# Κρατύλος

## Part 1

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34879/index.md

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words with bold characters are enclosed in &. Words in italics are enclosed in _. Footnotes have been converted to endnotes. I have insereted acomment indiacated by [].

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Πρόσθεσα ένα σχόλιο περικλειόμενο με [].

ΠΛΑΤΩΝ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. ΖΑΜΠΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ ΚΡΑΤΥΛΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. Ζ Α Μ Π Α

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1910

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Κρατύλος πλην της μεγάλης γλωσσολογικής του αξίας ανήκει και υπό φιλοσοφικήν έποψιν εις την τελευταίαν συγγραφικήν περίοδον του Πλάτωνος, διότι θέτει το ζήτημα της χειραφετήσεως της σκέψεως από τας ατελείας της γλώσσης, το οποίον αναπτύσσεται τελειότερον εις τον Θεαίτητον και τον Σοφιστήν. Επειδή όμως ο σκοπός της παρούσης βιβλιοθήκης δεν επιτρέπει να αναλύσωμεν διά μακρών το έργον, θα περιορισθώμεν να συνοψίσωμεν ενταύθα μόνον, πώς πρέπει να εννοηθή το γλωσσικόν μέρος, διότι συνήθως εις αυτό δεν αποδίδεται καμμία αξία.

Το μέρος τούτο διαιρείται εις δύο: Το προπαρασκευαστικόν (σελ. 21 [από: Εις πολλά μέρη ...]— 75), [μέχρι δηλαδή περίπου της φράσεως -Πότε λοιπόν θα απέκαμνε δικαίως-] το οποίον περιέχει ετυμολογίας όχι καθώς τας εννοούμεν σήμερον, αλλά την μουσικήν ή λαϊκήν ετυμολογίαν (Wolksetymologie), και την ετυμολογίαν των ριζών (ή πρώτων ονομάτων, σελ. 75 — 85). — Ενταύθα αρχίζομεν από το δεύτερον.

1. Ο Κρατύλος θέτει καλώς το πρόβλημα της καταγωγής της γλώσσης.

Πρώτη αρχή της γλώσσης είναι οι κρότοι του στόματος και της ρινός, όχι ακόμη οι μιμητικώς και τεχνικώς διά του λάρυγγος εξερχόμενοι, αλλά αυθορμήτως και φυσικώς και επιφωνηματικώς κατά τινα ανάγκην του σώματος, ή πόνον, ή ανησυχίαν, ή πάθησιν.

Τοιούτος κρότος σαφέστατα διακρινόμενος είναι:

Ο κρότος του εμετού (εκ) ο οποίος διεσώθη καλώς εις την ελληνικήν γλώσσαν ως πρόθεσις &εκ& και είναι η αυτή λέξις με την γερμανικήν ekel = αηδία.

H ρινοφωνία της πείνης νρ (ν φωνήεν), το οποίον αρχικώς εσήμαινε πεινώ και τρώγω, και διεσώθη εις το στερητικόν &αν& και την πρόθεσιν &εν&, τα οποία είναι ακόμη όμοια εις την λατινικήν γλώσσαν (in). Παρόμοια είναι το λιχουδιστικόν &μλ μλ&, το θρηνητικόν &i&, το μασητικόν &κα-κα& (γερμ. Kauen) κτλ.

Οι κρότοι αυτοί και ολίγοι άλλοι παρόμοιοι είναι τόσον ευδιάγνωστοι, ώστε κάλλιστα έν ζώον όταν δεν βλέπη το άλλο και ακούη από το στόμα του τον κρότον &εκ&, εννοεί ότι τούτο κάμνει εμετόν. Αυτή λοιπόν η εξ αποστάσεως ειδοποιητική δύναμις των τοιούτων κρότων υπέδειξε τα πλεονεκτήματα της στοματικής συνεννοήσεως, και επίκουρος αυτής ήλθε η ανατομική εξέλιξις και τελειοποίησις των μυών του στόματος, το οποίον πλέον και άνευ της φυσικής ανάγκης ήτο εις θέσιν παιγνιωδώς πως να αποδώση εκείνους τους ήχους και κρότους με την βεβαιότητα, ότι το άλλο ζώον το οποίον ακούει, θα νομίση ότι πρόκειται περί αληθινού εμετού, ή άλλης αναλόγου φυσικής ανάγκης.

Και από του σημείου τούτου ο κρότος αυτός είναι καθαρώς γλωσσικής φύσεως, διότι δεν παράγεται αυθορμήτως εκ φυσικής ανάγκης, αλλά μιμητικώς. Ως τοιούτος γίνεται εξαίρετον όργανον της νοήσεως, διότι γυμνάζει την ψυχήν εις τας παραστάσεις άνευ των αισθήσεων και προ πάντων διότι ο κρότος, δηλαδή η λέξις τόρα πλέον, γίνεται αφορμή προς επανάληψιν και τελειοποίησιν της παραστάσεως. Διότι τόρα πλέον το _εκ_ δεν σημαίνει μόνον κάμνω εμετόν, αλλά και το &έξω, εκτός, εξέρχομαι, έξοδος, εξωτερικώς, έξωθεν& κτλ. Δηλαδή ως ρίζα έχει μουσικόν σημαινόμενον χωρίς να ανήκη εις ωρισμένον μέρος του λόγου. Ομοίως η ρινοφωνία της πείνης γίνεται εκφραστικός ήχος του γενικωτέρου νοήματος της στερήσεως, και επί πολύν καιρόν υπάρχει ως αυθύπαρκτος λέξις _αν_ σημαίνουσα στέρησιν, έως ότου ήλθε η εποχή της συγκολλήσεως των ήχων (συλλαβών), η οποία το κατέστησε στερητικόν _α_ (αν), ενώ η έννοια του τρώγω διεκρίθη πλέον ως έννοια του εντός και έμεινε ως πρόθεσις _εν_, σημαίνουσα γενικώς &εντός, εισέρχομαι, είσοδος, ένδον& κτλ. Επίσης το θρηνητικόν _i_ έγινε σύμβολον της θρηνώδους παρακλήσεως και απαιτήσεως και απετέλεσε μίαν προσταγήν = πήγαινε, απαράλλακτα καθώς διεσώθη εις την λατινικήν ως προστακτική του ρήματος io (i = πήγαινε), ελληνιστί ίθι. Βαθμηδόν το αυτό έλαβε και την σημασίαν του πορεύομαι, πορεία, δρόμος κτλ. Αλλά εξ άλλου έλαβε και την σημασίαν του χαρισμού και εχρησιμοποιήθη αργότερον ως επίθημα και κατάληξις της χαριστικής πτώσεως (δοτικής) και της χαριστικής εγκλίσεως, δηλ. της υποτακτικής και ευκτικής.

Ομοίως το _ο (οχ)_ έγινε αρνητικόν _ου, ουχί_, το _χα_ έγινε _χάος, χαίνω, καγχάζω_ κτλ, το _σα_ _ανδάνω, satis, satigen_, το λιχουδιστικόν _μλ_= μέλι, μελωδία, μέλος, μέλει (=έχει τον νουν του στο μέλι) κτλ.

Και διαρκώς πλέον η γλώσσα τροφοδοτεί την διάνοιαν και η διάνοια ωθεί την γλώσσαν προς άλλα. Το στόμα γίνεται τελειοτάτη μιμητική μηχανή. Δι' αυτό αρχίζει να μιμήται και ήχους παραγομένους εις άλλο μέρος του σώματος καθώς είναι ο κρότος της κοιλίας gut και σημαίνει _κυρτός, γύρος, κύκλος, κύμα, κοίλος, έγκυος, ξυν_ (=έγκυος) κτλ... έπειτα το διεντέρευμα _περ (πορ) πέρας, πέρα, περ, περί_. Έπειτα χρησιμοποιεί το _ε_ ως προσκλητικόν, και το προσκολλά ως κατάληξιν κλητικής πτώσεως και προστακτικής εγκλίσεως: _άγγελε, άγγελε_. Έκτοτε έχομεν την πρώτην πτώσιν και τοιαύτη είναι η κλητική (όχι η ονομαστική), και την πρώτην έγκλισιν και τοιαύτη είναι η προστακτική (όχι η οριστική), διότι ο ζωώδης άνθρωπος εκφράζει επιθυμίας και ανάγκας και όχι ορισμούς και κρίσεις.

Η οριστική έγκλισις παρήχθη αργότερον με μικράν διαφοράν από την προστακτικήν, σημαίνουσα προσταγήν αξιωματικήν άνευ αντιρρήσεως και καύχησιν: _ου ποιήσεις_ = δεν θα το κάμης σου λέγω, _είμ' Οδυσσεύς_= το καυχώμαι.

Οι έξωθεν ήχοι εξηκολούθησαν συμπληρούντες την γλώσσαν. Ο ήχος της βροχής (σρρρ) εσχημάτισε το _ρέω ρους_ και προ πάντων την κατάληξιν της συρροής και πλησμονής ρός. Ο ήχος της τριβής εσχημάτισε τα τρίβω, θερμαίνω, τέρπω, — τερος, τρυπώ, τρία. — τήρ, τής κτλ., ο κρότος του δεικνύοντος δακτύλου εσχημάτισε το γενικόν δεικτικόν _το_, το μασσητικόν _κα-κα_ έγινε κακός, κακία κτλ., το καυστικόν _δε_ (=τζιζ) έγινε δας, δαίω, διδάσκω, δαίμων, δη, δήλος, δέω, δεσμός, δέκα, δέχομαι κτλ.

Μίαν τοιαύτην γλωσσικήν αναδρομήν εις τα στοιχειωδέστερα διά της μουσικής αντιλήψεως των φυσικών ήχων και των φωνών των ζώων διέγνωσεν ο δαιμόνιος Πλάτων εις τον Κρατύλον του. Και αν δεν είχε τας σημερινάς ευκολίας της συγκρίσεως των γλωσσών διά να εξαντλήση όλα τα παραδείγματα, όμως ο συνθετικός του νους και εις ολίγιστα, πλην ασφαλή, στηριζόμενος έδωκε πλήρεις κανόνας της γλωσσογονίας.

2. Αι ετυμολογίαι του Κρατύλου είναι μουσικαί ετυμολογίαι.

Ο Πλάτων δεν γνωρίζει την ιστορικήν αλλά την μουσικήν ετυμολογίαν, η οποία συνήθως συμπίπτει με την ιστορικήν, πολλάκις όμως δεν συμπίπτει, και τότε παρέχει γλωσσικά φαινόμενα ανεξήγητα διά την γραμματικήν επιστήμην. Κάλλιστον παράδειγμα τούτου είναι η υπό του Πλάτωνος ετυμολογία της λέξεως αλήθεια. Η ετυμολογία αυτή προ πάντων συνετέλεσε να χάση ο Κρατύλος πάσαν υπόληψιν ως μη γνωρίζων δήθεν το στερητικόν α. Αλλά η σελίς 67 (τέλος) αποδεικνύει ότι ο Πλάτων γνωρίζει το στερητικόν _α_ ως αυταπόδεικτον και είναι τόσον δεινός παρατηρητής της γλώσσης, ώστε αναλύει τελειότατα το δυσκολώτερον αθροιστικόν _α_ λέγων εν σελίδι 46: καθώς εις το ακόλουθος και άκοιτις, όπου σημαίνει το ομού. Και εις την σελίδα 47: «Καθώς λοιπόν τον ομοκέλευθον και ομόκοιτιν τον ωνομάσαμεν _ακόλουθον_ και άκοιτιν».

Και ερωτώμεν: άραγε ήτο δυσκολώτερον εις τον Πλάτωνα, ο οποίος ανεζήτει όλους τους γνωστούς τύπους των λέξεων, να εύρη εις τον δωρικόν τύπον αλάθεια την _λθ_ ρίζαν και το _α_ το στερητικόν (αρνητικόν), παρά το _ακόλουθος_ να το ερμηνεύση ως _ομοκέλευθος_; Βεβαίως αυτό δεν είναι δυνατόν, ώστε κάτι άλλο θα συμβαίνη. Και πραγματικώς η λέξις αλήθεια μετά το αγαθόν έχει εξαιρετικήν θέσιν εις το γλωσσικόν αίσθημα του Πλάτωνος. Η αλήθεια είναι απαραιτήτως δια τον Πλάτωνα κάτι τι _θείον_, είναι _άλη θεία_= δηλαδή πτήσις θεία. Την τοιαύτην δε μουσικήν σημασίαν της λέξεως αλήθεια (λαϊκήν ετυμολογίαν) ο Πλάτων δεν την θυσίαζε απέναντι εκατομμυρίων στερητικών και αθροιστικών _α_.

Ευτυχώς τα φαινόμενα της μουσικής ετυμολογίας βαίνουν εκ παραλλήλου και εις την σημερινήν γλώσσαν, και είναι εύκολον να καταστήσωμεν το πράγμα αισθητόν. Καθώς η αλήθεια δια τον Πλάτωνα, ομοίως ιερά και ουράνια λέξις είναι σήμερον δι' ημάς τα _χερουβείμ_. Όστις ακούει προφερομένην αυτήν την λέξιν είναι αδύνατον να μην ενωτίζεται αυτό το _χαίρε_. Ο Πλάτων υπό τας σημερινάς συνθήκας της ορθογραφίας απλούστατα θα έγραφε το Χερουβείμ με αι (Χαιρουβείμ), καθώς οι τιμωρούμενοι μαθηταί των σχολείων. Αλλά ερωτώμεν: όσον και αν τιμωρήται ο μαθητής διά να μη γράφη εν έχειρον (το ενέχυρον), άραγε πιστεύει κανείς εκ των διδασκάλων ότι αναβιώνει την λέξιν _εχυρός_ και καταστρέφει την κοινήν αντίληψιν (λαϊκήν ετυμολογίαν, volksetymologie) ότι το ενέχυρον _είναι στο χέρι_; Δι' αυτόν τον λόγον αρχαιόθεν η _Ιερουσαλήμ_ εσχετίσθη με το ιερός και έλαβε δασείαν, ενώ δεν είχε. Διά τον ίδιον λόγον εις παλαιοτέραν εποχήν ο _φιλόνεικος_ εγράφη με ει, διότι δεν ήτο πλέον φίλος νίκης, αλλά φίλος νείκους.

Η μουσική ετυμολογία με πάσαν θυσίαν αποφεύγει την πλησίασιν ωραίας λέξεως προς άλλην όλως κακέμφατον, ή και απλώς αντιφατικήν. Εις τοιαύτας περιστάσεις η γλώσσα προτιμά να μην εφαρμόση τους ευφωνικούς και αναλογικούς κανόνας και να αποτελέση εξαίρεσιν του κανόνος. Η εξαίρεσις όμως δεν είναι όπως την εννοεί μέχρι σήμερον η γραμματική, δηλαδή ως φαινόμενον ανεξήγητον και προσκρούον εις τον κανόνα, αλλά ως φαινόμενον υπαγόμενον εις άλλον κανόνα καλλιτεχνικώτερον. Και είναι ανάγκη να εξηγηθούν όλαι αι εξαιρέσεις και να υπαχθούν εις τους κανόνας των, δηλαδή να ευρεθή ο _λόγος_ των, διότι άλλως η γλωσσική έρευνα δεν δύναται να ονομασθή επιστήμη.

Ημείς προσθέτοντες εις την γλωσσικήν επιστήμην πλην άλλων και τους καλλιτεχνικούς νόμους της μουσικής ετυμολογίας και της σαφηνείας εξηγούμεν τα δυσλυτώτερα γλωσσικά φαινόμενα. Το αρχαίον _υύς_ (υιός) έπρεπε κατά τους κανόνας της συναιρέσεως να γίνη _ύς_ δηλαδή χοίρος, αλλ' αντί τούτου εκλώτσησε τον κανόνα και εζήτησε άλλην διέξοδον, διότι ο υιός δεν γίνεται χοίρος εύκολα. Το νέος έπρεπε ομοίως να γίνη _νους_, αλλά _νέος_ και _νους_ συνήθως τουλάχιστον φαίνονται αντιφατικά και δεν πρέπει να σχετίζονται. Το _βύρσα_ έπρεπε να γίνη _βύρρα_ (άρσεν — άρρεν), αλλά τότε θα έχανε όλην την μουσικήν αλήθειαν (δηλαδή ετυμολογίαν). Αυτός δε ο λόγος της μουσικής αληθείας ή αντιθέτως αναρμοστίας έκαμε πλέον και τους τελευταίους σχολαστικούς να αποφεύγουν τα _εκήλησε τα ώτα, διώκει την πόλιν_, διότι υπενθυμίζουν τα εκύλησε και διώκει. Η αύξησις μάλιστα αυτή του εις _οι ω_ έχει εντελώς ανάλογον παράδειγμα και εις την αρχαίαν γλώσσαν. Το _ωνωμένος_ του 5ου αιώνος γίνεται _οινωμένος_ εις τον Πλάτωνα (Νόμοι) και τον Αριστοτέλην. Και ενώ τα χειρόγραφα έχουν ανεξαιρέτως με _οι_, οι γραμματικοί διορθώνουν παντού _ωνωμένος_ δηλ. εισάγουν τον όνον).

Πολύ περισσότεραι εξαιρέσεις της γραμματικής εξηγούνται με τον νόμον της σαφηνείας, ο οποίος είναι επίσης καλλιτεχνικός. Ο Brugmann παρατηρεί εις τα φαινόμενα της συναλοιφής (Σημ. 3) ότι είναι περίεργον, πώς η κράσις εφηρμόσθη εις τόσον ολίγα παραδείγματα (καγώ, κάτα, τούμπαλιν, τακτός κλ.) Αλλά το φαινόμενον τούτο είναι μάλλον αποτυχούσα απόπειρα, διότι άλλως θα παρεμορφούτο όλη η γλώσσα. Ο νόμος της σαφηνείας όμως βοηθούμενος εις πολλά και από την μουσικήν ετυμολογίαν επανέφερε το ακέραιον. Δι' αυτό εάν το _ι_ της ερωτηματικής και αορίστου αντωνυμίας _τι_ δεν εκθλίβεται, ο λόγος δεν έγκειται εις την φύσιν του φωνήεντος αυτού, καθώς προσπαθούν να εύρουν πολλοί μεταφυσικώς, αλλά διότι το _τι_ με έκθλιψιν θα συνέπιπτε προς το _τε_ με έκθλιψιν και η τοιαύτη συνάντησις φέρει ανεπανόρθωτον σύγχυσιν, διότι δεν βοηθεί ούτε η θέσις της λέξεως ούτε ο τονισμός. Ενώ λόγου χάριν το _νά_ συμπίπτει μεν και αυτό φαινομενικώς, διακρίνεται όμως ευκόλως διά του τονισμού.

Η επιστήμη αντί να θαυμάζη τον Κρατύλον σήμερον, τον προπηλακίζει μη εννοούσα το βαθύ νόημα του γενάρχου αυτού της γλωσσολογίας. Λόγου χάριν ο Πλάτων παράγει το άνθρωπος από το αναθρώσκω όπα. Η γλωσσολογία αντιτείνει από το ανήρ όψ. Επίσης του Delbrück δεν του αρέσει ότι το σώμα παράγεται από το σώος σώζω, οιονεί _σώσμα_, αλλά το θέλει από το _σκυλεύω_.

Και όμως τι λέγουν τάχα καλλίτερον περί του _Αγαμέμνονος_ (σελ. 27 — 28) ή τι θαυμασιώτερον ημπορούν να ειπούν περί του δαίμονος (σελ. 33). Η μουσική ετυμολογία του _ευφροσύνη_ από το _ευφεροσύνη_ (σελ. 71) όχι μόνον επικυρώνεται από τον ίδιον Πλάτωνα εις τον Σοφιστήν: _παραφροσύνη = παράφορος σύνεσις_ (σελ. 29, ιδέ και σελ. 28 την παράθεσιν των λέξεων _διαφθοράν διαφοράν_, η οποία είναι ετυμολογικόν σχήμα κατά τα Ομηρικά: _εις άλα άλτο_ και _θεοί θέσαν_), αλλά και από όλην την Ελληνικήν γλώσσαν, η οποία έδωσε εις την παραφοράν την σημασίαν της παραφροσύνης.

Άλλως ο Πλάτων τας περισσοτέρας ετυμολογίας τας κάμνει ως προγύμνασιν και ως παραδείγματα ευλογοφανή, εις τα οποία δεν επιμένει πάντοτε, αλλά μόνον ζητεί δι' αυτών να σχηματίση έν σύνολον κανόνων, διά να ανέλθη εις την πρώτην αρχήν της γλώσσης και ερευνήση την σχέσιν αυτής προς την διάνοιαν. Κατά τούτο δε ακριβώς αναδεικνύεται και θείος εις τον Κρατύλον.

ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ

(ή περί ορθότητος των ονομασιών)

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΕΡΜΟΓΕΝΗΣ — ΚΡΑΤΥΛΟΣ — ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ερμογένης. Αι λοιπόν θέλεις να συμπεριλάβωμεν εις την συζήτησιν μας και τον Σωκράτη; Νά τος εδώ είναι.

Κρατύλος. Όπως θέλεις.

Ερμογένης. Καλέ Σωκράτη, απ' εδώ ο Κρατύλος ισχυρίζεται ότι η ορθότης της ονομασίας είναι εκ φύσεως φυτευμένη μέσα εις έκαστον ον, και δεν θα ειπή όνομα το να συμφωνήση ο ένας και ο άλλος πώς να ονομάζουν ένα πράγμα προσθέτοντες και ένα κομμάτι της φωνής των, αλλ' ότι εκ φύσεως εδόθη κάποια ορθότης των ονομασιών και εις τους Έλληνας και εις τους βαρβάρους και είναι όμοια εις όλους. Εγώ λοιπόν τον ερωτώ αν πραγματικώς ονομάζεται Κρατύλος, και αυτός το παραδέχεται. Και ο Σωκράτης, του λέγω, δεν ονομάζεται Σωκράτης; Ναι, μου λέγει. Λοιπόν και όλοι οι άλλοι άνθρωποι δεν έχουν όνομα εκείνο το οποίον ημείς τους ονομάζομεν; Τότε αυτός μου απαντά· Αι λοιπόν σου λέγω ότι συ δεν ονομάζεσαι Ερμογένης, έστω και αν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως σε ονομάζουν με αυτό το όνομα. Και ενώ εγώ τον ερωτώ και φαίνομαι πρόθυμος να εννοήσω τι θέλει να ειπή, αυτός, αφού δεν μου δίδει καμμίαν εξήγησιν με ακριβολογίαν, κάθεται ακόμη και με περιπαίζει και προσποιείται ότι κάτι μεγάλες ιδέες στριφογυρίζουν στο μυαλό του, ωσάν τάχα αυτός να κατέχη το μυστικόν της υποθέσεως, το οποίον αν απεφάσιζε να το εξηγήση, θα με εξηνάγκαζε και εμέ να συμφωνήσω με την γνώμην του. Δι' αυτό εγώ είμαι πρόθυμος να σε ακούσω, εάν έχης τρόπον να μαντεύσης το μυστικόν του Κρατύλου. Αλλ' ακόμη προτιμότερον δι' εμέ θα ήτο να ακούση από σε τον ίδιον ποίαν γνώμην έχεις περί της ορθότητος των ονομασιών, αν δεν σου κάμνη κόπον.

Σωκράτης. Καλό παιδί του Ιππονίκου Ερμογένη, είναι παλαιά η παροιμία που λέγει, ότι είναι δύσκολον να εννοήσωμεν τα καλά πώς είναι καμωμένα. Και ορισμένως το περί των ονομασιών δεν είναι εύκολον πράγμα. Και λοιπόν εγώ αν είχα πάρη από τον Πρόδικον τα μαθήματα που στοιχίζουν πενήντα δραχμάς, τα οποία, καθώς το βεβαιόνει εκείνος, όποιος τα ακούσει γίνεται εις αυτό το ζήτημα τέλειος, τίποτε δεν θα με εμπόδιζε τόρα να γνωρίζω στην στιγμήν την αλήθειαν περί της ορθότητος των ονομασιών. Αλλ' εγώ δεν ήκουσα παρά τα μιας δραχμής μαθήματα, και δι' αυτό δεν γνωρίζω ποία είναι η αλήθεια επί αυτών των ζητημάτων. Όσον όμως διά να εξετάσω συζητητικώς είμαι έτοιμος και μαζί σου και με τον Κρατύλον. Το ότι όμως λέγει ότι συ δεν ονομάζεσαι πραγματικώς Ερμογένης, νομίζω ότι το λέγει κάπως διά να σε περιπαίξη. Ίσως δηλαδή νομίζει ότι συ ενώ έχεις πόθον να αποκτήσης χρήματα δεν το κατορθόνεις (1). Αλλ' επαναλαμβάνω και πάλιν ότι αυτά τα πράγματα είναι δύσκολον να τα γνωρίζη κανείς, πρέπει όμως να θέσωμεν το ζήτημα επί του τάπητος και να εξετάσωμεν αν είναι καθώς το λέγεις συ ή καθώς το λέγει ο Κρατύλος.

Ερμογένης. Και όμως, καλέ Σωκράτη, το κατ' εμέ, όσον και αν συνεζήτησα και με τούτον και με άλλους πολλούς, δεν κατορθόνω να πεισθώ ότι άλλο τι είναι η ορθότης της ονομασίας παρά συνθήκη και συμφωνία. Διότι εγώ φρονώ ότι, αν κανείς δώση όνομα εις ένα πράγμα, το όνομα αυτό είναι ορθόν. Και πάλιν, αν το αλλάξη και δώση άλλο, και πλέον δεν του ονομάζη το προηγούμενον όνομα, εξ ίσου είναι ορθόν το δεύτερον όνομα όσον το πρώτον, καθώς δα συνηθίζομεν να αλλάζωμεν τα ονόματα εις τους υπηρέτας μας. Διότι δεν εφυτεύθη εκ φύσεως ποτέ κανέν όνομα εις κανένα, αλλ' εδόθη κατά τα νόμιμα και έθιμα των συνηθισμένων να μεταχειρίζωνται αυτά. Αν όμως δεν είναι καθώς το λέγω, τότε εγώ είμαι πρόθυμος να προσέξω και να μάθω όχι μόνον από το στόμα του Κρατύλου αλλά και από οποιονδήποτε άλλον.

Σωκράτης. Ίσως είναι σπουδαίον αυτό που λέγεις, Ερμογένη. Λοιπόν ας προσέξωμεν· άραγε εκείνο το οποίον ορίζει κανείς εις έκαστον πράγμα, διά να το ονομάζη, αυτό είναι το όνομά του;

Ερμογένης. Έτσι νομίζω.

Σωκράτης. Αδιάφορον είτε ιδιώτης δίδει το όνομα είτε πόλις;

Ερμογένης. Μάλιστα.

Σωκράτης. Πώς λοιπόν; Εάν εγώ ονομάσω έν οποιονδήποτε πράγμα, λόγου χάριν αυτό το οποίον τόρα το ονομάζομεν άνθρωπον, εάν αυτό εγώ το ονομάσω ίππον, εκείνο δε το οποίον λέγομεν ίππον εγώ το ονομάσω άνθρωπον, αυτό το πράγμα θα ονομάζεται εις το κοινόν μεν άνθρωπος, ιδιαιτέρως όμως ίππος, και αντιστρόφως το άλλο θα ονομάζεται ιδιαιτέρως μεν άνθρωπος, εις το κοινόν δε ίππος; Αυτό εννοείς;

Ερμογένης. Μάλιστα, αυτό.

Σωκράτης. Έλα λοιπόν απάντησέ μου εις τούτο. Μεταχειρίζεσαι κάποτε την φράσιν· αλήθεια λέγεις, ψέμματα λέγεις;

Ερμογένης. Βέβαια.

Σωκράτης. Λοιπόν δεν υπάρχει λόγος αληθής και λόγος ψευδής;

Ερμογένης. Πολύ μάλιστα.

Σωκράτης. Άραγε δεν είναι αληθής εκείνος ο οποίος λέγει τα υπάρχοντα ότι υπάρχουν, ψευδής δε εκείνος ο οποίος λέγει ότι δεν υπάρχουν;

Ερμογένης. Ναι.

Σωκράτης. Είναι λοιπόν δυνατόν να λέγωμεν με τον λόγον τα υπάρχοντα και τα μη υπάρχοντα; (2)

Ερμογένης. Μάλιστα.

Σωκράτης. Πώς δε είναι αληθής ο λόγος, μόνον εις το όλον του, εις τα μέρη του όμως ψευδής;

Ερμογένης. Όχι, αλλά και εις τα μέρη του.

Σωκράτης. Πώς εννοείς, τα μεγάλα μέρη του μόνον είναι αληθή, όχι όμως και τα μικρά, ή όλα;

Ερμογένης. Όλα κατά την γνώμην μου.

Σωκράτης. Έχεις λοιπόν να μου αναφέρης άλλο μέρος του λόγου μικρότερον από το όνομα;

Ερμογένης. Όχι, αυτό είναι το μικρότερον.

Σωκράτης. Επομένως και το όνομα του αληθούς λόγου λέγεται ή όχι;

Ερμογένης. Ναι.

Σωκράτης. Και είναι αληθές, καθώς παρεδέχθης.

Ερμογένης. Μάλιστα.

Σωκράτης. Αλλά πάλιν του ψευδούς λόγου το μέρος δεν είναι ψέμμα;

Ερμογένης. Το παραδέχομαι.

Σωκράτης. Επομένως δεν είναι δυνατόν να λέγωμεν άλλοτε όνομα ψευδές και άλλοτε αληθές, αφού και λόγον ολόκληρον λέγομεν;

Ερμογένης. Και πώς όχι;

Σωκράτης. Επιμένεις λοιπόν ότι οποιονδήποτε όνομα δώση έκαστος εις ένα πράγμα αυτό είναι το όνομά του;

Ερμογένης. Ναι.

Σωκράτης. Άρα γε και όσα ονόματα δώση κανείς εις έκαστον πράγμα, τόσα ονόματα θα έχει αυτό και τότε ακριβώς όταν τα λέγη;

Ερμογένης. Ναι, διότι εγώ, Σωκράτη μου, δεν γνωρίζω άλλην ορθότητα ενός ονόματος από αυτήν, ότι με άλλο όνομα ονομάζω εγώ έκαστον πράγμα, δηλαδή εκείνο πού του έδωκα εγώ ο ίδιος, και με άλλο συ, δηλαδή εκείνο που του έδωκες εσύ. Ομοίως δε βλέπω και εις τας διαφόρους πόλεις ότι τα ίδια πράγματα έχουν ιδιωτικώς διάφορα ονόματα, είτε εις τους άλλους Έλληνας διά τους Έλληνας, είτε εις τους βαρβάρους διά τους Έλληνας.

Σωκράτης. Τότε λοιπόν ειπέ μας, καλέ Ερμογένη, μήπως άρα γε σου φαίνεται ότι και τα πράγματα έχουν το αυτό φυσικόν, ότι δηλαδή δι' ένα έκαστον έχουν ιδιαιτέραν ουσίαν, καθώς το έλεγε ο Πρωταγόρας, διισχυριζόμενος ότι όλων των πραγμάτων ο πήχυς που τα μετρά είναι ο άνθρωπος, και ότι τάχα, οποίου είδους φαίνονται εις εμέ τα πράγματα, τοιαύτα είναι δι' εμέ, οποίου είδους δε εις εσέ, τοιαύτα είναι διά σε, ή σου φαίνεται ότι ανεξαρτήτως από ημάς αυτά έχουν μίαν φύσιν μόνιμον;

Ερμογένης. Μίαν φοράν και εγώ, καλέ Σωκράτη, ευρισκόμενος εις αυτήν την απορίαν, επροχώρησα εις την γνώμην του Πρωταγόρα, νομίζω όμως ότι δεν είναι τόσον ορθή.

Σωκράτης. Δεν μου λέγεις, επροχώρησες ποτέ σου εις το σημείον, ώστε να μην πιστεύης τόσον πολύ ότι υπάρχει μοχθηρός άνθρωπος;

Ερμογένης. Όχι μα τον Δία, απ' εναντίας μάλιστα το αντίθετον έπαθα πολλές φορές, ώστε να φρονώ ότι μερικοί άνθρωποι είναι πολύ μοχθηροί, και αυτοί είναι πάρα πολλοί.

Σωκράτης. Δεν μου λέγεις, πολύ αγαθοί δεν επίστευσες έως τόρα ότι υπάρχουν;

Ερμογένης. Υπάρχουν αλλά πολύ ολίγοι.

Σωκράτης. Οπωσδήποτε όμως φρονείς ότι υπάρχουν;

Ερμογένης. Μάλιστα, φρονώ.

Σωκράτης. Πώς το εννοείς αυτό λοιπόν; μήπως εννοείς ότι οι μεν πολύ αγαθοί είναι πολύ φρόνιμοι, οι δε πολύ μοχθηροί είναι πολύ ανόητοι;

Ερμογένης. Ναι, αυτήν την γνώμην έχω.

Σωκράτης. Λοιπόν, εάν ο Πρωταγόρας έλεγε την αλήθειαν και αν αυτή είναι η αλήθεια, ότι καθώς φαίνονται εις έκαστον τα πράγματα τοιαύτα είναι και πραγματικώς, τότε είναι δυνατόν ποτε, άλλοι από ημάς να είναι φρόνιμοι και άλλοι ανόητοι;

Ερμογένης. Βέβαια όχι.

Σωκράτης. Και νομίζω ότι συ αυτό το εννοείς πολύ καλά, ότι δηλαδή, αφού υπάρχει φρόνησις και αφροσύνη, δεν είναι διόλου δυνατόν να λέγη την αλήθειαν ο Πρωταγόρας. Διότι τότε εις τίποτε δεν θα ήτο φρονιμώτερος ο ένας από τον άλλον, εάν, όσα φαίνονται, εις έκαστον, αυτά είναι τα αληθινά δι' ένα έκαστον.

Ερμογένης. Έτσι είναι.

Σωκράτης. Εξ άλλου όμως νομίζω ότι συ δεν παραδέχεσαι ούτε καθώς λέγει ο Ευθύδημος, ότι όλα τα πράγματα είναι εις όλους όμοια συγχρόνως και πάντοτε. Διότι και με αυτήν την θεωρίαν δεν είναι δυνατόν άλλοι να είναι αγαθοί και άλλοι μοχθηροί, αφού εξ ίσου εις όλους και πάντοτε θα υπήρχεν αρετή και κακία.

Ερμογένης. Ορθότατα.

Σωκράτης. Λοιπόν, αφού δεν είναι εις όλους όλα όμοια συγχρόνως και πάντοτε, ούτε ιδιαιτέρως έκαστον πράγμα δι' ένα έκαστον, έπεται σαφώς ότι αυτά καθ' εαυτά τα πράγματα έχουν μίαν μόνιμον φύσιν, και όχι ως προς ημάς ουδέ εκ μέρους μας, συρόμενα άνω και κάτω από τον ιδικόν μας τρόπον του σκέπτεσθαι, αλλά καθ' εαυτά συμφώνως προς την φύσιν των καθώς επλάσθησαν.

Ερμογένης. Μου φαίνεται, Σωκράτη μου, ότι έχεις δίκαιον.

Σωκράτης. Ποίαν γνώμην λοιπόν έχεις ότι επλάσθησαν μεν ούτω πως τα πράγματα, αι πράξεις των όμως δεν επλάσθησαν κατά τον ίδιον τρόπον; ή τάχα και αυταί δεν είναι ένα είδος των πραγμάτων, αι πράξεις, δηλαδή;

Ερμογένης. Μάλιστα, είναι και αυταί.

Σωκράτης. Ώστε κατά την ιδικήν των φύσιν εκτελούνται και αι πράξεις και όχι κατά την φαντασίαν μας. Παραδείγματος χάριν, εάν ημείς δοκιμάσωμεν να κόψωμεν ένα πράγμα, πώς οφείλομεν να το κόψωμεν, άραγε όπως και αν θέλωμεν και με ό,τι μέσον θέλομεν, ή εάν μεν θελήσωμεν να κόψωμεν το καθέν καθώς επλάσθη, να κόπτη και να κόπτεται και με ό,τι μέσον επλάσθη να κόπτεται, τότε θα επιτύχωμεν να το κόψωμεν και θα έχωμεν ένα κέρδος και ορθώς θα εκτελέσωμεν αυτήν την πράξιν, εάν όμως δοκιμάσωμεν παρά την φύσιν, θα αποτύχωμεν και δεν θα κερδίσωμεν τίποτε;

Ερμογένης. Αυτή είναι η γνώμη μου.

