κατά πρώτον. Όθεν εγώ ου μόνον δεν φρονώ ότι η καταγωγή των Αιγυπτίων είναι σύγχρονος με τον σχηματισμόν του Δέλτα, αλλ' εξ εναντίας ότι είναι επίσης αρχαίοι ως το ανθρώπινον γένος, και ότι, προχωρούντος του τόπου των, οι μεν έμειναν όπου ήσαν, πολλοί δε κατέβησαν βαθμηδόν. Τωόντι αι Θήβαι το πάλαι εκαλούντο Αίγυπτος, και η περιφέρεια του νομού τούτου είναι έξ χιλιάδων εκατόν είκοσι σταδίων.
16. Εάν αι γνώσεις τας οποίας έχομεν περί της Αιγύπτου ήναι ακριβείς, οι Ίωνες έχουσιν εσφαλμένην γνώμην· εάν δε η γνώμη των Ιώνων ήναι ακριβής, δύναμαι να αποδείξω ότι και οι Έλληνες και αυτοί οι Ίωνες εσφαλμένως συλλογίζονται λέγοντες ότι η γη είναι εις τρία διηρημένη, Ευρώπην, Ασίαν και Λιβύαν. Τωόντι, κατ' αυτούς, θα υπήρχε και τέταρτον μέρος, το Δέλτα της Αιγύπτου, όπερ δεν ανήκει μήτε εις την Ασίαν μήτε εις την Λιβύαν· διότι κατά τούτον τον λόγον δεν είναι ο Νείλος όστις χωρίζει τας δύο ταύτας ηπείρους, αλλά σχίζεται εις την κορυφήν της γωνίας του Δέλτα και το περιλαμβανόμενον τούτο διάστημα είναι το χωρίζον την Ασίαν από της Λιβύας.
17. Ας αφήσωμεν λοιπόν την ιδέαν των Ιώνων και ας ομιλήσωμεν ημείς περί των πραγμάτων τούτων. Κατ' εμέ, όλη η υπό Αιγυπτίων κατοικουμένη χώρα είναι Αίγυπτος, όπως η Κιλικία των Κιλίκων και η Ασσυρία των Ασσυρίων. Κυρίως ειπείν δεν γνωρίζομεν μεταξύ Ασίας και Λιβύας άλλα όρια ειμή τα όρια της Αιγύπτου. Αλλ' εάν παραδεχθώμεν το νομιζόμενον υπό των Ελλήνων, πρέπει να είπωμεν ότι όλη η Αίγυπτος η αρχίζουσα από τα Κατάδουπα και την Ελεφαντίνην πόλιν διαιρείται εις δύο μέρη και ότι εκάτερον έχει όνομα διάφορον· δηλαδή ότι το έν μέρος είναι Λιβύα το δε άλλο Ασία. Διότι ο Νείλος, αρχίζων από τα Κατάδουπα, χύνεται εις την θάλασσαν και ρέει διά μέσου της Αιγύπτου. Και μέχρι μεν της Κερκασώρου, τα ύδατα αυτού είναι ηνωμένα· κάτωθεν δε της πόλεως ταύτης σχηματίζει τρεις βραχίονας, εξ ων ο μεν στρέφεται προς ανατολάς και καλείται Πηλούσιον στόμα, ο δε διευθύνεται προς δυσμάς και καλείται στόμα Κανωβικόν, ο δε τρίτος καταβαίνει κατ' ευθείαν γραμμήν, αναχωρεί από την γωνίαν του Δέλτα το οποίον σχίζει εις το μέσον, και χύνεται εις την θάλασσαν φέρων ούτε ελαχίστην μοίραν ύδατος ούτε ήκιστα ονομαστήν. Ο βραχίων ούτος καλείται Σεβεννυτικόν στόμα. Δύο άλλα στόματα αποσχισθέντα από του Σεβεννυτικού φέρουσι τα ύδατά των εις την θάλασσαν και καλούνται το μεν Σαϊτικόν, το δε Μενδήσιον. Το Βολβίτινον στόμα και το Βουκουλικόν δεν είναι φυσικά, αλλ' είναι διώρυχες χειροποίητοι.
18. Μαρτυρεί δε την γνώμην μου, ότι η Αίγυπτος είναι τόση όσην την περιέγραψα, και ο δοθείς χρησμός του Άμμωνος διά την Αίγυπτον, τον οποίον εγώ ήκουσα αφού εσχημάτισα αυτήν την ιδέαν. Οι κάτοικοι της Μαρέης και της Άπιδος, πόλεων κειμένων εις την Αίγυπτον επί των συνόρων της Λιβύας, νομίζοντες εαυτούς Λίβυας και όχι Αιγυπτίους, δυσαρεστούμενοι διά τας θρησκευτικάς λατρείας και θέλοντες να μη τους απαγορεύωσι να θυσιάζωσι δαμάλεις, έπεμψαν εις τον Άμμωνα διά να είπωσιν ότι ουδέν κοινόν είχον μετά των Αιγυπτίων, ότι κατοικούσιν έξω του Δέλτα, ότι δεν συμφωνούσι μετ' αυτών εις τας περί λατρείας δοξασίας και ότι επιθυμούσι να τοις δοθή η άδεια να τρώγωσιν από όλα. Αλλ' ο θεός δεν τοις επέτρεψε τούτο, ειπών ότι Αίγυπτος είναι παν ό,τι ο Νείλος εκχειλίζων ποτίζει, και Αιγύπτιοι, όσοι, οικούντες κάτω της Ελεφαντίνης πόλεως, πίνουσιν από του ποταμού τούτου. Ταύτα απεκρίθη το μαντείον.
19. Ο δε Νείλος όταν ήναι εις αύξησιν δεν καλύπτει μόνον το Δέλτα, αλλά καταπλημμυρίζει επίσης το μέρος της χώρας το λεγόμενον Λιβυκόν, ενίοτε μάλιστα το Αράβιον, μέχρι δύο ημερών οδόν κατά το μάλλον και ήττον. Περί της φύσεως του ποταμού τούτου ούτε από τους ιερείς ούτε από άλλους ηδυνήθην να μάθω τι. Πολύ επεθύμουν εν τούτοις να μάθω παρ' αυτών πρώτον μεν διατί ο Νείλος, αρχίζων να αυξάνη κατά τας θερινάς τροπάς, καταβαίνει αυξάνων ολονέν επί εκατόν ημέρας· δεύτερον δε διατί, πληρωθεισών των ημερών τούτων, αποσύρεται και αφίνει τους τόπους όπου έρρευσε, μένων επί όλον τον χειμώνα μικρός μέχρι της επανόδου των θερινών τροπών. Περί τούτων λοιπόν ουδέν ηδυνήθην να μάθω εξετάζων τους Αιγυπτίους ποίαν δύναμίν έχει ο Νείλος παράγων αποτελέσματα τόσον διάφορα των άλλων ποταμών. Περίεργος να μάθω τα πράγματα ταύτα, ηρεύνων και ηρώτων συγχρόνως διατί ο Νείλος είναι ο μόνος εξ όλων των ποταμών όστις ποσώς δεν εκβάλλει αύραν.
20. Έλληνές τινες, θέλοντες να διακριθώσιν επί σοφία, εξήγησαν την κίνησιν ταύτην των υδάτων κατά τρεις τρόπους εξ ων οι δύο ούτε μνείας θα ήσαν άξιοι εάν έπραττον πλειότερον ή να τους σημειώσω μόνον. Κατά την μίαν των λύσεων τούτων (16), οι ετησίαι άνεμοι είναι αίτιοι της εξογκώσεων του ποταμού εμποδίζοντες τα ύδατα αυτού να χυθώσιν εις την θάλασσαν. Πλην πολλάκις δεν πνέουσιν ετησίαι άνεμοι και μολαταύτα εκχειλίζει ο Νείλος· εκτός τούτου, εάν οι ετησίαι είχον την δύναμιν ταύτην, οι άλλοι ποταμοί εναντίον των οποίων πνέουσιν έπρεπε να πάσχωσι τα αυτά με τον Νείλον, και τοσούτω μάλλον όσω είναι μικρότεροι και τα ρεύματα αυτών ασθενέστερα. Εν τούτοις υπάρχουσι πολλοί ποταμοί εις την Συρίαν και πολλοί εις την Λιβύαν οίτινες ουδέν τοιούτο πάσχουσιν οίον πάσχει ο Νείλος.
21. Η δευτέρα λύσις (17) δεικνύει πλειοτέραν αμάθειαν της πρώτης, και δύναταί τις να είπη ότι είναι παραδοξωτάτη. Αύτη αποδίδει εις τον Ωκεανόν την αρχήν και τας εκχειλίσεις του ποταμού· κατ' αυτήν, ο Νείλος πηγάζει από τον Ωκεανόν και ο Ωκεανός στρέφεται περί την γην.
22. Η τρίτη (18) είναι μεν πολύ πιθανωτέρα, είναι όμως συγχρόνως ολιγώτερον αληθής· διότι τίποτε δεν λέγει και αυτή όταν αποφαίνεται ότι ο Νείλος προέρχεται από την ανάλυσιν των χιόνων· ποταμός όστις εκ της Λιβύας ρέει διά μέσου, της Αιθοπίας όπως ριφθή εις την Αίγυπτον ! Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να εξέρχεται από τας χιόνας, αφού από τόπους θερμοτάτους μεταβαίνει εις ψυχροτέρους; Δι' εκείνον όστις είναι ικανός να σκεφθή περί των τοιούτων, πολλοί λόγοι δεικνύουσιν ότι είναι όλως απίθανον να εξέρχεται ο Νείλος από χιόνας. Πρώτος και ισχυρότατος λόγος είναι ότι εκ των κλιμάτων εκείνων πνέουσιν άνεμοι θερμοί· δεύτερος λόγος είναι ότι εκεί μήτε βροχή πίπτει μήτε κρύσταλλα σχηματίζονται. Πανταχού όπου πίπτει χιών, αναγκαίως βρέχει εντός των πέντε ακολούθων ημερών· εάν λοιπόν έπιπτε χιών εις τα μέρη εκείνα, θα έπιπτεν επίσης και βροχή. Τρίτος λόγος είναι ότι εκεί οι άνθρωποι ένεκα του καύσωνος είναι μέλανες· ότι οι περδικοϊέρακες και αι χελιδόνες δεν απολείπουσι καθ' όλον το έτος, και ότι οι γερανοί, φεύγοντες τα ψύχη της Σκυθίας, έρχονται να διαχειμάσωσιν εις τους τόπους τούτους. Εάν λοιπόν, έστω και ολιγίστη χιών έπιπτεν εις τα μέρη διά των οποίων ρέει ο Νείλος και εις εκείνα εκ των οποίων άρχεται το ρεύμα του, ουδέν τούτων θα συνέβαινε, και το πράγμα είναι προφανέστατον.
23. Εκείνος όστις ωμίλησε περί του Ωκεανού διά να βασίση την εξήγησίν του επί υποθέσεως σκοτεινής, ούτε εξελέγξεως είναι άξιος. Εγώ τουλάχιστον δεν ηξεύρω να υπάρχη ποταμός Ωκεανός, και νομίζω ότι ο Όμηρος ή αρχαιότερός τις ποιητής επενόησεν αυτό το όνομα και το εισήγαγεν εις τους στίχους του.