# Ειδύλλια

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34851/index.md

Αι! Κυκλομμάτη, πού πετούν, πού πάν' τα λογικά σου; Αν έπλεκες καλάθια εδώ κι αν μάζευες χορτάρι και τώφερνες στα πρόβατα, πιο γνωστικός θε νάσουν. Εκεί που φθάνεις άπλωνε· τι κυνηγάς του κάκου αυτά που φεύγουν άπιαστα και χάνοντ' απ' ομπρός σου; Θα βρης άλλη Γαλάτεια και πιο ώμορφη από κείνη.

Πολλές κοπέλλες με καλούν να παίζω με τη νύκτα κι όλες αυτές γλυκογελούν αν τις καλοκυττάξω. Αυτό μου δείχνει πως κ' εγώ κάτι στον κόσμο θάμαι.

Έτσι ο Πολύφημος αυτός τον έρωτα περνούσε με τα γλυκά τραγούδια του· κ' ήταν πιο κερδισμένος παρά αν ζητούσε γιατρειά ξοδεύοντας χρυσάφι.

ΚΥΝΙΣΚΑΣ ΕΡΩΣ Ή ΘΥΩΝΙΧΟΣ

ΑΙΣΧΙΝΗΣ Ώρα καλή, Θυώνιχε.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ Ώρα καλή σου, Αισχίνη.

ΑΙΣΧΙΝΗΣ Είχες πολύν καιρό ναρθής.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ Πολύν καιρό; τι τρέχει;

ΑΙΣΧΙΝΗΣ Δεν τα πηγαίνομε καλά.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ Λιπόσαρκο σε βρίσκω, και τα μαλλιά σου αχτένιστα και το μακρύ μουστάκι. Τέτοιος μας ήρθε μια φορά κάποιος του Πυθαγόρα, χλωμός, χλωμός, ξυπόλυτος· μας έλεγε πως ήταν απ' την Αθήνα. Κ' ήταν δα κι αυτός ερωτευμένος, όμως, θαρρώ, με το φαΐ.

ΑΙΣΧΙΝΗΣ Εσύ μου χωρατεύεις, μα έμεναν' η Κυνίσκη μου με βρίζει τον καϊμένο και μούρχεται να τρελλαθώ.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ Έτσ' ήσουν πάντα, Αισχίνη, θυμώνεις κι αφαρπάζεσαι καλά του καθουμένου κι όλα τα θες όποτε θες. Μα πες μου, τι καινούργιο;

ΑΙΣΧΙΝΗΣ Ο Αργείος κ' εγώ κι ο Θεσσαλός ο καβαλλάρης Άπις κι ο στρατιώτης Κλεύνικος ετρώγαμε στο σπίτι. Τους είχα σφάξει δυο πουλιά και χοίρο του γαλάτου, είχα κι ανοίξει βίβλινο κρασί τεσσάρων χρόνων πούλεγες μόλις τώφεραν από το πατητήρι. Εκεί που εσιγοπίναμε μας ήρθε και να πιούμε καθένας κάποιου στην υγειά και να τον νοματίση. Εμείς, όπως και τώπαμε, λέγαμε τώνομά του· μα εκείνη δε μας τώλεγε, τ' ήμουν εγώ κοντά της. Φαντάζεσαι τη θέση μου και τ' είχα μέσ' στο νου μου; — Δε θα μας 'πής, τι σώπασες; μαν είδες κάνα λύκο; της είπε κάποιος παίζοντας. — Το βρήκες, τούπ' εκείνη· κι άναψε κ' εκοκκίνισε τόσο, που απ' τη θωριά της λύχνο μπορούσες ν' άναβες. Ξέρεις ποιος είν' ο Λύκος; Αυτός ο Λύκος είν' ο γυιός του γείτονα του Λάβα, ψηλός και καλοκάμωτος και σε πολλούς αρέσει. Για κείνου εκεί τον έρωτα λιγώνετ' η Κυνίσκη. Άκουσα κάποτε κ' εγώ γι' αυτό να ψιθυρίζουν, μάκανα πως δεν τάκουσα, χωρίς να το ξετάσω· ντρεπόμουνα τα γένεια μου έτσι σαν άντρας πούμαι. Κ' εκεί πούμαστ' οι τέσσερης κουτούκι στο μεθύσι, ο Θεσσαλός με πονηριά και για να με πειράξη, άρχισε να μας τραγουδή του Λύκου το τραγούδι, τραγούδι αυτό θεσσαλικό· ξάφνω η Κυνίσκη τότε αρχίνησε τα κλάμματα κ' έκλαιγε τόσο, τόσο όσο ποτέ δε θάκλαιγεν έξη χρονών κορίτσι που επιθυμεί και λαχταρά την αγκαλιά της μάννας. Όταν την είδα εθύμωσα, με ξέρεις πως θυμώνω, και δυο γροθιές της έδωκα στα δυο της τα μηλίγγια κι αυτή τα πέπλα ανάσυρε κι απ' το σκαμνί εσηκώθη. «Κακούργα, δε σ' αρέσω εγώ, άλλον ποθεί η καρδιά σου· »σύρε και χαϊδολόγα τον. Γι' αυτόν τα δάκρυα χύνεις». Χύθηκ' ευθύς ακράτητη κ' εβγήκε από την πόρτα, πιο γρήγορη, πιο πεταχτή κι από τη χελιδόνα, που πηγαινώρχεται, τροφή να φέρη στα πουλιά της. Κ' έφυγε' πιάσ' ταμπέλια της που λέει κ' η παροιμία. Δυο μήνες τώρα πέρασαν που δεν την ξαναείδα κι άφησα γένεια μακρυά σαν νάμουν απ' τη Θράκη. Ο Λύκος τώρα είνε γι' αυτήν όλο το παν, στο Λύκο τη νύκτα τα μεσάνυκτα την πόρτα της ανοίγει, και μένα με καταφρονεί σαν νάμουν Μεγαρίτης κι ούτε με συλλογίζεται κι ούτε με λογαριάζει. Κι αν ημπορούσα δα κ' εγώ να την καταφρονέσω, καθόλου δε θα μ' έμελε κι όλα καλά θε νάταν. Μα εγώ είμαι στην αγάπη της πιστάγκωνα δεμένος και μήτε βρίσκω γιατρικό στον άτυχο έρωτά μου. Ξέρω πως όταν άλλοτε κι ο συνομήλικός μου ο Σίμος ερωτεύτηκε μια τέτοια ψεύτρα κόρη, ταξίδεψε στην ξενιτειά και γιατρεμμένος ήρθε. Θα πάω κ' εγώ στην ξενιτειά· δε λέω πως θάμαι πρώτος, μα δε θε νάμαι και στερνός μέσ' στους πολεμιστάδες.

ΘΥΩΝΙΧΟΣ Άμποτε αυτά που επιθυμείς όπως τα θες να γίνουν. Μ' αν όμως σώνει και καλά ποθής να ταξιδέψης, στον Πτολεμαίο πήγαινε στρατιώτης να δουλέψης. Είν' ανοιχτόκαρδος, καλός κ' ευγενικός στους τρόπους, τη χάρη δεν τη λησμονεί, τις τέχνες προστατεύει, ξέρει και ποιος τον αγαπά, ποιος θέλει το κακό του, δίνει πολλά και σε πολλούς κι ούτε ποτέ του αρνιέται, να δώση σ' όποιον του ζητά, σαν βασιλιάς οπούνε, φθάνει να ξέρουν μοναχά τι πρέπει να ζητήσουν. Αν θες λοιπόν ν' αρματωθής, πολεμιστής να γένης κι αν σου βαστούν τα πόδια σου να περπατής μ' ασπίδα, σύρε μιαν ώρ' αρχήτερα στην Αίγυπτο. Τα χρόνια τασπρίζουν τα μηλίγγια μας κ' η ασπράδ' αγάλια-αγάλια από τα δυο μηλίγγια μας στα γένεια κατεβαίνει. Ό,τι μπορούμε ας κάνωμε όσο βαστούν τα πόδια.

ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΑΙ Ή ΑΔΩΝΙΑΖΟΥΣΑΙ

ΓΟΡΓΩ Εδώ είν' η Πραξινόη;

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Εδώ. Πολύν καιρό είχες νάρθης. Πώς ήταν τούτο το καλό; Κάθισμα φέρε, Ευνόη, και βάλε και προσκέφαλο.

ΓΟΡΓΩ Ωραία!

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Κάθισε τώρα.

ΓΟΡΓΩ Τι τράβηξα ως που νάρθω εδώ! πώς γλύτωσα δεν ξέρω. Τι κόσμος και τι άμαξες! ένα σωρό στρατιώτες· όπου κι αν στρέψης για να 'δής, παντού χλαμύδες βλέπεις. Κι ο δρόμος είν' ατελείωτος και το δικό σου σπίτι ώρες μακρυά απ' το σπίτι μου.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Έτσ' ήθελε ο τρελλός μου εδώ στα πέρατα της γης ναρθή φωλιά να πιάση, γιατί δεν είνε σπίτι αυτό· κι αυτό, μόνο και μόνο για να μην είμαστε κοντά στη γειτονιά την ίδια. Πάντα του τέτοιος, φθονερός, παράξενος, γρυνιάρης.

ΓΟΡΓΩ Δεν πρέπει για τον άντρα σου να λες αυτά τα λόγια μπρος στο μικρό. Για κύτταξε, καλέ, πώς σε κυττάζει. Έννοια σου, Ζωπυρίων μου, δεν λέει για τον παπάκη.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Πώς νοιώθει, αλήθεια το μικρό! — Καλός είν' ο παπάκης. Εκείνος ο κρεμανταλάς (ας λέμε πάντα εκείνος) πήγε να πάρη κάποτε σαπούνι και φκυασίδι, κ' ενώ ξεκίνησε γι' αυτά, μου γύρισε μ' αλάτι.

ΓΟΡΓΩ Ίδιος είνε κι ο άντρας μου ο Διοκλείδης, ίδιος· άδικα και παράλογα τα χρήματα ξοδεύει. Πέταξ' εχθές εφτά δραχμές τάχα μαλλί να πάρη κι αγόρασε μαδήματα βρώμικα και σκυλλίσια και πέντε στοίβες έφερε. Μα σήκω τώρα πάμε· πάρε το πανωφόρι σου και ταπαλό σου πέπλο και στο παλάτι ας τρέξουμε του πλούσιου Πτολεμαίου, να 'δούμ' εκεί τον Άδωνι. Λένε πως πανηγύρι μεγάλο η βασίλισσα γι' αυτόν έχει ετοιμάσει.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Ο πλούσιος όλα πλούσια τα κάνει. Τι χαρά μου! Θάχω να λέω ένα σωρό σ' αυτούς που δε θα πάνε.

ΓΟΡΓΩ Καιρός να ξεκινήσουμε, καλή μου Πραξινόη.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Όσοι δεν έχουνε δουλειά, έχουνε πάντα σχόλη. Φέρε μου τώρα να πλυθώ, Ευνόη εσύ ακαμάτρα, που σαν τις γάττες πάντοτε σ' αρέσει το ραχάτι. Κουνήσου, φέρ' ευθύς νερό. Κύττα, σαπούνι φέρνει. Ας είνε, δος μου το κι αυτό. Μα πρόσεχε, καϊμένη! μη χύνης δα τόσο νερό, βρέχεις το φόρεμά μου. Φθάνει. Ποτέ δε νίφτηκα τόσο καλά, ποτέ μου. Και της κασέλλας το κλειδί που νάνε; φέρε μου το.

ΓΟΡΓΩ Ετούτο σου το φόρεμα με τις πολλές τις δίπλες σου πάει, αλήθεια, μια χαρά. Πόσο να σου κοστίζη το ύφασμα;

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Μην τα ρωτάς, Γοργώ μου· μου κοστίζει απάνω από εκατό δραχμές, χωρίς να λογαριάσω τους κόπους για το ράψιμο.

ΓΟΡΓΩ Θάσ' ευχαριστημένη.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Πάρα πολύ. Φέρε μου πια το πανωφόρι, Ευνόη, και βάλε μου το σκιάδι μου με χάρη στο κεφάλι. Παιδί μου, δε θαρθής μαζί, κάθισ' εδώ, χρυσό μου, είνε χιλιάδες άλογα κ' είν' ο μπαμπούλας έξω και τα δαγκώνει τα παιδιά. Κλαίγε όσο θέλεις τώρα· εγώ δε θέλω να σε 'δώ να μου κουτσαίνης. Πάμε. Πάρε, Φρυγία, το παιδί, βάλε τη σκύλλα μέσα και κλείσε την οξώπορτα. — Θεέ μου, τι κόσμος πούνε! Πώς θα περάσωμε, καλέ, μέσ' από τόσο πλήθος; θαρρείς μερμήγκια αμέτρητα χιλιάδες και χιλιάδες. Πόσα καλά μας έκανεν ο Πτολεμαίος αφότου πέθανεν ο πατέρας του! Κανείς ληστής δεν πιάνει στο δρόμο τους διαβάτες πια· κανένας από κείνους που πλάνευαν με ψεύτικα και κλέφτικα παιγνίδια. Γοργώ μου, τι θα γίνωμε; πώπω τι κόσμος πούνε! Να τάλογα του βασιλιά. Κύττα μη με πατήσης, φίλε μου συ. Σηκώθηκε στα πισινά ποδάρια αυτό το κόκκιν' άλογο' για 'δές τι άγριο πούνε! Ευνόη, δε φυλάγεσαι; Αλλοί που το κρατάει! θα τον τσαλαπατήση εκεί. Αλήθεια, τι καλά μου που δεν επήρα το μικρό και τάφησα στο σπίτι!

ΓΟΡΓΩ Αι! Πραξινόη, ησύχασε, είμαστε πίσω τώρα, τάλογα πέρασαν εμπρός.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Ανάσανα. Δεν ξέρεις πόσο φοβούμαι από μικρή τάλογο και το φίδι. Δεν πάμε γρηγορώτερα; θα μας στρημώξη ο κόσμος.

ΓΟΡΓΩ (πρός τινα γραίαν) Απ' το παλάτι έρχεσαι, κυρούλα;

ΓΡΑΥΣ Ναι, παιδιά μου.

ΓΟΡΓΩ Είν' εύκολο να 'μπούμ' εκεί;

ΓΡΑΥΣ Πανώρηα μου κοράσια, οι Αχαιοί εδοκίμασαν κ' εμπήκαν στην Τρωάδα. Καθένας δοκιμάζοντας όλα τα κατορθώνει.

ΓΟΡΓΩ Χρησμούς μας είπεν η γρηά κ' επήγε στο καλό της.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Και τι δεν ξέρουν, μα και τι δεν ξέρουν οι γυναίκες! ως και το πώς επήρε ο Ζευς την Ήρα για γυναίκα.

ΓΟΡΓΩ Για κύττα, Πραξινόη, εκεί στου παλατιού τις πόρτες τι κόσμος που στρημώνεται.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Δος μου, Γοργώ, το χέρι· και συ το χέρι να κρατής της Ευτυχίας, Ευνόη, και πρόσεχε να μη χαθής. Όλες μαζί να μπούμε· Ευνόη, κοντά μας πάντοτε. Αλλοίμονο, Γοργώ μου, μου ξέσχισαν το φόρεμα. Πρόσεχε συ, καϊμένε, το πανωφόρι μου.

ΞΕΝΟΣ Κυρά, τι θέλεις να σου κάνω; μήπως είνε στο χέρι μου; όσο μπορώ, προσέχω.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Καλέ, τι κόσμος είν' αυτός; σπρώχνονται σαν τους χοίρους.

ΞΕΝΟΣ Κυρά μου, μη φοβάσαι πια· καλά είμαστ' εδώ πέρα.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Πάντα καλά νάσαι και συ και πάντα καλό νάχης που αληθινά με νοιάζεσαι και με φροντίζεις τόσο. Είσαι καλός και σπλαχνικός. Στρημώνετ' η Ευνόη μέσα στο πλήθος το πολύ· εμπρός, Ευνόη, σπρώξε, σπρώξε και συ. Πολύ καλά. Τέλειωσε. Όλες μέσα· όπως θε νάλεγε κι αυτός που κλει τη νύφη απόξω.

ΓΟΡΓΩ Για κύττα αυτά τα υφάσματα τα υφαντοκεντημένα, για κύττα τι ψιλοδουλειά και πόση χάρην έχουν λες κ' έχουν γίνει για θεούς.

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Χαρά στα χέρια εκείνα που τάφαιναν μ' υπομονή! Χαρά στους τους ζωγράφους πούκαναν τέτοιες ζωγραφιές κ' έτσι χωρίς ψεγάδι. Στέκονται κι αναδεύονται σαν νάχουν ζωντανέψει, σαν νάχουν μέσα τους ψυχή κι όχι σαν υφασμένα. Και τι δεν κάνει ο άνθρωπος και τι δεν κατορθώνει! Για κύτταξε τον Άδωνι το μυριαγαπημένο, που πεθαμμένος και νεκρός στον Άδην αγαπιέται, κύτταξε πώς ξαπλώνεται σ' έν' αργυρό κρεββάτι μέσα στην πρώτη νιότη του, στο πρώτο χνούδωμά του.

ΕΤΕΡΟΣ ΞΕΝΟΣ Εσείς πια δεν θα πάψετε, μωρόλογες τρυγόνες, που με παπίσια προφορά πλαταίνετε τα λόγια;

ΠΡΑΞΙΝΟΗ Μπα! που ξεφύτρωσεν αυτός; Και τι σε μέλει εσένα αν φλύαρες είμαστ' εμείς; τους σκλάβους να προστάζης. Γυναίκες που γεννήθηκαν μέσα στις Συρακούσες δεν παίρνουν από προσταγές. Μάθε και τούτο ακόμα, πως μέσ' από την Κόρινθον είν' η καταγωγή μας με το Βελλεροφόντη· εκεί τα δωρικά μιλούνε κ' εμείς μιλούμε δωρικά κ' είνε δικαίωμά μας. Έναν αυφέντη μοναχά γνωρίζομε στον κόσμο, εσένα δε σε σκιάζομαι μηδέ σε λογαριάζω.

ΓΟΡΓΩ Σώπαινε πια· τον Άδωνι θα τραγουδήση τώρα η τραγουδίστρα η ξακουστή, η κόρη της Αργείας, εκείνη που την βράβεψαν πέρσι στο μυρολόγι. Κάτι καλό θε να μας 'πή· να, τη φωνή ακονίζει.

ΓΥΝΗ ΑΟΙΔΟΣ Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη· πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο, μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνί σου οι Ώρες· αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους, που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.

Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη, τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει, σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία· κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη, για χάρη σου, ώ ξακουστή και πολυλατρευμένη, πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει. Ολόγυρά του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία. Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι· κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του.

Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει· νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν, σαν ταηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι.

Για ιδές χρυσάφια κ' έβενους κι αϊτούς ελεφαντένιους που φέρνουν στις φτερούγες των τον κεραστή του Δία· για ιδές κι απάνω τι χαλιά πιο μαλακά απ' τον ύπνο. Τώρα θα 'πή κ' η Μίλητος, τώρα θα 'πή η Σάμος: «Για το χατήρι του Άδωνι στρώθηκαν δυο κρεββάτια.» Στώνα πλαγιάζει ο Άδωνις και στάλλο η Αφροδίτη. Μα δεν κεντούν το φίλημα ταχνούδωτά του χείλια.

Ας χαίρεται τον άντρα της η Αφροδίτη τώρα· κ' εμείς ας τόνε φέρωμε, πριν καλοξημερώση, με τη δροσιά της χαραυγής, στο περιγιάλι κάτω, κ' εκεί, με τα μαλλιά λυτά και με γυμνά τα στήθια, όλες μαζί ας αρχίσωμε το λιγερό τραγούδι.

«Εσ' είσαι ο μόνος, Άδωνι, από τους ημιθέους »που και στον Άδη κατοικείς κ' έρχεσαι και στον κόσμο. »Άλλος κανείς τη χάρη σου, μηδέ κι ο Αγαμέμνων, «μηδέ κι ο Αίας ο ήρωας, μηδέ κι αυτός ο Έκτωρ »ο πρώτος απ' τα είκοσι παιδιά πούχε η Εκάβη, »μηδέ κι αυτός ο Πάτροκλος, μηδέ κι αυτός ο Πύρρος »που νικητής εγύρισε πέρ' από την Τρωάδα, »μηδ' οι παλαιικώτεροι Λαπίθαι, μηδ' εκείνοι »του Δευκαλίωνος οι γυιοί, μηδέ κ' οι Πελοπίδαι »και μηδ' ακόμα οι Πελασγοί που κατοικούσαν στο Άργος, »μηδέ κανένας απ' αυτούς δεν είχε τέτοια χάρη. »Συμπάθησέ μας, Άδωνι, κ' έλα του χρόνου πάλι »και δείξου μας χαρούμενος και καλοκαρδισμένος. »Πάντα καλοδεχούμενος θε νάνε ο ερχομός σου.»

ΓΟΡΓΩ Άκουσες, Πραξινόη μου, πόσο σοφή είνε η κόρη; Καλότυχη είνε αληθινά για όσα τραγούδια ξέρει κι ακόμα πιο καλότυχη για τη γλυκειά φωνή της. Μάνε καιρός, μου φαίνεται, να πάμε και στο σπίτι. Ο άντρας μου είνε νηστικός κ' εύκολος στο θυμό του κι όταν πεινάη, αλλοίμονο σ' όποιον μπροστά του λάχη. Αγαπημένε μ' Άδωνι, χαίρε! κι όταν ξανάρθης χαρούμενους κι ολόχαρους όλους μας να μας εύρης.

ΧΑΡΙΤΕΣ Ή ΙΕΡΩΝ

Πάντοτ' οι κόρες του Διός υμνούν τους αθανάτους και πάντα υμνούν οι ποιηταί τη δόξα των ηρώων. Θεές οι Μούσες τους θεούς να τραγουδούνε πρέπει, άνθρωποι εμείς και πρέπει μας να τραγουδούμε ανθρώπους. Μα ποιος απ' όσους κατοικούν κάτω απ' το φως του ήλιου τις χάριτές μας δέχεται μ' ολάνοικτες αγκάλες και δεν τις αποδιώχνει ευθύς δίχως κανένα δώρο Κι αυτές με φρύδια σουφρωτά και με γυμνά τα πόδια ξαναγυρίζουν σπίτι μας και μας παραπονιούνται πως άδικα τις στείλαμε να κάνουν τόσο δρόμο. Κι όταν ξαναγυρίζουνε δίχως κανένα κέρδος, κρύβονται πάλιν οκνηρές μέσ' σταδειανό κουτί των και στα ψυχρά των γόνατα στηρίζουν το κεφάλι. Ποιος είν' εκείνος σήμερα ο τόσο ανοιχτοχέρης που θα δεχθή τους ύμνους μας και θα μας δείξη αγάπη; Δεν ξέρω· οι άντρες σήμερα δε λαχταρούν επαίνους γι' ανδραγαθίες κι αρετές όπως στα πρώτα χρόνια, μα νοιάζονται και κόβονται χρήματα να κερδίσουν. Καθένας με τα χέρια του στον κόρφο του χωμένα κυττάζει ολόγυρα να 'δή πούθε το χρήμα θάρθη και μήτε ταποτρίμματα στέργει να δώση σ' άλλους, και λέει: «καθένας μας εδώ κυττάει τον εαυτό του »κ' εγώ κυττάζω όσο μπορώ πειότερα ν' αποκτήσω· »πάντα φροντίζουν οι θεοί για τους τραγουδιστάδες. »Κ' έπειτα, ποιόν νακούσωμε; Ο Όμηρος φθάνει για όλους. »Για μένα πιο καλός, αυτός που χρήμα δε μου παίρνει.»

Τρελλοί, τι κέρδος απ' το βιος πούνε βαθιά κρυμμένο; κανένα. Αυτός που επιθυμεί να 'δή καλό απ' το βιος του, μέρος σκορπά για λόγου του και μέρος για τη φτώχεια, κάνει καλό σε συγγενείς, κάνει καλό και σ' άλλους και κάνει και συχνές-πυκνές για τους θεούς θυσίες κ' είνε το σπίτι του ανοιχτό και καλοδέχετ' όλους και στο τραπέζι τους καλεί με προθυμιά μεγάλη και φεύγουν όταν θέλουνε και τους ξεπροβοδώνει· κι απ' όλους περισσότερο τιμάει τους ποιητάς μας αν θέλη και παινέματα ν' ακούση όταν πεθάνη και να μην κλαίη αδόξαστος μέσα στον κρύο τον Άδη, σαν το φτωχό το δουλευτή και τον ερημοσπίτη πούχουν οι απαλάμες του κάλους απ' το σκερπάνι. Πολλοί που σκλάβοι εδούλευαν στου Αντίοχου τα χωράφια και στα χωράφια άλλοι πολλοί του βασιλιά του Αλεύα επαίρνανε προμήθειες για ολόκληρο το μήνα· πολλά μοσχάρια και πολλές καλόθρεφτες γελάδες εγύριζαν με μουγκρυτά στων Σκοπαδών τις στάνες· κοπάδια αρνιά των Κρεωνδών έβοσκαν στα λιβάδια, των Κρεωνδών που εδέχονταν φιλόξενα τους ξένους· μα απ' όλα αυτά τι κέρδισαν, τι πήρανε μαζί των, όταν ο Χάρος ο σκληρός στη βάρκα του τους πήρε; λησμονημένοι θάμεναν και ξεχασμένοι πάντα αν δεν τους έκανε γνωστούς και ξακουστούς στον κόσμο η αιολική πολύχορδη του Σιμωνίδη λύρα· μα κι άλογα γοργόποδα δοξάστηκαν κ' εκείνα που απ' τους αγώνας έφερναν της νίκης τα στεφάνια. Ποιος της Λυκίας τους ήρωας, τον Κύκνο από το χρώμα και ποιος τους γυιούς του Πρίαμου θα γνώριζεν ωστόσο αν δεν υμνούσαν ποιηταί τους παλαιούς πολέμους; Ούτ' ο Οδυσσεύς που εγύριζε χαμένος δέκα χρόνια και στα στερνά και ζωντανός κατέβηκε στον Άδη κ' εξέφυγε κι απ' τη σπηληά του άγριου Κυκλομμάτη, μα κι ούτε κι ο χοιροβοσκός ο Εύμαιος, κι ο βουκόλος Φιλοίτιος, ούτε κι αυτός ο ηρωικός Λαέρτης θε νάχαν την πολύχρονη και την τρανή των δόξα αν δεν τους αποθέωναν του Ομήρου τα τραγούδια.

Μόνον οι Μούσες φέρνουνε τη δόξα στους ανθρώπους, και τα πολλά τα χρήματα, που οι πεθαμμένοι αφήνουν, τα τρώνε και τα χαίρονται όσοι απομένουν πίσω. Μ' αν θέλης το φιλάργυρο να τόνε μεταλλάξης είνε σαν να σου πέρασε να πας στο περιγιάλι και να μετράς τα κύματα που στέλνει εκεί ο αγέρας, ή σαν να θες με το νερό ν' ασπρίση η μαύρη πέτρα. Μακρυά από με ο φιλάργυρος με το πολύ το βιος του κι ας λαχταρά κι ας δέρνεται για να συνάξη κι άλλο· εγώ το βιος δεν το ποθώ, μα προτιμώ και θέλω του κόσμου την υπόληψη, του κόσμου την αγάπη. Με τη βοήθεια των Μουσών ψάχνω να βρω τον άντρα που να ταξίζη να του 'πώ παινετικά τραγούδια· γιατ' είνε δύσκολο πολύ τέτοιους ανθρώπους ναύρης χωρίς τις κόρες του Διός που γνωστικά λογιάζει. Ακόμα δεν απόκαμεν ο ουρανός γυρνώντας να σέρνη και να φέρνη εδώ τους μήνες και τους χρόνους· πολλά θα σύρουν άρματα τάλογα τα βαρβάτα· και θα φανή κι ο νικητής που ωδή θε να του πλέξω· και θάν' οι νίκες του τρανές σαν του Αχιλλέως τις νίκες ή σαν τις νίκες του Αίαντος πέρα στην πεδιάδα πούν' ο Σιμόεις ποταμός, πούνε κι ο τάφος του Ίλου. Από τα τώρα οι Φοίνικες άρχισαν να τον τρέμουν, οι Φοίνικες που κατοικούν στην άκρη της Λιβύας στη χώρα την απλόστρωτη κατά τη δύση του ήλιου. Οι Συρακούσιοι κρατούν τα δόρατά τους τώρα κ' οι ασπίδες από ξύλο ιτιάς τα χέρια τους βαραίνουν. Ανάμεσα σ' όλους αυτούς περήφανος ο Ιέρων σαν τους αρχαίους ήρωας αρματωμένος είνε· την περικεφαλαία του τρίχες αλόγου ησκιώνουν. Πατέρα Δία, κι Αθηνά θεά, και Περσεφόνη όπου με τη μητέρα σου μαζί σας έχει λάχει η πλούσια και πολύκαρπη των Εφυραίων χώρα, είθε από τούτο το νησί κακήν κακώς να φύγουν οι εχθροί, κι όσοι γλυτώσουνε, το μήνυμα του ολέθρου να φέρουν στην πατρίδα των και σ' όλους τους 'δικούς των· κ' οι χώρες μας που οι βάρβαροι τις έχουνε ρημάξει σαν μάννες να καλοδεχτούν και πάλι τα παιδιά των ναρχίσουν να δουλεύωνται τα έρημα χωράφια· καλοθρεμμένα πρόβατα στους κάμπους να βελάζουν τα βώδια να γυρίζουνε το βραδυνό στις στάνες στον οδοιπόρο δείχνοντας το βήμα του να βιάση· ταλέτρι για το σπόρισμα τη γη να ξανανιώνη, μέσ' στον καιρό που ο τζίτζικας, κρυμμένος στακροκλώνια να μην τον εύρουν οι βοσκοί, δεν παύει το τραγούδι· ναπλώνουν γύρω στάρματα τα υφάδια των οι αράχνες κι ο πόλεμος να ξεχαστή και τώνομά του ακόμα· οι ωδές να φέρουν άφταστη του Ιέρωνος τη δόξα πέρα και πέρα, πιο μακρυά κι απ' της Σκυθίας τον πόντο, στα κάστρα που η Σεμίραμις με πίσσα τάχει στρώσει και μέσα εκεί εβασίλευε — κάστρα πλατιά, μεγάλα. Δεν είμαι μόνος μου, πολλούς οι Μούσες αγαπούνε κι όλοι μας στην Αρέθουσα θα πλέξωμε τραγούδια, θα πλέξωμ' ύμνους στο λαό, στου Ιέρωνος τις νίκες. Ω Χάριτες του Ετεοκλή, Χάριτες, που αγαπάτε τον ξακουσμένο Ορχομενό κάποτ' εχθρό της Θήβας, εγώ δεν πάω ακάλεστος, μα σ' όσους με καλέσουν, παίρνω τις Μούσες συντροφιά και θαρρετά θα δράμω. Όμως και σας, ω Χάριτες, μαζί μου θα σας πάρω, γιατί χωρίς τις Χάριτες τίποτε δεν αρέσει. Άμποτε, Χάριτες, εγώ πάντα μαζί σας νάμαι.

ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΝ

Αρχή και τέλος της ωδής ο Ζευς ας είνε, ω Μούσαι, όταν στον πρώτο απ' τους θεούς πλέκωμ' εμείς τραγούδια· κι ο Πτολεμαίος που δείχνεται πρώτος μέσ' στους ανθρώπους κι αυτός ας είνε στην αρχή, στη μέση και στο τέλος. Οι ήρωες που γεννήθηκαν από τους ημιθέους σοφούς ευρήκαν ποιητάς στ' ανδραγαθήματά των· κ' εγώ, που ξέρω να επαινώ, τον Πτολεμαίο θα ψάλω· γιατί τους ύμνους κ' οι θεοί τους έχουν για καμάρι. Καθώς μέσ' σε βαθήσκιωτο, πυκνόδεντρο λαγκάδι ο ξυλοκόπος πούρχεται δεν ξέρει πού ναρχίση, έτσι δεν ξέρω μηδ' εγώ τι να πρωτοδιαλέξω απ' όσα έδωκαν οι θεοί στο βασιλέα εκείνο.

Ο ξακουστός πατέρας του, ο Πτολεμαίος του Λάγου, δείχνονταν πάντοτ' άξιος έργα τρανά να κάνη, που μήτε να τα στοχασθούν οι άλλοι δεν μπορούσαν. Εκείνος αξιώθηκεν αθάνατος να γίνη και στα παλάτια του Διός θρόνος χρυσός του εστήθη. Στο πλάγι του ο Αλέξανδρος που οι Πέρσαι τόνε τρέμουν· αντίκρυ, στέρεος και γερός, διαμαντοκαμωμένος στέκετ'ο θρόνος του Ηρακλή του αντρείου κενταυροφόνου· εκεί κ' εκείνος χαίρεται μ' όλους μαζί τους άλλους το φαγοπότι των θεών, και μυριοκαμαρώνει ταγγόνια του, που απόσβησεν ο Ζευς τα γηρατειά των κ' εγίνηκαν αθάνατοι οι απόγονοι του εκείνοι. Γιατ' η γενιά των και των δυο κρατά απ' τον Ηρακλείδη και φθάνει λογαριάζοντας ως το στερνό Ηρακλέα. Όταν χορτάση πίνοντας το μυρωδάτο νέκταρ κ' έρχεται στης γυναίκας του να γύρη την αγκάλη, στον ένα τη φάρετρά του δίνει και το δοξάρι, στον άλλο δίνει το βαρύ με ρόζους ρόπαλό του. Κι αυτοί, κρατώντας τάρματα, τον φέρνουνε κ' οι δυο των το γυιό του Δία στην κάμαρα της ασπροπόδας Ήβης.

Η Βερενίκη ανάλαμπε στις φρόνιμες γυναίκες κ' ήταν ασύγκριτη τιμή και δόξα στους γονιούς της. Τον κόρφο εκείνης η θεά της Κύπρου η Αφροδίτη εχάιδεψε με ταπαλά και λυγερά της χέρια· γι' αυτό και δεν αγάπησε, κατά πως λένε, τόσο κανένας τη γυναίκα του, όσον ο Πτολεμαίος. Όμως ακόμα πιο πολύ τον αγαπούσ' εκείνη· έτσι, κι όταν επήγαινε στην κλίνη της μ' αγάπη, εμπιστευόταν θαρρετά το θρόνο του στους γυιούς του. Σε ξένους άντρες πάει ο νους της άπιστης γυναίκας· κι αν είν' οι γέννες της πολλές και γόνιμη είν' εκείνη, μα τα παιδιά της δεν μπορούν να μοιάζουν του πατέρα, Εσύ, Αφροδίτη, η πιο ώμορφη μέσ' στις θεές του Ολύμπου, εσύ την επροστάτευες και μήτε την αφήκες το θλιβερό τον ποταμό του Χάρου να περάση· μα βιαστικά την άρπαξες πριν φτάση να πατήση στη βάρκα την κατάμαυρη που σέρνει πεθαμμένους, και στο 'δικό σου το ναό την έβαλες για πάντα κι απ' τις 'δικές σου τις τιμές έδωκες και σ' εκείνη. Από 'κει μέσα, σπλαχνική, χαρίζει στους ανθρώπους γλυκειές αγάπες, διώχνοντας τις πικραμμένες έννοιες.

