# Φαίδων

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34874/index.md

Δεν είναι δυνατόν λοιπόν η αρμονία να κάμη κινήσεις ή ήχους εναντίους, ή εις άλλο τι να είναι εναντία εις τα μέρη της, είπεν ο Σωκράτης.

Δεν είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας.

Τι δε λέγεις, είπεν ο Σωκράτης; Κάθε αρμονία δεν είναι κατ' εκείνο αρμονία, κατά το οποίον τα μέρη της συμφωνήσουν;

Δεν καταλαμβάνω, είπεν ο Σιμμίας.

Ή δεν είναι αληθινόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι, αν όλα τα μέρη της έλθωσιν εις συμφωνίαν καλύτερα και περισσότερον, αν είναι δυνατόν να γείνη τούτο, θα είναι τότε καλυτέρα και περισσοτέρα αρμονία, αν δε χειρότερα και ολιγώτερον, θα είναι χειροτέρα και ολιγωτέρα αρμονία;

Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Μήπως λοιπόν τούτο συμβαίνει και εις την ψυχήν, ώστε, έστω και κατ' ελάχιστον, μία ψυχή να παθαίνη το ίδιον, δηλαδή μία ψυχή να είναι περισσοτέρα και καλυτέρα ή χειροτέρα και ολιγωτέρα από μίαν άλλην;

Παντάπασιν, είπεν ο Σιμμίας.

Εμπρός λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διά το όνομα του Θεού· είναι αληθινά αυτά, τα οποία λέγω, ότι άλλη μεν ψυχή έχει νουν και αρετήν και είναι καλή, άλλη δε έχει ανοησίαν και μοχθηρίαν και είναι κακή; Και ταύτα λέγονται αληθινά;

Αληθινά βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Από εκείνους λοιπόν, οι οποίοι παραδέχονται ότι η ψυχή είναι αρμονία, αυτή δηλαδή η αρετή και η κακία ως τι είδους πράγματα θα είπη κανείς ότι ευρίσκονται μέσα εις τας ψυχάς; Τι από τα δύο, ως καμμία πάλιν άλλη αρμονία και αναρμοστία; Και ότι η μεν μία, δηλαδή η καλή ψυχή, εβάλθη εις αρμονίαν και ότι εν ώ είναι αρμονία έχει μέσα της μίαν άλλην αρμονίαν, η δε κακή και αυτή δεν εβάλθη εις αρμονίαν και μέσα της ότι δεν έχει άλλην αρμονίαν;

Εγώ τουλάχιστον, είπεν ο Σιμμίας, δεν ημπορώ να είπω· είναι όμως φανερόν ότι ο παραδεχθείς την γνώμην εκείνην τοιαύτα πράγματα θα έλεγεν.

Αλλά προηγουμένως έχομεν παραδεχθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι μία ψυχή δεν είναι διόλου περισσότερον ψυχή ή ολιγώτερον από μίαν άλλην· εκείνο δε, το οποίον έχομεν παραδεχθή, είναι το εξής, ότι η μία αρμονία δεν είναι διόλου καλύτερα ούτε περισσότερον αρμονία, ούτε χειρότερα ούτε ολιγώτερον από μίαν άλλην αρμονίαν. Δεν είναι έτσι;

Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Εκείνη δε, η οποία δεν είναι ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον αρμονία, ότι ούτε εβάλθη περισσότερον η ολιγώτερον εις αρμονίαν. Είναι έτσι;

Έτσι είναι, απεκρίθη ο Σιμμίας.

Εκείνη δε, η οποία ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον εβάλθη εις αρμονίαν, είναι δυνατόν να λαμβάνη μέρος εις την αρμονίαν περισσότερον ή ολιγώτερον ή εξ ίσου; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Εξ ίσου, είπεν ο Σιμμίας.

Και λοιπόν, επειδή η μία ψυχή δεν είναι διόλου περισσότερον ή ολιγώτερον ψυχή από μίαν άλλην, δεν εβάλθη λοιπόν εις αρμονίαν ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον από την άλλην; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.

Και αφού βεβαίως έπαθε τούτο, δεν θα είναι μέτοχος περισσοτέρας ούτε αναρμοστίας ούτε αρμονίας;

Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Αφού δε πάλιν έχει πάθει τούτο, είπεν ο Σωκράτης, άρα γε μία ψυχή ημπορεί να είναι μέτοχος κακίας ή αρετής περισσότερον από μίαν άλλην, αν η μεν κακία ήθελεν είναι αναρμοστία, η δε αρετή αρμονία;

Διόλου περισσότερον, είπεν ο Σιμμίας.

Ίσως δε βέβαια, Σιμμία, κατά την ορθήν σκέψιν βεβαιότερον είναι ότι καμμία ψυχή, αν είναι αρμονία, δεν θα γείνη μέτοχος κακίας· διότι η αρμονία, αν εντελώς είναι καθ' αυτό αρμονία, δεν θα γείνη ποτέ μέτοχος αναρμοστίας; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Όχι βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Ούτε η ψυχή λοιπόν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, ημπορεί να γείνη μέτοχος κακίας, αν είναι εντελώς ψυχή.

Και πώς ημπορεί να γείνη τούτο, σύμφωνα με εκείνα, τα οποία προείπομεν; Ηρώτησεν ο Σιμμίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τούτον τον συλλογισμόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, όλαι αι ψυχαί όλων όσα έχουν ζωήν θα είναι, δι' ημάς ομοίως καλαί, αν αι ψυχαί έγειναν από την φύσιν όλαι ομοίως, να μη είναι τίποτε άλλο παρά ψυχαί.

Και εγώ, έτσι νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.

Και σου φαίνεται, είπεν ο Σωκράτης, ότι ο λόγος είναι σωστός και σύμφωνος με την ορθήν σκέψιν, αν ήτο ορθή η υπόθεσις, ότι η ψυχή είναι αρμονία;

Καθόλου, είπεν ο Σιμμίας.

Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Από όλα όσα υπάρχουσιν εις τον άνθρωπον, λέγεις να υπάρχη κανένα άλλο, το οποίον να κυβερνά παρά μόνον η ψυχή και προ πάντων όταν είναι σοφή;

Όχι βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας.

Κατά ποίον από τους δύο τρόπους, λέγεις ότι κυβερνά, υποχωρούσα εις τα πάθη του σώματος ή και εναντιωνομένη εις αυτά; Καθώς λόγου χάριν, όταν υπάρχη ζέστη και δίψα εις το σώμα, να το σύρη εις το εναντίον, δηλαδή εις το να μη πίνη, και όταν υπάρχη πείνα εις το να μη τρώγη, και εις άπειρα άλλα πράγματα βλέπομεν βέβαια ότι η ψυχή εναντιώνεται εις τας ορέξεις του σώματος ή όχι;

Βέβαια εναντιώνεται, απήντησεν ο Σιμμίας.

Και λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, δεν παρεδέχθημεν πάλιν εις τα προηγούμενα ότι, αν είναι αρμονία, αυτή ποτέ δεν θα ψάλλη εναντία προς εκείνα, διά των οποίων τεντώνεται και χαλαρώνεται και δονείται, και εις ό,τι άλλο πάθημα παθαίνουν τα μέρη, από τα οποία συμβαίνει να σχηματίζηται, αλλ' ότι ακολουθεί εκείνα και ποτέ δεν είναι δυνατόν να τα κυβερνά;

Παρεδέχθημεν, είπεν ο Σιμμίας· και πώς όχι;

Τι λοιπόν φρονείς; Εξηκολούθησεν ο Σωκράτης. Τώρα δεν μας φαίνεται ότι κάμνει όλον το εναντίον, ότι δηλαδή και διευθύνει όλα εκείνα, από τα οποία θα έλεγε κανείς ότι σχηματίζεται και ότι εναντιώνεται σχεδόν εις όλα καθ' όλον το διάστημα της ζωής, και ότι είναι κυρίαρχος αυτών με όλους τους τρόπους, άλλα μεν τιμωρούσα σκληρότερα και με πόνους τα αναγόμενα εις την Γυμναστικήν και την Ιατρικήν, άλλα δε με μαλακώτερον τρόπον; Και άλλα μεν από αυτά φοβερίζουσα, άλλα δε μαλώνουσα, συνομιλούσα με τας επιθυμίας και με τους θυμούς και με τους φόβους, ωσάν να ήτο άλλη και να ωμίλει εις άλλο πράγμα; Καθώς και ο Όμηρος εις την Οδύσσειαν παρέστησε κάπου, όπου λέγει διά τον Οδυσσέα· «Αφού εκτύπησε το στήθος του, είπε τον εξής λόγον εις την καρδίαν του· Υπόφερε λοιπόν τούτο, καρδία μου, και άλλοτε υπέφερες άλλο σκληρότερον». Νομίζεις λοιπόν ότι ο Όμηρος παρέστησεν αυτά σκεπτόμενος ότι αυτή είναι μία αρμονία και ότι είναι τοιαύτη, ώστε να διευθύνηται από τα πάθη του σώματος, και όχι τοιαύτη, ώστε και να διευθύνη αυτά και να είναι κυρία και να είναι πράγμα θειότερον παρά μία αρμονία;

Ναι, μα τον Δία, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι όχι.

Με κανένα λοιπόν τρόπον, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, ω φίλτατε, δεν μας έρχεται καλά να είπωμεν ότι η ψυχή είναι αρμονία. Διότι, καθώς φαίνεται, ούτε με τον θείον ποιητήν Όμηρον θα ευρισκώμεθα σύμφωνοι, ούτε ημείς οι ίδιοι με τον εαυτόν μας.

Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.

Έστω λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης. Την μεν αρμονίαν την Θηβαϊκήν, καθώς φαίνεται, την εκάμαμεν κάπως αρκετά να μας λυπηθή· αλλά τας απαιτήσεις του Κάδμου, Κέβη, πώς και με ποίον λόγον θα κατορθώσωμεν να τας εξιλεώσωμεν;

Νομίζω ότι συ θα εύρης τον τρόπον, είπεν ο Κέβης· μου είπες τω όντι αυτόν τον λόγον σχετικώς προς την αρμονίαν περισσότερον θαυμάσια παρ' ό,τι επερίμενα· διότι, όταν ο Σιμμίας εξέθετε τας απορίας του, μου εφαίνετο πολύ παράξενον να εύρη κανείς καμμίαν απάντησιν εις τον λόγον του και μου εφάνη λοιπόν πολύ παράξενον ότι δεν εδέχθη την πρώτην έφοδον του λόγου σου.

Δεν θα μου φανή λοιπόν ποσώς παράξενον αν πάθη τα ίδια και ο λόγος του Κάδμου.

Φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, μη μου λέγης μεγάλους επαίνους, μήπως καμμία βασκανία αναποδογυρίση τον λόγον μου, τον οποίον μέλλω να είπω. Αλλά δι' αυτά μεν ο θεός ας φροντίση. Ημείς, αφού πλησιάσωμεν κατά τον Ομηρικόν τρόπον, ας δοκιμάσωμεν μήπως λέγεις τίποτε σωστόν. Εκείνο δε, το οποίον ζητείς, είναι εν περιλήψει το εξής· απαιτείς ν' αποδειχθή ότι η ψυχή μας δεν καταστρέφεται και είναι αθάνατος. Αν άνθρωπος φιλόσοφος μέλλων ν' αποθάνη, έχων δε γενναιότητα και φρονών ότι, αφού αποθάνη, θα είναι ευτυχής εκεί (εις την άλλην ζωήν) πολύ περισσότερον ή αν απέθνησκε ζήσας άλλην ζωήν, ότι, λέγω, ούτος δεν έχει γενναιότητα ανόητον και βλακώδη. Το δε ν' αποδείξωμεν ότι η ψυχή είναι πράγμα δυνατόν και όμοιον με θεόν, και ότι υπήρχεν ακόμη προτήτερα προτού ημείς οι άνθρωποι να γείνωμεν, λέγεις ότι τούτο δεν εμποδίζει όλα αυτά να μη αποδεικνύουν μεν αθανασίαν της ψυχής, ν' αποδεικνύουν δε ότι η ψυχή είναι πράγμα το οποίον διαρκεί πολύν καιρόν και υπήρχε προτήτερα κάπου επί απροσδιόριστον καιρόν, και ότι ήξευρε και έκαμε πολλά πράγματα· αλλά βεβαίως δεν ήτο διά τούτο περισσότερον αθάνατος, αλλά και τούτο ακόμη, το ότι ήλθεν εις σώμα ανθρώπου ήτο δι' αυτήν αρχή καταστροφής, ωσάν ασθένεια, και έζη βασανιζομένη αυτήν την ζωήν και επί τέλους βεβαίως ότι καταστρέφεται εις τον ονομαζόμενον θάνατον. Λέγεις δε ότι δεν υπάρχει καμμία διαφορά, αν έλθη μίαν φοράν ή πολλάς φοράς εις σώμα, ώστε καθείς από ημάς να φοβήται, διότι πρέπει να φοβήται κανείς, αν δεν είναι ανόητος εκείνος ο οποίος δεν ηξεύρει ούτε έχει απόδειξιν να δώση, ότι η ψυχή είναι πράγμα αθάνατον. Εκείνα, τα οποία λέγεις, Κέβη, είναι, νομίζω, τοιαύτα επάνω κάτω· και τα επαναλαμβάνω πολλάς φοράς, διά να μη μας ξεφύγη κανέν και προσθέσης ή αφαιρέσης τίποτε, αν θέλης.

Και ο Κέβης είπεν· Εγώ τώρα δεν έχω χρείαν ούτε ν' αφαιρέσω, ούτε να προσθέσω τίποτε. Αυτά δε είναι εκείνα, τα οποία λέγω.

Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού εσταμάτησεν επί πολλήν ώραν την ομιλίαν και έκαμε κάποιαν σκέψιν μέσα εις τον νουν του, είπε· Δεν ζητείς, Κέβη, πράγμα εύκολον. Διότι πρέπει (διά να σου απαντήσω) να ερευνήσωμεν πέρα πέρα και να εύρωμεν την αιτίαν, διά την οποίαν υπάρχει γένεσις και φθορά. Εγώ λοιπόν, προκειμένου διά το ζήτημα τούτο, αν επιθυμής, θα σου εκθέσω τουλάχιστον όσα έπαθα εγώ ο ίδιος· έπειτα, αν κανέν από όσα θα είπω ήθελε σου φανή ωφέλιμον, διά να πεισθής περί εκείνων, τα οποία λέγεις, μεταχειρίσου το.

Αλλ' επιθυμώ βεβαίως, είπεν ο Κέβης.

Άκουε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, διότι θ' αρχίσω. Εγώ λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, Κέβη, όταν ήμην νέος με υπερβολικήν ζέσιν επεθύμησα ν' αποκτήσω εκείνην την επιστήμην, την οποίαν ονομάζουν ιστορίαν της φύσεως. Διότι μου εφαίνετο ότι είναι υψηλόν πράγμα να γνωρίζω του κάθε πράγματος τας αιτίας, διατί δηλαδή γίνεται κάθε πράγμα, διατί καταστρέφεται και διατί υπάρχει· και πολλάς φοράς εγύριζα τον εαυτόν μου επάνω και κάτω, διά να εξετάζω κατά πρώτον ωσάν τα εξής πράγματα· άρα γε, όταν το ζεστόν και το ψυχρόν (19) λάβουν καμμίαν σήψιν, καθώς μερικοί έλεγον, αρχίζουν να παράγωνται τα ζωύφια; Και ποίον από τα δύο, το αίμα είναι εκείνο, διά του οποίου σκεπτόμεθα, ή ο αήρ, ή η φωτιά, ή δεν είναι μεν κανένα από αυτά, ο εγκέφαλος δε είναι εκείνος, ο οποίος μας κάμνει τας αισθήσεις και της ακοής και της οράσεως και της οσφρήσεως, από αυτάς δε τας αισθήσεις γίνεται η ενθύμησις και η φαντασία, από δε την ενθύμησιν και την φαντασίαν, αφ' ού λάβουν ανάπαυσιν, σύμφωνα με αυτά γίνεται η γνώσις. Και πάλιν εξετάζων τας φθοράς των πραγμάτων τούτων και τα παθήματα ολόγυρα και εις τον ουρανόν και εις την γην εφάνηκα εις τον εαυτόν μου ότι είμαι τόσον ανίκανος διά την τοιαύτην εξέτασιν, όσον κανέν πράγμα εις τον κόσμον. Θα σοι είπω δε και επαρκή απόδειξιν τούτου· εγώ λοιπόν εκείνα, τα οποία και προτήτερα ήξευρα καλά, καθώς και εγώ ο ίδιος ενόμιζον και οι άλλοι, τότε από αυτήν την εξέτασιν εστραβώθην τόσον πολύ, ώστε εξέμαθα και εκείνα ακόμη, τα οποία προτήτερα ενόμιζον ότι ήξευρα, και δι' άλλα πολλά πράγματα και περί του διατί ο άνθρωπος μεγαλώνει. Διότι προτήτερα ενόμιζον ότι αυτό το πράγμα είναι φανερόν εις κάθε άνθρωπον, ότι ο άνθρωπος μεγαλώνει ένεκα του τρώγειν και πίνειν. Διότι, αφ' ού από τας τροφάς κρέατα προστίθενται εις τα κρέατα, κόκκαλα δε εις τα κόκκαλα, και έτσι κατά την ιδίαν αναλογίαν και εις καθέν από τα άλλα προστίθενται τα ανήκοντα εις αυτά, τότε λοιπόν ενόμιζον ότι εκείνος ο όγκος, ο οποίος ήτο ολίγος, έχει γείνει ύστερα πολύς και τοιουτοτρόπως ο μικρός άνθρωπος γίνεται μεγάλος. Έτσι ενόμιζον τότε· δεν νομίζεις ότι είχον δίκαιον;

Νομίζω ότι ναι, είπεν ο Κέβης.

Εξέτασε λοιπόν ακόμη και τα εξής, είπεν ο Σωκράτης. Εγώ λοιπόν ενόμιζον ότι αρκετά ήξευρον ότι, όταν ένας άνθρωπος υψηλός φανή στεκόμενος κοντά εις ένα κοντόν, είναι μεγαλύτερος από αυτόν κατά την ιδίαν την κεφαλήν του (η οποία εξέχει), και ένας ίππος μεγαλύτερος από ένα ίππον μικρότερον και ακόμη άλλα φανερώτερα από αυτά, ενόμιζον δε τα δέκα ότι είναι περισσότερα από τα οκτώ, διότι έχουν δύο περισσότερα· και εκείνο όπου έχει μήκος δύο πήχεων ότι είναι μεγαλύτερον από εκείνο οπού έχει μήκος ενός πήχεως, διότι υπερτερεί αυτό κατά το ήμισυ.

Και τώρα λοιπόν, είπεν ο Κέβης, τι (νέαν) γνώμην έχεις δι' αυτά τα πράγματα;

Μα τον Δία, είπεν ο Σωκράτης (έχω την γνώμην), ότι εγώ ευρίσκομαι κάπου μακράν από του να νομίζω ότι ηξεύρω την αιτίαν κανενός από αυτά τα πράγματα, εγώ τουλάχιστον, ο οποίος δεν παραδέχομαι ότι ηξεύρω ούτε τούτο, ότι, όταν κανείς προσθέση έν εις το έν ή εκείνο το έν, εις το οποίον προσετέθη το άλλο έν, έγινε δύο, ή εκείνο, το οποίον προσετέθη, και εκείνο, εις το οποίον προσετέθη, εξ αιτίας της προσθέσεως του ενός εις το άλλο έγειναν δύο. Διότι απορώ πώς, ότε καθένα από αυτά ήτο χωριστά από το άλλο, καθένα από αυτά ήτο έν, και δεν ήσαν τότε καθέν χωριστά δύο, αφ' ού δε επλησίασαν το έν με το άλλο, τούτο λοιπόν έγεινεν εις αυτά αιτία να γείνουν δύο, η συνεύρεσίς των δηλαδή, διότι ετέθη το έν κοντά εις το άλλο. Ούτε βέβαια, εάν κανείς σχίση έν πράγμα εις το μέσον, ημπορώ ακόμη να πεισθώ ότι τούτο, δηλαδή το σχίσιμον, έγεινε πάλιν αιτία να γείνουν δύο· διότι η αιτία αυτή του ότι γίνονται δύο καταντά εναντία παρά η τότε (δηλαδή η αιτία του προηγουμένου παραδείγματος)· διότι τότε αιτία ήτο (να γείνουν δύο) ότι το έν εφαίνετο πλησίον εις το άλλο και ότι το έν προσετίθετο εις το άλλο· τώρα δε ότι το έν απομακρύνεται και χωρίζεται από το άλλο· ουδέ βέβαια καταπείθω πλέον τον εαυτόν μου ότι ηξεύρω διά ποίαν αιτίαν γίνεται το έν· και, εις κοντολογίαν, δεν ηξεύρω ούτε διά κανέν άλλο πράγμα, διά ποίαν αιτίαν γίνεται ή χάνεται ή υπάρχει, σύμφωνα με αυτόν τον τρόπον της μεθόδου, αλλά εγώ ο ίδιος όπως έτυχεν ανακατεύω κάποιον άλλον τρόπον (εις τον νουν μου), τούτον δε δεν τον παραδέχομαι διόλου.

Αλλ' όταν ήκουσα μίαν φοράν κάποιον, ο οποίος ανεγίνωσκεν εις έν βιβλίον, το οποίον έλεγεν ότι είναι του Αναξαγόρου, ότι λοιπόν ο νους είναι εκείνος, ο οποίος βάλλει εις τάξιν όλα και είναι αίτιος όλων των πραγμάτων, εχάρην δι' αυτήν την αιτίαν, και μου εφάνη ότι εις κάποιον τρόπον είναι σωστόν τω ότι ο νους είναι ο αίτιος όλων και εσκέφθην ότι, αν τούτο είναι έτσι, ο νους βέβαια, ο οποίος τακτοποιεί, βάλλει εις τάξιν όλα, και θέτει κάθε πράγμα εις εκείνην την θέσιν, όπου θα ευρίσκηται όσον το δυνατόν καλύτερα· αν λοιπόν θέλη κανείς να εύρη διά κάθε πράγμα κατά ποίον τρόπον γίνεται, ή ξεγίνεται, ή υπάρχει, πρέπει να εύρη δι' αυτό το πράγμα τούτο, κατά ποίον τρόπον είναι καλύτερα δι' αυτό, ή να υπάρχη, ή να παθαίνη, ή να κάμνη ό,τι δήποτε άλλο· ένεκα λοιπόν τούτου του συλλογισμού, αρμόζει εις τον άνθρωπον να μη εξετάζη και διά τον εαυτόν του και διά τα άλλα πράγματα, παρά το ωφελιμώτερον και το καλύτερον· είναι δε ανάγκη αυτός ο ίδιος να ηξεύρη και το χειρότερον· διότι δι' αυτά τα δύο (το καλύτερον δηλαδή και το χειρότερον) υπάρχει και ιδία επιστήμη. Αυτά λοιπόν σκεπτόμενος ευχαριστημένος ενόμιζον ότι έχω εύρει σύμφωνα με την επιθυμίαν μου τον Αναξαγόραν διδάσκαλον της αιτίας των υπαρχόντων πραγμάτων και ότι θα μοι είπη, κατά πρώτον μεν, ποίον από τα δύο, η γη είναι πλατεία(20) ή στρογγύλη· αφού δε μου το είπη, ότι θα μου διηγηθή έπειτα ποία η αιτία και ποία η ανάγκη τούτου του πράγματος, λέγων ποίον είναι το καλύτερον και διατί ήτο καλύτερον να είναι τοιαύτη· και εάν λέγη ότι αυτή είναι εις το μέσον (21) του κόσμου, ότι θα διηγηθή έπειτα πως ήτο καλύτερα να είναι εις το μέσον· και αν μου αποδείξη ταύτα, θα ήμην διατεθειμένος να μη επιθυμήσω πλέον άλλο είδος αιτίας. Και λοιπόν ήμην έτοιμος κατά τον αυτόν τρόπον να ερωτήσω επίσης και περί του ηλίου και περί της σελήνης και περί των άλλων άστρων και διά την ταχύτητα του ενός ως προς την του άλλου και διά τας στροφάς των και διά τα άλλα των παθήματα και να μάθω πως τάχα είναι καλύτερον κανέν από αυτά και να κάμνη και να παθαίνη αυτά, τα οποία παθαίνει. Διότι ενόμιζον ότι αυτός λέγων βέβαια ότι αυτά εβάλθησαν εις τάξιν από ένα νουν δεν ηδύνατό ποτε να φέρη άλλην αιτίαν δι' αυτά, παρ' ότι το καλύτερον είναι να ευρίσκωνται αυτά έτσι όπως ευρίσκονται· ενόμιζον λοιπόν ότι αυτός την αιτίαν εκάστου πράγματος ιδιαιτέρως και όλων κοινώς θα εξήγει· προς τούτοις ποίον είναι το καλύτερον διά καθέν ιδιαιτέρως και ποίον είναι το κοινόν εις όλα αγαθόν. Και πολύν θησαυρόν αν μοι έδιδον, δεν θα επώλουν τας περί τούτου ελπίδας μου, αλλά αφού έλαβα τα βιβλία του με μεγάλην βίαν ανεγίνωσκα όσον ηδυνάμην γρηγορώτερα, διά να μάθω το γρηγορώτερον ποίον είναι το καλύτερον και ποίον το χειρότερον. Εξεκίνησα λοιπόν και έφυγα, φίλε μου, χάσας την θαυμαστήν ελπίδα μου, επειδή προχωρών και αναγινώσκων (εις τα βιβλία του) βλέπω άνθρωπον, ο οποίος δεν μεταχερίζεται διόλου τον νουν, και ούτε εδείκνυε κάποιας αιτίας διά την ωραίαν διάταξιν των πραγμάτων (του κόσμου)· εθεώρει δε ως αιτίας αυτών τους αέρας και τους αιθέρας και τα νερά και άλλα πολλά και αλλόκοτα. Και μου εφάνη ότι έχει πάθει κάτι πολύ όμοιον, ωσάν να έλεγε κανείς ότι ο Σωκράτης κάμνει με νουν όλα όσα κάμνει, και έπειτα αρχίζων να λέγη τας αιτίας καθενός, το οποίον κάμνω, να λέγη κατά πρώτον μεν ότι κάθημαι τώρα εδώ διά ταύτας τας αιτίας, διότι το σώμα μου αποτελείται από κόκκαλα και από νεύρα, και ότι τα μεν κόκκαλα είναι στερεά και είναι χωρισμένα το έν από το άλλο, έχοντα συνδέσμους, τα δε νεύρα είναι ικανά να τεντώνωνται και να χαλαρώνωνται δένοντα ολόγυρα τα κόκκαλα με τα κρέατα και με το δέρμα, το οποίον και συγκρατεί αυτά όλα· ότι λοιπόν τα κόκκαλα, επειδή υψώνονται εκεί όπου εγγίζει το έν με το άλλο, τα νεύρα χαλαρωνόμενα και τεντωνόμενα κάμνουν εμέ τώρα να είμαι ικανός να λυγίζω τα μέλη μου· και δι' αυτήν την αιτίαν διπλωθείς κάθημαι εδώ· και ο οποίος πάλιν να λέγη εις σας άλλας τοιούτου είδους αιτίας διά το ότι συνομιλούμεν, λέγων ως αιτίας τούτου φωνάς και αέρας και ακοάς και πάμπολλα άλλα τοιαύτα, παραμελήσας να είπη τας αληθινάς αιτίας, ότι δηλαδή, επειδή οι Αθηναίοι ενόμισαν ότι είναι καλύτερα να με καταδικάσουν, διά τούτους λοιπόν τους λόγους και εγώ ενόμισα καλύτερον να καθίσω εδώ, και δικαιότερον μένων εδώ να υποστώ την τιμωρίαν, την οποίαν ήθελον διατάξει· επειδή, μα τον σκύλλον, καθώς εγώ νομίζω, και τα νεύρα αυτά και τα κόκκαλα από πολύν καιρόν θα ευρίσκοντο ή εις τα περίχωρα των Μεγάρων ή εις τα περίχωρα των Βοιωτών (22), οδηγούμενα από την ιδέαν ότι τούτο είναι το καλύτερον, αν δεν ενόμιζον ότι είναι δικαιότερον και ωραιότερον προτού να φύγω και να κρυφθώ, να υποστώ από την πόλιν την τιμωρίαν, την οποίαν ήθελεν επιβάλει. Αλλά να ονομάζη κανείς αίτια τας τοιαύτας αιτιολογίας είναι πολύ ανόητον. Εάν δε είπη κανείς, ότι, αν δεν είχον τα τοιαύτα και κόκκαλα και νεύρα και όσα άλλα έχω, δεν θα ήμην ικανός να εκτελέσω όσα απεφάσισα, θα είπη την αλήθειαν· να είπη όμως ότι διά μέσου τούτων εκτελώ όσα κάμνω και ότι κατά τούτο ενεργώ με νουν, αλλ' όχι εκλέγων εκείνο, το οποίον είναι προτιμότερον, ο λόγος ούτος θα ήτο πολύ μεγάλη ανοησία· διότι είναι ανοησία να μη είναι κανείς ικανός να διακρίνη ότι το αίτιον είναι πράγμα άλλο, και εκείνο, χωρίς το οποίον το αίτιον δεν θα ήτο ποτέ αίτιον, είναι πάλιν άλλο· το οποίον οι κοινοί άνθρωποι μου φαίνονται ότι πασπατεύουν όπως κάμνομεν εις τα σκοτεινά μεταχειριζόμενοι ξένον όνομα, ώστε να ονομάζουν αυτό αίτιον (χωρίς να είναι αίτιον). Διά τούτο λοιπόν ο μεν είς (φιλόσοφος) αφ' ού βάλη ολόγυρα εις την γην ένα σίφωνα να γυρίζη, κάμνει την γην να μένη εις τον τόπον της αποκάτω από τον ουρανόν· ο δε άλλος θέτει υποκάτωθέν της τον αέρα ωσάν μίαν πλατείαν σκάφην· ουδέ ζητούν να εύρωσι την δύναμιν, η οποία έθεσεν αυτά έτσι όπως ήτο δυνατόν αυτά να βαλθώσι καλύτερα· ούτε νομίζουν ότι αυτά τα πράγματα έχουν κάποιαν θείαν δύναμιν· αλλά νομίζουν ότι ημπορούν να εύρουν κανένα Άτλαντα δυνατώτερον και πλέον αθάνατον από αυτόν και πλέον ικανόν να τα βαστάζη όλα και νομίζουν ότι το αγαθόν, και το οποίον δένει όλα και συγκρατεί αληθινά, είναι τίποτε. Εγώ λοιπόν θα εγινόμην με μεγάλην ευχαρίστησιν μαθητής εις οποιονδήποτε, διά να μάθω πώς είναι η τοιαύτη αιτία· επειδή δε την εστερήθην και ούτε εγώ ο ίδιος υπήρξα ικανός να την εύρω, ούτε ημπόρεσα να την μάθω από άλλον, επιθυμείς, είπεν ο Σωκράτης, Κέβη, να σου εκθέσω κατά ποίον τρόπον διεξήγαγον το δεύτερον ταξείδιον διά την ζήτησιν της αιτίας;

Επιθυμώ όσον δεν φαντάζεσαι, είπεν ο Κέβης.

Ενόμισα λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έπειτα από αυτά, αφού απέκαμα εξετάζων εκείνα, τα οποία πραγματικώς υπάρχουσιν, ότι έπρεπε να προσέξω μήπως πάθω εκείνο, το οποίον παθαίνουσιν εκείνοι, οι οποίοι παρατηρούν και εξετάζουσι τον ήλιον, όταν παθαίνη έκλειψιν· διότι μερικοί βέβαια παθαίνουν βλάβην εις τα μάτια, εκτός εάν εξετάζουν την εικόνα του μέσα εις νερόν ή εις άλλο όμοιον πράγμα. Και εγώ εσκέφθην κάτι τοιούτον πράγμα, και εφοβήθην μήπως όλως διόλου τυφλωθώ κατά την ψυχήν, κυττάζων με τα ομμάτιά μου τα πράγματα, και προσπαθών να τα εγγίσω με κάθε μίαν από τας αισθήσεις μου. Ενόμισα λοιπόν ότι πρέπει να καταφύγω εις τας λογικάς αποδείξεις και εις εκείνας να εξετάσω την αλήθειαν εκείνων, τα οποία πραγματικώς υπάρχουν. Ίσως μεν δεν ομοιάζουσι λοιπόν εις κάποιον τρόπον με εκείνο, με το οποίον τα παραβάλλω. Διότι δεν πολυπαραδέχομαι, ότι, όποιος εξετάζει τα πραγματικώς υπάρχοντα μέσα εις τας λογικάς των αποδείξεις, τα εξετάζει μέσα εις εικόνας αυτών περισσότερον παρά εκείνος, ο οποίος τα εξετάζει μέσα εις τα έργα των. Επομένως επεδόθην εις την κατά τον τρόπον τούτον εξέτασιν και θέτων ως βάσιν κάθε φοράν μίαν απόδειξιν, εκείνην, την οποίαν ήθελον κρίνει ως την στερεωτέραν, εκείνα μεν, τα οποία ήθελον μου φανή ότι συμφωνούν με αυτήν, τα θεωρώ ότι είναι αληθινά και ως προς τας αιτίας και ως προς όλα τα άλλα, όσα δε δεν συμφωνούν, τα θεωρώ ότι δεν είναι αληθινά. Επιθυμώ δε να σου εξηγήσω καθαρώτερα εκείνα, τα οποία λέγω. Διότι νομίζω ότι συ τώρα δεν καταλαμβάνεις.

Μα τον Δία, είπεν ο Κέβης, δεν πολυκαταλαμβάνω.

Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, με αυτά δεν λέγω τίποτε νέον, αλλά εκείνα, τα οποία διόλου δεν έχω παύσει να λέγω και άλλοτε πάντοτε και εις την προηγουμένην ομιλίαν μου. Διότι έρχομαι τώρα να προσπαθήσω να σου αποδείξω το είδος της αιτίας, το οποίον έχω εξετάσει, και μεταβαίνω πάλιν εις εκείνα, διά τα οποία τόσα έχουν είπει, και αρχίζω από εκείνα, θέτων ως βάσιν το τι είναι μόνον του ωραίον, και αγαθόν, και μέγα, και όλα τα άλλα· τα οποία αν παραδεχθής και συμφωνήσης με εμέ, ότι πράγματι υπάρχουν αυτά, ελπίζω από αυτά και να σου αποδείξω την αιτίαν, και να εύρωμεν ότι η ψυχή είναι πράγμα αθάνατον.

Αλλ' όμως, είπεν ο Κέβης, θα κάμης γρήγορα ν' αποδείξης αυτά, διά να τα παραδεχθώ;

Εξέτασε λοιπόν, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης, τα επακόλουθα εκείνων, αν σου φαίνονται σωστά, όπως και εις εμέ. Διότι μου φαίνεται, ότι, αν υπάρχη άλλο ωραίον, εκτός του καθ' αυτό (και μόνου του) ωραίου, τούτο διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν είναι ωραίον παρά διότι έχει μέρος από εκείνο το ωραίον και λέγω λοιπόν ότι το αυτό ημπορεί να είπωμεν δι' όλα τα πράγματα. Παραδέχεσαι την τοιαύτην αιτίαν;

Παραδέχομαι, είπεν ο Κέβης.

Δεν καταλαμβάνω λοιπόν ακόμη, είπεν ο Σωκράτης, ούτε ημπορώ να γνωρίσω τας άλλας αιτίας τας σοφάς· αλλ' αν κανείς μου είπη, τι κάμνει έν πράγμα οποιονδήποτε να είναι ωραίον, μήπως διότι έχει χρώμα ως ωραίον άνθος, ή σχήμα (δηλαδή αναλογίαν), ή οποιονδήποτε άλλο από τα τοιαύτα; Αφήνω μεν τα άλλα κατά μέρος (διότι με όλα τα άλλα συγχύζομαι), κρατώ δε μαζί μου καθαρά και άτεχνα και ίσως ανόητα τούτο μόνον, ότι κανέν άλλο δεν κάμνει έν πράγμα καθ' αυτό ωραίον, παρά μόνον το ότι είναι παρόν, ή ότι λαμβάνει μέρος με οποιονδήποτε τρόπον ή έτσι ή αλλέως εκείνο το (καθαυτό) ωραίον. Διότι δεν βεβαιώνω ακόμη αυτό το πράγμα, αλλά βεβαιώνω ότι όλα τα ωραία γίνονται ωραία διά του (καθαυτό) ωραίου. Διότι τούτο μου φαίνεται ότι είναι το πλέον ασφαλές διά να αποκριθώ και εις τον εαυτόν μου και εις άλλον, και κρατούμενος από αυτό νομίζω ότι δεν θα πέσω ποτέ, αλλ' ότι θα είναι ασφαλές και εις εμέ και εις οιονδήποτε άλλον να αποκριθή, ότι τα ωραία γίνονται ωραία διά του ωραίου. Ή δεν νομίζεις και συ έτσι;

Έτσι νομίζω, είπεν ο Κέβης.

Και επομένως τα μεγάλα δεν γίνονται μεγάλα διά του μεγέθους, και τα μεγαλύτερα (γίνονται) μεγαλύτερα, και τα μικρότερα (γίνονται) μικρότερα διά της μικρότητος;

Ναι, απεκρίθη ο Κέβης.

