# Αντώνιος και Κλεοπάτρα Τραγωδία εις πράξεις 5

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/5-33961/index.md

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω! το σφάλμα εκείνου, διά το οποίον δεν είσαι υπεύθυνος, σε έκαμε και σε δόλιον! Φύγε απ' εδώ. Τα εμπορεύματα τα οποία έφερες εκ Ρώμης είναι πολύ ακριβά δι' εμέ· ας μείνουν εις βάρος σου, και ας επιφέρουν τον όλεθρόν σου!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Υπομονή, καλή μου βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Επαινούσα τον Αντώνιον κατηγόρουν τον Καίσαρα.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Πολλές φορές, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τιμωρούμαι τώρα διά τούτο. Βοηθήσατέ με να εξέλθω. Λιποθυμώ. Ειράς, Χάρμιον. — Δεν είναι τίποτε. — Πήγαινε να εύρης αυτόν τον άνθρωπον, αγαπητέ μου Αλεξά· ερώτησε τον περί των χαρακτηριστικών της Οκταβίας, της ηλικίας και των ορέξεών της, μη λησμονήσης και το χρώμα της κόμης. Φέρε μου γρήγορα απόκρισιν. (Εξέρχεται ο Αλεξάς). Ας φύγη διά παντός. — Όχι — Χάρμιον· μολονότι αφ' ενός μεν παρίσταται ως Γοργώ, αφ' ετέρου δε ως Άρης. (Προς τον Μαρδιανόν). Ειπέ εις τον Αλεξά να μάθη και περί του αναστήματός της — Λυπήσου με, Χάρμιον, αλλά μη μου ομιλής — οδήγησέ με εις το δωμάτιόν μου. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Παρά το Μισηνόν. ΠΟΜΠΗΙΟΣ, ΜΗΝΑΣ, ΚΑΙΣΑΡ, ΛΕΠΙΔΟΣ, ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ, ΜΑΙΚΗΝΑΣ.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Έχω τους ιδικούς σας ομήρους και σεις τους ιδικούς μου, ώστε δυνάμεθα να συνδιασκεφθώμεν πριν ή συμπλακώμεν.

ΚΑΙΣΑΡ. Είναι πρέπον να έλθωμεν πρώτον εις εξηγήσεις, και διά τον λόγον τούτον εστείλαμεν τας προτάσεις ημών εγγράφους· αν δε εξήτασες αυτάς, ειπέ μας αν σε ικανοποιούν, ώστε να αποστείλης εις την Σικελίαν τους ανδρείους τούτους νέους, οίτινες άλλως θα απολεσθώσιν εδώ.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Αποτείνομαι προς τους τρεις γερουσιαστάς του μεγάλου τούτου κόσμου, τους αντιπροσώπους των θεών. — Δεν εννοώ διατί ο πατήρ μου, έχων υιόν και φίλους, θα εστερείτο εκδικητών, αφού ο Ιούλιος Καίσαρ, ούτινος το φάσμα ενεφανίσθη εις Φιλίππους εις τον ενάρετον Βρούτον, σας είδεν εκεί πολεμούντας υπέρ αυτού. Τις λόγος παρεκίνησεν εις συνωμοσίαν τον πελιδνόν Κάσσιον; Ποίος λόγος παρεκίνησε τον υπό πάντων τιμώμενον ενάρετον Ρωμαίον Βρούτον, και τους λοιπούς συνωμότας, τους εραστάς τούτους της ωραίας ελευθερίας, να πλημμυρούν δι' αίματος το Καπιτώλιον; τις άλλος λόγος ή διότι δεν υπέφερον τον άνθρωπον ανώτερον ανθρώπου; Ιδού ο λόγος διά τον οποίον εξώπλισα τα πλοία μου, υπό το βάρος των οποίων αφρίζει ο ωργισμένος πόντος, και διά των οποίων εσκόπουν να τιμωρήσω την προς τον ευγενή πατέρα μου αχαριστίαν της δολεράς Ρώμης.

ΚΑΙΣΑΡ. Πράξον ως θέλεις.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν μας φοβίζουν τα πλοία σου. Θα αγωνισθώμεν και κατά θάλασσαν, αλλά γνωρίζεις πόσον σε υπερτερούμεν κατά ξηράν.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Κατά ξηράν βεβαίως με υπερτερείς, ως κατέχων την οικίαν του πατρός μου, αλλ' επειδή ούτε ο κούκκος κτίζει την φωλεάν του, μένε εις αυτήν όσον δύνασαι.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Ειπέ μας σε παρακαλώ — διότι τα άλλα είναι εκτός του προκειμένου — τι φρονείς περί των προτάσεών μας;

ΚΑΙΣΑΡ. Αυτό είναι το ζήτημα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σκέψου ωρίμως τι πρέπει να πράξης χωρίς να λάβης υπ' όψιν παρακλήσεις.

ΚΑΙΣΑΡ. Και τι δύναται να συμβή αν επιδιώξης καλυτέραν τύχην;

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Μου προσεφέρατε την Σικελίαν και την Σαρδηνίαν, υπό τον όρον του να καθαρίσω την θάλασαν εκ των πειρατών, και να στέλλω ποσόν τι σίτου εις Ρώμην· τούτων συμφωνηθέντων, θα θέσωμεν το ξίφος εις την θήκην, και θ' απέλθωμεν με άθικτον θώρακα.

ΚΑΙΣΑΡ, ΑΝΤΩΝΙΟΣ και ΛΕΠΙΔΟΣ. Αύται είναι αι προτάσεις ημών.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Μάθετε λοιπόν ότι ήλθον εδώ με την απόφασιν να τας δεχθώ, αλλ' ο Μάρκος Αντώνιος με ηρέθισέ πως. — Καίτοι δε καταβιβάζω την αξίαν της πράξεως αναφέρων αυτήν, ουχ ήττον πρέπει να μάθης, Αντώνιε, ότι, όταν ο αδελφός σου επολέμει κατά του Καίσαρος, η μήτηρ σου ελθούσα εις Σικελίαν έτυχε παρ' εμού φιλικωτάτης υποδοχής.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Το έμαθα, Πομπήιε, και είμαι προθυμότατος να εκφράσω την προς σε ευγνωμοσύνην μου.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δος μου το χέρι σου· δεν επερίμενα να σε συναντήσω εδώ, Αντώνιε.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είναι μαλακαί αι κλίναι εις την Ανατολήν, και σ' ευχαριστώ ως συντελέσαντα εις τα να έλθω ταχύτερον παρ' ό,τι εσκόπευον, διότι ωφελήθην εκ της επιστροφής.

ΚΑΙΣΑΡ. Μετεβλήθης αφ' ότου σε είδα εσχάτως.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δεν ηξεύρω τι ίχνη αφήκεν η αδυσώπητος τύχη επί του μετώπου μου, αλλ' ουδέποτε θα εισέλθη αύτη εις το στήθος μου, ουδέποτε θα υποδουλώση την καρδίαν μου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Μετά χαράς σε βλέπω εδώ.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Το πιστεύω, Λέπιδε. — Λοιπόν είμεθα σύμφωνοι. Παρακαλώ να συνταχθή και να σφραγισθή παρ' ημών η σύμβασις.

ΚΑΙΣΑΡ. Αύτη θα είναι η πρώτη μας πράξις.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Θα φιλοξενήσωμεν αλλήλους πριν ή χωρισθώμεν. Ας ρίψωμεν κλήρον διά να ίδωμεν τις θ' αρχίση πρώτος.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εγώ, Πομπήιε.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Όχι, Αντώνιε, ο κλήρος θ' αποφασίση· αλλ' είτε πρώτος, είτε τελευταίος, η λαμπρά μαγειρική της Αιγύπτου θα έχη τα πρωτεία. Ήκουσα ότι τα συμπόσια εκείνα επάχυναν τον Ιούλιον Καίσαρα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ήκουσες και πολλά άλλα.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δεν έχουν διπλήν συμασίαν οι λόγοι μου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Καλλωπίζεις αυτούς δι' ωραίων λέξεων.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Ήκουσα λοιπόν αυτό· και ότι ο Απολλόδωρος έφερε....

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αρκεί πλέον. — Είναι όπως το είπε;.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Τι σε παρακαλώ;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Έφερεν εις τον Καίσαρα μίαν βασίλισσαν εντός ενός στρώματος.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Τώρα σε αναγνωρίζω· πώς έχεις, στρατιώτα;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Καλά, και φαίνεται ότι θα περάσω και καλά, διότι βλέπω ότι ετοιμάζονται τέσσαρα συμπόσια.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δος μου το χέρι σου· ουδέποτε σε εμίσησα· σε είδον μαχόμενον και εζήλευσα την ανδρείαν σου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ουδέποτε σε ηγάπησα πολύ· αλλά σε επήνεσα όταν δεκάκις ήσο άξιος των επαίνων τους οποίους σου απέδωκα.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Έχε πάντοτε την αυτήν ειλικρίνειαν, διότι αύτη σου αρμόζει θαυμασίως. Σας προσκαλώ όλους επί του πλοίου μου. Θέλετε, φίλοι, να προπορευθήτε;

ΚΑΙΣΑΡ, ΑΝΤΩΝΙΟΣ και ΛΕΠΙΔΟΣ. Δείξε μας τον δρόμον, Πομπήιε.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Έλθετε. (Εξέρχεται ο Πομπήιος, ο Καίσαρ, ο Αντώνιος, ο Λέπιδος μετά στρατιωτών και υπηρετών).

ΜΗΝΑΣ. (Κατ' ιδίαν). Ουδέποτε ο πατήρ σου, Πομπήιε, ήθελε συνομολόγηση τοιαύτην συνθήκην. — Εγνωρίσθημεν άλλοτε, κύριε (προς τον Αινόβαρβον)

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Εις την θάλασσαν, νομίζω.

ΜΗΝΑΣ. Μάλιστα.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ηνδραγάθησες κατά θάλασσαν.

ΜΗΝΑΣ. Και συ κατά ξηράν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Επαινώ πάντα επαινούντα με, μολονότι ουδείς δύναται ν' αρνηθή τα κατά ξηράν κατορθώματά μου.

ΜΗΝΑΣ. Ούτε τα κατά θάλασσαν ιδικά μου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Νομίζω ότι προς ασφάλειάν σου δύνασαι ν' αρνηθής κάτι τι· υπήρξες φοβερός ληστής κατά θάλασσαν.

ΜΗΝΑΣ. Και συ κατά ξηράν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τότε αρνούμαι τας κατά ξηράν υπηρεσίας μου· αλλά δος μου το χέρι σου, Μηνά· αν οι οφθαλμοί μας είχον εξουσίαν, ήθελον συλλάβη εδώ δύο ληστας ασπαζομένους.

ΜΗΝΑΣ. Όλων των ανθρώπων τα πρόσωπα είναι ειλικρινή, οιαιδήποτε και αν είναι αι χείρες των.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πρόσωπον ωραίας γυναικός δεν είναι ποτέ ειλικρινές.

ΜΗΝΑΣ. Μη συκοφαντής, καρδίας μόνον κλέπτουν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ήλθομεν εδώ διά να πολεμήσωμεν εναντίον σας.

ΜΗΝΑΣ. Το κατ' εμέ, λυπούμαι διότι η συνέντευξις αύτη απέληξεν εις οινοποσίαν. Σήμερον ο Πομπήιος αποδιώκει γελών την τύχην του.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αν ούτω πράξη, βεβαίως δεν θα την επαναφέρη κλαίων.

ΜΗΝΑΣ. Έχεις δίκαιον, φίλε. Δεν επεριμένομεν να ίδωμεν εδώ τον Μάρκον Αντώνιον. Σε παρακαλώ, ενυμφεύθη την Κλεοπάτραν;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Η αδελφή του Καίσαρος ονομάζεται Οκταβία.

ΜΗΝΑΣ. Αληθώς· ήτο σύζυγος του Γαίου Μαρκέλλου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά τώρα είναι σύζυγος του Μάρκου Αντωνίου.

ΜΗΝΑΣ. Τι λέγεις;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αληθέστατον.

ΜΗΝΑΣ. Τότε ο Καίσαρ και αυτός συνεδέθησσν διά παντός.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Εάν ηναγκαζόμην να προείπω περί του δεσμού τούτου, δεν θα εξέφραζον τοιαύτην γνώμην.

ΜΗΝΑΣ. Νομίζω ότι η πολιτική μάλλον ή ο έρως υπηγόρευσε τον γάμον τούτον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αυτήν την γνώμην έχω και εγώ. Αλλά θα ίδης ότι ο δεσμός εκείνος, όστις φαίνεται ότι συσφίγγει την φιλίαν των, θα πνίξη αυτήν. Η Οκταβία έχει ήθος αυστηρόν, ψυχρόν και πράον.

ΜΗΝΑΣ. Και τις δεν ήθελε τοιαύτην σύζυγον;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Όχι ο στερούμενος των αρετών τούτων και τοιούτος είναι ο Μάρκος Αντώνιος. Αυτός θα επιστρέψη πάλιν εις την Αιγυπτίαν του· τότε δε οι στεναγμοί της Οκταβίας θα προκαλέσωσι την βαρείαν οργήν του Καίσαρος, και ως προείπον, ό,τι τώρα σφίγγει τον δεσμόν της φιλίας των, αυτό τούτο θα γίνη αφορμή της διχόνοιάς των. Αλλού είναι η καρδία του Αντωνίου, εδώ ενυμφεύθη κατ' ανάγκην.

ΜΗΝΑΣ. Πιθανόν. Λοιπόν, πηγαίνομεν εις το πλοίον; Θα πίω εις υγείαν σου, Αινόβαρβε.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Θα σου ανταποδώσω την πρόποσιν. Eγυμνάσαμεν αρκετά τους λάρυγγάς μας εις την Αίγυπτον.

ΜΗΝΑΣ. Εμπρός. Υπάγωμεν. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ζ'.

Επί του πλοίου του Πομπηίου αγκυροβολημένου παρά το Μισηνόν ακρωτήριον.

Μουσική παιανίζει. Εισέρχονται δύο ή τρεις υπηρέται φέροντες τα του συμποσίου.

Α’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Τώρα θα έλθουν, σύντροφε· μερικοί απ' αυτούς δεν στέκουν καλά στα πόδια, ολίγος αέρας αν τους φυσήση, θα τους ρίξη κάτω.

Β' ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Ο Λέπιδος είναι κατακόκκινος.

Α’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Τον έκαμαν να πιή και το μερίδιον των άλλων.

Β’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Όταν βλέπη ότι ο ένας αρχίζη να πειράζη τον άλλον, φωνάζει «φθάνει, φθάνει πλέον», τους συμφιλιώνει με τα παρακάλια του, και ύστερα συμφιλιώνει και τον εαυτον του με το πιοτό.

Α’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Ναι, αλλά έτσι το λογικό του πρέπει να του φεύγη πολύ εύκολα.

Β’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Να τι είναι να ανακατώνεται κανείς με μεγάλους. Ή ένα καλάμι άχρηστο έχω ή μίαν λόγχην την οποίαν δεν μπορώ να σηκώσω, είναι για μένα το ίδιο.

Α’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Να ανεβής σε μια υψηλή σφαίρα, και να μένης ακίνητος, είναι το ίδιο ως να βλέπης δυο τρύπες εις την θέσιν των ματιών, πράγμα που ασχημίζει τρομερά το πρόσωπον. (Ακούονται σάλπιγγες. Εισέρχονται ο Καίσαρ, ο Αντώνιος, ο Πομπήιος, ο Λέπιδος, ο Αγρίππας, ο Μαικήνας, ο Αινόβαρβος, ο Μηνάς και άλλοι αρχηγοί).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. (Προς τον Καίσαρα). Ιδού πώς γίνεται, Καίσαρ. Μετρούν το ύψος του ύδατος του Νείλου διά τινος κλίμακος επί των πυραμίδων, και εκ της ανυψώσεως ή καταβάσεως του ύδατος, γνωρίζουν αν θα επέλθη ευφορία ή αφορία· όσω περισσότερον υψούται ο Νείλος, τόσω μεγαλειτέρα προμηνύεται η ευφορία· όταν δε αρχίζη να αποσύρεται, τότε ο γεωργός σπείρει τον σπόρον επί του ιλυώδους εδάφους, και μετά μικρόν επέρχεται ο θερισμός.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Έχετε παραδόξους όφεις εκεί.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ναι, Λέπιδε.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Οι όφεις σας ούτοι της Αιγύπτου γεννώνται εκ του πηλού διά της επενέργειας του ηλίου· το αυτό συμβαίνει και με τους κροκοδείλους σας.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αληθές.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Ας καθίσωμεν, — ας φέρουν κρασί. Θα πιούμε εις υγείαν του Λεπίδου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Δεν είμαι τόσον καλά όσον έπρεπε, αλλά βαστώ ακόμα.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αφού μάλιστα πάρης κανένα ύπνο, αλλ' έως τότε φοβούμαι ότι δεν θα στέκης καλά.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Ναι, βέβαια· ήκουσα ότι αι Πυραμίδες των Πτολεμαίων είναι πολύ ωραία πράγματα· αναντιρρήτως το ήκουσα.

ΜΗΝΑΣ. (Κατ' ιδίαν προς τον Πομπήιον). Μίαν λέξιν, Πομπήιε.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Ειπέ μου σιγά· τι τρέχει;

ΜΗΝΑΣ. (Κατ' ιδίαν). Σήκω, σε παρακαλώ, στρατηγέ· άκουσε να σου 'πώ μίαν λέξιν.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Περίμενε ολίγον. — Πίνω εις υγείαν του Λεπίδου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Τι πράγμα είναι αυτός ο κροκόδειλος;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Έχει το σχήμα του κροκοδείλου. Είναι πλατύς όσον έχει πλάτος, και υψηλός ακριβώς όσον είναι· κινείται με τα όργανά του, και ζη με ό,τι τρέφεται· όταν εκλίπη το ζωτικόν του στοιχείον, μετεμψυχούται.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Τι χρώμα έχει;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Το χρώμα του.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Παράδοξος όφις.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πραγματικώς. Και τα δάκρυά του είναι υγρά.

ΚΑΙΣΑΡ. Θα τον ευχαριστήση άρά γε η περιγραφή αύτη;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ύστερα από το ποτήρι του Πομπηίου, άλλως αυτός είναι αληθής επικούρειος.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. (Κατ' ιδίαν προς τον Μηνάν). Έλα, τι διάβολο θέλεις να μου ειπής; άφησέ με τώρα, φύγε. Κάμε όπως σου είπα. — Πού είναι το ποτήρι που σου εζήτησα;

ΜΗΝΑΣ. (Κατ' ιδίαν). Αν χάριν των υπηρεσιών μου θέλης να με ακούσης, σήκω μια στιγμή.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Είσαι τρελλός, μου φαίνεται. Τι τρέχει; (Εγείρεται και περιπατεί κατ' ιδίαν μετά του Μηνά).

ΜΗΝΑΣ. Αι υπηρεσίαι μου ήσαν πάντοτε εις την διάθεσίν σου.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Με υπηρέτησες πιστώς, τι άλλο έχεις να είπης; Ευθυμείτε, κύριοι.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πρόσεχε τας αμμώδεις αυτάς παγίδας, Λέπιδε, διότι θα βυθισθής.

ΜΗΝΑΣ. Θέλεις να γίνης κύριος όλου του κόσμου;

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Τι λέγεις;

ΜΗΝΑΣ. Θέλεις να γίνης κύριος ολοκλήρου του κόσμου; Σου το λέγω διά δευτέραν φοράν.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Πώς είναι δυνατόν;

ΜΗΝΑΣ. Συγκατάνευσε, και μολονότι με νομίζεις πτωχόν, δύναμαι να σου δώσω την οικουμένην.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Μήπως έπιες πολύ κρασί;

ΜΗΝΑΣ. Όχι, Πομπήιε, ούτε το ήγγισα εις τα χείλη μου. Αν το τολμήσης, δύνασαι να γίνης ο επίγειος Ζευς. Ό,τι περιβρέχει ο Ωκεανός και εγκλείει ο ουρανός, είναι ιδικόν σου αν θελήσης.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δείξε μου τίνι τρόπω.

ΜΗΝΑΣ. Οι τρεις ούτοι τρίαρχοι και κυρίαρχοι του κόσμου είναι επί του πλοίου σου. Άφες με να κόψω τα σχοινία, όταν δε απομακρυνθώμεν, σφάζομεν αυτούς, και τότε το παν είναι εις την εξουσίαν μου.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Α! έπρεπε να το κάμης χωρίς να μου το ειπής. Πράξις τοιαύτη θα ήτο αισχρά δι' εμέ, υπηρεσία δε έξοχος, διά σε. Πρέπει να μάθης ότι η τιμή μου δεν οδηγείται υπό του συμφέροντος, αλλά το συμφέρον υπό της τιμής. Μετανόησε ότι η γλώσσα επρόδωκε το σχέδιόν σου. Αν εξετέλεις αυτό, ενώ το ηγνόουν, θα το επεδοκίμαζον μετά την εκτέλεσιν, αλλά τώρα οφείλω να το καταδικάσω. Μη σκέπτεσαι λοιπόν πλέον περί αυτού και πίνε.

ΜΗΝΑΣ. (Κατ' ιδίαν). Καλά, ουδέποτε πλέον θα ακολουθήσω την παρακμάζουσαν τύχην σου· όστις ζητεί πράγμα τι και δεν λαμβάνει αυτό όταν του προσφέρεται, χάνει διά παντός την ευκαιρίαν.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Πίνω εις υγείαν του Λεπίδου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φέρετέ τον εις την ξηράν. — Θα πίω αντ' αυτού, Πομπήιε.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Εις υγείαν σου, Μηνά.

ΜΗΝΑΣ. Το δέχομαι ευχαρίστως, Αινόβαρβε.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Γέμισε έως τα χείλη το ποτήρι.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Δεικνύει τον υπηρέτην όστις μεταφέρει τον Λέπιδον). Να, ένα δυνατό παιδί, Μηνά.

ΜΗΝΑΣ. Διατί;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Δεν βλέπεις ότι σηκώνει το τρίτον του κόσμου;

ΜΗΝΑΣ. Τότε το τρίτον του κόσμου είναι μεθυσμένο. Είθε να ήτο και το όλον· θα ετρέχαμεν με κλειστά μάτια!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πίνε λοιπόν και συ, διά να αυξήση η ευθυμία.

ΜΗΝΑΣ. Εμπρός.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Δεν εφθάσαμεν ακόμη εις τα Αλεξανδρινά συμπόσια.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πλησιάζομεν. — Ας κρούσωμεν τα ποτήρια. — Ε! Πίνω εις υγείαν του Καίσαρος.

ΚΑΙΣΑΡ. Επεθύμουν να το αποφύγω. Μου είναι έργον επίπονον, διότι όσω περισσότερον πλύνω τον εγέφαλον, τόσω θολώτερος γίνεται.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πρέπει να συμμορφώνεσαι με τας περιστάσεις.

ΚΑΙΣΑΡ. Καλά λοιπόν, θα πίω κ' εγώ εις υγείαν σου. Αλλ' επροτίμων να μείνω εντελώς νηστικός επί τεσσάρας ημέρας, παρά να πίω τόσω πολύ εις μίαν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Προς τον Αντώνιον). Λοιπόν, ανδρείε μου αυτοκράτορ, θα χορεύσωμεν τώρα τον βακχικόν χορόν της Αιγύπτου, διά να συμπληρώσωμεν το συμπόσιόν μας;

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Ας τον χορεύσωμεν, ανδρείε μου στρατιώτα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα δώσωμεν όλοι τα χέρια έως ότου ο κατακτητής οίνος βυθίση τας αισθήσεις μας εντός γλυκείας και ηδυπαθούς λήθης.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Δόσατε όλοι τα χέρια — Ας παιανίση δυνατά η μουσική. Εγώ θα σας τοποθετήσω κατά το διάστημα τούτο, έπειτα θα τραγουδήση το παιδί, και καθένας θα επαναλάβη την τελευταίαν στροφήν όσον ημπορεί δυνατώτερα. (Η μουσική παιανίζει. Ο Αινόβαρβος τους τοποθετεί).

Έλα του οίνου βασιλιά, Βάκχε κρασοπατέρα, Με τα παχειά σου μάγουλα, τα μάτια φλογισμένα, Όλα μέσ' στο ποτήρι σου ξεχνούμεν εδώ πέρα. Με κλήμα τα κεφάλια μας είναι στεφανωμένα. Κέρνα κι' ας στρέψη γύρω μας, ας στρέψη όλ' η γη, Κέρνα κι' ας στρέψ' ολόγυρα, ολόγυρα η γη.

ΚΑΙΣΑΡ. Ε! Δεν αρκεί πλέον; Καλή νύκτα, Πομπήιε — Ας αποσυρθώμεν — Ας αποσυρθώμεν, αδελφέ μου. (Προς τον Αντώνιον). Ευθυμία τοιαύτη είναι ανάρμοστος προς την σοβαρότητα των ημετέρων πραγμάτων· ας αποχωρισθώμεν λοιπόν, κύριοι· βλέπετε ότι όλοι είμεθα εξημμένοι. Ο εύρωστος Αινόβαρβος κατεβλήθη υπό του οίνου, και η γλώσσα μου αρχίζει να τραυλίζη. Παρ' ολίγον να μας μεταμορφώση όλους η κραιπάλη αύτη. Είναι ανάγκη να είπω περισσότερα; Καλή νύκτα· δος μου το χέρι σου, Αντώνιε.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Θα σας συνοδεύσω και εις την ξηράν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Βεβαιότατα· δος μας το χέρι σου.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Κατέχεις, ω Αντώνιε, την οικίαν του πατρός μου — Αλλά τι πειράζει· είμεθα φίλοι. Ας κατεβούμεν εις την λέμβον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Προσέξατε μη πέσετε — Εγώ δεν εξέρχομαι Μηνά. (Εξέρχονται ο Πομπήιος, ο Καίσαρ και ο Αντώνιος).

ΜΗΝΑΣ. Όχι, έλα εις το δωμάτιόν μου. Εμπρός τύμπανα! σάλπιγγες! αυλοί! εμπρός! Ας ακούση ο Ποσειδών πόσον πανηγυρικώς χαιρετίζομεν τους μεγάλους τούτους άνδρας. Παίξατε, παίξατε. (Τύμπανα κροτούσι, σάλπιγγες ηχούν).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ουρά!! Να το καπέλο μου!

ΜΗΝΑΣ. Ουρά! Έλα, γενναίε μου αρχηγέ! (Εξέρχονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Πεδιάς εν Συρία. — Εισέρχεται αγερώχως ο ΒΕΝΔΙΔΙΟΣ μετά του ΣΙΛΙΟΥ και άλλων αξιωματικών και στρατιωτικών Ρωμαίων. Φέρουσιν ενώπιόν του τον νεκρόν του Πακόρου.

ΒΕΝΔΙΔΙΟΣ. Κατετροπώθητε τώρα, ω ακοντισταί Πάρθοι, η δε τύχη ηυδόκησε να με καταστήση εκδικητήν του θανάτου του Μάρκου Κράσσου. — Φέρετε ενώπιον του στρατού ημών το σώμα του υιού του βασιλέως. Ο υιός σου Πάκορος, Ορόδη, πληρώνει τον θάνατον του Μάρκου Κράσσου.

ΣΙΛΙΟΣ. Καταδίωξε τους φυγάδας Πάρθους, γενναίε Βενδίδιε, εφ' όσον το ξίφος σου αχνίζει από Παρθικόν αίμα. Όρμησε εναντίον αυτών διά της Μηδίας, της Μεσοποταμίας, και εντός ακόμη των ασύλων, εις ά εν αταξία καταφεύγουσιν· ούτω δε ο μέγας αρχηγός σου Αντώνιος θα σε περιφέρη επί θριαμβευτικού άρματος και θα περιβάλη με στεφάνους την κεφαλήν σου.

ΒΕΝΔΙΔΙΟΣ. Αρκούν, αρκούν, ω Σίλιε, όσα έπραξα. Μη λησμονής ότι ο υποδεέστερος δεν πρέπει να πράττη πλειότερα του δέοντος. Μάθε ότι είναι προτιμότερον να αφήση ημιτελές το έργον, ή να περιβληθή με μεγάλην δόξαν όταν λείπη ο αρχηγός τον οποίον υπηρετεί. Και ο Καίσαρ και ο Αντώνιος ενίκησαν περισσοτέρας νίκας διά των στρατηγών αυτών ή αυτοπροσώπως. Ο υπασπιστής του Αντωνίου Σόσιος, ο οποίος είχεν εν Συρία την θέσιν ην έχω σήμερον εγώ, απώλεσε την εύνοιάν του, διότι απέκτησε πολλήν δόξαν εντός ολιγίστου χρόνου. Όστις κατά τον πόλεμον εκτελεί πλειότερα ή ο στρατηγός του, γίνεται στρατηγός του στρατηγού, η δε φιλοτιμία, η αρετή αύτη του στρατιώτου, προτιμά μάλλον ήτταν, ή νίκην ήτις τον επισκιάζει. Ηδυνάμην να πράξω πλειότερα υπέρ του Αντωνίου, αλλά θα τον δυσηρέστουν και τότε θα έχουν την αξίαν των αι υπηρεσίαι μου.

ΣΙΛΙΟΣ. Έχεις, Βενδίδιε, τα πλεονεκτήματα εκείνα, άνευ των οποίων ο στρατιώτης ολίγον διαφέρει του τυφλού ξίφους. Θα γράψης εις τον Αντώνιον;

ΒΕΝΔΙΔΙΟΣ. Θα του μηνύσω ευσεβάστως, τι διά του ονόματός του, της μαγικής ταύτης λέξεως, κατωρθώσαμεν εις τον πόλεμον, και πώς διά των σημαιών του και των καλώς μισθοδοτουμένων λεγεώνων του, κατετροπώσαμεν το μέχρι τούδε αήττητον ιππικόν των Πάρθων.

ΣΙΛΙΟΣ. Πού είναι τώρα;

ΒΕΝΔΙΔΙΟΣ. Προτίθεται να μεταβή εις Αθήνας, όπου θα σπεύσωμεν να εμφανισθώμεν ενώπιόν του, όσω το δυνατόν ταχύτερον μας επιτρέψη το φορτίον, το οποίον πρέπει να φέρωμεν μεθ' ημών. Εμπρός. Υπάγωμεν. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Β'.

Ρώμη, Αντιθάλαμος εν τη οικία του Καίσαρος. ΑΓΡΙΠΠΑΣ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Πώς απεχωρίσθησαν οι αδελφοί;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Διηυθέτησαν τας υποθέσεις των μετά του Πομπηίου, ο οποίος και ανεχώρησεν· οι άλλοι τρεις σφραγίζουν την συνθήκην. Η Οκταβία κλαίει διότι θα εγκαταλίπη την Ρώμην· ο Καίσαρ είνε μελαγχολικός, ο δε Λέπιδος, κατά το λέγειν του Μηνά, ταράσσεται υπό ζηλοτυπίας από της ημέρας του συμποσίου του Πομπηίου.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Είναι ευγενής ο Λέπιδος.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ευγενέστατος. Ω! πόσον αγαπά τον Καίσαρα!

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ναι, αλλά πόσον λατρεύει τον Μάρκον Αντώνιον!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τον Καίσαρα! Καίσαρ είναι ο Ζευς των ανθρώπων!

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Και τι είναι ο Αντώνιος; Ο θεός του Διός!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ομιλείς περί του Καίσαρος; Πώς; του απαραμίλλου!

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ω Αντώνιε! Ω συ της Αραβίας φοίνιξ!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Εάν θέλης να επαινέσης τον Καίσαρα, ειπέ, — Καίσαρ· — και πλέον ου.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Τω όντι έπλεξε και εις τους δύο τα μέγιστα εγκώμια.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλ' αγαπά περισσότερον τον Καίσαρα. — Και όμως αγαπά τον Αντώνιον. Ω! ούτε καρδία, ούτε γλώσσα, ούτε εικών, ούτε συγγραφεύς, ούτε αοιδός, ούτε ποιητής, δύναται να αισθανθή, να εκφράση, να παραστήση, να γράψη, να ψάλη ή να εξυμνήση την αγάπην του προς τον Αντώνιον· ως προς τον Καίσαρα, κλίνατε, κλίνατε το γόνυ, και θαυμάσατε!

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Αγαπά αμφοτέρους.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Εκείνοι μεν είναι πτέρυγες, ούτος δε το έντομον, ώστε.....(ακούονται σάλπιγγες) Μας προσκαλούν να ιππεύσωμεν. Χαίρε, γενναίε Αγρίππα.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Χαίρε, ανδρείε στρατιώτα· σου εύχομαι καλήν τύχην. (Εισέρχονται ο Καίσαρ, ο Αντώνιος, ο Λέπιδος και η Οκταβία).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη προχωρήσης περισσότερον, Καίσαρ.

ΚΑΙΣΑΡ. Αφαιρείς μέγα μέρος του εαυτού μου. Δείξε την προς εμέ αγάπην σου εν τω προσώπω αυτής. — Αδελφή, δείξου σύζυγος τοιαύτη οποίαν σε φαντάζομαι, διότι δύναμαι να δώσω οιανδήποτε εγγύησιν περί της διαγωγής σου. — Είθε, γενναίε Αντώνιε, το είδωλον τούτο της αρετής, το τεθέν μεταξύ ημών ως δεσμός συγκρατών τον πύργον της αγάπης μας, να μη μεταβληθή εις κριόν τειχολέτην, διότι καλλίτερον να ηγαπώμεθα άνευ του δεσμού τούτου, αν υπ' αμφοτέρων δεν αγαπάται τρυφερώς.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη με προσβάλλης διά της δυσπιστίας σου ταύτης.

ΚΑΙΣΑΡ. Είπον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όσον αυστηρώς και αν εξετάσης την διαγωγήν μου, δεν θα εύρης την ελαχίστην αφορμήν δικαιολογούσαν τους φόβους τους οποίους φαίνεται ότι έχεις. Είθε οι θεοί να σε προφυλάττουν και να διαθέτουν υπέρ των σχεδίων σου τας καρδίας των Ρωμαίων! Εδώ θα χωρισθώμεν.

ΚΑΙΣΑΡ. Χαίρε, προσφιλεστάτη μου αδελφή· είθε τα στοιχεία της φύσεως να σου είναι ευμενή και να σε ευφραίνουν! Χαίρε.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Αγαπητέ μου αδελφέ!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απρίλιος είναι εις τους οφθαλμούς της. Είναι το έαρ του έρωτος, τα δε δάκρυά της η ζωογόνος βροχή. Έσο φαιδρά.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Φρόντιζε, αδελφέ μου, διά τον οίκον του συζύγου μου και...

ΚΑΙΣΑΡ. Τι, Οκταβία;

ΟΚΤΑΒΙΑ. Θα σου το είπω κρυφά.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αρνείται η γλώσσα να υπακούση εις την καρδίαν, αδυνατεί δε η καρδία να εμψυχώση την γλώσσαν είναι ως το πτίλον του κύκνου το οποίον φέρεται εν ισορροπία επί των ανυψουμένων κυμάτων και προς ουδεμίαν κλίνει διεύθυνσιν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν προς τον Αγρίππαν). Πώς, θα κλαύση ο Καίσαρ;

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Νέφος καλύπτει το πρόσωπόν του.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Και ως ίππος θα ήτο ασχημότερος, έχων επί του μετώπου το λεγόμενον νέφος, πολύ δε περισσότερον ως άνθρωπος (12).

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Διατί, Αινόβαρβε; Όταν ο Αντώνιος εύρε νεκρόν τον Καίσαρα, εξέβαλε γοεράς φωνάς, έκλαυσε δε όταν εις Φιλίππους εύρε φονευμένον τον Βρούτον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αληθώς· το έτος εκείνο ηνωχλείτο υπό καταρροής! Εθρήνει εκείνον τον οποίον ασμένως κατέστρεφε· πίστευσε δε εις την ειλικρίνειαν των δακρύων του, όταν και εμέ ίδης κλαίοντα.

ΚΑΙΣΑΡ. Όχι, φιλτάτη Οκταβία· θα λαμβάνης πάντοτε ειδήσεις παρ' εμού· δεν θα εξαλείψη ο χρόνος την ανάμνησίν σου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ελθέ, Καίσαρ· θα διαγωνισθώμεν εις τον προς αυτήν έρωτα. Ιδού σε εναγκαλίζομαι και σε αφήνω υπό την σκέπην των θεών.

ΚΑΙΣΑΡ. Χαίρε. Ευτύχει!

ΛΕΠΙΔΟΣ. Είθε όλα τάστρα του ουρανού να φωτίζουν την ευτυχή σου πορείαν!

ΚΑΙΣΑΡ. Χαίρε. Χαίρε! (Ασπάζεται την Οκταβίαν).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Χαίρετε. (Ηχούσι σάλπιγγες. Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Γ'.

Αλεξάνδρεια. Δωμάτιον εν τω ανακτόρω της Κλεοπάτρας. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ, ΑΛΕΞΑΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού είναι αυτός ο άνθρωπος;

ΑΛΕΞΑΣ. Φοβείται σχεδόν να έλθη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έλα, έλα — Πλησίασε. (Εισέρχεται ο αγγελιαφόρος).

ΑΛΕΞΑΣ. Και αυτός ο Ηρώδης της Ιουδαίας δεν τολμά να σε ατενίση, Μεγαλειοτάτη, ειμή μόνον όταν είσαι ευθύμως διατεθειμένη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Και αυτού του Ηρώδου την κεφαλήν θα λάβω· αλλά τίνι τρόπω, αφού έφυγεν ο Αντώνιος, διά του οποίου ηδυνάμην να το πράξω; Πλησίασε.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ερασμία βασίλισσα —

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είδες την Οκταβίαν;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ναι, κραταιά Άνασσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εις την Ρώμην, κυρία· παρετήρησα αυτήν κατά πρόσωπον, και την είδα βαδίζουσαν μεταξύ του αδελφού της και του Μάρκου Αντωνίου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι τόσον υψηλή όσον εγώ; (13)

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Όχι, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Την ήκουσες να ομιλή; Έχει οξείαν ή χαμηλήν φωνήν;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Την ήκουσα, κυρία· έχει φωνήν σιγαλήν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αυτό δεν είναι καλόν· δεν είναι δυνατόν να την αγαπήση επί πολύ.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Να την αγαπήση; Ω Ίσις! αδύνατον.

