# Αντώνιος και Κλεοπάτρα Τραγωδία εις πράξεις 5

## Part 8

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/5-33961/index.md

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν είμαι πλέον η απλή γυνή, έχουσα τα αυτά πάθη με την χωρικήν, η οποία αμέλγει και εκτελεί τας βαναυσοτάτας εργασίας. Πριν ή αφαρπάσουν τον αδάμαντά μου είχα το δικαίωμα να ρίψω το σκήπτρον εις το πρόσωπον των υβριστών θεών και να είπω εις αυτούς ότι ο κόσμος ούτος ήτο ίσος προς τον ιδικόν των. Όλα είναι μηδέν, η υπομονή είναι ανοησία, η δε ανυπομονησία αρμόζει εις λυσσαλέον κύνα. Είναι λοιπόν αμάρτημα να ριφθή τις εις το υπόγειον οίκημα του θανάτου, πριν τολμήση ο θάνατος να έλθη προς ημάς; Πώς είσθε, αγαπηταί μου; τι τρέχει; τι τρέχει; θάρρος! λοιπόν, Χάρμιον! αγαπηταί μου κόραι! Ω ίδετε, κατηναλώθη, εσβέσθη η λαμπάς! Θάρρος, φίλοι μου (προς τους κάτω φύλακας), θα τον ενταφιάσωμεν, και, κατά την Ρωμαϊκήν συνήθειαν, θα πράξωμεν ό,τι ευγενές και γενναίον, ώστε και ο θάνατος να υπερηφανευθή καλών ημάς πλησίον αυτού. Ας εξέλθωμεν· εψυχράνθη το σκήνος της ευρείας ταύτης ψυχής. Ω έλθετε, γυναίκες μου, έλθετε. Οι μόνοι ημών φίλοι είναι η απόφασις και ο τάχιστος θάνατος.

ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Στρατόπεδον του Καίσαρος έμπροσθεν της Αλεξανδρείας. Εισέρχονται ο ΚΑΙΣΑΡ, ο ΑΓΡΙΠΠΑΣ, ο ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ, ο ΜΑΙΚΗΝΑΣ, ο ΓΑΛΛΟΣ, ο ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ και άλλοι.

ΚΑΙΣΑΡ. Ύπαγε προς αυτόν, Δολοβέλλα, και προσκάλεσέ τον να παραδοθή. Ειπέ εις αυτόν ότι εις ην ευρίσκετο ελεεινήν κατάστασιν, πάσα χρονοτριβή προκαλεί την ημετέραν χλεύην.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Απέρχομαι, Καίσαρ, (Εξέρχεται ο Δολοβέλλας. — Εισέρχεται ο Δερκέζας κρατών το ξίφος του Αντωνίου).

ΚΑΙΣΑΡ. Τι σημαίνει τούτο; και τις είσαι συ ο τολμών ούτω να εμφανισθής ενώπιόν μου;

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Ονομάζομαι Δερκέτας· υπηρέτησα δε τον Μάρκον Αντώνιον, όστις κάλλιον παντός άλλου ήτο άξιος πιστοτάτης υπηρεσίας. Ήτο δε κύριός μου εφ' όσον έζη και ωμίλει, και διήνυσα τον βίον πολεμών τους εχθρούς αυτού. Αν ευαρεστήσαι να με προσλάβης εις την υπηρεσίαν σου, θα είμαι και προς τον Καίσαρα ό,τι ήμην προς εκείνον· αν δε δεν θέλης, τότε παραδίδω την ζωήν μου.

ΚΑΙΣΑΡ. Τι λέγεις;

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Λέγω, ω Καίσαρ, ότι απέθανεν ο Αντώνιος.

ΚΑΙΣΑΡ. Πτώσις τοιαύτη έπρεπε να παραγάγη κρότον μεγαλείτερον. Η υδρόγειος σφαίρα έπρεπε να τινάξη λέοντας εις τας οδούς των πόλεων, και πολίτας εις τα σπήλαια των λεόντων. Ο θάνατος του Αντωνίου δεν είναι θάνατος ιδιώτου· εν τω ονόματι τούτω εμπεριέχεται το ήμισυ του κόσμου.

ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Απέθανε, Καίσαρ, όχι υπό των οργάνων της δικαιοσύνης ή μισθωτού εγχειριδίου, αλλ' αυτή εκείνη η χειρ ήτις ενεχάραξε την τιμήν αυτού επί των πράξεών της, διέσχισε την καρδίαν του με το θάρρος εκείνο το οποίον ήντλει εκ της καρδίας του. Ιδού το ξίφος του· το απέσυρα εκ της πληγής του· παρατήρησε αυτό, είναι αιματόφυρτον εκ του ευγενούς του αίματος.

ΚΑΙΣΑΡ. Σας βλέπω σκυθρωπούς, φίλοι· αλλά μα τους θεούς, η αγγελία αυτή πρέπει ν' αποσπάση δάκρυα και εκ των οφθαλμών των βασιλέων.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Είναι δε παράδοξον ότι η φύσις μας αναγκάζει να θρηνήσωμεν τας πράξεις εκείνας ων την εκτέλεσιν επιδιώκομεν μετά καρτερίας.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Τα ελαττώματά του αντεσταθμίζοντο υπό των αρετών αυτού.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ουδέποτε εισήλθεν εις την ανθρωπίνην φύσιν εξοχώτερον φρόνημα· αλλά σεις, ω θεοί, μας υποβάλλετε εις σφάλματα ίνα μας υπομιμνήσκετε ότι είμεθα άνθρωποι. Συνεκινήθη ο Καίσαρ.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Όταν τόσον ευρύ κάτοπτρον τίθεται ενώπιόν του, πρέπει κατ' ανάγκην να κατοπτρισθή.

ΚΑΙΣΑΡ. Ω Αντώνιε. Εγώ σε έφερα εις το σημείον τούτο· πλην αποκόπτομεν τα γαγγραινώδη μέρη του σώματος. Έπρεπε κατ' ανάγκην ή να σου προξενήσω τοιαύτην πτώσιν ή εγώ να πέσω υπό σου. Δεν υπήρχε χώρος δι' αμφοτέρους ημάς εις τον κόσμον. Αλλά σε θρηνώ με δάκρυα πολύτιμα ως το αίμα της καρδίας, σε, τον αδελφόν μου, τον συναγωνιστήν εις πάσας τας επιχειρήσεις, τον συνάρχοντα, φίλον και σύντροφον εις τους πολέμους, τον βραχίονα του σώματός μου, και την καρδίαν εξ ης ενεπνέετο η ιδική μου. — Σε θρηνώ, διότι οι ασυμβίβαστοι αστέρες μας, ενώ είμεθα ίσοι, επέφερον επί τέλους διχασμόν μεταξύ ημών. Ακούσατέ με, φίλοι μου, — αλλά θα ομιλήσω περί τούτου εις αρμοδιωτέραν στιγμήν. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος). Ο άνθρωπος ούτος φαίνεται ανυπόμονος να αναγγείλη τας ειδήσεις του· ας ακούσωμεν τι θα είπη. — Πόθεν έρχεσαι;

ΑΓΓΕΛΟΣ. Είμαι κ' εγώ δυστυχής Αιγύπτιος. Η βασίλισσα και κυρία μου, κλεισμένη εις τον τάφον της, το μόνον κτήμα το οποίον απέμεινεν εις αυτήν επί της γης, επιθυμεί να μάθη τους σκοπούς σου, διά να διαθέση εαυτήν προς ό,τι μέλλεις να τη επιβάλης.

ΚΑΙΣΑΡ. Ειπέ εις αυτήν να λάβη θάρρος· θα μάθη μετ' ολίγον δι' ενός των ημετέρων, πόσον εντίμως και ευμενώς απεφασίσαμεν να την μεταχειρισθώμεν, διότι ο Καίσαρ είναι πάντοτε γενναιόφρων.

ΑΓΓΕΛΟΣ. Οι θεοί να σε προστατεύουν! (Εξέρχεται).

ΚΑΙΣΑΡ. Ελθέ, Προκλήιε. Ύπαγε να είπης εις αυτήν, ότι ουδόλως προτιθέμεθα να ταπεινώσωμεν αυτήν· δος εις αυτήν οιανδήποτε παρηγορίαν απαιτήση η φύσις της οδύνης, μη, εν τω μεγαλείω της μας διαφύγη διά θανατηφόρου πλήγματος, διότι η παρουσία της εν Ρώμη θα διαιώνιζε τον θρίαμβον ημών. Ύπαγε και επίστρεψον όσω δύνασαι ταχύτερον, διά να μας είπης τι λέγει, και εις ποίαν κατάστασιν εύρες αυτήν.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Απέρχομαι, Καίσαρ, (Εξέρχεται ο Προκλήιος).

ΚΑΙΣΑΡ. Συνόδευσέ τον, Γάλλε. — Πού είναι ο Δολοβέλλας, διά να βοηθήση τον Προκλήιον;

ΑΓΡΙΠΠΑΣ και ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Δολοβέλλα!

ΚΑΙΣΑΡ. Άφετέ τον· ενθυμούμαι τώρα εις τι ενασχολείται· θα επανέλθη εγκαίρως. Έλθετε μετ' εμού εις την σκηνήν όπου θα ίδετε μετά πόσης αποστροφής παρεσύρθην εις τον πόλεμον τούτον, και πόσην μετριοπάθειαν και πραότητα μετεχειρίσθην εις τας επιστολάς. Έλθετε να ίδετε τας αποδείξεις των όσων σας λέγω. (Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τω τάφω. Εισέρχονται η ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, η ΧΑΡΜΙΟΝ και η ΕΙΡΑΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Η θλίψις μου αρχίζει να διασκεδάζεται. Είναι ευτελές να είναι τις Καίσαρ. Δεν είναι η Τύχη, αλλά δούλος αυτής και υπηρέτης της θελήσεώς της. Είναι μέγα τι η εκτέλεσις της πράξεως εκείνης, ήτις θέτουσα τέρμα εις πάσας τας λοιπάς, δεσμεύει τας συμφοράς, και κλείει την θύραν εις τας περιπετείας· της πράξεως εκείνης ήτις αποκοιμίζει, και αίρει διά παντός τον βόρβορον εκείνον, εκ του οποίου λαμβάνει την τροφήν και επαίτης και Καίσαρ. (Πλησιάζουν εις τας θύρας τον τάφου ο Προκλήιος, ο Γάλλος και στρατιώται).

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Ο Καίσαρ στέλλει τας προσρήσεις του εις την βασίλισσαν της Αιγύπτου, και σου παραγγέλλει να σκεφθής περί των δικαίων απαιτήσεων τας οποίας προτίθεσαι να του ζητήσης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Έσωθεν). Πώς ονομάζεσαι;

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Ονομάζομαι Προκλήιος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Έσωθεν). Ο Αντώνιος μου ωμίλησε περί σου, και μου είπε να εμπιστευθώ εις εσέ· αλλά δεν με μέλει πολύ αν απατηθώ, αφού η πίστις δεν μου χρησιμεύει πλέον. Αν ο κύριός σου επιθυμή να ίδη βασίλισσαν επαιτούσαν παρ' αυτού, πρέπει να του είπης ότι η Μεγαλειότης, διά να είναι αξιοπρεπής, πρέπει να ζητήση όχι ολιγώτερον βασιλείου. Αν ευαρεστήται να παραχωρήση χάριν του υιού μου την κυριευθείσαν Αίγυπτον, θα μου δώση τόσα εκ των εμών, ώστε θα ευχαριστήσω αυτόν γονυκλινής.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Λάβε θάρρος. Έπεσες εις χείρας ηγεμόνος γενναίου· μη φοβού· αποτάθητι ελευθέρως εις τον κύριόν μου, ούτινος η άπειρος γενναιοφροσύνη επιδαψιλεύεται άφθονος εις πάντας τους εις αυτήν καταφεύγοντας. Επίτρεψέ μου να του αναγγείλω την ευγενή υποταγήν σου, και θα εύρης νικητήν συγχωρούντα προθύμως πάντα επικαλούμενον την επιείκειάν του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Έσωθεν). Ειπέ του σε παρακαλώ, ότι είμαι υποτελής της τύχης του, και ότι παραδίδω εις αυτόν το μεγαλείον του οποίου εγένετο κύριος. Από ώρας εις ώραν μανθάνω το μάθημα της υποταγής, και ευχαρίστως θα έβλεπον αυτόν κατά πρόσωπον.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Θα του αναγγείλω ταύτα, αγαπητή κυρία. Παρηγορήθητι, διότι γνωρίζω ότι η κατάστασίς σου συνεκίνησε και εκείνον, όστις επιφέρει αυτήν.

ΓΑΛΛΟΣ. Βλέπεις πόσον εύκολον είναι να την συλλάβωμεν.

(Ο Προκλήιος και οι δύο φύλακες αναβαίνουν εις τον τάφον διά κλίμακος στηριχθείσης επί του παραθύρου, καταβάντες δε έρχονται όπισθεν της Κλεοπάτρας. Τινές των φυλάκων απωθώσι τους μοχλούς ναι ανοίγουν τας θύρας).

ΓΑΛΛΟΣ. Φυλάξατέ την έως ότου έλθη ο Καίσαρ, (Εξέρχεται).

ΕΙΡΑΣ. Ω βασίλισσα!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω Κλεοπάτρα! Σε συνέλαβον βασίλισσα μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Γρήγορα, καλαί μου χείρες, (Σύρει εγχειρίδιον).

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Στάσου, ευγενής κυρία, στάσου. (Συλλαμβάνει και αφοπλίζει αυτήν). Μη πράξης τοιαύτην αδικίαν· η παρουσία μας σου παρέχει σωτηρίαν, ουδένα δε κίνδυνον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς δεν μου επιτρέπετε ούτε τον θάνατον, όστις και τους κύνας απαλλάσσει από τα δεινά;

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Κλεοπάτρα, μη ονειδίζης την αγαθότητα του κυρίου μου καταστρέφουσα εαυτήν· άφες τον κόσμον να ίδη αυτόν εξασκούντα την γενναιοδωρίαν του, και μη εμποδίζης αυτήν διά του θανάτου σου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού είσαι, θάνατε! Ελθέ, ελθέ να λάβης βασίλισσαν πολυτιμοτέραν πολλών νηπίων και επαιτών!

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Ω, ησύχασε, κυρία!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ούτε θα φάγω, ούτε θα πίω, κύριε, αλλ' ούτε θα κοιμηθώ, αν είναι ανάγκη να προφέρω πλείονας περιττούς λόγους διακηρύττουσα την απόφασίν μου (23). Θα καταστρέψω το θνητόν τούτο οίκημα, και ας πράξη ό,τι δύναται ο Καίσαρ. Μάθε, κύριε, ότι δεν θα παρουσιασθώ με δεμένας τας χείρας εις την αυλήν του δεσπότου σου, ούτε θα υποφέρω τας επιπλήξεις των ψυχρών βλεμμάτων της ευήθους Οκταβίας. Μήπως νομίζουν ότι θα με σηκώσουν διά να με επιδείξουν εις τον φωνασκούντα όχλον της σαρκαστικής Ρώμης; Προτιμότερον να ταφώ εις τάφρον της Αιγύπτου! Προτιμότερον να κείμαι ολόγυμνος επί της ιλύος του Νείλου, και των εντόμων βορά γινομένη να καταντήσω θέαμα ειδεχθές! Ναι, προτιμότερον αι υψηλαί πυραμίδες της χώρας μου να μου χρησιμεύσουν ως αγχόνη και αλυσόδετον να με κρεμάσουν επ' αυτών!

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Είναι υπερβολικός ο τρόμος σου· ουδέν θα εύρης εις τον Καίσαρα δικαιολογούν τον φόβον σου, (Εισέρχεται ο Δολοβίλλας).

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Προκλήιε, γνωρίζει ο Καίσαρ τι έπραξες και σε διατάσσει να μεταβής παρ' αυτώ· ως προς την βασίλισσαν, θα λάβω αυτήν υπό την προστασίαν μου.

ΠΡΟΚΛΗΙΟΣ. Τούτο με ευαρεστεί πολύ, Δολοβέλλα· έσο ευγενής προς αυτήν, (Προς την Κλεοπάτραν). Θα αναφέρω εις τον Καίσαρα ό,τι επιθυμείς, αν θέλης να μου αναθέσης την εντολήν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ειπέ εις αυτόν, ότι η επιθυμία μου είναι ο θάνατος.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ήκουσες περί εμού, ευγενεστάτη αυτοκράτειρα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν δύναμαι να είπω.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Βεβαίως με γνωρίζεις.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν ωφελεί, κύριε, αν σε γνωρίζω, ή ήκουσα περί σου. Γελάς όταν ακούης παιδία ή μητέρας διηγουμένας τα όνειρά των. Δεν έχεις αυτήν την συνήθειαν;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Δεν εννοώ, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είδον καθ' ύπνον ότι υπήρχεν αυτοκράτωρ ονομαζόμενος Αντώνιος. — Ω! εάν ηδυνάμην να παραδοθώ και πάλιν εις τας αγκάλας τοιούτου ύπνου διά να δυνηθώ να ίδω παρόμοιον άνδρα!

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Επίτρεψέ μου, κυρία...

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Το πρόσωπόν του ήτον ως ο ουρανός· επ' αυτού ήσαν προσκεκολημένοι ο ήλιος και η σελήνη, οίτινες περιστρεφόμενοι, εφώτιζον το μικρόν τούτο Ο, την γην.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Μεγαλειοτάτη....

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αι κνήμαι του διεσκέλιζον τον Ωκεανόν, ο βραχίων αυτού υψούμενος εσκέπαζε τον κόσμον· όταν ωμίλει εις φίλους, η φωνή του ήτο μελωδική ως εναρμόνιος σφαίρα, αλλ' όταν ήθελε να εκφοβίση και συνταράξη την οικουμένην, ωμοίαζε προς κρότον βροντής. Η γενναιοδωρία του δεν είχε χειμώνα, ήτο διαρκής ώρα συγκομιδής, της οποίας η ευφορία ηύξανε περισσότερον διά του θερισμού. Αι διασκεδάσεις του ωμοίαζον προς τας του δελφίνος, ανασκιρτώντος εις την επιφάνειαν της θαλάσσης. Την συνοδείαν του απετέλουν βασιλείς και ηγεμόνες, Βασιλεία και νήσοι ήσαν ως νομίσματα, εκβαλλόμενα εκ του θυλακίου του.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Κλεοπάτρα...

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Νομίζεις ότι υπήρξεν, ή ότι είναι δυνατόν να υπάρξη τοιούτος άνθρωπος ως εκείνος τον οποίον εγώ είδον καθ' ύπνον;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Όχι, ευγενής δέσποινα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ψεύδεσαι, και σε ακούουν οι θεοί. Αλλ' αν υπάρχη, ή υπήρξε ποτέ τοιούτος, τούτο υπερβαίνει την δύναμιν του ονείρου· δεν έχει αρκετήν ύλην η φύσις όπως διαγωνισθή προς την φαντασίαν εις τα παράδοξα ταύτα ινδάλματα· και όμως, το να φαντασθή τις ένα Αντώνιον, θα ήτο τεχνούργημα της φύσεως, κατά πολύ ανώτερον των φανταστικών ινδαλμάτων.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Άκουσέ με, κυρία. Η συμφορά την οποίαν υπέστης είναι μεγάλη ως συ, ανάλογος δε προς αυτήν και η λύπη σου. Να μην ίδω ποτέ την εκπλήρωσιν των σχεδίων μου, αν εκ συμπαθείας δεν αισθάνομαι λύπην εγκάρδιον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ευχαριστώ, κύριε. Γνωρίζεις τι σκέπτεται να με κάμη ο Καίσαρ;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Αισθάνομαι αποστροφήν ν' αναγγείλω εκείνο το οποίον άλλως επεθύμουν να μάθης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ειπέ το σε παρακαλώ, κύριε.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Μολονότι είναι γενναιόφρων...

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Θα με επιδείξη ως τρόπαιον της νίκης του;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ναι, κυρία, το γνωρίζω. (Φωναί έξωθεν: Σταθήτε μακράν, ο Καίσαρ). (Εισέρχεται ο Καίσαρ, ο Γάλλος, ο Προκλήιος, ο Μαικήνας, ο Σέλευκος και υπηρέται).

ΚΑΙΣΑΡ. Πού είναι η βασίλισσα της Αιγύπτου;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Ο αυτοκράτωρ, κυρία. (Η Κλεοπάτρα γονατίζει).

ΚΑΙΣΑΡ. Εγέρθητι, μη γονατίζης. Εγέρθητι, σε παρακαλώ, εγέρθητι, βασίλισσα της Αιγύπτου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τοιούτον είναι, αυτοκράτορ, το θέλημα των θεών. Οφείλω να υπακούσω εις τον δεσπότην και κύριόν μου.

ΚΑΙΣΑΡ. Μη ανησύχει· την ανάμνησιν των προς ημάς ύβρεών σου, καίτοι γεγραμμένην διά του αίματός μας, θέλομεν θεωρή ως τυχαίον συμβάν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Απόλυτε κύριε του κόσμου· δεν δύναμαι να συνηγορήσω αρκετά υπέρ εμού, προς δικαιολόγησίν μου, αλλ' ομολογώ, ότι υπέπεσα και εγώ εις τας αδυναμίας εκείνας, αίτινες κατήσχυναν πολλάκις το ημέτερον φύλον.

ΚΑΙΣΑΡ. Μάθε, Κλεοπάτρα, ότι είμεθα διατεθειμένοι να συγχωρήσωμεν μάλλον ή να τιμωρήσωμεν. Αν αφεθής εις ημάς — οίτινες διακείμεθα λίαν ευμενώς προς σε — θα ωφεληθής εκ της αλλαγής ταύτης· αλλ' αν ζητήσης να μοι προσάψης σκληρότητα, ακολουθούσα το παράδειγμα του Αντωνίου, θα αποβάλης την ημετέραν ευμένειαν, και θα επιφέρης τον όλεθρον των τέκνων σου, εκ του οποίου θα προφυλάξω αυτά, αν επ' εμέ στηρίξης τας ελπίδας σου. Σε προσκυνώ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δύνασαι να διέλθης τον κόσμον, διότι όλος είναι εις την εξουσίαν σου, ημείς δε, θυρεοί και σύμβολα της νίκης σου, θ' αναρτηθώμεν εις οιονδήποτε μέρος θελήσης. Λάβε αυτό, αυτοκράτορ. (Τω εγχειρίζει σημείωσιν).

ΚΑΙΣΑΡ. Συ θα με συμβουλεύης εις ό,τι αφορά εις την Κλεοπάτραν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι η σημείωσις των χρημάτων, των σκευών, και κοσμημάτων, τα οποία έχω· είναι ακριβώς καταγεγραμμένα, εκτός ολίγων ασημάντων πραγμάτων. — Πού είναι ο Σέλευκος;

ΣΕΛΕΥΚΟΣ. Εδώ, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι ο θησαυροφύλαξ μου. Ας είπη, αυτοκράτορ, επί ιδίω κινδύνω, εάν εκράτησά τι διά τον εαυτόν μου. Ειπέ την αλήθειαν.

ΣΕΛΕΥΚΟΣ. Θα προετίμων να σφραγίσω τα χείλη μου, παρά με κίνδυνόν μου να είπω ό,τι δεν είναι αληθές.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι εκράτησα;

ΣΕΛΕΥΚΟΣ. Τοσαύτα, όσα είναι ικανά να εξαγοράσουν όσα εφανέρωσες.

ΚΑΙΣΑΡ. Μην ερυθριάς, Κλεοπάτρα· επιδοκιμάζω την σύνεσίν σου εις την πράξιν ταύτην.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδέ, Καίσαρ! ω παρατήρησε πώς παρακολουθείται το μεγαλείον! Μετ' ολίγον οι άνθρωποί μου θα είναι ιδικοί σου, αλλ' αν επρόκειτο ν' αλλάξωμεν τύχας, οι ιδικοί σου θα ήρχοντο μετ' εμού. Με εξαγριώνει η αχαριστία του Σελεύκου τούτου. Δούλε άπιστε ως μισθωτός έρως. Α, υποχωρείς ματαίως, διότι σου εγγυώμαι ότι θα συλλάβω τους οφθαλμούς σου, και πτέρυγας αν είχον. Δούλε, άψυχε, κακούργε, σκύλε, τέρας χαμερπείας.

ΚΑΙΣΑΡ. Επίτρεψέ μου, βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν είναι δεινόν όνειδος δι' εμέ, ω Καίσαρ, συ μεν να καταδεχθής να με τιμήσης εν τη ταπεινώσει μου ταύτη, ο δε υπηρέτης μου να επαυξήση τας συμφοράς μου διά του φθόνου του; Αλλ' ας παραδεχθώμεν, γενναίε Καίσαρ, ότι εφύλαξα ευτελή τινα γυναικεία κοσμήματα ή ασήμαντα αθυρμάτια, εξ εκείνων τα όποια δίδομεν εις στενούς φίλους· ας παραδεχθώμεν ότι εφύλαξα και πολυτιμότερα ακόμη διά να τα προσφέρω εις την Λιβίαν και την Οκταβίαν, και παρακινήσω αυτάς να μεσιτεύσωσιν υπέρ εμού· πρέπει διά τούτο να καταγγελθώ υπό του ανθρώπου εκείνου, τον οποίον διέθρεψα; Ω θεοί! Τούτο μου είναι οδυνηρότερον και της πτώσεώς μου. (Προς τον Σέλευκον). Φύγε, σε παρακαλώ, μη οι σπινθήρες του πνεύματός μου αναπηδήσωσιν εκ της τέφρας της δυστυχίας μου. Αν ήσο άνθρωπος θα με συνεπάθεις.

ΚΑΙΣΑΡ. Έξελθε, Σέλευκε, (Εξέρχεται ο Σέλευκος).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ας μάθη ο κόσμος ότι ημείς οι μεγάλοι κατηγορούμεθα πάντοτε διά τας πράξεις των άλλων, και ότι πίπτοντες γινόμεθα αυτοπροσώπως υπεύθυνοι διά τα σφάλματα αυτών! Είμεθα τωόντι άξιοι οίκτου!

ΚΑΙΣΑΡ. Κλεοπάτρα, δεν συμπεριελάβομεν μεταξύ των κατακτηθέντων ούτε όσα εφύλαξες, ούτε όσα εφανέρωσες· πάντα ταύτα είναι ιδικά σου και διάθεσε αυτά κατ' αρέσκειαν· πίστευσον δε ότι ο Καίσαρ δεν είναι έμπορος διά να συναλλαγή μετά σου περί πραγμάτων πωλουμένων εις την αγοράν· παρηγορήθητι λοιπόν, και μη αφίεσαι εις αλλοκότους φόβους· όχι, αγαπητή βασίλισσα, διότι προτιθέμεθα να φροντίσωμεν περί σου καθ' οιονδήποτε τρόπον συμβουλεύσης η ιδία. Φάγε λοιπόν και κοιμήσου. Τοιαύτη είναι η περί σου μέριμνα ημών και συμπάθεια, ώστε θα είμεθα πάντοτε φίλοι σου. Χαίρε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κύριέ μου, δέσποτα!

ΚΑΙΣΑΡ. Όχι τοιούτον τίτλον. Χαίρε. (Εξέρχεται ο Καίσαρ μετά της συνοδείας του).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Με κολακεύει, κόραι μου, με κολακεύει διά να βαυκαλίση το φρόνημά μου, αλλ' άκουσε, Χάρμιον, (Ψιθυρίζει εις το ους της Χαρμίον).

ΕΙΡΑΣ. Ετελείωσαν όλα, κυρία. Επέρασεν η λαμπρά ημέρα και μας έρχεται σκότος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πήγαινε ταχέως· έδωκα ήδη διαταγάς, και όλα είναι έτοιμα· πήγαινε να είπης να σπεύσουν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πηγαίνω, κυρία. (Εισέρχεται πάλιν ο Δολοβέλλας).

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Πού είναι η βασίλισσα;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Να την, κύριε. (Εξέρχεται η Χάρμιον).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δολοβέλλα.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Συμφώνως προς τον όρκον τον οποίον ώμοσα κατά διαταγήν σου, και τον οποίον η προ σε αγάπη μου μού επιβάλλει να τηρήσω μετά θρησκευτικής ευλαβείας, σου αναγγέλλω ότι ο Καίσαρ θα αναχωρήση διά της Συρίας, και ότι μετά τρεις ημέρας θα σε προαποστείλη μετά των τέκνων σου. Ωφελήθητι όσω δύνασαι πλειότερον εκ της αγγελίας ταύτης. Εξεπλήρωσα την επιθυμίαν σου και την υπόσχεσίν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Σου είμαι υπόχρεως, Δολοβέλλα.

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Και εγώ δούλος σου. Χαίρε, αγαπητή βασίλισσα. Πρέπει να συνοδεύσω τον Καίσαρα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χαίρε. Σε ευχαριστώ, (Εξέρχεται ο Δολοβέλλας). Τι φρονείς τώρα, Ειράς; Αιγυπτιακόν νευρόσπαστον θα επιδεικνύεσαι εις Ρώμην όπως κ' εγώ. Τεχνίται βάναυσοι με στάθμην και σφυρίον εις τας χείρας θα μας σηκώνουν διά να μας βλέπη το πλήθος, και βυθισμένοι εις την πνιγηράν ατμόσφαιραν της αναπνοής των, δυσώδους ως εκ της ακαθάρτου τροφής των, θ' αναγκαζώμεθα ν' αναπνέωμεν τας αναθυμιάσεις ταύτας.

ΕΙΡΑΣ. Ο θεός φυλάξοι!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Και όμως είναι βεβαιότατον, Ειράς. Ραβδούχοι αναιδείς θα μας μεταχειρισθώσιν ως εταίρας· αγενείς στιχουργοί θα μας ψάλωσι παράφωνα άσματα· ευφυείς κωμωδοποιοί θα μας αναβιβάσωσιν αυτοσχεδίως επί της σκηνής, και θα παριστάνωσι τα αλεξανδρινά ημών συμπόσια. Ο Αντώνιος θα εμφανισθή οινοβαρής, εγώ δε θα ίδω νεανίσκον τινά παρωδούντα το μεγαλείον μου εν τη στυγνή αυτού φωνή, και ως πόρνην παριστάνοντα την Κλεοπάτραν.

ΕΙΡΑΣ. Ω θεοί!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι βεβαιότατον.

ΕΙΡΑΣ. Ποτέ δεν θα το ιδώ, διότι είμαι βεβαία ότι τα νύχια μου είναι δυνατώτερα από τα μάτια μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι ο μόνος τρόπος του να ματαιώσωμεν τας προπαρασκευάς των, και να καταστρέψωμεν τα παραλογώτατα σχέδιά των. (Εισέρχεται η Χάρμιον). — Λοιπόν, Χάρμιον; Στολίσατέ με ως βασίλισσαν, γυναίκες μου. Φέρετε τα ωραιότερά μου ενδύματα. — Θα μεταβώ και πάλιν εις τον Κύδνον προς συνάντησιν του Αντωνίου. — Έλα, πήγαινε, Ειράς. — Τώρα πρέπει να τελειώσωμεν πλέον, γενναία μου Χάρμιον· αφού δε μου προσφέρης και την υπηρεσίαν ταύτην, θα σε αφήσω ελευθέραν να διασκεδάσης μέχρι συντελείας του κόσμου. Φέρετε το στέμμα, τα πάντα. Πόθεν ο κρότος ούτος; (Εξέρχεται η Ειράς. (Ακούεται κρότος έξωθεν). Εισέρχεται φύλαξ).

ΦΥΛΑΞ. Ένας χωρικός επιμένει να παρουσιασθή ενώπιον της Μεγαλειότητός σου. Σου φέρει σύκα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ας εισέλθη, (Εξέρχεται ο φύλαξ). Πόσον γενναίαν πράξιν δύναται να πράξη ελάχιστον εργαλείον! Μου φέρει την ελευθερίαν. Ελήφθη η απόφασίς μου, και ουδέν γυναικείον υπάρχει επ' εμού. Τώρα είμαι άκαμπτος ως μάρμαρον από κεφαλής μέχρι ποδών. Δεν είναι πλέον πλανήτης μου η άστατος σελήνη. (Εισέρχεται πάλιν ο φύλαξ μετά του Γελωτοποιού φέροντος κάλαθον).

ΦΥΛΑΞ. Αυτός είναι.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έξελθε και άφησέ τον, (Εξέρχεται ο φύλαξ). Μήπως έχης εκεί τον εύμορφον εκείνον σκώληκα του Νείλου, ο οποίος φονεύει χωρίς να προξενή πόνον;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Μάλιστα, τον έχω, αλλά δεν θα σε συνεβούλευα ποτέ να τον εγγίξης, διότι το δάγκαμά του είναι αθάνατον ουδέποτε ή σπανίως αναλαμβάνουν όσοι αποθνήσκουν απ' αυτό.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ενθυμείσαι κανένα να απέθανεν απ' αυτό;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Πολλούς και άνδρας και γυναίκας. Χθες ακόμη ήκουσα για μια· μια τίμια γυναίκα, αλλά ολίγον ψεύτρα, πράγμα το οποίον δεν έπρεπε να κάνη τίμια γυναίκα, εκτός μόνον με τρόπον τίμιον· έλεγαν λοιπόν πώς απέθανε, τι πόνους ησθάνθη, και μα την αλήθειαν παρίστανε το φίδι πολύ καλά, αλλά όποιος πιστεύη όλα όσα λέγουν αυτές, δεν θα γλυτώση αν κάμη τα μισά απ' όσα κάνουν. Το βέβαιον είναι ότι το σκουλήκι είναι πολύ παράδοξο (24).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Φύγε τώρα απ' εδώ· χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Εύχομαι να ευχαριστηθής πολύ από το φίδι. (O Γελωτοποιός εναποθέτει το κάνιστρον).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Πρέπει να μη λησμονής, ότι το φίδι θα ενεργήση σύμφωνα με το φυσικό του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ναι, ναι· χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Μάθε ότι μόνον εις φρονίμους ανθρώπους πρέπει να εμπιστεύεται κανείς το φίδι, διότι, μα την αλήθειαν, δεν έχει μεγάλην καλωσύνην.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μη σε μέλει, θα φροντίσωμεν.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Πολύ καλά· μη του δώσης τίποτε να φάγη, σε παρακαλώ, διότι δεν είναι άξιο να το θρέψης.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Θα με φάγη;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Μη με νομίζης τόσω κουτό, ώστε να μη γνωρίζω ότι ούτε διάβολος δεν μπορεί να φάγη γυναίκα· γνωρίζω ότι η γυναίκα είναι φαγητό για τους θεούς, όταν δεν το μαγειρεύη ο διάβολος. Αλλά, μα την αλήθεια, αυτοί οι παραλυμένοι διάβολοι κάμνουν πολύ κακό εις τας γυναίκας των θεών, διότι αν οι θεοί κάμουν δέκα, οι δαίμονες χαλούν τα πέντε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καλά, πήγαινε, χαίρε.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. Ναι, μα την πίστι μου· σου εύχομαι να περάσης καλά με το φίδι, (Εισέρχεται η Ειράς φέρουσα εσθήτα, στέμμα κτλ.).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δος μου το φόρεμά μου· φόρεσέ μου το στέμμα μου. Αισθάνομαι εν εμοί πόθον αθανασίας. Δεν θα υγράνη πλέον τα χείλη μου ο χυμός των σταφυλών της Αιγύπτου. — Σπεύσον, σπεύσον, καλή μου Ειράς· γρήγορα. Μου φαίνεται ότι ακούω τον Αντώνιον να με φωνάζη· τον βλέπω εγειρόμενον διά να επαινέση την ευγενή μου πράξιν· τον ακούω σκώπτοντα την ευτυχίαν του Καίσαρος, ευτυχίαν ην οι θεοί παρέχουσιν εις τους ανθρώπους προς αποζημίωσιν των κακών όσα η οργή αυτών τοις προξενεί βραδύτερον. Έρχομαι, σύζυγε. Ας αποδείξω τώρα διά του θάρρους μου τα επί του τίτλου τούτου δικαιώματά μου! Πυρ είμαι τώρα και αήρ· αφήνω εις χαμερπεστέρας υπάρξεις τα λοιπά στοιχεία του σώματος. — Καλά. — Ετελείωσες; Ελθέ λοιπόν, ελθέ να λάβης την τελευταίαν θερμότητα των χειλέων μου. Χαίρε, καλή μου Χάρμιον. — Χαίρε πάντοτε, Ειράς, (Φιλεί αυτάς. Η Ειράς πίπτει και αποθνήσκει). Μήπως έχω την ασπίδα εις τα χείλη μου; Πώς! πίπτεις; Αν τόσον ησύχως χωρίζεσαι από την φύσιν, το κτύπημα του θανάτου είναι ως τσίμπημα εραστού, το οποίον είναι επιθυμητόν, μολονότι προξενεί πόνο. Πώς! μένεις ακίνητος; Αν ούτω πως εξαφανίζεσαι, λέγεις εις τον κόσμον ότι δεν αξίζει τον κόπον ούτε να τον αποχαιρετήση τις.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ξέσπασε, σύννεφο πυκνό, και βρέξε, διά να ημπορέσω να ειπώ ότι κλαίουν και οι θεοί αυτοί!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τούτο με καταισχύνει. Αν αύτη συναντήση πρώτη τον βοστρυχώδη Αντώνιον, θα την ερωτήση περί εμού, και θα της δώση το φίλημα εκείνο, το οποίον είναι ως άλλος ουρανός δι' εμέ. (Προς την ασπίδα ην θέτει επί του στήθους). Έλα καϋμένε ανθρωποκτόνε. Λύσε παρευθύς με τους οξείς οδόντας σου τον περιπλεγμένον τούτον δεσμόν του βίου. Οργίσου και σπεύσον, κοντέ φαρμακερέ. Είθε να ηδύνασο να ομιλής, και να σε ήκουον να ονομάζης τον μέγαν Καίσαρα αγροίκον όνον!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω άστρον της ανατολής!

