# Φαίδων

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34874/index.md

Τι λοιπόν λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Υπάρχει κανέν πράγμα εναντίον εις το να ζη κανείς, καθώς το να κοιμάται κανείς είναι εναντίον εις το να είναι έξυπνος;

Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.

Ποίον; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Το να αποθάνη, είπεν ο Κέβης.

Αυτά λοιπόν δεν γίνονται το έν από το άλλο, αφ' ού είναι εναντία; ηρώτησεν ο Σωκράτης και μεταξύ αυτών δεν γίνονται δύο γεννήσεις, αφ' ού είναι δύο;

Και πώς όχι; Είπεν ο Κέβης.

Εγώ λοιπόν θα σου είπω, είπεν ο Σωκράτης, το έν από τα δύο ζευγάρια, τα οποία προ ολίγου ανέφερα, και αυτό και τας γεννήσεις (οπού συμβαίνουν εις αυτό)· συ δε ειπέ μου το άλλο ζευγάρι, λέγω λοιπόν το μεν (έν μέλος του ζευγαριού) είναι το να κοιμάται κανείς, το δε (άλλο) το να είναι έξυπνος· και ότι από το να κοιμάται γίνεται το να είναι έξυπνος, και από το να είναι έξυπνος γίνεται το να κοιμάται. Και ότι αι γεννήσεις αυτών των δύο, η μεν μία είναι το αποκοίμισμα, η δε άλλη το ξύπνημα. Το εκατάλαβες αρκετά, είπεν ο Σωκράτης, ή όχι;

Παραπολύ αρκετά, είπεν ο Κέβης.

Λέγε μου λοιπόν και συ κατά τον αυτόν τρόπον, είπεν ο Σωκράτης, περί ζωής και θανάτου. Δεν λέγεις μεν ότι το ν' αποθάνη κανείς είναι εναντίον του να ζη;

Μάλιστα, είπεν ο Κέβης.

Ότι δε αυτά γίνονται το έν από το άλλο; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Ναι, είπεν ο Κέβης.

Απ' εκείνο λοιπόν, το οποίον ζη, ποίον γίνεται; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Εκείνο το οποίον είναι αποθαμμένον, είπεν ο Κέβης.

Ποίον δε, είπεν ο Σωκράτης, γίνεται από το αποθαμμένον;

Είναι αναπόφευκτον να ομολογήσω, είπεν ο Κέβης, ότι γίνεται το ζωντανόν.

Τα ζωντανά λοιπόν και οι ζωντανοί, Κέβη, γίνονται από τα αποθαμμένα; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Είναι φανερόν, είπεν ο Κέβης.

Λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αι ψυχαί μας υπάρχουσιν εις την χώραν του Άδου.

Φαίνεται, είπεν ο Κέβης.

Και από τας δύο γεννήσεις, οπού συμβαίνουν εις αυτά τα δύο πράγματα (την ζωήν και τον θάνατον δηλαδή), η μία τουλάχιστον δεν συμβαίνει να είναι ολοφάνερος; διότι το ότι αποθνήσκομεν δεν είναι αναμφιβόλως φανερόν, ή όχι; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.

Πώς λοιπόν θα κάμωμεν; είπεν ο Σωκράτης· δεν θα παραδεχθώμεν εις ανταλλαγήν την εναντίαν γέννησιν, αλλά θα είναι η φύσις κουτσή κατά τούτο το μέρος; ή είμεθα υποχρεωμένοι να δώσωμεν εις ανταλλαγήν κάποιαν γέννησιν εναντίαν εις τον θάνατον;

Χωρίς άλλο βέβαια, είπεν ο Κέβης.

Ποία λοιπόν είναι αυτή, την οποίαν θα ανταποδώσωμεν; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Η αναβίωσις, απεκρίθη ο Κέβης.

Και λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αν το να ξαναζήση κανείς υπάρχη, αυτό, δηλαδή η ανάζησις, δεν θα είναι γέννησις ενός εις τους ζωντανούς από τους αποθαμμένους;

Βεβαίως, είπεν ο Κέβης. Είμεθα λοιπόν σύμφωνοι εις τούτο, ότι οι ζωντανοί έχουν γίνει από τους αποθαμμένους, όχι ολιγώτερον από όσον οι αποθαμμένοι έγιναν από τους ζωντανούς· αφού λοιπόν τούτο είναι αληθινόν, είμεθα σύμφωνοι ότι τούτο βεβαίως είναι αρκετή απόδειξις, ότι χωρίς άλλο αι ψυχαί των αποθαμμένων κάπου ευρίσκονται, από όπου ίσα ίσα έρχονται πάλιν εις την ζωήν.

Νομίζω, είπεν ο Κέβης, ω Σώκρατες, από όσα παρεδέχθημεν και αυτό είναι έτσι.

Κύτταξε λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, ότι άδικα δεν έχομεν παραδεχθή αυτά, καθώς μου φαίνεται, διότι, εάν τα πρώτα μέλη από τα ζευγάρια δεν ανταποδίδωνται πάντοτε εις τα δεύτερα γινόμενα, ωσάν να γυρίζουν εις ένα κύκλον, αλλ' η γέννησις είναι μία ευθεία προχώρησις μόνον από το έν εις το αντικρυνόν εναντίον του και δεν επιστρέφη πάλιν προς το άλλο μέρος, μήτε κάμνη γύρον, ήξευρε ότι όλα εις το τέλος θα ελάμβαναν το ίδιον σχήμα και θα επάθαινον το ίδιον πάθημα και θα έπαυον από του να γίνωνται.

Πώς λέγεις; Είπεν ο Κέβης.

Εκείνο το οποίον λέγω, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι διόλου δύσκολον να το καταλάβης· αλλά λόγου χάριν: εάν το μεν να κοιμάται κανείς υπήρχε, το δε να εξυπνά δεν εγίνετο από το να κοιμάται ερχόμενον εις ανταπόκρισιν, ηξεύρεις ότι όλα επί τέλους ήθελον αποδείξει ως φλυαρίαν τον Ενδυμίωνα και δεν θα εφαίνετο αυτός πουθενά, διότι και όλα τα άλλα θα είχαν πάθει το ίδιον με αυτόν, δηλαδή θα εκοιμώντο· και εάν όλα μεν ανακατεύοντο, δεν εχωρίζοντο δε, γρήγορα θα συνέβαινε εκείνο το οποίον λέγει ο Αναξαγόρας (16), να είναι δηλαδή μαζί όλα τα πράγματα· ομοίως δε, φίλε Κέβη, και εάν όλα μεν ήθελον αποθνήσκει, όσα έγειναν μέτοχα ζωής, αφ' ού δε ήθελον αποθάνει, τα αποθαμμένα ήθελον μένει εις τούτο το σχήμα (δηλαδή το σχήμα του νεκρού) και δεν ήθελον ξαναζή πάλιν· άρα γε δεν θα ήτο πολύ αναπόφευκτον όλα επί τέλους να μένουν αποθαμμένα και μήτε έν μόνον να ζη; Διότι, εάν τα μεν ζώντα εγίνοντο από τάλλα (και όχι από τα αποθαμμένα), τα δε ζωντανά ήθελον αποθνήσκει, ποίον μέσον θα υπήρχε να μη απορροφηθούν όλα εις τον θάνατον (μηδενιζόμενα);

Κανέν μέσον δεν θα υπήρχε, νομίζω, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης· αλλά μου φαίνεται ότι λέγεις την τελείαν αλήθειαν.

Έτσι είναι βεβαιότερα από κάθε άλλο πράγμα, νομίζω, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης· και ότι δεν απατώμεθα ημείς οπού ομολογούμεν ότι αυτά είναι έτσι, αλλά και το να ξαναζή κανείς υπάρχει πραγματικώς και τα ότι οι ζώντες γίνονται από τους αποθαμμένους, και ότι αι ψυχαί των αποθαμμένων υπάρχουσι και ότι αι μεν αγαθαί είναι εις καλυτέραν κατάστασιν, αι δε κακαί εις χειροτέραν.

Και προς τούτοις, είπεν ο Κέβης διακόψας, και σύμφωνα με εκείνην την γνώμην, εάν είναι αληθινή, την οποίαν συ, ω Σώκρατες, συνήθιζες συχνά να λέγης, ότι δηλαδή η μάθησις δεν τυχαίνει να είναι τίποτε άλλο εις ημάς παρά ξαναενθύμησις και σύμφωνα με τούτο ημείς, βεβαίως, έχομεν μάθει χωρίς άλλο εις κάποιον προηγούμενον καιρόν εκείνα τα οποία τώρα ξαναενθυμούμεθα. Τούτο δε είναι αδύνατον, εάν η ψυχή μας δεν υπήρχε κάπου προτού να έλθη μέσα εις αυτήν την ανθρωπίνην μορφήν, ώστε και υπό ταύτην την έποψιν φαίνεται ότι η ψυχή είναι πράγμα τι αθάνατον.

Αλλά, Κέβη, είπεν ο Σιμμίας διακόψας, ποίαι είναι αι αποδείξεις τούτων των πραγμάτων, ενθύμισέ μου αυτάς, διότι πολύ πολύ δεν τας ενθυμούμαι εις αυτήν την στιγμήν.

Θα σου τας ενθυμίσω με ένα μόνον λόγον ωραιότατον, είπεν ο Κέβης, ότι οι άνθρωποι, όταν ερωτώνται, εάν κανείς τους ερωτά καλά, μόνοι των λέγουν όλα τα πράγματα πώς είναι· και λοιπόν, εάν δεν συνέβαινε να υπάρχη μέσα εις αυτούς γνώσις και ορθόν λογικόν, δεν θα ήσαν ικανοί να κάμνουν τούτο. Έπειτα εάν τους φέρη κανείς επάνω εις γεωμετρικά σχήματα ή εις κανέν άλλο από τα τοιαύτα πράγματα, τότε θα αναγνωρίση καθαρότατα ότι τούτο είναι όπως λέγω.

Εάν δε δεν πείθεσαι με τούτον τουλάχιστον τον τρόπον, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, εξέτασε αν θα το παραδεχθής εξετάζων με τον ακόλουθον επάνω κάτω τρόπον. Δεν πείθεσαι λοιπόν πως η ονομαζόμενη μάθησις είναι ξαναενθύμησις;

Εγώ μεν βέβαια δεν αμφιβάλλω δι' αυτό, είπεν ο Σιμμίας, αλλ' έχω χρείαν, είπε, να πάθω αυτό το ίδιον, περί του οποίου ομιλούμεν, δηλαδή να ξαναενθυμηθώ· και από εκείνα τα οποία ήρχισε να λέγη ο Κέβης τώρα επάνω κάτω ενθυμούμαι και πείθομαι· μ' όλα αυτά όμως θα ήκουον τώρα μ' ευχαρίστησιν πώς συ θα πραγματευθής το ζήτημα.

Εγώ βέβαια θα το πραγματευθώ με τον εξής τρόπον, είπεν ο Σωκράτης, διότι είμεθα βέβαια σύμφωνοι εις τούτο, ότι, εάν κανείς ξαναενθυμηθή κανέν πράγμα, πρέπει αυτός τούτο το πράγμα να το έχη μάθη κάποτε προτήτερα.

Βέβαια. Είπεν ο Σιμμίας. Άρα γε λοιπόν παραδεχόμεθα και τούτο, ότι, όταν η γνώσις παρουσιάζεται με τοιούτον τρόπον, είναι ξαναενθύμησις; Αναφέρω δε και ένα τρόπον, τον εξής· εάν κανείς, αφ' ού ίδη ή ακούση κανέν άλλο πράγμα ή λάβη καμμίαν άλλην αίσθησιν αυτού, όχι μόνον δεν λάβη γνώσιν αυτού, αλλά και βάλη εις τον νουν του άλλο, του οποίου η γνώσις δεν είναι η ιδία, άρα γε δεν λέγομεν δικαίως τούτο, ότι ξαναενθυμήθη εκείνο, του οποίου εσχημάτισε την ιδέαν;

Πώς λέγεις; Ηρώτησεν ο Σιμμίας.

Αυτό οπού λέγω, εξηκολούθησεν ο Σωκράτης είναι ωσάν τα εξής· η παράστασις του ανθρώπου είναι βέβαια άλλη και η παράστασης της λύρας άλλη.

Και πώς όχι; Είπεν ο Σιμμίας. Δεν ηξεύρεις λοιπόν ότι οι αγαπητικοί, όταν ίδουν λύραν, ή φόρεμα, ή κανέν άλλο πράγμα, από εκείνα τα οποία οι αγαπημένοι των συνηθίζουν να μεταχειρίζονται, παθαίνουν το ακόλουθον πράγμα; Λαμβάνουν γνώσιν της λύρας και σχηματίζουν εις τον νουν των την μορφήν του ανθρώπου, εις τον οποίον ανήκει η λύρα· τούτο δε είναι ξαναενθύμησις. Καθώς βέβαια και τον Σιμμίαν βλέπει κανείς πολλάς φοράς και ενθυμείται τον Κέβητα, και χίλια δύο άλλα τοιαύτα παραδείγματα ημπορεί βεβαίως να υπάρχουν.

Χίλια δύο βέβαια, μα τον Δία, είπεν ο Σιμμίας.

Το τοιούτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, δεν είναι κάποια ξαναενθύμησις προπάντων όμως, όταν πάθη κανείς αυτά δι' εκείνα τα πράγματα, τα οποία έχει πλέον λησμονήσει ένεκα της πολυκαιρίας και διότι δεν τα βλέπει;

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Τι δε λέγεις; Είπεν ο Σωκράτης. Είναι δυνατόν να ίδη κανείς άλογον ζωγραφισμένον και λύραν ζωγραφισμένην και να ενθυμηθή ένα άνθρωπον; Και να ίδη τον Σιμμίαν ζωγραφισμένον και να ενθυμηθη τον Κέβητα;

Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Και να ίδη λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, τον Σιμμίαν ζωγραφισμένον και να ενθυμηθή τον ίδιον τον Σιμμίαν;

Είναι βέβαια δυνατόν, είπεν ο Σιμμίας.

Άρα γε λοιπόν σύμφωνα με όλα αυτά δεν συμβαίνει ή ξαναενθύμησις να προκαλήται, άλλη μεν από πράγματα όμοια, άλλη δε από ανόμοια; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Συμβαίνει, απεκρίθη ο Σιμμίας.

Αλλ', όταν τουλάχιστον, είπεν ο Σωκράτης, κανείς ξαναενθυμήται κανέν πράγμα κινούμενος από τα όμοια πράγματα, άρα γε δεν είναι αναπόφευκτον να παθαίνη και τούτο ακόμη, να παριστάνη με τον νουν του, αν τούτο ομοιάζη εντελώς μ' εκείνο το οποίον ξαναενθυμήθη, ή αν του λείπη τίποτε;

Αναπόφευκτον είναι, είπεν ο Σιμμίας.

Πρόσεξε λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, να ίδης αν αυτά οπού θα είπω είναι έτσι. Δεν λέγομεν, νομίζω, ότι υπάρχει κάποιον πράγμα το οποίον λέγεται ισότης; Δεν λέγω ξύλον οπού είναι ίσον με άλλο ξύλον, ούτε πέτραν ίσην με άλλην πέτραν, ούτε κανέν άλλο από τα τοιαύτα, αλλ' ανεξαρτήτως όλων τούτων έν άλλο πράγμα, την ιδίαν την ισότητα· θα παραδεχθώμεν ότι αυτή είναι κάτι, ή ότι δεν είναι τίποτε; Θα παραδεχθώμεν, μα τον Δία, ότι είναι κάτι, είπεν ο Σιμμίας, με απορίαν μας βέβαια.

Αλλά, είπεν ο Σωκράτης, γνωρίζομεν επίσης τι είναι αυτή η ισότης;

Βεβαίως γνωρίζομεν, είπεν ο Σιμμίας.

Και πόθεν ελάβομεν την γνώσιν αυτού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης, Άρα γε δεν την ελάβομεν από εκείνα, τα οποία προ ολίγου ελέγομεν, αφού δηλαδή είδομεν ίσα ξύλα ή πέτρας, ή τίποτε άλλα ίσα πράγματα, από αυτά εσχηματίσαμεν την ιδέαν εκείνου (δηλαδή της ισότητος), το οποίον είναι διαφορετικόν πράγμα από αυτά· ή μήπως δεν σου φαίνεται ότι είναι διαφορετικόν; Εξέτασε δε και κατά τον εξής τρόπον. Άρα γε ίσαι μεν πέτραι και κάποτε δένδρα, τα οποία είναι τα ίδια, δεν φαίνονται άλλοτε μεν ίσα, άλλοτε δε όχι;

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Τι δε λέγεις; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Καμμίαν φοράν τα ίδια ίσα πράγματα σου εφάνησαν άνισα, ή η ισότης σου εφάνη ανισότης;

Ποτέ βέβαια έως τώρα τουλάχιστον, ω Σώκρατες, απεκρίθη ο Σιμμίας.

Αυτά τα ίσα πράγματα και η ιδία η ισότης δεν είναι λοιπόν έν και το αυτό πράγμα, είπεν ο Σωκράτης.

Μου φαίνεται, είπεν ο Σιμμίας, ότι διόλου δεν είναι το ίδιον πράγμα.

Αλλ' όμως, είπεν ο Σωκράτης, ενώ αυτά τα ίσα πράγματα είναι διαφορετικά από εκείνο, δηλαδή την ισότητα, από αυτά όμως δεν εσχημάτισες και την ιδέαν και την γνώσιν έλαβες εκείνου (δηλαδή της ισότητος);

Αληθέστατα λέγεις, είπεν ο Σιμμίας.

Δεν έλαβες λοιπόν την ιδέαν αυτής (της ισότητος δηλαδή) είτε ομοιάζει με αυτά τα πράγματα, είτε δεν ομοιάζει; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Βέβαια, απεκρίθη ο Σιμμίας.

Τούτο δε (το αν ομοιάζει ή όχι η ισότης με τα ίσα πράγματα) δεν ενδιαφέρει διόλου, είπεν ο Σωκράτης.

Διότι έως ότου να ίδης άλλο πράγμα, αφού είδες αυτό και σχημάτισες την ιδέαν άλλου, είτε όμοιον είναι αυτό, είτε ανόμοιον, αναπόφευκτον είναι τότε, είπεν ο Σωκράτης, αυτό (δηλαδή το πρώτον) να το ξαναενθυμηθής.

Βεβαιότατα, είπεν ο Σιμμίας.

Αλλά τι είναι το εξής; Είπεν ο Σωκράτης. Μήπως παθαίνομεν κάτι τοιούτον πού θα είπω, όταν βλέπωμεν και τα δένδρα και εκείνα τα πράγματα, τα οποία ελέγομεν, δηλαδή όταν βλέπωμεν τα ίσα πράγματα; Άρα γε αυτά μας φαίνονται ότι είναι τόσον ίσα, καθώς είναι εκείνο, το οποίον είναι η ιδία η ισότης; ή είναι κατά τι κατώτερα από εκείνο, διότι δεν είναι τοιαύτα, οποία είναι η ισότης, ή μήπως δεν είναι διόλου κατώτερα;

Είναι κατά πολύ βέβαια κατώτερα, είπεν ο Σιμμίας.

Δεν παραδεχόμεθα λοιπόν, όταν κανείς ίδη κανέν πράγμα και σχηματίση την ιδέαν του, ότι θέλει μεν τούτο το πράγμα, όπως τούτο το οποίον τώρα εγώ βλέπω, να είναι τοιούτον οποίον είναι έν άλλο από τα υπάρχοντα πράγματα, είναι όμως ελλιπές και δεν δύναται να είναι τοιούτον, οποίον είναι εκείνο, αλλ' είναι επομένως κατώτερον, δεν παραδεχόμεθα, λέγω, ότι χωρίς άλλο εκείνος ο οποίος σχηματίζει την ιδέαν τούτου έτυχε να γνωρίζη από προτήτερα εκείνο με το οποίον λέγει ότι τούτο ομοιάζει μεν, είναι όμως ελλιπέστερον;

Χωρίς άλλο έτυχε να το γνωρίζη από προτύτερα, είπεν ο Σιμμίας.

Τι λοιπόν λέγεις: Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Έχομεν πάθει και ημείς το ίδιον πάθημα ή όχι, προκειμένου δια τα ίσα πράγματα και την καθ' αυτό ισότητα;

Κατά πάντα βεβαίως το έχομεν πάθει, είπεν ο Σιμμίας.

Είναι λοιπόν απαραιτήτως βέβαιον, ότι ημείς ηξεύραμεν, είπεν ο Σωκράτης, την ισότητα προτήτερα, προ του καιρού εκείνου, κατά τον οποίον είδομεν διά πρώτην φοράν τα ίσα πράγματα ότι επιθυμούν μεν να είναι ωσάν την ισότητα, αλλ' ότι είναι όμως ελλιπέστερα.

Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας. Προς τούτοις παραδεχόμεθα και το εξής, ότι η ιδέα αυτή (δηλαδή της ισότητος) δεν μας προήλθεν από αλλού, μήτε είναι δυνατόν να σχηματισθή, παρά ή από την όρασιν ή από την αφήν ή από καμμίαν άλλην εκ των αισθήσεων.

Και λέγω το ίδιον δι' όλα αυτά τα πράγματα, είπεν ο Σωκράτης.

Είναι βεβαίως δι' όλα το ίδιον, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ως προς εκείνο τουλάχιστον, το οποίον η ομιλία θέλει να αποδείξη. Αλλ' όμως πρέπει λοιπόν από τας αισθήσεις βεβαίως να σχηματίση κανείς την ιδέαν ταύτην, ότι όλα τα εξαρτώμενα από τας αισθήσεις επιθυμούν εκείνο, το οποίον είναι πραγματικώς η ισότης, και ότι είναι ελλιπέστερα από αυτό· ή πώς το λέγετε σεις:

Έτσι το λέγομεν, είπεν ο Σιμμίας.

Προ του λοιπόν ημείς ν' αρχίσωμεν, είπεν ο Σωκράτης, να βλέπωμεν και ν' ακούωμεν και να αισθανώμεθα τα άλλα αισθήματα, πρέπει να έτυχε να έχωμεν λάβει γνώσιν της ιδέας της ισότητος, τι πράγμα αυτή είναι, αφού επρόκειτο να αναφέρωμεν εις αυτήν τα ίσα πράγματα, τα οποία αντιλαμβανόμεθα με τας αισθήσεις μας, διότι όλα μεν τα τοιαύτα (ίσα) πράγματα προσπαθούν να είναι ωσάν εκείνην, είναι όμως κατώτερα από αυτήν.

Από όσα προείπομεν, ω Σώκρατες, πείθομαι ότι χωρίς άλλο έτσι είναι.

Άμα εγεννήθημεν λοιπόν, δεν εβλέπομεν και ηκούομεν και είχομεν τας άλλας αισθήσεις; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Πρέπει δε, είπεν ο Σωκράτης, καθώς λέγομεν, προτήτερα από αυτά να είχομεν λάβει την γνώσιν, της ισότητος.

Ναι, είπεν ο Σιμμίας.

Χωρίς άλλο λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, πρέπει να έχωμεν λάβει αυτήν, καθώς φαίνεται, προ του να γεννηθώμεν.

Φανερόν είναι, είπεν ο Σιμμίας,

Εάν λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, αφού ελάβομεν αυτήν την γνώσιν προ του να γεννηθώμεν, εγεννήθημεν κατέχοντες αυτήν, εγνωρίζαμεν και προ του να γεννηθώμεν και αμέσως οπού εγεννήθημεν, όχι μόνον την ισότητα και το μεγαλύτερον και το μικρότερον, αλλά και όλα τα τοιαύτα πράγματα. Διότι τώρα δεν ομιλούμεν περί της ισότητος μόνον κάπως περισσότερον παρά και περί της ιδέας της ωραιότητος, και της ιδέας της αγαθότητος και της δικαιοσύνης και της αγιότητος και, καθώς λέγω, περί όλων των πραγμάτων, εις τα οποία επικυρώνομεν εκείνο το οποίον πραγματικώς είναι και εις τας ερωτήσεις, όταν ερωτώμεν, και εις τας αποκρίσεις, όταν αποκρινώμεθα. Ώστε είναι χωρίς άλλο βέβαιον, ότι ημείς έχομεν λάβει τας γνώσεις όλων τούτων εν γένει προ του να γεννηθώμεν.

Έτσι είναι, είπεν ο Σιμμίας.

Και εάν μεν βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, αφού τας ελάβομεν, δεν τας είχομεν λησμονήσει κάθε φοράν, θα εγεννώμεθα πάντοτε έχοντες αυτάς και θα τας ηξεύρομεν διαρκώς καθ' όλην την ζωήν μας. Διότι το να ηξεύρη κανείς συνίσταται εις τούτο, εις το, αφού λάβη γνώσιν ενός πράγματος, να την διατηρή και να μη την χάση· ή, Σιμμία, δεν ονομάζομεν λησμόνημα τούτο, τον χαμόν δηλαδή της γνώσεως;

Βεβαιότατα, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.

Εάν δε βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, νομίζω, αφού τας ελάβομεν (τας γνώσεις) προ του να γεννηθώμεν, τας εχάσαμεν, αφού εγεννήθημεν, ύστερα δε μεταχειριζόμενοι τας αισθήσεις μας εις αυτά τα πράγματα λαμβάνωμεν πάλιν εκείνας τας γνώσεις, τας οποίας είχαμεν μίαν φοράν και προτήτερα, άρα γε εκείνο, το οποίον ονομάζομεν μάθησιν, δεν είναι το να λαμβάνωμεν πάλιν την (χαμένην) ιδικήν μας γνώσιν: Εάν δε είπωμεν επάνω κάτω αυτό ξαναενθύμησιν, δεν λέγομεν σωστά;

Πολύ σωστά, είπεν ο Σιμμίας.

Τούτο τουλάχιστον, είπεν ο Σωκράτης, μας εφάνη ότι δύναται να γείνη, αφού δηλαδή αισθανθώμεν κανέν πράγμα, ή διότι το είδομεν, ή διότι το ηκούσαμεν, ή διότι άλλως πως το ησθάνθημεν, να σχηματίσωμεν έπειτα από αυτό την ιδέαν άλλου πράγματος, το οποίον είχομεν λησμονήσει, με το οποίον τούτο ήτο μεν ανόμοιον, επλησίαζεν όμως, ή με το οποίον ήτο όμοιον· ώστε, καθώς λέγω, έν από τα δύο, ή εγεννήθημεν γνωρίζοντες αυτά και τα ηξεύρομεν καθ' όλην μας την ζωήν, ή ύστερα, εκείνοι, τους οποίους λέγομεν ότι τα μανθάνουν, αυτοί τίποτε άλλο δεν κάμνουν παρά τα ξαναενθυμούνται· και, η μάθησις ημπορεί να είναι απλή ξαναενθύμησις.

Έτσι είναι και παρά πολύ, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.

Ποίον από τα δύο λοιπόν προτιμάς, Σιμμία, να γεννηθώμεν ηξεύροντες, ή να ξαναενθυμώμεθα ύστερα εκείνα, των οποίων έχομεν λάβει προτήτερα γνώσιν;

Δεν ημπορώ να εκλέξω, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, κατά την παρούσαν στιγμήν. Τι δε λέγεις, δύνασαι να κάμης εκλογήν εις το ακόλουθον, που θα είπω;

Και ποίαν γνώμην έχεις περί αυτού; Ηρώτησεν ο Σωκράτης. Άνθρωπος, ο οποίος ηξεύρει κάποιον πράγμα, ημπορεί να δώση λόγον δι' εκείνο, το οποίον ηξεύρει, ή όχι;

Ημπορεί πολύ καλά χωρίς άλλο, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας.

Και όλοι οι άνθρωποι σου φαίνεται ότι ημπορούν να δώσουν λόγον δι' αυτά τα πράγματα, διά τα οποία προ ολίγου ελέγομεν; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Θα το επεθύμουν βέβαια, είπεν ο Σιμμίας· αλλά πολύ περισσότερον φοβούμαι μήπως αύριον κατ' αυτήν την ώραν κανείς από τους ανθρώπους δεν θα είναι πλέον ικανός να κάμη τούτο το πράγμα αξίως.

Δεν σου φαίνεται λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, ότι όλοι ηξεύρουν αυτά τα πράγματα;

Διόλου, είπεν ο Σιμμίας.

Ξαναενθυμούνται λοιπόν εκείνα τα πράγματα, τα οποία κάποτε έμαθαν: Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Χωρίς άλλο, είπεν ο Σιμμίας.

Πότε αι ψυχαί ημών έλαβον την γνώσιν αυτών των πραγμάτων; Ηρώτησεν ο Σωκράτης, διότι δεν έλαβον αυτήν βέβαια αφ' ού εγεννήθημεν άνθρωποι.

Δεν την έλαβον βέβαια, είπεν ο Σιμμίας.

Την έλαβον λοιπόν προτήτερα, είπεν ο Σωκράτης.

Ναι, απεκρίθη ο Σιμμίας.

Αι ψυχαί λοιπόν, Σιμμία, υπήρχον και προτήτερα, είπεν ο Σωκράτης, προτού να υπάρξουν με μορφήν ανθρώπου χωριστά από τα σώματα, και είχον γνώσιν.

Εκτός λοιπόν, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, εάν λαμβάνωμεν αυτάς τας γνώσεις εν ώ γεννώμεθα· διότι μόνον αυτός ο καιρός μας απομένει.

Έστω, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης. Εις ποίον δε άλλον καιρόν χάνομεν αυτάς; Διότι βέβαια δεν γεννώμεθα έχοντες αυτάς, καθώς παρεδέχθημεν προ ολίγου. Η μήπως χάνομεν αυτάς κατά τούτον τον καιρόν, κατά τον οποίον και τας λαμβάνομεν; Ή δύνασαι να είπης κανένα άλλον καιρόν κατά τον οποίον τας χάνομεν;

Διόλου, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, αλλά δεν εκατάλαβα ότι τίποτε δεν έλεγα.

Άρα γε λοιπόν, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, τα πράγματα είναι έτσι δι' ημάς; Εάν μεν δηλαδή εκείνα τα πράγματα τα οποία έχομεν πάντοτε εις το στόμα μας υπάρχωσι πραγματικώς, και κανέν ωραίον δηλαδή και κανέν αγαθόν και όλη η τοιαύτη ουσία και αναφέρωμεν εις αυτήν όλας τας εντυπώσεις οπού προέρχονται από τας αισθήσεις και η οποία ουσία υπήρχε προτήτερα ανευρίσκοντες αυτήν ότι ήτο ιδική μας, και εάν παραβάλωμεν με εκείνην τας εντυπώσεις ταύτας, είναι απαραίτητον όπως αυτά τα πράγματα υπάρχωσιν, έτσι και η ψυχή μας να υπάρχη και προτού ημείς να γεννηθώμεν εάν δε ταύτα τα πράγματα δεν υπάρχωσιν, αυτός ο λόγος μου θα ήτον ανωφελής; Άρα γε δεν είναι έτσι, και δεν είναι εξ ίσου απαραίτητον και αυτά να υπάρχουν και αι ψυχαί μας να έχουν υπάρξει, προτού να υπάρξωμεν και ημείς, και ότι, αν τα πράγματα ταύτα δεν υπήρχον, και αι ψυχαί μας επίσης δεν υπήρχον;

Ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, μου φαίνεται ότι είναι παρά πολύ εξ ίσου αναγκαίον αυτό· και ο λόγος αυτός καταλήγει βεβαίως εις έν καλόν πράγμα, εις το ότι και η ψυχή μας και η ουσία, την οποίαν τώρα λέγεις, υπάρχει ομοίως, προτού ημείς να γεννηθώμεν. Διότι εγώ τουλάχιστον δεν έχω κανέν πράγμα, το οποίον να είναι εις τον νουν μου τόσον φανερόν, ωσάν τούτο, το ότι δηλαδή όλα τα τοιαύτα όσον είναι δυνατόν περισσότερον υπάρχουσι, και το ωραίον και το αγαθόν και όλα τα άλλα, τα οποία τώρα προ ολίγου συ έλεγες και εις εμέ τουλάχιστον έχει αποδειχθή τούτο αρκετά.

Έχει αποδειχθή και εις τον Κέβητα; Είπεν ο Σωκράτης. Διότι πρέπει να καταπείσωμεν και εκείνον.

Αρκετά έχει πεισθή, είπεν ο Σιμμίας, καθώς τουλάχιστον εγώ νομίζω· αν και είναι ο πλέον επίμονος από όλους τους ανθρώπους εις το να μη πιστεύη τους λόγους. Αλλά νομίζω ότι διά τούτο το πράγμα έχει πεισθή όχι ελλιπώς, ότι η ψυχή μας υπήρχε, προτού ημείς να γεννηθώμεν.

Αν όμως, και αφ' ού ηθέλομεν αποθάνει, εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη, ούτε εγώ ο ίδιος νομίζω ότι έχει αποδειχθή, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, αλλ' εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη η γνώμη του λαού, την οποίαν προ ολίγου έλεγεν ο Κέβης, μήπως η ψυχή, εν ώ αποθνήσκει ο άνθρωπος, διασκορπίζεται και μήπως τούτο είναι δι' αυτήν το τέλος της υπάρξεώς της. Διότι τι εμποδίζει αυτή μεν να γίνηται και να σχηματίζηται από κανέν άλλο μέρος, και να υπάρχη και πριν ακόμη έλθη εις ανθρώπινον σώμα, όταν δε έλθη και χωρίζηται από αυτό, τότε και αυτή να τελειώνη και να καταστρέφηται;

Καλά λέγεις, Σιμμία, είπεν ο Κέβης, διότι φαίνεται ότι έχει αποδειχθή, ωσάν το ήμισυ μέρος εκείνου το οποίον έπρεπε ν' αποδειχθή, ότι δηλαδή προτού ημείς γίνωμεν η ψυχή μας υπήρχε, πρέπει δε ν' αποδείξωμεν ακόμη και τούτο, αφ' ού ηθέλομεν αποθάνει αν θα εξακολουθή να υπάρχη όχι ολιγώτερον παρά προτού ημείς γεννηθώμεν, εάν πρόκειται η απόδειξις να γείνη τελεία.

Τούτο μεν έχει αποδειχθή, Σιμμία και Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, και τούτο θέλετε παραδεχθή, εάν ενώσητε την τελευταίαν ταύτην απόδειξιν μ' εκείνην, την οποίαν παρεδέχθημεν προτήτερα από αυτήν, ότι δηλαδή, κάθε τι το οποίον ζη γίνεται από εκείνο το οποίον έχει αποθάνει. Διότι, εάν η ψυχή υπάρχη και προτήτερα, είναι απαραίτητον αυτή μεταβαίνουσα εις την ζωήν και γεννωμένη να μη γεννάται από πουθενά αλλού παρά εκ του θανάτου και εκ του ότι έχει αποθάνει, πώς δεν είναι απαραίτητον αυτή να υπάρχη και αφ' ού ήθελεν αποθάνει, επειδή πρέπει βεβαίως αυτή να γεννηθή εκ νέου; Έχει λοιπόν αποδειχθή εκείνο, το οποίον και τώρα λέγετε.

Αλλ' όμως μου φαίνεσθε και συ και ο Σιμμίας ότι ηθέλετε συζητήσει με ευχαρίστησιν και τούτο το ζήτημα ακόμη περισσότερον και ότι έχετε τον φόβον των παιδιών μήπως πραγματικώς ο άνεμος πάρη και διασκορπίση την ψυχήν εν ώ εξέρχεται από το σώμα και μάλιστα όταν τύχη κανείς ν' αποθνήσκη όχι εν καιρώ γαλήνης, αλλ' όταν φυσά κανένας μεγάλος άνεμος.

Και ο Κέβης, αφ' ού εγέλασε δι' αυτό, είπεν· Ω Σώκρατες, προσπάθησε να μας αλλάξης την πεποίθησιν, ως προς αυτό που φοβούμεθα ή καλύτερον ως να μη είχαμεν τον φόβον αυτόν. Αλλ' ίσως μεταξύ μας υπάρχει και κανείς, ο οποίος φοβείται τα τοιαύτα. Τούτον λοιπόν ας προσπαθήσωμεν να καταπείσωμεν να μη φοβήται τον θάνατον, όπως φοβείται τους μπαμπούλας.

Αλλά πρέπει, είπεν ο Σωκράτης, να του ψάλλωμεν κάθε ημέραν εξορκισμούς, έως που να ιατρευθή.

Από πού λοιπόν να πάρωμεν, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, καλόν εξορκιστήν διά τα τοιαύτα, επειδή, είπε, συ μας αφίνεις;

Η μεν Ελλάς, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης είναι πολύ μεγάλη, μέσα εις την οποίαν θα υπάρχωσι κάπου ικανοί άνθρωποι, είναι δε πολλά και των βαρβάρων τα έθνη, τα οποία πρέπει να επισκεφθώμεν εξετάζοντες διά να εύρωμεν τοιούτον εξορκιστήν, χωρίς να λυπώμεθα ούτε χρήματα ούτε κόπους διότι δεν υπάρχει κανέν πράγμα καταλληλότερον, διά το οποίον να εξοδεύητε χρήματα. Πρέπει δε να ζητήτε και σεις οι ίδιοι αναμεταξύ σας, διότι ίσως δεν θα ημπορέσητε να εύρητε άλλους εύκολα, οι οποίοι να ημπορούν να κάμνουν καλύτερα από σας τούτο το εξόρκισμα.

Αλλά ταύτα μεν, είπεν ο Κέβης, θα γείνουν. Ας επιστρέψωμεν δε εις το μέρος εκείνο, εις το οποίον αφήσαμεν την ομιλίαν, εάν έχης ευχαρίστησιν. Αλλά βεβαίως έχω ευχαρίστησιν, είπεν ο Σωκράτης, διότι πώς να μη μ' ευχαριστή τούτο;

