# Φαίδων

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34874/index.md

Καλά λέγεις, είπεν ο Σιμμίαι· και εγώ θα σοι είπω την απορίαν την οποίαν έχω, και αυτός πάλιν (δηλαδή ο Κέβης) κατά τι δεν παραδέχεται όσα είπομεν. Διότι μου φαίνεται, ω Σώκρατες, προκειμένου περί τοιούτων ζητημάτων, καθώς ίσως φαίνεται και εις σε, ότι το να μάθη κανείς καθαρά την αλήθειαν εις την τωρινήν μας ζωήν είναι πράγμα ή αδύνατον ή παρά πολύ δύσκολον. Το να μη εξελέγχη όμως πάλιν με κάθε τρόπον εκείνα, τα οποία λέγονται περί αυτών, και να μη παραιτή, προτού να εξαντλήση κανείς την εξέτασιν καθ' όλα τα μέρη, είναι ίδιον ανθρώπου οκνηρού. Διότι πρέπει ως προς αυτά τα ζητήματα να κατορθώση τουλάχιστον έν από τα εξής· ή να μάθη πώς είναι από άλλους, ή να τα εύρη ο ίδιος, ή, εάν είναι αδύνατον να επιτύχη ταύτα, αφ' ού πάρη την καλυτέραν και δυσκολώτερα ανασκευαζομένην ανθρωπίνην γνώμην, αφ' ού αναβή επάνω εις αυτήν, όπως εκείνος οπού κινδυνεύει επάνω εις σχεδίαν (σάτι) να ταξειδεύση την ζωήν του, εάν δεν ημπορή κανείς να περάση αυτήν με περισσοτέραν ασφάλειαν και με ολιγώτερον κίνδυνον επάνω εις ασφαλέστερον πλοίον ή επάνω εις κανένα λόγον του θεού. Και λοιπόν και τώρα εγώ τουλάχιστον δεν θα εντραπώ να ερωτήσω, αφ' ού και συ λέγεις να το κάμω, και δεν θα κατηγορήσω τον εαυτόν μου εις υστερώτερον καιρόν, ότι δεν είπα τώρα εκείνα τα οποία μου ήλθον εις τον νουν. Διότι, όταν εξετάζω και με τον εαυτόν μου και μαζί με τούτον (δηλαδή τον Κέβητα) όσα είπομεν, μου φαίνεται ότι δεν είναι αρκετά, ω Σώκρατες.

Και ο Σωκράτης είπε·

Ίσως βέβαια, φίλε μου, να έχης δίκαιον, αλλά λέγε μου λοιπόν υπό ποίαν έποψιν δεν είναι αρκετά όσα είπομεν.

Είπεν ο Σιμμίας.

Εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι υπό την ιδίαν έποψιν, υπό την οποίαν ημπορεί κανείς να ισχυρισθή το ίδιον και διά την αρμονίαν και διά την λύραν και τας χορδάς της· ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα αόρατον και χωρίς σώμα και εις χορδισμένην λύραν είναι πράγμα ωραιότατον και θείον· η ιδία δε λύρα και αι χορδαί της ότι είναι σώματα υλικά και πράγματα με μορφήν υλικήν, και σύνθετα και γήινα και από το ίδιον γένος με το θνητόν. Όταν λοιπόν κανείς ή κατασυντρίψη την λύραν ή την κάψη ή σπάση τας χορδάς, εάν κανείς επέμενεν εις τον ίδιον ισχυρισμόν, τον οποίον φέρεις συ, ότι δηλαδή εκείνη η αρμονία (την οποίαν ανέδιδεν η λύρα, όταν ήτο γερή) εξακολουθή να υπάρχη ακόμη, και ότι δεν εχάθη (διότι δεν ημπορεί να υπάρχη κανείς τρόπος η μεν λύρα να εξακολουθή να υπάρχη ακόμη εν ώ αι χορδαί της έχουν σπάση και αι χορδαί να εξακολουθούν να υπάρχουν, εν ώ έχουσι μορφήν θνητήν, η δε αρμονία, η οποία έχει την ιδίαν φύσιν και είναι από το αυτό γένος με το θείον και αθάνατον, να έχη χαθή απολεσθείσα προτήτερα από το φθαρτόν πράγμα)· αλλ' υποστηρίζει, ότι απαραιτήτως η αρμονία μόνη της εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη εις κάποιον μέρος, και ότι τα ξύλα και αι χορδαί θα σαπούν εντελώς προτού παρά να πάθη εκείνη το παραμικρόν (και τω όντι εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι και συ ο ίδιος έχεις σκεφθή τούτο, ότι θεωρούμεν την ψυχήν ότι είναι τοιούτον τι προ πάντων, καθώς δηλαδή το σώμα μας είναι τεντωμένον και συγκρατείται εις ισορροπίαν από το ζεστόν και το ψυχρόν και το ξηρόν και το υγρόν έτσι και η ψυχή μας είναι μίγμα από μερικά τοιαύτα στοιχεία και μία αρμονία αυτών των ιδίων, όταν αυτά ήθελον ανακατωθή αναμεταξύ των εύμορφα και με μέτρον· εάν λοιπόν η ψυχή τυχαίνη να είναι κάποια αρμονία, είναι φανερόν ότι, όταν το σώμα μας παρά πολύ χαλαρωθή ή παρά πολύ τεντωθή από ασθενείας και άλλα κακά, η μεν ψυχή είναι αναπόφευκτον ότι αμέσως θα χαθή, αν και είναι θειοτάτη, καθώς είναι και αι άλλαι αρμονίαι, και αι υπάρχουσαι εις τους ήχους και αι υπάρχουσαι εις όλα τα έργα των καλλιτεχνών· τα δε απομεινάρια καθενός σώματος θα διατηρηθούν πολύν καιρόν, έως ότου ή τελείως να καυθούν ή όλως διόλου να σαπούν)· πρόσεξε λοιπόν τι θα απαντήσωμεν εις τούτο το επιχείρημα, εάν δηλαδή υποστηρίζη κανείς, ότι η ψυχή, η οποία είναι μίγμα από τας ιδιότητας αι οποίαι υπάρχουσι μέσα εις το σώμα, πρώτη χάνεται, όταν συμβή ο ονομαζόμενος θάνατος.

Ο Σωκράτης λοιπόν, αφ' ού περιέφερε τα βλέμματά του γύρω εις αυτούς, καθώς τας περισσοτέρας φοράς συνήθιζε, και αφ' ού εχαμογέλασεν, είπεν.

Ο Σιμμίας όμως ομιλεί σωστά. Εάν λοιπόν κανείς από σας έχη μεγαλυτέραν από εμέ ευκολίαν, διατί δεν απεκρίθη; Διότι ομοιάζει με άνθρωπον, ο οποίος δεν επικρίνει άσχημα την ομιλίαν. Μου φαίνεται όμως ότι είναι χρεία προτού αποκριθώμεν να ακούσωμεν προηγουμένως ακόμη τον Κέβητα, ποίας πάλιν αυτός επικρίσεις κάμνει εις την ομιλίαν, διά να μεσολαβήση ολίγος καιρός και να σκεφθώμεν τι θα είπωμεν, έπειτα δε, αφ' ού ακούσωμεν τους λόγους του, ή να υποχωρήσωμεν εις αυτούς, εάν μας φανή ότι μας ψάλλουν καμμίαν αλήθειαν· εάν δε όχι, να υπερασπίσωμεν τότε τον ισχυρισμόν μας. Αλλ' έλα, Κέβη, είπε, λέγε τι είναι εκείνο, το οποίον, επειδή σε ταράττει, σε κάμνει να μη πιστεύης (τους λόγους μου).

Ο Κέβης είπε:

Λοιπόν το λέγω. Ότι η απόδειξις, μου φαίνεται, ευρίσκεται ακόμη εις το ίδιον σημείον και ότι επιδέχεται την ιδίαν αντίρρησιν, την οποίαν ελέγομεν εις τα προηγούμενα. Διότι, ότι μεν η ψυχή μας υπήρχε και προτού έλθη εις αυτήν την τωρινήν μορφήν, δεν ισχυρίζομαι ότι δεν έχει αποδειχθή πολύ ευφυώς, και πολύ αρκετά, εάν δεν είναι δυσάρεστον να το είπη κανείς· ότι όμως εξακολουθεί ακόμη να ευρίσκηται κάπου, και αφ' ού ημείς αποθάνωμεν, τούτο μου φαίνεται ότι δεν απεδείχθη. Δεν συμμερίζομαι όμως την αντίρρησιν του Σιμμίου, ότι η ψυχή δεν είναι πράγμα δυνατώτερον και το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν από το σώμα. Διότι μου φαίνεται ότι εις όλα αυτά είναι παρά πολύ ανωτέρα από το σώμα. Διατί λοιπόν, θα μου έλεγε κανείς, εξακολουθείς ακόμη να μη πείθησαι, αφ' ού βέβαια βλέπεις ότι, αφ' ού αποθάνη ο άνθρωπος, το πλέον αδύνατον μέρος του υπάρχει ακόμη· δεν σου φαίνεται ότι το διαρκέστερον μέρος του δεν ημπορεί παρά να διατηρήται ακόμη κατά τούτον τον καιρόν; Ως προς τούτο λοιπόν παρατήρησον το εξής, αν ομιλώ σωστά, διότι εγώ, καθώς φαίνεται, διά να παραστήσω το πράγμα, έχω χρείαν καθώς ο Σιμμίας, από μίαν εικόνα, διότι αυτά οπού λέγομεν μου φαίνεται ότι είναι όμοια, ως να έλεγε κανείς την εξής ομιλίαν δι' ένα άνθρωπον υφάντην, ο οποίος απέθανε γέρων, ότι ο άνθρωπος αυτός δεν εχάθη, αλλ' ίσως κάπου ευρίσκεται, παρουσίαζε δε ως απόδειξιν το φόρεμα, το οποίον ύφανεν ο ίδιος και εφορούσεν, ότι υπάρχει ακόμη γερόν και δεν εχάθη· και, εάν κανείς δεν επίστευεν εις αυτόν και τον ηρώτα ποίον από τα δύο διαρκεί περισσότερον καιρόν, η τάξις των ανθρώπων ή η τάξις των φορεμάτων, τα οποία και μεταχειριζόμεθα και φορούμεν· αφ' ού δε τω αποκριθή κανείς, ότι πολύ περισσότερον καιρόν διαρκεί η τάξις των ανθρώπων, νομίζει ότι, επειδή εκείνο οπού διαρκεί ολιγώτερον δεν εχάθη, έχει αποδειχθή ότι περισσότερον από κάθε πράγμα ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχη σώος· αλλ' ο άνθρωπος, νομίζω, Σιμμία, δεν είναι έτσι. Διότι εξέτασον και συ αυτά, τα οποία λέγω· Κάθε άνθρωπος ημπορεί να καταλάβη ότι εκείνος, όστις λέγει αυτό, λέγει ανοησίας, διότι αυτός ο υφάντης, αφ' ού κατέλυσε και ύφανε πολλά τοιαύτα φορέματα απέθανε μεν ύστερα από εκείνα, τα οποία ήσαν πολλά, προτήτερα όμως, νομίζω, από τελευταίον (το οποίον δεν επρόφθασε να καταλύση)· ένεκα τούτου όμως (ότι το τελευταίον φόρεμα διετηρήθη περισσότερον από αυτόν) δεν είναι διόλου ο άνθρωπος χειρότερόν τι από έν πράγμα και πλέον αδύνατον. Η αυτή παραβολή, νομίζω, ταιριάζει και εις την ψυχήν και το σώμα, και, εάν κανείς είπη τα ίδια και δι' αυτά, μοι φαίνεται ότι θα έλεγε σωστά, ότι η μεν ψυχή διαρκεί πολύν καιρόν, το δε σώμα είναι πλέον αδύνατον από αυτήν και διαρκεί ολιγώτερον καιρόν. Αλλά θα έλεγε βέβαια, ότι κάθε ψυχή καταλύει πολλά σώματα, αν μάλιστα ζήση πολλά έτη. Διότι, αν το σώμα φθείρηται και καταστρέφηται, εν ώ ο άνθρωπος εξακολουθεί να ζη ακόμη, και η ψυχή ξαναϋφαίνη πάντοτε εκείνο το οποίον φθείρεται, θα ήτο βέβαια απαραίτητον, οπόταν η ψυχή θ' απέθνησκε, να τύχη να έχη το τελευταίον ύφασμα, και να χαθή αυτή προτήτερα μόνον από τούτο· αφ' ού δε η ψυχή χαθή (δηλαδή αποθάνη), τότε πλέον το σώμα αποδεικνύει την φυσικήν του αδυναμίαν και, αφ' ού σαπή, γρήγορα φθείρεται. Ώστε δεν είναι ακόμη πρέπον να έχωμεν ελπίδα, αφ' ού πιστεύσωμεν εις αυτήν την ομιλίαν, ότι, αφ' ού αποθάνωμεν, η ψυχή μας εξακολουθεί ακόμη να ευρίσκηται κάπου. Διότι, εάν εις εκείνον οπού λέγει αυτά ήθελεν υποχωρήσει κανείς και περισσότερον ακόμη παρά όσον συ λέγεις, συμφωνών με αυτόν ότι όχι μόνον η ψυχή μας υπήρχε κατά τον προτού ημείς γεννηθώμεν καιρόν, αλλά και ότι τίποτε δεν εμποδίζει, και αφ' ού αποθάνωμεν, αι ψυχαί μερικών να υπάρχουν και να μέλλουν να υπάρχουν ακόμη, και ότι μέλλουν να γεννηθούν πολλάς φοράς και ν' αποθάνουν πάλιν (διότι η ψυχή είναι εκ φύσεως τόσον δυνατή, ώστε αντέχει να γεννάται πολλάκις)· εν ώ δε συμφωνεί εις ταύτα, να μη υποχωρή πλέον ως προς τούτο, ότι αυτή κοπιάζει εις τας πολλάς γεννήσεις της, και ότι επί τέλους χάνεται όλως διόλου εις ένα από τους θανάτους· λέγη δε ότι κανείς δεν ηξεύρει αυτόν τον θάνατον και αυτήν την διάλυσιν του σώματος, η οποία φέρει την καταστροφήν εις την ψυχήν· διότι είναι αδύνατον εις οποιονδήποτε από ημάς να τον καταλάβη· εάν δε τούτο είναι έτσι, κάθε άνθρωπος, ο οποίος ξεθαρρεύεται με τον θάνατον, ανόητα ξεθαρρεύεται, εκτός αν ημπορή ν' αποδείξη ότι η ψυχή είναι πράγμα όλως διόλου αθάνατον και άφθαρτον· εάν δε δεν ημπορή να το αποδείξη, εκείνος ο οποίος πρόκειται ν' αποθάνη πρέπει δίχως άλλο πάντοτε να φοβήται διά την ψυχήν του, μήπως κατά τον τωρινόν χωρισμόν της από το σώμα χαθή όλως διόλου.

Όλοι λοιπόν, αφ' ού ηκούσαμεν όσα αυτοί είπον, κατελήφθημεν από λύπην, καθώς το ωμολογούσαμεν υστερώτερα αναμεταξύ μας, διότι, εν ώ από την προηγουμένην ομιλίαν είχομεν παρά πολύ πεισθή, τώρα πάλιν εφαίνετο ότι μας έφεραν άνω κάτω και μας έρριψαν εις απιστίαν όχι μόνον με τους λόγους οι οποίοι ελέχθησαν προτήτερα, αλλά και με τους λόγους οι οποίοι έμελλον να λεχθώσιν υστερώτερα, και μας έκαμαν ν' αμφιβάλλωμεν μήπως δεν ηξεύρομεν διόλου να κρίνωμεν, ή μήπως και τα ίδια τα πράγματα είναι απίστευτα.

Μα τους θεούς, Φαίδων, βεβαίως σας συγχωρώ, διότι και εις εμέ τον ίδιον, ο οποίος τώρα σε ήκουσα, μου έρχεται να είπω εις τον εαυτόν μου κάτι παρόμοιον· εις ποίαν λοιπόν απόδειξιν πρέπει εις το εξής να πιστεύσωμεν; Διότι εκείνη η οποία ήτο πολύ πιστευτή, η απόδειξις δηλαδή την οποίαν ο Σωκράτης έλεγε, τώρα έπεσε τελείως και έγεινεν απίστευτος, διότι αυτός ο ισχυρισμός και τώρα και πάντοτε θαυμασίως εκυρίευσε την πεποίθησίν μου, ότι δηλαδή η ψυχή μας είναι κάποια αρμονία· και άμα ελέχθη μου υπενθύμισε τρόπον τινά ότι και εγώ ο ίδιος είχον προτήτερα την αυτήν ιδέαν. Και έχω πολλήν ανάγκην εκ νέου ωσάν από την αρχήν, από καμμίαν άλλην απόδειξιν, η οποία να με καταπείση, ότι η ψυχή εκείνου, ο οποίος απέθανε, δεν αποθνήσκει μαζί με αυτόν. Διά το όνομα του θεού, λέγε λοιπόν, πώς ο Σωκράτης εξηκολούθησε την ομιλίαν και ποίον από τα δύο εκαταλάβετε, ότι και εκείνος κάπως ελυπήθη, καθώς λέγεις ότι σεις ελυπήθητε ή όχι, αλλ' εξηκολούθει αταράχως να υποστηρίζη την γνώμην του; Και αν υπεστήριξεν αρκετά, ή ελλιπώς; Διηγήσου μας, παρακαλώ, όλα όσον ακριβέστερα ημπορείς.

Πραγματικώς, Εχέκρατες, πολλάς φοράς μου έκαμεν εντύπωσιν ο Σωκράτης, αλλά ποτέ άλλοτε δεν τον εθαύμασα περισσότερον, παρά τότε ευρεθείς πλησίον του· και ότι μεν αυτός είχε πρόχειρον εκείνο το οποίον θα έλεγεν ίσως, δεν είναι διόλου παράξενον· αλλ' εγώ βεβαίως εις αυτόν εθαύμασα προ πάντων κατά πρώτον μεν το εξής, ότι εδέχθη με γλυκύτητα και αγαθότητα και υπομονήν των νέων την ομιλίαν· έπειτα ότι τάχιστα εκατάλαβε την εντύπωσιν, την οποίαν μας έκαμαν οι λόγοι (του Σιμμίου και Κέβητος)· έπειτα πόσον καλά μας ιάτρευσε και μας έφερεν οπίσω, ωσάν ανθρώπους, οι οποίοι ενικήθησαν και ετράπησαν εις φυγήν, και μας παρεκίνησεν εις το να τον παρακολουθήσωμεν και να εξετάσωμεν το ζήτημα μαζί του.

Πώς λοιπόν;

Θα σοι είπω· διότι έτυχε να κάθημαι εις τα δεξιά του πλησίον της κλίνης, εις έν χαμηλόν κάθισμα· εκείνος δε εις κάθισμα πολύ υψηλότερον του ιδικού μου. Αφ' ού εχάιδευσε την κεφαλήν μου και ετράβηξε δυνατώτερα τας τρίχας, αι οποίαι εκρέμαντο επάνω εις τον λαιμόν μου (διότι συνήθιζεν, όταν ετύχαινε περίστασις, να παίζη με τα μαλλιά μου).

Αύριον λοιπόν, είπεν, ίσως, Φαίδων, θα κόψης αυτά τα ωραία μαλλιά (17).

Έτσι φαίνεται, είπον εγώ, Σώκρατες.

Όχι αύριον, είπεν ο Σωκράτης, αν βεβαίως με πιστεύσης.

Άλλα διατί; είπον εγώ.

Σήμερον, είπε, και εγώ θα κόψω τα ιδικά μου μαλλιά και συ αυτά, εάν βεβαίως ο ισχυρισμός μας αποθάνη και δεν ημπορέσωμεν να τον αναστήσωμεν. Και εάν εγώ ήμουν συ και ήθελον νικηθή εις την συζήτησιν, θα έταζα με όρκον, καθώς οι Αργείοι, να μη αφήσω να μεγαλώσουν τα μαλλιά προτού νικήσω καταπολεμών πάλιν τον ισχυρισμόν του Σιμμίου και του Κέβητος.

Αλλ' είπον εγώ· Λέγουν ότι ουδέ ο Ηρακλής είναι ικανός να τα βάλη με δύο.

Αλλά, είπε, κάλεσε εις βοήθειάν σου και εμέ, τον Ιόλαον, εν όσω ακόμη είναι ημέρα.

Σε προσκαλώ λοιπόν, είπον, όχι όπως ο Ηρακλής τον Ιόλαον, αλλ' όπως ο Ιόλαος τον Ηρακλή.

Δεν θα έχη καμμίαν διαφοράν, είπεν ο Σωκράτης. Αλλά κατά πρώτον ας προσέξωμεν μήπως πάθωμεν κανέν πάθημα.

Ποίον πάθημα; Είπον εγώ.

Μήπως γίνωμεν, είπεν αυτός, μισολόγοι, καθώς εκείνοι, οι οποίοι γίνονται μισάνθρωποι, διότι δεν υπάρχει, είπε, μεγαλύτερον κακόν, το οποίον ειμπορεί να πάθη κανείς από τούτο, να μισήση δηλαδή τους λόγους· η μισολογία δε και η μισανθρωπία γίνονται κατά τον ίδιον τρόπον. Διότι η μισανθρωπία εισχωρεί μέσα εις τον άνθρωπον εκ του ότι επίστευσε παρά πολύ εις άλλον χωρίς υποψίαν και ενόμισε βεβαίως ότι ο άνθρωπος αυτός ήτο εντελώς φιλαλήθης και ειλικρινής και αξιόπιστος. Έπειτα ολίγον υστερώτερα εύρεν ότι ήτο τουναντίον πονηρός και ανάξιος εμπιστοσύνης. Και άλλην φοράν πάλιν εύρεν άλλον τοιούτον και όταν κανείς έπαθε τούτο πολλάς φοράς και προ πάντων από εκείνους, τους οποίους ενόμισεν ότι ήσαν οι στενώτεροι φίλοι και σύντροφοί του, επί τέλους λοιπόν ερχόμενος εις συχνάς συγκρούσεις καταντά να μισή όλους και να νομίζη ότι κανέν πράγμα κανενός ανθρώπου ούτε εις το ελάχιστον είναι ειλικρινές· ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι τούτο γίνεται έτσι;

Βέβαια έτσι γίνεται, είπον εγώ.

Και λοιπόν, είπεν αυτός, δεν είναι τούτο εντροπή; Και δεν είναι φανερόν ότι ο τοιούτος άνθρωπος επιχειρεί να έρχηται εις σχέσεις με τους ανθρώπους χωρίς να γνωρίζη την τέχνην των ανθρωπίνων πραγμάτων; Διότι, εάν εις καμμίαν περίστασιν εσχετίζετο με τους ανθρώπους γνωρίζων την τέχνην των, θα εθεώρει αυτούς έτσι, όπως είναι, ότι δηλαδή οι μεν πολύ καλοί και πολύ κακοί είναι και οι μεν και οι δε ολίγοι, οι δε αναμεταξύ τούτων (δηλαδή οι ολίγον καλοί και ολίγον κακοί) είναι πολυαριθμότατοι.

Πώς το λέγεις αυτό; Είπον εγώ.

Καθώς, είπε, προκειμένου διά τα πολύ μικρά και τα πολύ μεγάλα πράγματα, νομίζεις ότι υπάρχει πράγμα σπανιώτερον, παρά να εύρη κανείς άνθρωπον ή παρά πολύ μεγάλον ή παρά πολύ μικρόν; Ή σκύλλον ή οποιονδήποτε άλλο πράγμα; Ή να εύρη πάλιν παρά πολύ γρήγορον ή παρά πολύ αργόν; Ή παρά πολύ ωραίον ή παρά πολύ άσχημον; Ή παρά πολύ μαύρον ή παρά πολύ άσπρον; Ή δεν έχεις παρατηρήσει ότι όλων των τοιούτων πραγμάτων τα μεν τελευταία άκρα είναι σπάνια και ολίγα, τα δε αναμεταξύ τούτων άφθονα και πολλά;

Βεβαίως, είπον εγώ.

Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν προτείνη κανείς κακίας αγώνα, δεν νομίζεις ότι και εις αυτόν ήθελον αναδειχθή πρώτοι πολύ ολίγοι;

Είναι επόμενον βέβαια, είπον εγώ.

Επόμενον βέβαια, είπεν ο Σωκράτης· αλλ' υπό ταύτην την έποψιν οι λόγοι δεν είναι όμοιοι με τους ανθρώπους (αλλ' εις αυτήν την στιγμήν συ με παρέσυρες από το θέμα, διότι ετραβούσες εμπρός και εγώ σε ηκολούθουν)· αλλ' είναι όμοιοι οι λόγοι με τους ανθρώπους κατά τούτο, ότι, όταν κανείς ήθελε πιστεύσει εις ένα λόγον ότι είναι αληθινός, χωρίς να γνωρίζη την τέχνην να εξετάζη τους λόγους και έπειτα ολίγον υστερώτερα φανή εις αυτόν ότι είναι ψευδής, άλλοτε μεν εν ώ είναι ψευδής, άλλοτε δε εν ώ δεν είναι, και άλλοτε πάλιν άλλος λόγος και πάλιν άλλος· και προ πάντων ίσα ίσα εκείνοι, οι οποίοι κατέγειναν εις τους αντιρρητικούς λόγους (δηλαδή οι σοφισταί), ηξεύρεις ότι επί τέλους νομίζουν ότι και μόνοι αυτοί έχουν καταλάβει τούτο, πως τίποτε ούτε εις κανέν από τα πράγματα, ούτε εις καμμίαν από τας λογικάς αποδείξεις είναι σωστόν ούτε σταθερόν, αλλ' όλα τα πραγματικώς υπάρχοντα πράγματα αληθινά γυρίζουν άνω και κάτω, καθώς το ρεύμα εις τον πορθμόν του Ευρίπου (18), και εις καμμίαν κατάστασιν δεν διατηρούνται ποτέ σταθερά.

Παρά πολύ αληθινά πράγματα λέγεις, είπον εγώ.

Και λοιπόν, Φαίδων, είπεν ο Σωκράτης, δεν θα ήτο λυπηρόν το πάθημα, αν, εν ώ είναι μία λογική απόδειξις αληθινή και βεβαία και ημπορεί κανείς να την καταλάβη, έπειτα, επειδή παρευρέθη κανείς εις λόγους τινάς τοιούτους, οι οποίοι οι ίδιοι φαίνονται άλλοτε μεν ότι είναι αληθινοί, άλλοτε δε ότι δεν είναι, να μη ήθελε κατηγορήσει κανείς τον εαυτόν του μήτε την έλλειψιν της τέχνης εις τους λόγους του εαυτού του, αλλ' επί τέλους, επειδή στενοχωρείται, προθύμως ν' απομακρύνη το πταίσμα από τον εαυτόν του και να το ρίπτη εις τους λόγους (να νομίζη δηλαδή ότι δεν πταίει αυτός αλλ' οι λόγοι) και να εξακολουθή πλέον κατά την επίλοιπον ζωήν να μισή και να κακολογή τους λόγους και να στερηθή τοιουτοτρόπως και της αληθείας και της γνώσεως των πραγμάτων, τα οποία πραγματικώς υπάρχουσι.

Μα τον Δία, είπον εγώ, τούτο είναι βέβαια λυπηρόν.

Κατά πρώτον μεν, είπεν ο Σωκράτης, να μη μας συμβή τούτο, να βάλωμεν μέσα εις την ψυχήν μας την ιδέαν, ότι από τας λογικάς σκέψεις κοντεύει καμμία να μη είναι σωστή, αλλ' ας έχωμεν πολύ περισσότερον την ιδέαν ότι ημείς έως τώρα δεν είμεθα ακόμη υγιείς κατά τον νουν και ας επιδιώξωμεν με γενναιότητα και προθυμίαν να γείνωμεν υγιείς, σεις μεν λοιπόν και οι άλλοι και ένεκα ολοκλήρου της μετά ταύτα ζωής σας, εγώ δε ένεκα του ιδίου του θανάτου, διότι εις την παρούσαν στιγμήν κοντεύω ως προς τούτο να μη είμαι φιλόσοφος, αλλά, όπως οι όλως διόλου αμαθείς, άνθρωπος φιλόνεικος. Διότι και εκείνοι (οι αμαθείς), όταν φιλονεικούν διά κανέν πράγμα, δεν φροντίζουσι μεν να εξετάσωσι πώς είναι εκείνα τα πράγματα, περί των οποίων γίνεται η συζήτησις, προσπαθούν δε με όλην των την καρδίαν πώς εκείνα, τα οποία αυτοί υποστηρίζουν, να φανούν σωστά εις εκείνους, οι οποίοι παρευρίσκονται· και εγώ νομίζω ότι εις την παρούσαν περίστασιν τόσον μόνον θα είμαι διαφορετικός από εκείνους, ότι δεν θα επιδιώξω βεβαίως εκείνα, τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις τους παρευρισκομένους ότι είναι αληθινά, εκτός εάν κάμω τούτο βοηθητικώς, αλλά θα επιδιώξω όσω το δυνατόν περισσότερον εκείνα τα οποία υποστηρίζω να φανούν εις εμέ τον ίδιον ότι είναι έτσι. Διότι συλλογίζομαι, αγαπητέ μου φίλε (και παρατήρησον πόσον μ' ενδιαφέρει ο συλλογισμός ούτος). Εάν μεν εκείνα, τα οποία λέγω, τυχαίνη να είναι αληθινά, το να πεισθή κανείς εις αυτά είναι καλόν· εάν δε, αφ' ού αποθάνω, δεν υπάρχη τίποτε, αλλά τουλάχιστον κατά τούτον τον ίδιον καιρόν, ο οποίος προηγείται του θανάτου, θα είμαι ολιγώτερον δυσάρεστος εις τους παρευρισκομένους, διότι δεν θρηνώ. Αυτή δε η άγνοια δεν θα μείνη μαζί μου (διότι θα ήτο κακόν πράγμα), αλλ' ολίγον υστερώτερα θα χαθή.

Προετοιμασμένοι λοιπόν κατ' αυτόν τον τρόπον, Σιμμία και Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, έρχομαι, εις την συζήτησιν. Σεις όμως, αν πεισθήτε από εμέ, αφ' ού λάβητε ολίγον υπ' όψιν σας τον Σωκράτην και πολύ περισσότερον την αλήθειαν, αν μεν νομίσητε ότι σας λέγω καμμίαν αλήθειαν, παραδεχθήτε αυτήν αν δε όχι, αντιτείνετε με όλα σας τα επιχειρήματα, προσέχοντες από την προθυμίαν μου να μη απατήσω συγχρόνως και τον εαυτόν μου και σας, και φύγω καθώς η μέλισσα αφήνων το κεντρί μου.

Αλλ' ας αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης. Κατά πρώτον υπενθυμίσατε εις εμέ εκείνα, τα οποία ελέγετε, αν αποδειχθώ ότι δεν τα ενθυμούμαι. Ο μεν Σιμμίας βεβαίως, καθώς εγώ νομίζω, δεν πείθεται και φοβείται μήπως η ψυχή, αν και είναι πράγμα θειότερον και ωραιότερον από το σώμα, χάνεται προτήτερα από αυτό, επειδή υπάρχει έχουσα μορφήν αρμονίας. Ο δε Κέβης μου εφάνη ότι συμφωνεί μεν μαζί μου κατά τούτο, ότι η ψυχή είναι πράγμα, το οποίον διαρκεί περισσότερον καιρόν από το σώμα, αλλ' ότι εις κανένα δεν είναι φανερόν το εξής, μήπως ίσα ίσα η ψυχή, αφ' ού καταλύση εις πολλά σώματα και πολλάς φοράς, εν ώ παραιτεί το τελευταίον της σώμα, χάνεται τότε και αυτή, και μήπως θάνατος είναι τούτο το ίδιον, δηλαδή η καταστροφή μιας ψυχής· επειδή το σώμα τουλάχιστον διόλου δεν παύει να χάνηται πάντοτε. Λοιπόν, Σιμμία και Κέβη, άλλα είναι εκείνα, τα οποία πρέπει ημείς να εξετάσωμεν, ή αυτά;

Και οι δύο λοιπόν συνεφώνησαν ότι αυτά είναι.

Ποίον λοιπόν από τα δύο; είπεν ο Σωκράτης· δεν παραδέχεσθε όλους τους προηγουμένους μου ισχυρισμούς, ή άλλους μεν παραδέχεσθε, άλλους δε όχι;

Απεκρίθησαν και οι δύο, ότι άλλους μεν παραδέχονται, άλλους δε όχι.

Τι λοιπόν λέγετε, είπεν ο Σωκράτης, δι' εκείνον τον λόγον, εις τον οποίον είπομεν ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, και ότι, αν τούτο είναι έτσι, χρεωστούμεν να παραδεχθώμεν ότι η ψυχή μας ευρίσκετο προτήτερα εις κάποιον άλλο μέρος, προτού δεσμευθή μέσα εις το σώμα;

Εγώ μεν, είπεν ο Κέβης, και τότε επείσθην θαυμασιώτατα από αυτόν τον ισχυρισμόν, και τώρα εξακολουθώ να τον παραδέχωμαι, όσον καμμίαν άλλην γνώμην.

Και εγώ βέβαια, είπεν ο Σιμμίας, έχω την ιδίαν γνώμην, και θα μου εφαίνετο παρά πολύ παράξενον, αν δι' αυτό τουλάχιστον το ζήτημα ήθελον ποτέ πλέον σχηματίσει άλλην γνώμην.

Και ο Σωκράτης είπε· αλλ' όμως είσαι υποχρεωμένος, φίλε μου Θηβαίε, να σχηματίσης άλλην γνώμην, αν τυχόν επιμείνης εις αυτήν την ιδέαν, ότι η αρμονία μεν είναι πράγμα σύνθετον και ότι η ψυχή εσχηματίσθη ωσάν μία αρμονία από τας ιδιότητας του σώματος τεντωμένας (ως χορδή). Διότι βεβαίως δεν θα παραδεχθής τον ισχυρισμόν του ιδίου εαυτού σου ότι η αρμονία είχε σχηματισθή προτήτερα, προτού υπάρξουν εκείνα, εκ των οποίων έπρεπε να σχηματισθή. Ή θα τον παραδεχθής;

Διόλου δεν θα τον παραδεχθώ, είπεν, ω Σώκρατες.

Καταλαμβάνεις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, ότι δεν είσαι σύμφωνος με τον εαυτόν σου, όταν λέγης αφ' ενός μεν ότι η ψυχή υπήρχε προτού να έλθη μέσα εις μορφήν και σώμα ανθρώπου, και εξ άλλου ότι αυτή εσχηματίσθη από εκείνα, τα οποία ακόμη δεν υπήρχον; Διότι η αρμονία βεβαίως δεν είναι όμοιον πράγμα με εκείνο, με το οποίον την παρομοιάζεις (δηλαδή με την ψυχήν)· αλλά γεννώνται προηγουμένως και η λύρα και αι χορδαί και οι ήχοι χωρίς ακόμη να ευρεθούν εις αρμονίαν· η δε αρμονία σχηματίζεται τελευταία από όλα αυτά και χάνεται προτήτερα από αυτά· πώς λοιπόν αυτός ο τελευταίος μου ισχυρισμός ημπορεί να είναι σύμφωνος με εκείνον τον προηγούμενον;

Διόλου δεν είναι σύμφωνος, είπεν ο Σιμμίας· και όμως, είπεν ο Σωκράτης αν βεβαίως είναι σύμφωνος με τον άλλον σου ισχυρισμόν, πρέπει να είναι σύμφωνος και με τον περί αρμονίας.

Πρέπει βεβαίως, είπεν ο Σιμμίας.

Αυτός όμως, είπεν ο Σωκράτης, δεν σου είναι σύμφωνος, αλλά κύτταξε ποίον από τους δύο προτιμάς, ότι η μάθησις είναι ξαναενθύμησις, ή ότι η ψυχή είναι αρμονία.

Πολύ περισσότερον προτιμώ τον πρώτον, είπεν, ω Σώκρατες, διότι αυτός μου εγεννήθη εις τον νουν χωρίς απόδειξιν, επειδή κάπως εφαίνετο αληθινός και ήρμοζε· διά το οποίον και τον παραδέχονται οι κοινοί άνθρωποι· αλλ' εγώ εσχημάτισα την πεποίθησιν ότι όλοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι μεταχειρίζονται ως αποδείξεις πράγματα που φαίνονται μόνον αληθινά, είναι γεμάτοι ματαιότητα και απατώσι πολύ τους ανθρώπους, και εις την Γεωμετρίαν και εις όλας τας άλλας επιστήμας. Τον δε ισχυρισμόν περί της μαθήσεως και ξαναενθυμήσεως έχομεν ειπεί βασιζόμενοι επί αρχής την οποίαν αξίζει να παραδεχθώμεν. Διότι ειπομεν βέβαια ότι η ψυχή μας, και προτού ακόμη έλθει μέσα εις σώμα, υπάρχει αναγκαίως, διότι το πράγμα, το οποίον ονομάζεται πραγματικώς υπάρχον, ανήκει εις αυτήν. Εγώ δε έχω παραδεχθή την γνώμην ταύτην, διότι κατέπεισα τον εαυτόν μου αρκετά και σωστά. Είμαι λοιπόν υποχρεωμένος, καθώς φαίνεται, ένεκα τούτων των λόγων να μη παραδέχωμαι, όταν εγώ ο ίδιος ή κανείς άλλος λέγη ότι η ψυχή είναι αρμονία.

Τι δε λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, σου φαίνεται ότι αρμόζει εις ταύτην την αρμονίαν ή εις κανέν άλλο σύνθετον πράγμα να είναι διαφορετικόν παρ' ό,τι είναι (τα μέρη) εκείνα, εκ των οποίων αποτελείται;

Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.

Ούτε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, να κάμνη ή να παθαίνη άλλο τι, καθώς εγώ νομίζω, παρά εκείνα, τα οποία αυτά (δηλαδή τα μέρη) κάμνουν ή παθαίνουν.

Ο Σιμμίας συνεφώνησε.

Δεν ταιριάζει λοιπόν εις την αρμονίαν να προηγήται τούτων (των στοιχείων της), αλλά να έρχηται έπειτα από αυτά.

Συνεφώνησε και εις τούτο ο Σιμμίας.

