# Στοχασμοί

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34767/index.md

Εδώ η μίμηση ως το σημείο που προχώρησε ήταν φυσικά τυχαία. Στην ακόλουθη περίπτωση η μίμηση ήταν συνειδητή. Στα 1879, όταν είχα φύγει απ' την Οξφόρδη, στο σπίτι ενός από τους ξένους πρέσβεις αντάμωσα μια γυναίκα πολύ παράξενης εξωτικής ομορφιάς. Γενήκαμε στενοί φίλοι και πάντα είμαστε μαζί. Μολαταύτα ό,τι μ' ενδιέφερε πιο πολύ σ' αυτήν ήταν όχι η ομορφιά της, μα ο χαρακτήρας της, ο εντελώς αόριστος χαρακτήρας της. Φαινόταν σαν να μην είχε καμμιά προσωπικότητα, μα την πιθανότητα πολλών τύπων. Κάποτε παραγινόταν αποκλειστικά στην τέχνη, μεταμόρφωνε το σαλόνι της σε ατελιέ και περνούσε δυο ή τρεις μέρες την εβδομάδα στις πινακοθήκες ή στα μουσεία. Άλλοτε παρευρισκότανε σε ιπποδρόμια, φορούσε τα πιο αλλόκοτα κοστούμια της ιππευτικής και δεν μιλούσε παρά για στοιχήματα. Άφινε τη θρησκεία χάριν του μεσμερισμού(ζωικομαγνητισμού), τον μεσμερισμό για την πολιτική και την πολιτική για τις μελοδραματικές συγκινήσεις της φιλανθρωπίας. Ήταν πράγματι ένα είδος Πρωτέως και τέτοιαν αποτυχία είχε σ' όλες της τις μεταμορφώσεις, όποιαν είχε κ' εκείνος ο θαυματουργός θαλάσσιος θεός, όταν τον έπιασε ο Οδυσσεύς. Μια μέρα σε κάποιο γαλλικό περιοδικό άρχισε να δημοσιεύεται ένα έργο με συνέχεια. Εκείνη την εποχή διάβαζα τέτοια διηγήματα και θυμούμαι καλά τι έκπληξη μου έκανε η περιγραφή της ηρωίδος. Έμοιαζε τόσο πολύ τη φίλη μου που επήγα το περιοδικό σ' αυτήν κι ανεγνώρισε εκεί μέσα τον εαυτό της και φάνηκε σαν να γοητεύθηκε από την ομοιότητα. Πρέπει να σας πω εν παρόδω ότι το διήγημα ήταν μεταφρασμένο από το έργο ενός Ρώσσου συγγραφέως, που δεν είχε πάρει βέβαια τον τύπο του από τη φίλη μου. Λοιπόν για να πούμε σύντομα περί τίνος πρόκειται λίγους μήνες αργότερα ήμουν στη Βενετία και βρίσκοντας το περιοδικό στο αναγνωστήριο του ξενοδοχείου το πήρα να ιδώ τι απόγινε η ηρωίδα. Ήταν πολύ λυπηρά η διήγηση, γιατί το κορίτσι στο τέλος είχε φύγει με κάποιον άνθρωπο πολύ κατώτερό της στην κοινωνική θέση, μα και στο χαρακτήρα όπως και στο μυαλό. Έγραψα την ίδια κείνη βραδυά στη φίλη μου τη γνώμη μου για τον John Bellini και τα θαυμαστά παγωτά στου Φλόριο και την καλλιτεχνικήν αξία της γόνδολας, αλλά πρόσθεσα σε υστερόγραφο πως το ομοιότυπό της στο διήγημα είχε φερθή πολύ άσχημα. Δεν ξέρω γιατί το πρόσθεσα αυτό, όμως θυμούμαι πως έννοιωσα κάποιο φόβο μέσα μου μήπως κι αυτή θα έκανε το ίδιο. Προτού το γράμμα μου την προλάβη, αυτή είχε φύγει με κάποιον, που την άφησε ύστερ' από έξη μήνες. Την είδα κατόπιν στα 1884 στο Παρίσι όπου κατοικούσε με τη μητέρα της, και τη ρώτησα αν το διήγημα είχε να κάνη τίποτε με τη δική της ιστορία. Μου είπε ότι είχε αισθανθή μιαν όλως διόλου αδάμαστη παρόρμηση ν' ακολουθήση βήμα προς βήμα την ηρωίδα στον αλλόκοτο και μοιραίο δρόμο της κι ότι μ' αίσθημα αληθινού τρόμου επρόβλεπε τα τελευταία λίγα κεφάλαια της ιστορίας. Όταν δημοσιεύθηκαν της φάνηκε πως ήταν υποχρεωμένη να τα αντιγράψη στη ζωή της κι αυτό το έκαμε. Να ολοφάνερο κ' εξαιρετικά μάλιστα τραγικό παράδειγμα του μιμητικού ενστίκτου που έλεγα.

Δεν θέλω μολαταύτα να επιμείνω σε ατομικά παραδείγματα. Η προσωπική πείρα είναι ένας πολύ κακός και περιωρισμένος κύκλος. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι η γενική αρχή ότι η Ζωή μιμείται την Τέχνη πολύ περισσότερο παρ' όσον η Τέχνη τη Ζωή και είμαι βέβαιος ότι, αν σκεφθήτε λιγάκι γι' αυτό, θα βρήτε πως είναι σωστό. Η Ζωή βαστάει τον καθρέφτη μπροστά στην Τέχνη και είτε αντιγράφει κανένα παράξενο τύπο της φαντασίας κάποιου ζωγράφου ή γλύπτη είτε εφαρμόζει στην πράξη τόνειρο του Μύθου. Και για να μιλήσουμε επιστημονικά, η βάση της ζωής, η ενέργεια της ζωής, όπως θάλεγε ο Αριστοτέλης, είναι απλούστατα η επιθυμία της εκφράσεως και η Τέχνη παρουσιάζει πάντα λογής- λογής φόρμες, που μ' αυτές να μπορή να πραγματοποιήται η έκφραση εκείνη. Η ζωή αρπάζει τις φόρμες αυτές και τις μεταχειρίζεται κι όταν ακόμα τη βλάπτουν. Πολλοί νέοι αυτοκτόνησαν γιατί αυτοκτόνησε ο Rolla, σκοτώθηκαν με τα ίδια τους χέρια γιατί με τα ίδια του χέρια σκοτώθηκε ο Werther. Συλλογίσου μια φορά τι χρωστούμε στη μίμηση του Χριστού ή του Καίσαρος.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Η θεωρία τούτη είναι αναμφισβήτητα πολύ περίεργη, αλλά για να τη συμπληρώσης πρέπει να δείξης ότι και η Φύση, όπως η Ζωή, είναι μίμηση της Τέχνης. Είσαι προετοιμασμένος για να το αποδείξης αυτό;

ΒΙΒΙΑΝ. — Αγαπητέ μου, είμαι προετοιμασμένος ν' αποδείξω οτιδήποτε.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ώστε η φύση ακολουθεί τον τοπιογράφο και παίρνει απ' αυτόν τις εντυπώσεις που θα κάμη;

ΒΙΒΙΑΝ. — Βέβαια. Κι από πού παίρνομε, αν όχι από τους Εμπρεσσιονιστάς, εκείνες τις θαυμαστές σταχτιές ομίχλες, που κατεβαίνουν έρποντας στους δρόμους μας, λερώνοντας τους φανούς του φωταερίου και μετατρέποντας τα σπίτια μας σε σκιές τεράτων; Σε ποιον χρωστούμε, αν όχι σ' αυτούς και στο δάσκαλό τους, τις αξιολάτρευτες ασημένιες καταχνιές που κατακαθίζουν επάνω στον ποταμό μας και μεταμορφώνουνε σε λιπόθυμες μορφές ωχρής χάρης την καμπυλωτή γέφυρα και τη σαλευόμενη λέμβο; Την έκτακτην αλλαγή στο κλίμα της Αγγλίας τα τελευταία δέκα χρόνια τη χρωστούμε ολότελα σε ωρισμένη σχολή Τέχνης. Χαμογελάς. Κύτταξε το ζήτημα από την επιστημονικήν ή μεταφυσική του όψη και θα δης πως έχω δίκηο. Γιατί τι είναι η Φύση; Η Φύση δεν είναι καμμία μεγάλη μάννα, που μας γέννησε. Είναι δικό μας πλάσμα. Στο μυαλό μας μέσα ζωντανεύει. Τα πράματα υπάρχουνε γιατί τα βλέπομε. Το τι βλέπομε και πώς τα βλέπομε εξαρτάται από τις Τέχνες, που μας έκαναν επίδραση. Να κυττάξη κανείς ένα πράμα είναι πολύ διαφορετικό από το να το βλέπη. Δεν βλέπει κανείς κάτι όσο δεν βλέπει την ομορφιά του. Μονάχα όταν τη δη, έρχεται εκείνο σε ύπαρξη. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουν την καταχνιά, όχι γιατί είναι καταχνιά, αλλά γιατί οι ποιηταί και οι ζωγράφοι διδάξανε τη μυστηριώδη ερασμιότητα τέτοιων φαινομένων. Μπορεί να υπήρχαν καταχνιές στο Λονδίνο αιώνες τώρα. Τολμώ να πω ότι υπήρχαν, αλλά κανένας δεν τις είδε, κ' έτσι δεν ξέρουμε τίποτε γι' αυτές. Δεν υπήρχαν ως που να τις βρη η Τέχνη. Τώρα πρέπει να παραδεχθούμε ότι γίνεται κατάχρηση της καταχνιάς. Κατάντησε απλή επιτήδευση τρόπου μιας κλίκας, που ο υπέρμετρος ρεαλισμός των μεθόδων της φέρνει βρογχίτιδα στους κουτούς. Εκεί που οι μορφωμένοι αρπάζουν καμμιάν εντύπωση, οι αμόρφωτοι αρπάζουν κανένα κρυολόγημα. Έτσι να γενούμε λίγο φιλάνθρωποι και να καλέσουμε την Τέχνη να στρήψη αλλού τα θαυμάσια μάτια της. Τόκαμε κιόλας αληθινά. Εκείνο το λευκό τρέμουλο φως του ήλιου, που βλέπει κανείς τώρα στη Γαλλία με ταλλόκοτα μωβ εξανθήματα και τις ακατάπαυστα κινούμενες μενεξεδένιες σκιές είναι η τελευταία της φαντασία και στο σύνολο του η Φύση το αναπαράγει θαυμαστά. Εκεί που μας έδινε τους Corots και Daubignys, μας δίνει τώρα εξαίρετους Manets και γόητες Pisaros, που μας φέρουνε σε έκσταση. Είναι στιγμές, λίγες πράγματι, αξιοπαρατήρητες όμως πού και πού, όπου η Φύση γίνεται απολύτως μοντέρνα. Βέβαια δεν είναι πάντα να βασισθή κανείς σ' αυτή. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκεται κάποτε στην ατυχή αυτή θέση. Η Τέχνη δημιουργεί μιαν ασύγκριτη και μοναδικήν εντύπωση και ύστερ' απ' αυτό τραβάει πέρα σ' άλλα πράματα. Η Φύση απ' το άλλο μέρος ξεχνώντας ότι η μίμηση μπορεί να γίνη ο πιο ειλικρινής τρόπος προσβολής εξακολουθεί να επαναλαμβάνη αυτό το αποτέλεσμα ως που όλοι να το βαρεθούμε. Κανένας σήμερα μ' αληθινή μόρφωση δεν μιλεί ποτέ πια για την ωραιότητα μιας δύσεως. Οι δύσεις του ήλιου είναι όλως διόλου παληάς μόδας. Ανήκουνε στην εποχή που ο Turner (23) ήταν η τελευταία νότα στην Τέχνη. Το να τις θαυμάζη κανείς τώρα είν' ένα διακριτικό σημάδι επαρχιωτισμού στην ιδιοσυγκρασία. Χώρια που όσο πάνε και χειροτερεύουν. Χθες η κυρία Arundel επέμενε να πάω στο παράθυρο και να κυττάξω τον ουρανό στη δόξα του, καθώς είπε. Βέβαια και δεν μπορούσα να μην πάω να ιδώ. Η κυρία Arundel είναι μια από κείνες τις ψευτόμορφες Φιλισταίες, που δεν μπορεί κανείς τίποτε να τους αρνηθή. Και τι ήταν; Απλούστατα ένας Turner δευτέρας τάξεως, ένας Turner μιας κακής περιόδου με όλα τα χειρότερα σφάλματα ενός ζωγράφου μεγαλοποιημένα κ' έντονα. Φυσικά είμαι πρόθυμος να παραδεχθώ ότι και η Ζωή πολύ συχνά κάνει το ίδιο σφάλμα. Παράγει τους ψεύτικους Renés (24) της και τους πλαστούς της Vautrins (25), ακριβώς όπως η Φύση μας δίνει τη μια μέρα έναν ύποπτο Cuyp (26) και την άλλη έναν περισσότερο από αμφισβητήσιμο Rousseau (27). Ωστόσο η Φύση ερεθίζει περισσότερον κανένα, όταν κάνη τέτοια πράματα. Φαίνεται τόσον ανόητο, τόσον πεζό, τόσον περιττό. Ένας ψεύτικος Vaudrin μπορεί να είναι ευχάριστος. Ένας ύποπτος Cuyp είναι ανυπόφορος. Όμως δεν θέλω να είμαι περαπολύ σκληρός προς τη Φύση. Ήθελα το κανάλι, μάλιστα στο Hastings, να μη φαινόταν τόσο συχνά σαν ένας Henry Moore (28), γκρίζο μαργαριτάρι με κίτρινες φωτοβολές, αλλά πάλιν όταν η Φύση έχη πιο μεγάλη ποικιλία και η Τέχνη φυσικά θα έχη μεγαλύτερη ποικιλία. Ότι μιμείται την Τέχνη δεν νομίζω ότι θα το αρνιόταν τώρα κι ο χειρότερος εχθρός της. Είναι το μοναδικό σημάδι, που την κρατεί σε συνάφεια με τον πολιτισμένον άνθρωπο. Aλλ' απέδειξα τάχα τη θεωρία μου προς ευχαρίστησή σου;

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Την απόδειξες προς μεγάλη μου δυσαρέσκεια κι αυτό είναι καλύτερο. Όμως κι όταν ακόμα παραδεχθής την ύπαρξη τέτοιου μιμητικού ενστίκτου στη Ζωή και στη Φύση, σίγουρα θα ομολογήσης ότι η Τέχνη εκφράζει τον χαρακτήρα της εποχής της, το πνεύμα του καιρού της, τις ηθικές και κοινωνικές συνθήκες, που την τριγυρίζουν και που κάτω από την επίδρασή της φανερώνεται.

ΒΙΒΙΑΝ. — Όχι βέβαια! Η Τέχνη δεν εκφράζει τίποτε άλλο παρά τον εαυτό της. Αυτή είναι η αρχή της νέας αισθητικής μου· κι αυτό πιο πολύ παρά ο ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ μορφής και ουσίας που εξηγεί επίμονα ο κ. Pater (29) είναι που κάνει τη Μουσική τον τύπον όλων των Τεχνών. Φυσικά τα έθνη και τα άτομα με τη γερή φυσική ματαιοδοξία, που είναι το μυστικό της υπάρξεως, μένουν πάντα με την εντύπωση πως γι' αυτούς μιλούν οι Μούσες, προσπαθούν πάντα να βρούνε στη γαλήνια αξιοπρέπεια της τέχνης της φαντασίας κάποιον καθρέφτη των θολωμένων παθών τους, ξεχνώντας πάντα ότι ο ψάλτης της ζωής δεν είναι ο Απόλλων, αλλά ο Μαρσύας. Μακρυά από την πραγματικότητα και με τα μάτια γυρισμέν' από τους ίσκιους του σπηλαίου η Τέχνη ξεσκεπάζει την τελειότητα τη δική της και ο έκπληκτος όχλος, που βλέπει το άνοιγμα του θαυμαστού πολυπέταλου ρόδου φαντάζεται πως η δική του ιστορία είναι εκείνη που ανιστοριέται εκεί, το δικό του πνεύμα εκείνο που βρίσκει νέα μορφή. Όμως δεν είναι αυτό. Η πιο υψηλή τέχνη πετάει το βάρος του ανθρωπίνου πνεύματος και κερδίζει πιο πολύ από ένα νέο μέντιουμ καινούργιου υλικού παρά από οποιοδήποτε ενθουσιασμό για την τέχνη ή από όποιο υψηλό πάθος ή όποιο μεγάλο ξύπνημα της συναισθήσεως των ανθρώπων. Ξεδιπλώνεται αποκλειστικά στις δικές της γραμμές. Δεν συμβολίζει καμμιάν εποχή. Οι εποχές είναι δικά της σύμβολα.

Ακόμα κι όσοι υποστηρίζουν ότι η Τέχνη αντιπροσωπεύει πάντα μιαν εποχή κ' έναν τόπο και κάποιο λαό δεν μπορεί να μη παραδεχθούν ότι όσον περισσότερο μιμητική είναι μία Τέχνη τόσον ολιγώτερον αντιπροσωπεύει το πνεύμα της εποχής της· τα μοχθηρά πρόσωπα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων μας κυττάζουν από κάτω από τον ακάθαρτο πορφυρίτη και τη στιγματισμένην λάσπη, που ευχαριστιόνταν να τα δουλεύουν οι ρεαλισταί αρτίστες της εποχής και φανταζόμεθα ότι στα ωμά εκείνα χείλη και τις βαρειά ηδονικές μασέλλες μπορούμε να βρούμε το μυστικό της καταστροφής της Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν όμως έτσι. Οι κακίες του Τιβέριου δεν μπορούσαν να χαλάσουν εκείνον τον υπέροχο πολιτισμό, απαράλλακτα όπως οι αρετές των Αντωνίνων δεν μπορούσαν να τον σώσουν. Έπεσε γι' άλλους μικροτέρου ενδιαφέροντος λόγους. Οι Σίβυλλες και οι προφήτες της Κάπελας Σιξτίνας (30) μπορεί να χρησιμεύσουν σε μερικούς για να ξηγήσουν τη νέα εκείνη γέννηση του χειραφετημένου Πνεύματος, που λέμε Αναγέννηση. Αλλά τι μας λεν οι μεθύστακες και φωνακλάδες χωρικοί της Ολλανδικής Τέχνης για τη μεγάλη ψυχή της Ολλανδίας; Όσο πιο αφηρημένη και πιο εθνική είναι μία Τέχνη, τόσο περισσότερο μας ξεσκεπάζει τον χαρακτήρα της εποχής της. Αν θέλουμε να νοιώσουμε με το μέσον της Τέχνης ένα Έθνος, να κυττάξουμε την αρχιτεκτονική ή τη μουσική του.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Συμφωνώ τελείως με σένα σ' αυτό. Το πνεύμα μιας εποχής μπορεί κάλλιστα να εκφρασθή με τις αφηρημένες και ιδεολογικές τέχνες, γιατί αφηρημένο και ιδεολογικό είναι και το Πνεύμα. Από το άλλο μέρος, για την όψη μιας εποχής, για το εξωτερικό της, πρέπει φυσικά να καταφύγουμε στις εικαστικές τέχνες.

ΒΙΒΙΑΝ. — Δεν το νομίζω. Κ' επιτέλους ό,τι πράγματι προσφέρουν οι εικαστικές τέχνες είναι απλώς το διαφορετικό ύφος ξεχωριστών καλλιτεχνών ή ωρισμένων καλλιτεχνικών σχολών. Ασφαλώς δεν φαντάζεσαι ότι οι άνθρωποι του Μεσαιώνος έχουν καμμιάν ομοιότητα με τις εικόνες τις ζωγραφισμένες επάνω σε μεσαιωνικά χρωματιστά γυαλιά ή σε μεσαιωνικές λιθογραφίες ή ξυλογραφίες ή μεταλλουργήματα και ταπητουργήματα ή χειρόγραφα. Ήταν πιθανώτατα πολύ κοινοί τύποι με τίποτε που να ήταν αλλόκοτο ή αξιοπαρατήρητο ή φανταστικό στην όψη. Ο μεσαιών, όπως τον εγνωρίσαμε στην Τέχνη, είναι απλώς μία ωρισμένη μορφή ύφους και δεν υπάρχει κανείς λόγος γιατί ένας καλλιτέχνης μ' αυτό το ύφος να μην έπρεπε να γεννηθή στον δέκατον ένατον αιώνα. Κανένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν βλέπει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι. Αν τα έβλεπε έτσι, θα έπαυε να είναι καλλιτέχνης. Πάρε ένα παράδειγμα από την εποχή μας. Ξέρω ότι αγαπάς πολύ τα γιαπωνέζικα είδη. Τώρα πράγματι φαντάζεσαι ότι υπάρχουν Γιαπωνέζοι, όπως μας παρουσιάζονται στην Τέχνη; Αν το φαντάζεσαι, δεν κατάλαβες καθόλου τη γιαπωνέζικη Τέχνη. Οι Γιαπωνέζοι είναι το με σκέψη και αυτοσυνείδητο δημιούργημα μερικών ξέχωρων καλλιτεχνών. Αν τοποθετήσετε μιαν εικόνα του Hokusai ή του Hokkei ή ενός οποιουδήποτε από τους μεγάλους ντόπιους ζωγράφους δίπλα σ' ένα Γιαπωνέζο κύριον ή μια Γιαπωνέζα κυρία, θα ιδήτε ότι δεν υπάρχει και η ελαχίστη ομοιότης μεταξύ των. Οι σημερινοί άνθρωποι που ζούνε στην Ιαπωνία δεν είναι διαφορετικοί από τους κοινούς Εγγλέζους, δηλ. είναι όλως διόλου κοινοί τύποι και δεν έχουν τίποτε το περίεργο ή έκτακτο. Πράγματι δε ολάκερη η Ιαπωνία είναι μια καθαρά εφεύρεση. Δεν υπάρχει τέτοια χώρα ούτε τέτοιος λαός. Ένας από τους γοητευτικώτερους ζωγράφους μας επήγε τελευταία στη χώρα των Χρυσανθέμων με την ανόητην ελπίδα να ιδή Γιαπωνέζους. Όλο που είδε, όλο που είχε την ευκαιρία να ζωγραφίση ήταν λίγα φανάρια και μερικές βεντάγιες. Εστάθη ολότελ' ανίκανος ν' ανακαλύψη τους κατοίκους, όπως κάλλιστα τόδειξε η έκθεσή του στην Πινακοθήκη των κ. κ. Dowdeswell. Δεν ήξερε πως οι Γιαπωνέζοι είναι απλώς, όπως είπα, κάποιος τρόπος για έκφραση, μια εξαίσια καλλιτεχνική φαντασία. Κ' έτσι λοιπόν, αν θέλης να έχης εντύπωση από τίποτε γιαπωνέζικο, μην κάνης σαν περιηγητής και πας στην Ιαπωνία. Απεναντίας να καθήσης στο σπίτι σου και να βυθιστής στα έργα γιαπωνέζων καλλιτεχνών και έπειτα, όταν θα έχης αφομοιώσει μέσα σου το πνεύμα του ύφους των και συλλάβει τον φανταστικό τρόπο της ενατενίσεώς των, πήγαινε κανέν απόγευμα και κάθου στο Πάρκο ή κάνε βόλτες κάτω στο Piccadilly κι αν δεν έχης εκεί απολύτως γιαπωνέζικες εντυπώσεις, πουθενά δεν θα τις έχης. Ή για να γυρίσωμε πίσω στα περασμένα, πάρε άλλο παράδειγμα, τους αρχαίους Έλληνες. Νομίζεις ότι η Ελληνική Τέχνη μας λέει καμμιά φορά σαν τι ήταν οι Έλληνες; Πιστεύεις ότι οι Ατθίδες ήταν όμοιες με τις αγαλματένιες μεγαλοπρεπείς μορφές των ζωοφόρων του Παρθενώνος ή σαν τις θαυμαστές θεές που είναι καθισμένες στις τριγωνικές προσόψεις του ίδιου μνημείου; Αν κρίνετε από την Τέχνη, βέβαια θα ήταν. Αλλά διαβάστε αίφνης μιαν αυθεντία, όπως ο Αριστοφάνης, θα βρήτε πως οι Ατθίδες κουμπώνονταν σφιχτά, φορούσαν σανδάλια με ψηλά τακούνια, βάφανε τα μαλλιά τους κίτρινα, έβαζαν κοκκινάδι στο πρόσωπο κ' έμοιαζαν απαράλλακτα οποιαδήποτε σημερινή ανόητη της μόδας ή πεσμένη γυναίκα. Το γεγονός είναι ότι κυττάζομε πίσω στους αιώνες απολύτως μέσον της Τέχνης και η Τέχνη ευτυχώς ούτε μια φορά δεν μας είπε την αλήθεια.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αλλά τι θα πης για τα νεωτεριστικά πορτραίτα των άγγλων ζωγράφων; Ασφαλώς μοιάζουν τους ανθρώπους που έχουν την αξίωση ότι αναπαριστάνουν.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ακριβώς. Τόσο πολύ τους μοιάζουν, ώστε ύστερ' από εκατό χρόνια κανένας δεν θα τα πιστέψη. Τα μόνα πορτραίτα, που κανείς πιστεύει, είναι τα πορτραίτα που μέσα τους πολύ λίγο είναι εκείνου που ποζάρει και παραπολύ του καλλιτέχνη. Του Holbein τα σκίτσα ανδρών και γυναικών της εποχής του μας κάνουν εντύπωση με την απόλυτη πραγματικότητά τους. Αλλ' αυτό συμβαίνει απλούστατα, γιατί ο Holbein ανάγκασε τη ζωή να δεχθή τους όρους του, να περιορισθή στα όρια που της έβαλε αυτός, ν' αναπαράγη τον τύπο που έδιδε και να φαίνεται όπως ήθελε αυτός. Είναι το ύφος που μας κάνει να πιστεύωμε κάτι, το ύφος και τίποτε άλλο. Παρά πολλοί από τους νεώτερους προσωπογράφους μας είναι προωρισμένοι σε απόλυτη λησμονιά. Ποτέ δεν ζωγραφίζουν ό,τι βλέπουν, ζωγραφίζουν ό,τι το κοινό βλέπει και το κοινόν ποτέ δεν βλέπει τίποτε.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Νομίζω πως θα μπορούσα τώρα ν' ακούσω μ' ευχαρίστηση το τέλος του άρθρου σου.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ευχαρίστως. Αν θα ωφελήση όμως σε τίποτε, αυτό δεν μπορώ πράγματι να το πω. Ο αιών μας είναι ασφαλώς ο πιο κουτός και πιο πεζός αιών που μπορούσε να υπάρχη. Γιατί ακόμα κι ο Ύπνος μας εγέλασε κ' έκλεισε τις ελεφαντένιες τις πόρτες κι άνοιξε τις κεράτινες πόρτες. Τα όνειρα της μεγάλης μέσης τάξεως τούτης της χώρας, όπως ανιστοριούνται στους δύο ογκώδεις τόμους του κ. Myers (31) και στις Πραγματείες της ψυχικής Εταιρείας, είναι τα πιο θλιβερά πράματα που εδιάβασα ποτέ. Δεν υπάρχει ούτε ένας καν όμορφος βραχνάς ανάμεσα σ' αυτά. Είναι κοινοί, ευτελείς και οχληροί. Όσο για την Εκκλησία, δεν φαντάζομαι τίποτε καλύτερο για την ανάπτυξη μιας χώρας από την παρουσία μιας ομάδος ανθρώπων, που το χρέος τους να είναι το να πιστεύουν στο υπερφυσικό, να κάνουν κάθε μέρα θαύματα και να βαστούν ζωντανή εκείνη τη μυθοπλαστική δύναμη, που τόσο απαραίτητη είναι για τη φαντασία. Όμως στην Εκκλησία της Αγγλίας πετυχαίνει κανείς όχι με την επιδεκτικότητα πίστεως που έχει, αλλά με την ικανότητά του προς δυσπιστίαν. Η δική μας Εκκλησία είναι η μόνη όπου ο σκεπτικιστής παραστέκει στο βωμό κι όπου ο Άγ. Θωμάς θεωρείται ο ιδανικός απόστολος. Πολλοί άξιοι κληρικοί, που περνούνε τη ζωή τους με θαυμαστές αγαθοεργίες, ζουν και πεθαίνουν απαρατήρητοι κι αγνώριστοι· αλλ' αρκεί ένας επιπόλαιος, αμόρφωτος αρριβίστ, από όποιο από τα δύο Πανεπιστήμια, ν' ανέβη πάνω στο βήμα και να εκφράση τις αμφιβολίες του για την Κιβωτό του Νώε, τον όνο του Βαλαάμ ή τον Ιωνά και το κήτος για να τρέξη η μισή Λόντρα να τον ακούση και να κάθηται μ' ανοικτό το στόμα σ' εκστατικό θαυμασμό προς το υπέροχο μυαλό του. Η ανάπτυξη κοινής αντιλήψεως στην Αγγλικήν Εκκλησία είναι κάτι που να λυπάται κανείς πολύ. Είναι αληθινά μια εξευτελιστική υποχώρηση σε κατώτερη μορφή ρεαλισμού· είναι συγχρόνως κι ανόητο. Βγαίνει από μιαν εντελή άγνοια της ψυχολογίας. Ο άνθρωπος μπορεί να πιστέψη το αδύνατο, αλλά ποτέ το απίθανο. Ωστόσο ας διαβάσω το τέλος του άρθρου μου:

«Εκείνο που έχουμε να κάνουμε, εκείνο οπωσδήποτε που χρωστάμε να κάνουμε, είναι ν' αναζωογονήσουμε αυτήν την παληά Τέχνη της ψευδολογίας. Πολλή εργασία μπορεί φυσικά να γίνη για τη μόρφωση του λαού από ερασιτέχνες στον οικογενειακό κύκλο, σε φιλολογικά γεύματα και το μεταμεσημβρινό τσάι. Μα αυτό είναι απλώς η ελαφρά και χαριτωμένη όψη της ψευδολογίας, όπως πιθανόν ν' ακούστηκε στα γεύματα των Κρητών. Υπάρχουν και πολλές άλλες μορφές: Το να λεν ψέμματα για να κερδίζουν κανέν' άμεσο προσωπικόν όφελος λ. χ. — με κάποιον ηθικό σκοπό, όπως λένε — μολονότι τώρα τελευταίως το θεωρούν αυτό αξιοπεριφρόνητο, ήταν εξαιρετικά κοινό στον αρχαίο κόσμο. Η Αθηνά γελά, όταν ο Οδυσσεύς της λέη «τα λόγια των πονηρών του σχεδίων», κατά την φρασεολογία του William Morris, και η δόξα του έρωτα της ψευτιάς φωτίζει το ωχρό μέτωπο του άσπιλου ήρωα της τραγωδίας του Ευριπίδη και κατατάζει μεταξύ των ευγενικών γυναικών των περασμένων εποχών τη νέα νύφη μιας από τις ωραιότερες ωδές του Ορατίου. Αργότερα ό,τι στην αρχή δεν ήταν παρά έν' απλό φυσικό ένστικτον υψώθηκε σε αυτοσυνείδητη επιστήμη. Καλοδουλεμμένοι κανόνες συνταχθήκαν για οδηγία του ανθρωπίνου γένους και μια σπουδαία φιλολογική σχολή εφύτρωσε γύρω σ' αυτό το θέμα. Και πράγματι, όταν κανείς θυμηθή την έξοχη φιλοσοφική πραγματεία του Sanchez επάνω σ' ολάκερη την υπόθεση, δεν μπορεί να μη λυπηθή γιατί κανένας ποτέ δεν σκέφθηκε να κάνη μιαν ευθηνή και περιληπτικήν έκδοση των έργων του μεγάλου σοφιστή λύτη των προβλημάτων της συνειδήσεως. Ένα σύντομο στοιχειώδες έργο: «Πώς και πότε να λέη κανείς ψέμματα», κομψοτυπωμένο και φθηνό, θα είχε μεγάλη κυκλοφορία και θα πρόσφερε πρακτική υπηρεσία σε πολλούς ειλικρινείς και βαθυστόχαστους ανθρώπους. Να λέη κανείς ψέμματα για τη βελτίωση των νέων, που είναι η βάση της οικογενειακής ανατροφής, αυτό εξακολουθεί ακόμη μεταξύ μας, και τα πλεονεκτήματά του τόσο θαυμαστά ανιστοριούνται στα πρώτα βιβλία της Πολιτείας του Πλάτωνος, ώστε να είναι περιττό να μακραίνουμε το λόγο γι' αυτά. Είναι τρόπος ψευδολογίας που γι' αυτόν όλες οι καλές μητέρες έχουν ξέχωρες ικανότητες, είναι όμως επιδεκτικός μεγαλυτέρας αναπτύξεως κ' έχει μολαταύτα δυστυχώς παραμεληθή από το Σχολείο. Να ψεύδωνται για ένα μισθό είναι κάτι πολύ γνωστό στην Fleet Street και το επάγγελμα ενός πολιτικού ηγέτη — συγγραφέως βρίσκει κι αυτό πλεονεκτήματα στην ψευδολογία. Λένε όμως ότι αυτό το είδος της ψευτιάς είναι λιγάκι κουτή ενασχόληση κι ασφαλώς δεν οδηγεί πιο μακρυά από μιαν επιδεικτικήν ασημότητα. Η μόνη φόρμα ψευδολογίας, που είναι έξω από κάθε ψεγάδι, είναι το να λέη κανείς ψέμματα μόνο για να λέη ψέμματα και η πιο υψηλή ανάπτυξη αυτής της φόρμας, όπως το υποδείξαμε προ ολίγου, είναι η ψευδολογία στην Τέχνη. Ακριβώς όπως όσοι δεν αγαπούν τον Πλάτωνα περισσότερον από την Αλήθεια δεν μπορούν να περάσουν το κατώφλι της Ακαδημίας, έτσι όσοι δεν αγαπούν την Ομορφιά περισσότερον από την Αλήθεια δεν ξέρουν ποτέ το εσωτερικώτερο ιερό της Τέχνης. Το στέρεο ηλίθιο εγγλέζικο μυαλό μένει χωμένο στην άμμο της ερήμου, όπως η Σφίγγα στο θαυμαστό διήγημα (32) του Flaubert και η φαντασία La Chimère (33) χορεύει γύρω της και της φωνάζει με την ψεύτικη σα φλογέρας φωνή της. Μπορεί να μη την ακούση τώρα, μα ασφαλώς καμμιά μέρα, όταν όλοι βαρεθούμε μέχρι θανάτου τον κοινοτοπικό χαρακτήρα του νεώτερου μύθου, θα την ακούση και θα προσπαθήση να δανεισθή τα φτερά της.

