Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 1

Chapter 1102 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _. Footnotes have been transferred at the end of the book. Some letters in the notes section that are not legible have been included in []. Also in [] I have included one correction in the main text.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Μερικά γράμματα που δεν αναγνωρίζονται καλά στις υποσημειώσεις, έχουν περιληθεί σε []. Επίσης έχει περιληφθεί σε [] μια διόρθωσή μου στο κυρίως κείμενο.

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I

ΗΡΟΔΟΤΟΥ

ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΞΗΓΗΘΕΙΣΑ

ΥΠΟ Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Δαπάνη ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.

ΕΝ AΘHNAIΣ,

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ Ο «ΚΟΡΑΗΣ» ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ οδός Ρόμβης αριθ. 40 οδός Πραξιτέλους αριθ. 37

1874

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΩ Α. ΖΑΪΜΗ

ΧΡΗΣΤΩ ΠΟΛΙΤΗ ΚAI ΔΙΑΠΡΕΠΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩ ΕΥΛΑΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ.

Έξοχε Άνερ,

Η προς Σε αφοσίωσίς μου, ο άκρος θαυμασμός μου προς τας κοινωνικάς και πολιτικάς αρετάς Σου, με παρακινούσι να Σοι δώσω τεκμήριόν τι ασθενές των αναλλοιώτων τούτων αισθημάτων μου αφιερών Σοι την βίβλον ταύτην, προϊόν μακρού κόπου και πολλής μελέτης.

Τίμησόν με διά της παραδοχής της παρακλήσεώς μου και επίτρεψον να κοσμή την βίβλον μου το σεβαστόν όνομά Σου. Απόβλεψον ουχί εις το μικρόν του αναθήματος, αλλ' εις την προαίρεσιν του αφιερούντος

Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΜΟΥΣΑΙ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Κ Λ Ε Ι Ω

Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς συνέγραψε και εκοινοποίησε την παρούσαν ιστορίαν διά να μη εξαλειφθώσιν υπό του χρόνου αι πράξεις των ανθρώπων και διά να μη περιπέσωσι τα είτε υπό των Ελλήνων είτε υπό των βαρβάρων εκτελεσθέντα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα εις τοιαύτην λήθην ώστε να αγνοήται και αυτή η αιτία δι' ην επολέμησαν προς αλλήλους οι λαοί ούτοι.

1. Οι λόγιοι των Περσών λέγουσιν ότι οι Φοίνικες εγένοντο αίτιοι της διαφοράς, καθότι αυτοί ελθόντες από τα παράλια της Ερυθράς λεγομένης θαλάσσης εις τα της Μεσογείου και εγκατασταθέντες εις τας χώρας τας οποίας κατοικούσιν έτι και σήμερον, επεδόθησαν ευθύς εις μακράς θαλασσοπλοΐας. Τα πλοία των, πληρούμενα εξ εμπορευμάτων της Ασσυρίας και της Αιγύπτου, προσωρμίζοντο εις διάφορα μέρη της Ελλάδος, μεταξύ άλλων δε και εις το Άργος. Κατ' εκείνους δε τους χρόνους το Άργος κατείχε την πρώτην θέσιν μεταξύ όλων των πόλεων της χώρας ήτις σήμερον καλείται Ελλάς. Εισελθόντες λοιπόν οι Φοίνικες εις τον λιμένα του Άργους, επώλουν το φορτίον των. Κατά την πέμπτην δε ή την έκτην ημέραν, ότε εξεποίησαν σχεδόν όλα όσα είχον φέρει, είδον ερχομένας εις το παραθαλάσσιον πολλάς γυναίκας, και μεταξύ αυτών την θυγατέρα του βασιλέως, ήτις εκαλείτο, ως λέγουσιν επίσης όλοι οι Έλληνες, Ιώ του Ινάχου. Αι γυναίκες· εστάθησαν πλησίον της πρύμνης του πλοίου εκλέγουσαι και αγοράζουσαι ό,τι ταις ήρεσκε· τότε οι Φοίνικες, ως εκ συνθήματος, ώρμησαν επ' αυτών. Και αι μεν πλείσται διέφυγον, αλλ' η Ιώ καί τινες άλλαι ηρπάγησαν. Αναβιβάσαντες δε αυτάς οι Φοίνικες εις το πλοίον, απέπλευσαν προς την Αίγυπτον.

2. Ούτω, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, και ουχί ως λέγουσιν οι Έλληνες, η Ιώ ήλθεν εις την Αίγυπτον, και τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία των ακολούθων αδικημάτων. Μετά τούτο, Έλληνες τινές, των οποίων αγνοείται και αυτό το όνομα, προσεγγίσαντες εις την Τύρον της Φοινίκης, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Ευρώπην. Υποτίθεται ότι ήσαν Κρήτες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η προσβολή επληρώθη διά προσβολής. Αλλ' έπειτα οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι και δευτέρας αδικίας. Αφού έπλευσαν διά μακρού πλοίου εις την Αίαν της Κολχίδος και τον Φάσιν ποταμόν, και αφού εξετέλεσαν την υπόθεσιν διά την οποίαν ήλθον, ήρπασαν την θυγατέρα του βασιλέως Μήδειαν. Ο βασιλεύς ούτος έπεμψε κήρυκα εις την Ελλάδα ζητών ικανοποίησιν διά την αρπαγήν και απαιτών να τω επιστραφή η θυγάτηρ του. Αλλ' οι Έλληνες απεκρίθησαν ότι επειδή εκείνοι ουδεμίαν ικανοποίησιν έδωκαν εις αυτούς διά την αρπαγήν της Αργείας Ιούς, κατά συνέπειαν ούτε αυτοί θα δώσωσιν εις εκείνους.

3. Μετά δύο γενεάς ο υιός του Πριάμου Αλέξανδρος, ακούσας τα συμβάντα ταύτα, απεφάσισε να αρπάση γυναίκα εκ της Ελλάδος, πεπεισμένος ότι ουδεμίαν ήθελε δώσει ικανοποίησιν, αφού και οι Έλληνες δεν έδωκαν. Αλλ' όταν ήρπασε την Ελένην, οι Έλληνες ενέκριναν να πέμψωσι πρώτον πρέσβεις διά να απαιτήσωσι την απόδοσιν της Ελένης και να ζητήσωσιν ικανοποίησιν. Οι δε Τρώες, ακούσαντες τους πρέσβεις, απεκρίθησαν ότι οι Έλληνες, μη δόντες ικανοποίησιν διά την αρπαγήν της Μηδείας μήτε αποδώσαντες αυτήν ζητουμένην, δεν έπρεπε να απαιτώσιν ικανοποίησιν παρ' άλλων.

4. Μέχρι τούτου δεν επρόκειτο ειμή περί αρπαγών του ενός μέρους ή του άλλου· αλλ' από της στιγμής ταύτης οι Έλληνες εγένοντο αίτιοι σπουδαιοτέρων αδικημάτων, διότι αυτοί πρώτοι έφερον τον πόλεμον εις την Ασίαν και όχι οι Πέρσαι εις την Ελλάδα. Κατά την γνώμην των Περσών, η αρπαγή γυναικών είναι άδικον πράγμα, η σπουδή προς εκδίκησιν της αρπαγής, ανόητον, η δε παντελής αδιαφορία προς τας τοιαύτας αρπαγάς, φρονιμώτατον, διότι ήτο φανερόν ότι εάν αι γυναίκες εκείναι δεν ήθελον, ποτέ δεν ηρπάζοντο. Οι λαοί της Ασίας, προσθέτουσιν οι Πέρσαι, ποσώς δεν εφρόντισαν δι' όσας γυναίκας ήρπασαν από αυτούς, ενώ οι Έλληνες, διά μίαν Λακεδαιμονίαν, συνήθροισαν μέγαν στόλον, κατέκλυσαν την Ασίαν και κατέστρεψαν το βασίλειον του Πριάμου· ιδού η αιτία διά την οποίαν οι Πέρσαι εθεώρησαν πάντοτε τους Έλληνας ως εχθρούς, διότι την μεν Ασίαν και τα ενοικούντα βάρβαρα έθνη οικειοποιούνται, την δε Ελλάδα και το Ελληνικόν έθνος θεωρούσιν ως κεχωρισμένα από αυτούς.

5. Ούτως αναφέρουσιν οι Πέρσαι τα συμβάντα και αποδίδουσιν εις την άλωσιν της Τρωάδος την αρχήν της εναντίον των Ελλήνων έχθρας των. Περί δε της Ιούς οι Φοίνικες δεν συμφωνούσι μετ' αυτών. «Διά να την φέρωμεν εις την Αίγυπτον, λέγουσι, δεν ελάβομεν ανάγκην να μεταχειρισθώμεν την βίαν, διότι και εις αυτό το Άργος εμιγνύετο κρυφίως μετά του πλοιάρχου, όταν δε ενόησεν ότι ήτο έγκυος, εφοβήθη τους γονείς της, και διά να μη ανακαλυφθή, έφυγεν εκουσίως μετά των Φοινίκων.» Αύται είναι αι αντιφατικαί διηγήσεις των Φοινίκων και των Περσών· το κατ' εμέ, δεν θα συζητήσω εάν τα πράγματα συνέβησαν ούτως ή άλλως. Με αρκεί να ηξεύρω ποίος είναι ο πρώτος όστις ηδίκησε τους Έλληνας. Αφού δε γνωστοποιήσω αυτόν, θα εξακολουθήσω την διήγησίν μου επεξερχόμενος τας μικράς και τας μεγάλας πόλεις· διότι εξ εκείνων μεν αίτινες ήσαν άλλοτε μεγάλαι, σήμερον αι περισσότεραι είναι μικραί, εκείναι δε αίτινες επί των ημερών μου είναι μεγάλαι, άλλοτε ήσαν μικραί. Θα αναφέρω λοιπόν και τας μεν και τας δε, καθότι γνωρίζω ότι παρά τοις ανθρώποις η ευδαιμονία δεν είναι σταθερά.

6. Ο Κροίσος ήτο Λυδός το γένος, υιός του Αλυάττου και βασιλεύς των εθνών όσα περικλείει ο Άλυς ποταμός, όστις ρέων από μεσημβρίας μεταξύ Σύρων και Παφλαγόνων εισβάλλει προς βοράν εις τον καλούμενον Εύξεινον πόντον. Ο Κροίσος ούτος, ο πρώτος των βαρβάρων τους οποίους ηξεύρομεν ημείς, εις άλλους μεν των Ελλήνων επέβαλε φόρον, μετ' άλλων δε συνεμάχησεν. Υπέταξε τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Δωριείς της Ασίας, έκαμε δε συμμάχους του τους Λακεδαιμονίους. Πριν βασιλεύση αυτός, όλοι οι Έλληνες ήσαν ελεύθεροι, διότι η προ του Κροίσου εκστρατεία των Κιμμερίων κατά της Ιωνίας δεν επέφερε την κατάκτησιν των πόλεων, αλλ' ήτο επιδρομή ληστρική.

7. Η ηγεμονία ήτις ανήκεν εις τους Ηρακλείδας μετέβη διά του ακολούθου τρόπου εις την οικογένειαν του Κροίσου ήτις εκαλείτο Μερμνάδαι. Ο Κανδαύλης, τον οποίον οι Έλληνες ονομάζουσι Μυρσίλον, ήτο βασιλεύς των Σάρδεων και κατήγετο εκ του Αλκαίου, υιού του Ηρακλέους· διότι ο Άγρων, υιός του Νίνου, έγγονος του Βήλου, δισέγγονος του Αλκαίου, υπήρξεν ο πρώτος των Ηρακλειδών όστις εβασίλευσεν εις τας Σάρδεις, και ο υιός του Μύρσου Κανδαύλης υπήρξεν ο τελευταίος. Προ του Άγρωνος, η χώρα αύτη εκυβερνάτο υπό των απογόνων του Λυδού, υιού του Άτυος, εξ ου όλος ο λαός όστις πρότερον εκαλείτο Μαίων μετωνομάσθη Λύδιος. Οι Ηρακλείδαι, εις ους η οικογένεια αύτη είχεν αναθέσει την αρχήν, την διεδέχθησαν συνεπεία χρησμού τινος. Καταγόμενοι εκ του Ηρακλέους καί τινος δούλης του Ιαρδάνου, εβασίλευσαν επί εικοσιδύο γενεάς ανθρώπων, ήτοι επί έτη πεντακόσια πέντε (1), του στέμματος μεταβαίνοντος διαδοχικώς από πατρός εις υιόν, μέχρι του Κανδαύλου, υιού του Μύρσου.

8. Ούτος λοιπόν ο Κανδαύλης ηράσθη της ιδίας εαυτού γυναικός, ερασθείς δε ενόμιζεν ότι η γυνή του ήτο πολύ ωραιοτέρα όλων των άλλων γυναικών. Τούτο νομίζων δεν έπαυεν εκθειάζων τα θέλγητρα της γυναικός του εις ένα των υπασπιστών του, τον Γύγην, υιόν του Δασκύλου, τον οποίον υπερηγάπα και εις ον ενεπιστεύετο και τα σπουδαιότερα των πραγμάτων. Μετ' ολίγον (επειδή ήτο πεπρωμένον να εκλείψη ο Κανδαύλης) είπε προς τον Γύγην τα εξής· «Γύγη, επειδή νομίζω ότι δεν με πιστεύεις εις όσα σοι λέγω περί της καλλονής της γυναικός μου, διότι τα ώτα δυσκολώτερον πείθονται ή οι οφθαλμοί, προσπάθησον να την ίδης γυμνήν.» Ο δε Γύγης φωνήσας είπε· «Δέσποτα, ποίον λόγον είπες απρεπή διατάττων με να ίδω γυμνήν την εμήν δέσποιναν; Η γυνή εκδυομένη τον χιτώνα, συνεκδύεται και την αιδώ· μεταξύ δε των σοφών παραγγελμάτων τα οποία διετύπωσαν άλλοτε άνθρωποι ικανοί να διδάσκωσι τους άλλους, ευρίσκεται και τούτο· _Να βλέπη ο καθείς τα εις αυτόν ανήκοντα_. Εγώ πείθομαι ότι εξ όλων των γυναικών συ έχεις την ωραιοτάτην, και σε ικετεύω να μη με ζητής πράγματα απρεπή.»

9. Και ο μεν Γύγης, ταύτα λέγων, προσεπάθει να τον αποτρέψη διότι εφοβείτο μήπως τω συμβή δυστύχημά τι, αλλ' ο Κανδαύλης επανέλαβε· «Θάρρει, ω Γύγη, και μη φοβού μήτε εμέ ότι τάχα σοι λέγω ταύτα διά να σε δοκιμάσω, μήτε την γυναίκα μου ήτις ουδόλως δύναται να σε βλάψη, διότι θα διαθέσω τα πράγματα ούτως ώστε να μη υποπτεύση ουδέποτε ότι την είδες. Θα σε τοποθετήσω όπισθεν της ανοιγομένης θύρας του δωματίου όπου κοιμώμεθα. Αφού εισέλθω εγώ, θα έλθη και η γυνή μου να κατακλιθή. Πλησίον δε της εισόδου υπάρχει θρονίον επί του οποίου αποθέτει τα ενδύματά της, καθ' όσον εκδύεται· θα δυνηθής λοιπόν να την παρατηρήσης εν ανέσει. Έπειτα, καθ' ην στιγμήν εκείνη θα διευθύνεται από του θρονίου προς την κλίνην, συ, επειδή θα ήσαι όπισθέν της, φρόντισον να μη σε ιδή εξερχόμενον του δωματίου.»

10. Και ο μεν Γύγης, μη δυνάμενος να αποφύγη, ήτο έτοιμος· ο δε Κανδαύλης, ελθούσης της ώρας της αναπαύσεως, έφερε τον Γύγην εις το οίκημα, μετά ταύτα δε ήλθε σχεδόν αμέσως και η γυνή. Ο Γύγης την εθεώρει καθ' όσον εξεδύετο· έπειτα, ενώ εκείνη έστρεψε τα νώτα και διευθύνετο προς την κλίνην, αυτός εξήλθεν ολισθήσας κρυφίως· αλλ' η γυνή τον είδεν ότε εξήρχετο. Και ενόησε μεν ότι ήτο έργον του ανδρός της, κατέπνιξεν όμως την ύβριν εν σιωπή και προσεποιήθη ότι δεν ενόησε τίποτε, απόφασιν έχουσα εν τη ψυχή της να εκδικηθή τον Κανδαύλην· διότι παρά τοις Λυδοίς και σχεδόν παρ' όλοις τοις βαρβάροις, θεωρείται μεγάλη αισχύνη και εις αυτόν τον άνδρα να φανή γυμνός.

11. Ούτω λοιπόν χωρίς να αποδείξη τίποτε κατ' εκείνην την στιγμήν, έμεινεν απαθής· άμα όμως εξημέρωσεν, ετοιμάσασα τους υπηρέτας όσους ήξευρεν ότι ήσαν πολύ πιστοί εις αυτήν, εκάλεσε τον Γύγην. Ούτος δε φρονών ότι αυτή δεν ήξευρε τίποτε από τα γενόμενα υπήκουσεν εις την πρόσκλησίν της· καθότι συνείθιζε πάντοτε να έρχεται προθύμως οσάκις τον εκάλει η βασίλισσα. Άμα έφθασεν ο Γύγης, τω είπεν η γυνή· «Τώρα, Γύγη, δύο οδοί είναι ανοικταί εις σε, και έκλεξον εκείνην την οποίαν θέλεις να ακολουθήσης· ή φόνευσον τον Κανδαύλην και λάβε την βασιλείαν των Λυδών και εμέ, ή υπόμεινον να θανατωθής τώρα αμέσως διά να μη βλέπης πλέον, χαριζόμενος εις τον Κανδαύλην, εκείνα τα οποία δεν πρέπει να βλέπης. Ώστε ή εκείνος όστις συνέλαβε τοιούτον σκοπόν πρέπει να απολεσθεί, ή συ όστις με είδες γυμνήν περιφρονήσας τα έθιμα.» Ο δε Γύγης πρώτον μεν έμεινεν εκστατικός ακούων τους λόγους εκείνους, έπειτα δε ικέτευσε την βασίλισσαν να μη τον αναγκάση να κάμη διά της βίας ταύτην εκλογήν. Πλην δεν ηδυνήθη να την πείση, και είδεν ότι ήτο τωόντι ανάγκη ή να θανατώση τον κύριόν του ή αυτός να θανατωθή υπό άλλης χειρός· επροτίμησε λοιπόν να ζήση και απέτεινε την εξής ερώτησιν· «Επειδή με αναγκάζεις να φονεύσω παρά την θέλησίν μου τον εμόν δεσπότην, ας ακούσω με ποίον τρόπον δύναμαι να εκτελέσω το πράγμα.» Η γυνή αποκριθείσα είπε· «Θα ορμήσης εκ του ιδίου μέρους εκ του οποίου και εκείνος με έδειξεν εις σε γυμνήν και θα τον κτυπήσης κοιμώμενον.»

12. Τακτοποιηθέντος του σχεδίου τούτου και ελθούσης της νυκτός, ο Γύγης (επειδή η γυνή δεν τον άφησε να μακρυνθή, ούτε ήτο δυνατόν να διαφύγη, αλλ' έπρεπεν ή αυτός ν' απολεσθή ή ο Κανδαύλης) ηκολούθησε την βασίλισσαν εις τον θάλαμον. Εκείνη δε, δούσα εις αυτόν εγχειρίδιον, τον έκρυψεν όπισθεν της αυτής θύρας. Και μετά ταύτα, αποκοιμηθέντος του Κανδαύλου, ορμήσας ο Γύγης τον εφόνευσε και έλαβε την γυναίκα και την βασιλείαν. Τούτου του συμβάντος εποιήσατο μνείαν εις ιάμβους τριμέτρους και ο Αρχίλοχος ο Πάριος όστις έζη κατ' εκείνην την εποχήν.

13. Έλαβε λοιπόν την βασιλείαν ο Γύγης και εκραταίωσε την δυναστείαν του διά του μαντείου των Δελφών. Καθότι, επειδή πολλοί Λυδοί αγανακτήσαντες διά τον φόνον του Κανδαύλου έλαβον τα όπλα, οι οπαδοί του Γύγου συνεβιβάσθησαν μετά των λοιπών Λυδών ώστε, εάν μεν το χρηστήριον ανεγνώριζεν αυτόν ως βασιλέα της Λυδίας, να βασιλεύση, εν εναντία δε περιπτώσει να αποδώση οπίσω την αρχήν εις τους Ηρακλείδας. Το μαντείον απεφάνθη υπέρ αυτού, και τοιουτοτρόπως ο Γύγης εβασίλευσε. Τούτο μόνον προσέθηκεν η Πυθία ότι οι Ηρακλείδαι θα λάβωσιν εκδίκησιν εις τον πέμπτον απόγονον του Γύγου. Αλλ' ούτε οι Λυδοί, ούτε οι βασιλείς αυτών εφρόντισαν περί αυτής της προφητείας μέχρις ου εξεπληρώθη.

14. Ούτω κατέλαβον την αρχήν οι Μερμνάδαι αφαιρέσαντες αυτήν από τους Ηρακλείδας. Ο δε Γύγης, στερεωθείς επί του θρόνου, έπεμψεν εις τους Δελφούς πλούσια δώρα· διότι μεταξύ όλων των ευρισκομένων εκεί αργυρών αναθημάτων, τα πλειότερα επέμφθησαν παρ' αυτού. Αφιέρωσεν επίσης και άπειρα χρυσά, μεταξύ των οποίων έξ κρατήρας οίτινες προ πάντων είναι άξιοι μνείας. Σήμερον αποτελούσιν ούτοι μέρος του θησαυρού των Κορινθίων και έχουσι βάρος τριάκοντα ταλάντων. Αληθώς όμως ειπείν ο θησαυρός ούτος είναι ουχί της κοινότητος των Κορινθίων, αλλά του Κυψέλου υιού του Ηετίωνος. Ούτος δε ο Γύγης είναι, καθόσον ηξεύρομεν, ο πρώτος των βαρβάρων όστις ανέθηκεν αναθήματα εις τους Δελφούς, μετά τον Μίδαν, υιόν του Γορδίου, βασιλέα της Φρυγίας. Τωόντι ο Μίδας αφιέρωσε τον βασιλικόν θρόνον εφ' ου εκάθητο διά να δικάζη, όντα αξιοθέατον. Ίσταται δε ο θρόνος ούτος όπου και οι κρατήρες του Γύγου· ο δε χρυσός και ο άργυρος τον οποίον αφιέρωσεν ο Γύγης καλείται υπό των Δελφών Γυγάδας, λαβών την επωνυμίαν από τον δωρητήν. Άμα δε έλαβε την βασιλείαν ο Γύγης, έπεμψε στρατόν κατά της Μιλήτου και της Σμύρνης, και εκυρίευσε την πόλιν Κολοφώνα. Αλλ' επειδή επί της βασιλείας του, ήτις διήρκεσεν έτη τριάκοντα και οκτώ, ουδέν άλλο έργον εξετελέσθη άξιον μνείας, ας παρέλθωμεν αρκούμενοι εις όσα είπομεν.

15. Θα αναφέρω τον Άρδυν, υιόν και διάδοχον του Γύγου. Ο Άρδυς ούτος εκυρίευσε την Πριήνην και εισέβαλεν εις την Μίλητον. Έτι δε αυτού βασιλεύοντος, οι Κιμμέριοι, διωχθέντες από τας κατοικίας των υπό των νομάδων Σκυθών, μετανάστευσαν εις την Ασίαν και εκυρίευσαν τας Σάρδεις πλην της ακροπόλεως.

16. Ο Άρδυς εβασίλευσε τεσσαράκοντα και εννέα έτη, και ο υιός του Σαρδυάττης δώδεκα· τούτον δε διεδέχθη ο Αλυάττης, όστις επολέμησε τους Μήδους και τον Κυαξάρην, έγγονον του Δηιόκου, εδίωξε τους Κιμμερίους εκ της Ασίας, εκυρίευσε την Σμύρνην την οποίαν είχον κατοικίσει οι Κολοφώνιοι και εισέβαλεν εις τας Κλαζομενάς. Εντεύθεν όμως ανεχώρησεν ουχί όπως επεθύμει, αλλ' αφού υπέστη μεγάλην ζημίαν. Αξιομνημόνευτος δε είναι η βασιλεία του και δι' άλλα έργα ων τα επισημότερα είναι τα εξής.

17. Εξηκολούθησε κατά των Μιλησίων τον πόλεμον τον οποίον είχεν αρχίσει ο πατήρ του, και ιδού πώς διεύθυνε τας εχθροπραξίας του εναντίον της πόλεως ταύτης. Όταν ωρίμαζον εις τους αγρούς οι καρποί, τότε εξεστράτευε, τα δε στρατεύματά του εβάδιζον με τον ήχον των συρίγγων, των κιθαρών, των βαρυαύλων και των οξυαύλων. Ερχόμενος εις την χώραν των Μιλησίων, δεν κατέστρεφεν ούτε έκαιε τας οικίας των αγρών δεν απέσπα τας θύρας· έκαστον πράγμα το άφινεν εις την θέσιν του. Κατέστρεφεν όμως τας συγκομιδάς και τους καρπούς, και μετά τούτο ανεχώρει, διότι θαλασσοκρατούντων των Μιλησίων, θα ήτο ανωφελές δι' αυτόν να τους πολιορκήση μετά στρατού. Δεν εκρήμνιζε δε τας οικίας ο Λυδός ίνα οι Μιλήσιοι, έχοντες τοιαύτας, δύνανται να σπείρωσι και να καλλιεργώσι την γην, αυτός δε να έρχεται κατόπιν και να καταστρέφη τας εργασίας των.

18. Τοιουτοτρόπως εξηκολούθησεν ο πόλεμος επί ένδεκα έτη κατά τα οποία οι Μιλήσιοι υπέστησαν δύο μεγάλα τραύματα, το μεν εις το Λιμενείον, πολεμήσαντες εις την ιδίαν εαυτών χώραν, το δε εις την πεδιάδα του Μαιάνδρου. Και τα μεν έξ έτη εκ των ένδεκα τούτων εβασίλευεν ακόμη ο Σαρδυάττης του Άρδυος, και αυτός ήτο ο αρχίσας τον πόλεμον και οδηγών τα στρατεύματά του κατά των Μιλησίων, τα δε άλλα πέντε έτη ο εξακολουθήσας τον υπό του πατρός του αρχίσαντα πόλεμον, ως είπον ανωτέρω, και διευθύνας τας εχθροπραξίας ήτο ο Αλυάττης του Σαρδυάττου, όστις και εξηκολούθησεν αυτόν μετ' επιμονής. Ουδείς δε των Ιώνων εβοήθησε τους Μιλησίους, εκτός των Χίων, οίτινες απέδωκαν χάριν αντί χάριτος, καθότι προηγουμένως οι Μιλήσιοι τους εβοήθησαν κατά των Ερυθραίων.

19. Κατά το δωδέκατον έτος, ενώ ο στρατός επυρπόλει αγρόν τινα, το πυρ, ερεθισθέν υπό του ισχυρού ανέμου, κατέκαυσε ταχέως τον αγρόν και έφθασε μέχρι του ναού της Ασσησίης Αθηνάς όστις και εκάη. Και τότε μεν αμέσως ουδείς λόγος εγένετο περί του συμβάντος τούτου· αλλ' επανελθόντος του στρατού εις τας Σάρδεις, ησθένησεν ο Αλυάττης. Επειδή δε η ασθένειά του παρετείνετο, έπεμψεν εις τους Δελφούς, είτε κατά συμβουλήν τίνος, είτε οίκοθεν σκεφθείς να ερωτήση τον θεόν διά την ασθένειάν του. Η Πυθία όμως δεν ηθέλησε να χρησμoδoμήση εις τους αποσταλέντας εις τους Δελφούς παν ανοικοδομήσωσι τον ναόν της Αθηνάς τον οποίον έκαυσαν εις την Ασσησόν της Μιλησίας χώρας.

20. Ότι ούτως εγένετο το πράγμα, το ηξεύρω ακούσας αυτό εις τους Δελφούς. Αλλ' ιδού τι προσθέτουσιν οι Μιλήσιοι· ο υιός του Κυψέλου Περίανδρος, στενός φίλος του τότε τυράννου της Μιλήτου Θρασυβούλου, μαθών την απόκρισιν την δοθείσαν εις τους Λυδούς, έπεμψεν απεσταλμένην διά να κομίση την είδησιν ταύτην, ίνα εκείνος σκεφθή καλώς και πράξη ό,τι απήτουν αι περιστάσεις. Και οι μεν Μιλήσιοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα.

21. Ο δε Αλυάττης, άμα ήκουσε την απόκρισιν των Δελφών, απέστειλεν εις την Μίλητον κήρυκα εντεταλμένον να προτείνη εις τον Θρασύβουλον και τους Μιλησίους ανακωχήν ήτις ήθελε διαρκέσει καθ' όλον τον χρόνον τον αναγκαιούντα προς ανοικοδόμησιν του ναού. Ήλθε λοιπόν εις την Μίλητον ο απεσταλμένος ούτος· ο δε Θρασύβουλος, όστις ήτο προειδοποιημένος περί πάντων και ήξευρε τι έμελλε να πράξη ο Αλυάττης, εσκέφθη το ακόλουθον. Αφού έφερεν εις την αγοράν όλον τον σίτον όστις ευρίσκετο εις την πόλιν, είτε εις τας ιδίας του αποθήκας είτε εις τας των ιδιωτών, παρήγγειλεν εις τους Μιλησίους, όταν τους ειδοποιήση, να αρχίσωσι να πίνωσι και να διασκεδάζωσιν.

22. Παρήγγειλε δε ταύτα ο Θρασύβουλος διά να ίδη ο Σαρδιανός κήρυξ μεγάλους σωρούς σίτου εις την αγοράν και τους κατοίκους πανηγυρίζοντας, και αναγγείλη ταύτα εις τον Αλυάττην, όπερ και εγένετο· διότι ο κήρυξ είδεν όλα ταύτα, ανεκοίνωσεν εις τον Θρασύβουλον τας παραγγελίας του Λυδού και επέστρεψεν εις τας Σάρδεις. Μετ' ολίγον εγένετο ειρήνη, και δεν νομίζω να υπήρχεν άλλη αιτία. Τωόντι, ενώ ο Αλυάττης ήλπιζεν ότι ήτο μεγάλη σιτοδεία εις την Μίλητον και ο λαός εις άκραν στενοχωρίαν, αίφνης ήκουσε παρά του κήρυκος τα εναντία εκείνων τα οποία εφρόνει. Εγένετο λοιπόν η ειρήνη και συνεφώνησαν να ήναι εις το εξής φίλοι και σύμμαχοι· αντί δε ενός ναού, ο Αλυάττης έκτισε δύο εις την Ασσήσην και εθεραπεύθη εκ της νόσου.

23. Ο Περίανδρος, εκείνος όστις είχε μηνύσει εις τον Θρασύβουλον την απόκρισιν της Πυθίας, ήτο υιός του Κυψέλου και εβασίλευεν εις την Κόρινθον. Οι Κορίνθιοι (και οι Λέσβιοι συμφωνούσι μετ' αυτών) λέγουσιν ότι επί της εποχής του εφάνη θαύμα μέγιστον· ο Μηθυμναίος Αρίων εφέρθη υπό δελφίνος μέχρι του Ταινάρου. Ο Αρίων ούτος ήτο κιθαρωδός και ουδενός δεύτερος μεταξύ των συγχρόνων του· καθ' όσον δε ημείς ηξεύρομεν, αυτός πρώτος εποίησεν, ωνόμασε και εδίδαξε διθύραμβον εις την Κόρινθον.

24. Διηγούνται ότι ο Αρίων, αφού επί πολύν χρόνον διέμεινε πλησίον του Περιάνδρου, επεθύμησε να πλεύση εις την Ιταλίαν και την Σικελίαν και ότι αφού συνήθροισε πολλά πλούτη απεφάσισε να επιστρέψη εις την Κόρινθον. Ανεχώρησε λοιπόν από τον Τάραντα επί πλοίου Κορινθιακού το οποίον εναύλωσεν εξ ιδίων του, διότι μόνον εις τους Κορινθίους είχε περισσοτέραν εμπιστοσύνην. Αφού εξήλθον εις το πέλαγος, οι ναύται συνέλαβαν το επίβουλον σχέδιον να τον ρίψωσιν εις τα κύματα και να αρπάσωσι τους θησαυρούς του. Μαντεύσας όμως ο Αρίων τους σκοπούς των, τους ικέτευσε και τοις υπεσχέθη όλα όσα είχε ζητών να τω χαρίσωσι την ζωήν. Αλλ' εκείνοι έμενον άκαμπτοι και τον διέταξαν ή να φονευθή ιδιοχείρως, εάν ήθελε να τον θάψωσιν άμα έφθανον εις την ξηράν, ή να πέση αμέσως εις την θάλασσαν. Εις τοιαύτην αμηχανίαν ευρισκόμενος ο Αρίων τους εζήτησεν, επειδή η απόφασίς των ήτο αμετάκλητος, να τον αφήσωσι να σταθή εις τα εδώλια του πλοίου φορών τα καλλίτερά του ενδύματα, και να ψάλη, προσθέτων ότι θα εφονεύετο μόνος του άμα ετελείωνε το άσμα. Ευχαρίστως εδέχθησαν την πρότασίν του οι ναύται, καθότι έμελλον να ακούσωσι τον κάλλιστον αοιδόν και αφήσαντες την πρύμνην κενήν συνεσωρεύθησαν εις το μέσον του πλοίου. Τότε ο Αρίων ενεδύθη τα καλλίτερά του ενδύματα, έλαβεν εις χείρας την κιθάραν, εστάθη όρθιος επί των εδωλίων και έψαλε τον όρθιον σκοπόν (2) αφού δε ετελείωσεν ερρίφθη εις την θάλασσαν όπως ήτο, με όλα τα ενδύματά του. Και το μεν πλοίον εξηκολούθησε τον πλουν του, εκείνον δε, ως λέγεται, δελφίν τις τον έλαβεν επί της ράχεώς του και τον έφερεν εις το Ταίναρον. Πατήσας εις την ξηράν, επορεύθη εις την Κόρινθον με τα ίδια ενδύματα, και φθάσας εκεί διηγήθη όσα τω συνέβησαν. Αλλ' ο Περίανδρος δεν επίστευσε τίποτε, έθεσε τον Αρίωνα εις την φυλακήν, διέταξε να τον φυλάττωσι στενώς και περιέμενε την έλευσιν των ναυτών. Άμα έφθασαν ούτοι εις τον λιμένα, τους προσεκάλεσε διά να μάθη παρ' αυτών τι θα έλεγον περί του Αρίωνος· εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι ήτο σώος και υγιής εις την Ιταλίαν και ότι τον άφησαν εις τον Τάραντα πλουτούντα. Αίφνης όμως ενεφανίσθη ενώπιόν των ο Αρίων με τα αυτά ενδύματα τα οποία εφόρει ότε έπεσεν εις την θάλασσαν· τότε οι ναύται μείναντες εκστατικοί δεν ηδυνήθησαν να αρνηθώσι το αποδιδόμενον εις αυτούς έγκλημα. Τοιαύτη είναι η διήγησις των Κορινθίων και των Λεσβίων, και σώζεται ακόμη εις το Ταίναρον μικρόν άγαλμα χάλκινον παριστών τον Αρίωνα· άνθρωπον καθήμενον επί δελφίνος.

25. Ο δε Αλυάττης ο Λυδός όστις ετελείωσε τον κατά τον Μιλησίων πόλεμον απέθανεν (3) αφού εβασίλευσεν έτη πεντήκοντα και επτά. Δεύτερος δε αυτός από την οικογένειαν ταύτην, θεραπευθείς από την νόσον, ανέθηκεν εις τους Δελφούς μέγαν κρατήρα αργυρούν και υποκρατηρίδιον εκ σιδήρου κολλητού, πράγμα πολύ πλέον άξιον θέας από όλα τα εις τους Δελφούς αφιερώματα, έργον Γλαύκου του Χίου όστις πρώτος όλων των ανθρώπων εφεύρε την κόλλησιν του σιδήρου.

26. Αποθανόντος του Αλυάττου, έλαβε την βασιλείαν ο υιός αυτού Κροίσος εις ηλικίαν τριάκοντα και πέντε ετών. Ούτος πρώτους εκ των Ελλήνων προσέβαλε τους Εφεσίους οίτινες πολιορκηθέντες υπ' αυτού αφιέρωσαν την πόλιν των εις την Άρτεμιν δέσαντες εις τον ναόν σχοινίον το οποίον εξέτεινον μέχρι των τειχών των. Η απόστασις δε μεταξύ της αρχαίας πόλεως ήτις επολιορκείτο και του ναού είναι επτά σταδίων. Κατά τούτων πρώτων επετέθη ο Κροίσος· μετά ταύτα δε επολέμησεν αλληλοδιαδόχως μίαν προς μίαν τας Ιωνικάς και τας Αιολικάς πόλεις προφασιζόμενος διάφορα πταίσματα· εις άλλας μεν μεγαλείτερα, οσάκις εύρισκε μεγαλείτερα, εις άλλας δε όλως μηδαμινά.