# Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34577/index.md

Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι' ο πόθος μου 'ς τα στήθη, Κι' απ' άφαντο, κι' απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου, Μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια Και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει· Κ' έγεινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχειό και δράκος Κι' εφώλιασε βαθιά-βαθιά μέσ' 'ς τ' άσαρκο κορμί μου Και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κουφοβοσκάει την νιότη. Μπεζέρισα να περπατώ 'ς του κάμπου τα λιοβόρια. Θέλω τ' αψήλου ν' αναβώ' ν' αράξω θέλω, αητέ μου, Μέσ' 'ς την παλιά μου κατοικιά, 'ς την πρώτη τη φωλιά μου Θέλω ν' αράξω 'ς τα βουνά, θέλω να ζάω μ' εσένα. Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι, Καθημερνή μου κι' ακριβή να τάχω συντροφιά μου. Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι Νάρχεται από την λαγκαδιά, σαν μάνα σαν αδέρφι Να μου χαϊδεύη τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.

Θέλω η βρυσούλα, η ρεμματιά, παλιές γλυκιές μου αγάπες, Να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους, Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους Να με κοιμίζουν το βραδύ, να με ζυπνούν το τάχυ, Και θέλω νάχω στρώμα μου νάχω και σκέπασμά μου Το καλοκαίρι τα κλαδιά και τον χειμώ τα χιόνια. Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια Θέλω να στρώνω στοιβανιές κι' απάνου να πλαγιάζω, Ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βαλάνια, Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι. Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι' οξιές να σκούζουν Θέλω να περπατώ 'γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια, Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβιά να βλέπω. Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς 'ςτά βράχια, Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω. Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια, Και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβύεμαι νύχτα μέρα. Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο, Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου, Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάη ο κάμπος!

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ

Η ΠΕΡΔΙΚΟΜΑΤΑ

Πού πας περδικομάτα μου, κατά 'ςτό μεσημέρι, Που σε λερώνει ο κορνιαχτός και σε μαυρίζει ο ήλιος; 'Στά φουντωτά τα δένδρα μου να ξαποστάσης έλα, Να πιής οχ' τη βρυσούλα μου, να πάρης λίγη ανάσα, Να ξαπλωθής 'ς τους ίσκιους μου όσο να πέσ' η κάψα Κι' όσο να πάρη το δροσιό, κ' ύστερ' αν θέλης φεύγεις. Κι' αν θέλης πάλι κάθεσαι και μου βοηθάς 'ς το θέρο Όσο να ισκιώσουν τα ριζά και να μας πιάκ' η νύχτα, Να πάμε 'ς την καλύβα μου να κοιμηθούμε αντάμα.

— Εγώ είμαι κόρη του βουνού και τσέλιγγα κοπέλλα, Τον κάμπο εγώ δεν τον φτουρώ και χλιό νερό δεν πίνω, Δεν εχεράκωσα ποτέ δρεπάνι εγώ για θέρο, Δε ζάρω από χερόλαβα, να πήγω γάλα ζάρω, Ζάρω ν' αρμέω τα πρόβατα, να σαλαγάω τα γίδια. Βρωμοκαμπίτης δε θα ιδή το αμόλευτο κορμί μου, 'Στά κορφοβούνια θ' ανεβώ, που δε ζαρίζει ο ήλιος, Πώχει τη στρούγγα ο τάτας μου, που ν' η πολλές η στάνες, Που 'νε τα κέδρα ταψηλά και τα νερά από χιόνια, Που βγαίνει η πετροπέρδικα και κηλαϊδεί το τάχυ, Το γιόμα ο πετροκότσυφας, τ' απόβραδο η τρυγόνα.

Κι αν με λερώση ο κορνιαχτός κι' αν με μαυρίση ο ήλιος, Απάνου εκεί θα να νιφτώ 'ς το κρύο νερό της βρύσης, 'Στά γρέκια 'ς τα προσκάμνια μου θα γείρω ν' ανασάνω, Θα να βοηθήσω 'ς τ' άρμεγμα του γέρου μου πατέρα, Και σαν νυχτώσουν τα βουνά και πάη αυτός 'ς το σκάρο, Τ' αδράχτι, η δρούγα κι' ο αργαλειός μ' ακαρτερούν εμένα.

Ο ΚΟΥΡΟΣ

Στειροχωρίζουν 'ς τον Κλαδά, τυροκομούν 'ς του Ζέρβα, 'Στού Ακρίβου αλλάζουν τα μαντριά, 'ς του Μπάρδα κούρον [έχουν Είκοσι πέντε είν' η κοπές, διακόσοι οι κουρευτάδες, Κι' άλλ' εκατό που κουβαλούν κι' άλλ' εκατό που στρίβουν Που στρίβουν τα κωλόκουρα, που δένουν τα ποκάρια.

Δώδεκα μέρες κούρευαν, δώδεκα μέρες δέναν.

Ο γέρο Μπάρδας κάθεται σε στρουγγολίθι απάνου Με το πλατύ το πόσι τον, με το μακρύ ραβδί του, Με την χοντρή σου σάρικα πώχει πυκνόν το φλόκο, Με τους εφτά του τους υγιούς, με τους εννιά γαμπρούς του, Κι' όλο τηράει τα πρόβατα και λέει για το καθένα:

— Τήρα σαργιά πώχ' η χελιά, τήρα ποκάρι η κούλια, Τήρα την στερφοκάλλεσα ρούντο μαλλί που βγάζει, Η μονοβύζα η καψαλή τήρα κολτσίδες πώχει. Πρόγγα, ωρέ Λιά, την κότσινα που ξυέται 'ς τα πολιούρια· Ιστ ιστ, διαβολοπρόβατο. Εά! δε μ' ακούει το έρμο, Μόχτα, ωρέ Λιά, και μάδεψε· φυλάξου απ' το βαρβάτο.

Η νυφοθυγατέρες του κερνούν τους κουρευτάδες. Κερνούν παγούδα, ανθότυρο κερνούν αφρό γαλάτου. Κ' οι γιοι του αράδα τα μαντριά συχνογυρνούν και κρένουν. — Για γληγοράτε, ωρέ παιδιά, για στρώστε τα ψαλίδια, Τι πήγε ο ήλιος πέντε οργιές, θα να μας πάρη η νύχτα, Κ' είνε γιορτάσι η αυριανή, να μη μας βρη 'ς τον κούρο.

Ολημερής κουρεύουνε, το γιόμα τρων και πίνουν Κ' εκεί 'ς το ηλιοβασίλεμμα σκολνούν κι' αποκουρεύουν, Τότ' ένας γέρος κορευτής προβάλλει ομπρός και κρένει:

Για σκώτε απάνου, ωρέ παιδιά, για αφήστε τα ψαλίδια, Για μάστε τούφα αμάραντο, μάστε χεριές αρείκη Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάστε τον πρώτο δάσο Και δέστε του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα, Πάρτε και του γαλάτου αφρό ραντίστε τα ποκάρια, Βάξτε; χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίξτε και τρία αρμούτια Και ειπέτε και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι.

Σκώνονται απάνου τα παιδιά κι' αφίνουν τα ψαλίδια, Μαζεύουν τούφα αμάραντο, κόβουν χεριές αρείκη Κι' αγιόκλημα και σφελαχτό, πιάνουν τον πρώτο δάσο Και δένουν του 'ς τα κέρατα τ' ασημοκεντισμένα

Παίρνουν και του γαλάτου αφρό ραντίζουν τα ποκάρια, Σκούζουν: χούι, χούι, χούι! τρεις βολές, ρίχνουν και τρία [αρμούτια Και λέγουν και του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι:

— Εσένα πρέπει, αφέντη μου, να ζήσης χίλια χρόνια, Να ζήσης σαν τον Έλυμπο, ν' ασπρίσης σαν τον Πίνδο, Να ιδής υγιούς, να ιδής γαμπρούς και νυφοθυγατέρες, Κι' αγγόνια και δισέγγονα να πιάκης να χαϊδέψης. Νάχης χιλιάδες πρόβατα, νάχης χιλιάδες γίδια, Με μύρια αργυροκούδουνα, να τα λαλούν να πρέπουν. Ν' αρμέγης κάθε πρόβατο κ' εννιά αρμεγούς να βγάζης, Ν' αρμέγης κάθε γίδι σου κι' άλλους εννιά να βγάζης. Εσένα πρέπει, αφέντη μου, το πρώτο το βαρβάτο Νάχη γερτάνι από φλουρί και κέρατα απ' ασήμι, Να τ' ακλουθάν τα πρόβατα, να τ' ακλουθάν τα γίδια, Να τα σουράς να χαίρεσαι και να τα καμαρώνης. Εσένα πρέπει, αφέντη μου, για να καβαλικεύης Τ' ασέλλινο, προσέλλινο, το κάλλιο το πουλάρι. Οπώχει αστρί 'ς τα στήθια του, φεγγάρι 'ς τα καπούλια, Και χίλιοι να σου το κρατούν να γέρνης να πεζεύης, Να σιέσαι, να λυγίζεσαι, να κάτσης 'ς το προσκάμνι. Κι' οχ' το προσκάμνι όντας σκωθής και μπης 'ςτόν αρμεγώνα Το πλιο τρανό μαντρόσκυλλο να σ' ακλουθάη σου πρέπει. Και πάλι ξαναπρέπει σου βαριάν αρμάτα νάχης, Νάχης πολλές τες φορεσιές και χρυσοκεντισμένες, Να ντυέσαι, να ξεντύνεσαι, ν' αλλάζης να ξαλλάζης, Να κουβαλάς εδώ κ' εκεί τ' αμέτρητο το βιο σου. Να διαφεντεύης 'ς τα βουνά, ν' ακούγεσαι 'ς τους κάμπους. Λεν τα παιδιά του τσέλιγγα παινετικό τραγούδι, Και παίρνουν πάλι αφρόγαλα και πίνουν και ραντίζουν Και ξανασκούζουν: χούι, χούι, χούι! ρίχνουν και τρία αρμούτια.

ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ

Τον πιστικό τον Ζαχαριά ρωτούν οι σύντροφοί του.

— Τ' έχουν τα χείλια σου, Ζαχιά, κ' είνε βαθιά βαμμένα; Μην έφαες χαμοκέρασα, μην έφαες βάτου μούρα, Μην τάβαψες με τη βαφή που βάφεις και τ' αρνιά σου:

— Ουδ' από χαμοκέρασα, ουδ' από μούρα εβάψαν, Ουδ' από εκείνην τη βαφή που βάφω και τ' αρνιά μου. Ακούστε με, μωρέ παιδιά, να σας το μολογήσω. 'Σ τους ίσκιους και 'ς τους έλατους κούρευα την κοπή μου Και τα μαλλιά ήταν κόκκινα και βάψαν τα ψαλίδια· Να την βοσκήσω 'ς τα χλωρά τα ριζοβούνια βγαίνω Και τα χορτάρια κόκκινα ταύρα κι' αυτά βαμμένα· Κατέβηκα 'ς τον ποταμό να την περιποτίσω Κ' εύρα και τα νερά θολά και κόκκινα βαμμένα· Παίρνω την ακροποταμιά και φτάνω 'ς ακροβούνι, Εκεί οπού βγαίνει το νερό κι' οπού 'νε ο καταγός του, Κ' είδα κοράσιο οπώσκυψτε κ' έπινε με τα χείλια, Κ' είχε τα χείλια κόκκινα σαν με βαφή βαμμένα Και 'ς όσες βρύσες έσκυφτε να πιη, 'ς όσα ποτάμια, Έβαφαν όλα τα νερά· έβαψαν τα χορτάρια, Έβαψαν και τα πρόβατα, έβαψαν τα ψαλίδια. Απαρατάω το ραβδί, κρεμάω τον αραγό μου, Την κόρη αρπάζω οχ' τα μαλλιά, και την φιλώ 'ς τα χείλια. Κ' έβαψαν και τα χείλια μου.

ΤΟ ΠΑΛΙΟΚΑΣΤΡΟ (ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ)

Βοσκαρούδικα κοπέλλια, έτσι η στάνες να πληθύνουν, Να προκόψουν, να χιλιάσουν τα καλά σας τα κοπάδια, Πέτε, αυτό το μονοπάτι πού να πάη, γιατ' είμαι ξένος.

— Στο Παλιόκαστρο, διαβάτη.

— 'Σ τα Χαλάσματα ψηλά.

— Τώρα σούρπωσε, νυχτώνει, πού θα περπατάς μονάχος;

— Μήνα οι βράχοι εκεί είν' μεγάλοι κι οι γκρεμοί ψηλοί μην είνε;

— Δεν είνε' βράχοι, ουδέ γκρεμοί είνε, είν' του Κάστρου το [Στοιχειό.

Σκοταδιάζει, βγήκαν τάστρα. 'Σ το καλύβι λάμπ' η πύρα. Τα βοσκόπουλο καθίζουν ολοτρόυρ' απ' τον ξένο, Κι' αρχινάη να διηγάται το τρανό:

— 'Σ τα παλιά χρόνια, Κάποιος Βασιλιάς του τόπου μια μονάχη κόρην είχε. Κόρη αγνή σαν τη δροσούλα κι' ώμορφη σαν την αυγή.

Δυο λεβέντες αντρειωμένους λάβωσεν η ωμορφιά της. Ήλιος 'ς την ωρηότη ο ένας, άστρο της αυγής ο άλλος. Τους αγάπησε κ' η κόρη κ' έλυωνε σαν το κερί Μη γνωρίζοντας η μαύρη ποιον ν' αφήση ποιον να πάρη. Την τηρά αχαμνή ο πατέρας, γνοιάζεται το μυστικό της Και με τα ψαρέμματά του τώβγαλε 'ς τ' αχείλη της. Λέει στερνά:

— Βουλιούμαι, κόρη, Κάστρον αψηλό να χτίσω Κι' αφ' τον ποταμό 'ς τη Χώρα το νερό χτιστό να φέρω. Άνθρωποι του Παλατιού μας σήμερα θα διαλαλήσουν 'Σ το λαό τον ορισμό μου. Ας ερθούν τα παλληκάρια, Ένας το νερό ν' αρχίση το χτιστό, το Κάστρο ο άλλος. Κι' αύριο ως που να γείρη ο ήλιος, πρώτος όποιος τους σκολάση Ταίρι σου να γίνη εκείνος

Άρχεψαν τα παλληκάρια. Κείνος πώχτιζε το Κάστρον, ως το μεσημέρι απάνου Έτοιμα, πελεκημένα αράδιασε τα μάρμαρά του. Μάρμαρα βαριοκομμένα, χάλαρα θεόρατα. Πήρε κ' έκλωσεν ο ήλιος. Χτίζεται το Κάστρο ολοένα. 'Σ το βασίλλεμμά του ακέριο πρόβαλε ψηλό και μέγα Κ' έλαμπε σαν κρυσταλλένιο 'ς τες στερνές στερνές του [αχτίδες. Τρέχει ο νιος για το Παλάτι. Μέσ' 'ςτή μέση από το δρόμο Αχ! τα σύνεργα θυμάται. Το 'χε ειπή κι' ο Βασιλιάς Πως γυρίζοντας καθένας και τα σύνεργα να φέρη. Σταματάει, γυρίζει οπίσω, μια βουκέντρα θέλει ο ήλιος, Πάει αρπά τα σύνεργά του και γυρνά μονανεπνιάς

'Σ το Παλάτι, αλαφιασμένος αφ' το δρόμο αφ' το τρεχιό. Μέσ' 'ς το πρώτο σκαλοπάτι φτάνει τ' άλλο παλληκάρι Έτοιμο ν' ανέβη απάνου. Με τ' απίδρομο, με ορμή Θέλει να το προσπεράση. Απλώνει αυτό να τ' αμποδίση. Πιάνονται, έρχονται 'ς τα χέρια, κι' αγριεμένα σαν λιοντάρια Με τα σύνεργα χτυπιούνται, πολεμάν να σκοτωθούν.

Η ώμορφη βασιλοπούλα, που 'ς το παραθύρι απάνου Με καρδιόχτυπο ακαρτέρει να δεχθή το ταίρι της, Βλέποντας τον τσακωμό τους τρέχει να τα ξεχωρίση, Όμως 'ς αίματα πνιγμένα ταύρε η αγλύκαντη τα δυο. Αφ' τη λύπη, αφ' τον καϋμό της, κλείστηκε 'ς το Κάστρο [της, Κι' όρκον ώμνεψε 'ςτόν κόσμο να μη βγη, να μη ιδωθή. Κάποτ' ύστερα μια μέρα βούλιαξε το έρμο Κάστρο Κι' ούτε η κόρη εξαναφάνη. Μοναχά το βράδυ βράδυ, Σίντα βασιλεύει ο ήλιος, σίντα ανάβονται τ' αστέρια, Απ' του Κάστρου τα βουλίδια κι' από τα χαλάσματα Λεν πως βγαίνει ασπροντυμένη, σαν Στοιχειό, σαν Φάντασμα.

Ο ΣΚΑΡΟΣ

Τι νάνε η λαμπερή φωτιά μέσ' 'ς το βουνό το πέρα Πού πότε πότε ανάβεται και πότε πότε σβυέται;

— Αυτήν την ώρα οι πιστικοί τα πρόβατα σκαρίζουν. Βόσκουν αυτά με την δροσιά και με το κρύο της νύχτας Σε γούπατον, σε λαγκαδιά και 'ς όχτους απλωμένα. Γλυκός γλυκός αντίλαλος χύνεται απ' τα κουδούνια, Κάποτε ο νυχτοκόρακας, κάποτε αγρίμι σκούζει, Κάποτε σκύλου βάβυσμα βαθιά βαθιά γροικιέται Μέσ' 'ς τη μαυρίλα την πυκνή. Κι' από τες στάνες γύρα Οι πιστικοί συνάζονται, κόβουν κλαριά από κέδρους, Σταίνουν τετράψηλην φωτιά, στρώνονται αράδα αράδα, Και μέσ' 'ςτήν πύρα της φωτιάς, 'ςτή μυρουδιά του κέδρου, Καθένας λέει τα λόγια του. Κι' άλλος για αγάπες λέγει, Και μολογάει πως αγαπάει από καιρόν μια κόρην Οπού του κάνει το βαρύ, κι' αυτός απ' τον καϋμό του Να την μιλήση δεν τρομά, να την τηράη λυγώνει.

Άλλος μιλάει για το φιλί και λέει πόσο γλυκό είνε, Και μολογάει πώς τ' άρπαξε το πρώτο από μια χήρα Πώσκυψε για να πιη νερό μέσ' 'ς της Ωρηάς τη Βρύση Και τώρα την καλόμαθε και με καλό το παίρνει. Άλλος για κούρσες μολογάει, για κλέφτες, για πρωτάτα, Γι' αρματωσιές, για σκοτωμούς, και κάπου κάπου απλώνει Κι' αναγυρίζει τη φωτιά και παίρνει ένα τραγούδι. Τραγούδι του παλιού καιρού, του Πάλλα το τραγούδι Άλλος για το κυνήγι λέει 'ς της νύχτας το καρτέρι, Σίντα ξεβγαίνει το καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι.

Άλλος πιξάρι πελεκάει και ζωγραφίζει αγκλίτσαν, Άλλος γαλαροκούδουνα περνάει 'ς τα κόθρα μέσα. Άλλος αδράχτι σφοντυλάει και κλώθει τ' αρνοπόκι, Άλλος καυκόπουλο κεντάει, άλλος καρδάραν δένει, Άλλος για τράστον για αραγό μαδάει προβιάν καινούργια Άλλος ξανοίγει τη φωτιά, τραβάει ολίγα θράκια Και ψένει από ημερόδεντρο βαλάνια και μοιράζει. Άλλος θυμάται τους χορούς, άλλος αγάλια αγάλια Με την βραχνή τζαμάρα του το «λάγιο αρνί» μαθαίνει, Άλλος τον ώμορφο βοσκό και την βασιλοπούλα Θυμάται του παραμυθιού που τούλεγε η βαβά του Κι' αρχίζει και το μολογάει και οι γύρα τον ακούνε.

Κι' ένας, απ' όλους πλιο τρανός και απ' όλους λογισμένος, Που γέρνει απάνου 'ςτο ραβδί, στερνός απ' όλους λέγει Για την τσοπάνικη ζωή, κι' όλο τους ορμηνεύει Για τη βοσκή, για τ' άρμεγμα, για της ερμιάς τ' αγρίμι, Για το μαντρί, για σάλογον, για στάλισμα, για σκάρον. Για γέννον και για βύζαμα και για τον έρμον κούρο.

ΣΚΑΝΙΟ

Για ιδές μαλλιά κατεβατά, ξανθιά σαν το μετάξι, Που κρέμονται 'ς τους πλάτες της και πέφτουν ως το χώμα Σαν καταρράχτης, σαν νερό χρυσό μαλαματένιο.

Για ιδές καθάριο μέτωπο και λαμπερό, σαν ήλιος Του Μάρτη, του Μαγιάπριλου, που κρούει 'ςτο κορφοβούνι.

Για ιδές μεγάλα, γαλανά και λυγωμένα μάτια, Μάτια γλυκά, μάτια κρυφά, μάτια γιομάτα λάμψη, Λες κ' είνε τόνα ο Αυγερινός και τ' άλλ' ο Αποσπερίτης.

Φρύδια για ιδές δοξαρωτά, γραμμένα με κοντύλι. Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που σμίγουν και φιλιούνται, Λες κ' είνε φίδια ζωντανά που ερχόνται να με ζώσουν.

Για ιδές αχείλη κόκκινα, σαν με βαφή βαμμένα, Που ανοίγουν και γλυκομιλούν, που κλειούνται και γελούνε, Σαν τα τριαντάφυλλα του Μάη το βράδυ την αυγούλα.

Για ιδές κορμί ψηλό, λυγνό κι' ολόρθο σαν τη λεύκα Οπού την βρέχ' η ρεμματιά και την λυγάει τ' αγέρι.

Για ιδές λαιμός γαλατιανός, λαιμός περιστερένιος Και δροσερός σαν κρύο νερό και σαν βουνίσιο χιόνι.

Για ιδές και κόρφος σαν μηλιά 'ς τα μήλα φορτωμένη.

Κρίμα δεν είνε κι' αδικιά τέτοια ωμορφιά και νιότη Να τήνε χαίρεται η ερμιά κ' εγώ γι' αυτήν να λυόνω; Μη με σκανιάζης, μη με σκας και μη με φεύγης, κόρη. Μπροστά μου μην ξαφνιάζεσαι σαν τ' άγριο το ζαρκάδι Και χώνεσαι μέσ' 'ς τη λογγιά και κρύβεσαι 'ς την τούφα.

Όντας με βλέπης μη προγγάς, κρίνε μου όντας σου κρένω Και γέλα μ' όντας σου γελώ, κι' όντας απλώνω χέρι Γείρε μου εσύ 'ς την αγκαλιά, δος μου τα δυο σου αχείλη.

Τ' άκουσα που το τραγουδούν απάνου 'ς τα λουμάκια Του λόγγου τ' άγρια πουλιά πώς αγαπά η καρδιά σου, Πως διάλεξε αγαπητικόν τον δράκοντα τον Ήλιο.

Πως δίχως ύπνο τριγυρνάς 'ς τα λόγγο, όλην την νύχτα, Και το ταχύ που βγαίνει αυτός τον καρτεράς 'ς τη βρύση Κι' όπ' είν' ανθοί και αμαλαγιές και πέφτεις και κυλιέσαι Σαν την αρνάδα 'ς τες δροσιές και δίνεις το κορμί σου Κι' ανοίγεις και την αγκαλιά 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά του.

Μα εγώ το σκάνιο δε φτουρώ. Καρτέρι θα να κάμω. Κόρη, και μέσ' 'ςτόν ύπνο σας, μέσ' 'ς ταγκαλιάσματά σας Και μέσ' 'ς τα χάιδια 'ς τα φιλιά, θαρθώ να τον παλέψω, Κι' αν τον νικήσω, ξέρε το, δική μου θα να γένης.

Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΒΟΣΚΟΣ

Τ' έεις, ωρέ Νίκα, και βογγάς; Δώδεκα νύχτες τώρα Ουδ' έχεις εύρει λαρωμό, ουδ' έχεις κλείσει μάτι. Μη σου βαρούν τα βότανα; Μη σ' άναψεν η θέρμη;

Ο Νίκας ήταν άρρωστος. Αμίλητος, χαμένος, Βόγγαε σαν αγριοδάμαλο του λόγγου λαβωμένο. Τρεις μήνους ήταν άρρωστος, τρεις μήνους κοιτασμένος. Σάπηκαν τα γελέκια του, έρρεψε η λεβεντιά του, Τώφαε η αρρώστεια το κορμί, κ' ελύθηκαν οι αρμοί του. Τα δυο τα σταυραδέρφια του τον εγιατρολογούσαν Με ρίζες, μ' αγριοβότανα, με σταυρωμούς, με ξόρκια.

— Ξύπνα, Λαμπράκη, κι' άναψε το έρμο το λυχνάρι, Πάρε κλαδιά αφ' τον οβορό, φέρε τα 'ςτό καλύβι, Και χτύπα τα στουρνάρια μου λίγην φωτιά να κάμης. Τι ο Νίκας δεν είνε καλά και δεν τον βρίσκ' η αυγούλα. Σήκου, ωρέ Νίκα, κρίνε μου, κρίνε μου τ' ακριβού σου Τον Λάζου, του σταυραδερφού, που σε ψυχοπονιέται. Σήκου, το γλυκοχάραμμα να ιδής, 'ς τα κορφοβούνια, Σήκου, να ιδής τα φράξα μας, να ιδής τα κρύα νερά μας, Σήκου, να ιδής τα πρόβατα 'ς τες στρούγγες που βελάζουν, Σήκου, τι τα μαντρόσκυλλα κατάρραχα βαβύζουν. Σήκου, σε κράζουν τα πουλιά και σε καλημερίζουν. Σήκου, σε κράζουν κ' η Ξωθιές που σ' έμαθαν τραγούδια.

Μίλησε ο Νίκας υστερνά κι' ανάρια ανάρια λέγει: —Δε μπορώ ο μαύρος, δε μπορώ... Με αγγελοκρούει ο Χά- [ρος. Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω, Τ' έχω δυο λόγια να σας πω, να σας αφήκω διάτα. Χαμός η αρρώστεια, ωρέ παιδιά, και χαλασμός ο Χάρος. Καλά μου σταυραδέρφια μου, μη κλαίτε που πεθνήσκω, Πάρετε το κουφάρι μου, βάλτε το σε κιβούρι, Στολίστε το με λούλουδα της γης, μ' ανθούς του Μάη, Και θάψτε το σε μια κορφή περίβλεφτην μεγάλη, Για ν' αγναντεύω τα βουνά, τα χειμαδιά να βλέπω, Να δέχουμαι την άνοιξην εσάς και τα κοπάδια, Ν' ακούγω τες φλογέρες σας, ν' ακούγω τα τρουκάνια, Ν' ακούω την καλημέρα σας, τα χαιρετίσματά σας. Θάψτε με δίχως κλάυματα και δίχως μοιρολόγια, Τουφέκια να μου ρίχνετε, τραγούδια να μου λέτε. Μαζί μου, μέσ' 'ς το μνήμα μου, και το καυκί μου βάλτε, Το πλουμιστό μου το καυκί, τον ώμορφο αραγό μου, Το πενταπήχινο ραβδί, την ακριβή φλογέρα, Και τ' ασημένια τ' άρματα. Λεν πως 'ς τον Κάτω Κόσμο Οι νιοι βαστάνε τ' άρματα κ' η λυγερές τους στόλους. Να κάτεχα, μωρέ παιδιά, κοπάδι εκεί θα ναύρω; Θα ναύρω στρούγγες και μαντριά, θα ναύρω βοσκοτόπια; ..................................................... Απάνου από το μνήμα μου στήσετε ένα σταλίκι Περίψηλο σαν έλατο, και 'ς την κορφή κρεμάστε Την πλιο τρανή καρδάρα μου, να δείχνη ποιου είνε μνήμα, Την ακριβή μου την κοπή, καλά μου σταυραδέρφια, Έρμην μη την αφήκετε, μονάχην 'ς τα λιβάδια, Ανάρμεχτην κι' ακούρευτην, δίχως μαντρί και στάλον. Κι' αν μάθη η δόλια η μάνα μου κ' έρθη τη στρούγγα στρούγγα Και σας ευρή με τα λερά, για εμένα αν σας ρωτήση, Μην πήτε πως απέθανα, τι μ' έχει μοναχό της, Να ειπήτε ότι σας λέρωσεν η αναλλαξιά κι' ο κούρος, Να ειπήτε ότι μου ζήλεψαν την λεβεντιά η Νεράιδες Και 'ς τα παλάτια τους συχνά τα ερημικά, με παίρνουν.

ΕΛΑ ΒΟΣΚΟΥΛΑ ΕΛΑ

Βοσκούλα μαυρομάτα μου της ερημιάς νεράιδα, Μάγισσα της σπηλιάς ξανθή και του βουνού καμάρι, Γιατί ανεβαίνεις τον γκρεμό και το στεφάνι απάνου Και κόβεις μήλα αφ' τη μηλιά, την παραφορτωμένη Και καρτεράς 'ς το διάσελο, το μονοπάτι πιάνεις, Με το κοπάδι να διαβώ να με πετροβολήσης, Να μου προγγάς τα πρόβατα, να μου σκορπάς τα γίδια, Και να γελάς, να χαίρεσαι; Κατέβα εδώ, 'ς εμένα. Μην τα πετάς τα μήλα σου, φέρε τα 'ς την ποδιά σου. Φέρε τα και 'ς τον κόρφο σου για να τα φάμε αντάμα.

Έλα 'ς την πέρα την πλαγιά, πούν' η πολλές η λεύκες Και τα ρουπάκια τα ψηλά, οπώχω το μαντρί μου Και στάνη και παραστάνη, να ιδής τα κρύα νερά μου, Και τες χλωρές μου τες βοσκές. Έλα να ιδής, βοσκούλα, Τα ισκιερά τα ορμάνια μου. Ν' αρμέξω το κοπάδι, Να φας βουνίσιο αφρόγαλα κι' ανθότυρο, παγούδα άσπρη γλυκειά, σαν το γλυκό το αμάλαγο κορμί σου. Και σαν τα βγάλω αφ' τ' άρμεγμα και παν για να βοσκήσουν Τα γίδια 'ς τ' αγριοπρίναρα, τα πρόβατα 'ς τα πλάγια, Εμείς 'ς το φρύδι του αυλακιού, 'ς του ρουπακιού τον ίσκιο θα ξαπλωθούμε για δροσιά. Κ' εγώ θα να σου πάρω Με την γλυκειά φλογέρα μου τώμορφο το τραγούδι, Που μου το μάθαν η Ξωθιές. Έλα βοσκούλα έλα! Έλα γιατί σαν νυχτωθώ μονάχος μου εκεί πέρα, Από τα δάσα, αφ' τες σπηλιές, αφ' τα βαθειά λαγκάδια Κι' αφ' τα κρεμάμενα νερά χιλιάδες θα προβάλουν Της ερημιάς η ώμορφες, της νύχτας η νεράιδες, Για να με πάρουν 'ς το χορό, για να μου ειπούν τραγούδια, Και για να παίξουμε μαζή. Έλα βοσκούλα έλα!

Ο ΓΕΝΝΟΣ

Χειμώνιασε. Χιόνια πολλά 'ς τα κορφοβούνια πέφτουν, Ρεύουν τα φύλλα των κλαριών, ξισκιώνουν τα λογγάρια, Θολώνουν η νεροσυρμές, η βρύσες κρουσταλλιάζουν Κ' οι τσελιγγάδες κουβαλούν 'ς τους κάμπους τα κοπάδια. Ο Μάμαλης απ' τ' Άγραφα 'ς τη Λεπενού τα πήγε, Ο Θάνος τ' Ασπροπόταμου, του Μαλακάση ο Μπάρδας Κατέβηκαν για χειμαδιό 'ς τον κάμπο του Τρικκάλου, Την Αλλασσώνα εδιάλεξε του Σμόλκα ο Χατζημπύρρος, Ο Κάγκαλος του Ζαγοριού 'ς το Λούρο ξεχειμάζει. Του Κουρμολιάσα ο τσέλιγγας, ο Τάκης ο Ψαλίδας, Της Βαλαώρας τα ζερβά τα βοσκοτόπια πήρε.

Ξημέρωνε Πρωτοχρονιά. 'Σ την στάνην του Ψαλίδα Συμμαζωγμέν' οι πιστικοί ζενύχτιζαν 'ς τον γέννο, Κ' είχαν τον γέννον όψιμο, κ' ήταν μεγάλη η στάνη. Το μεσονύχτι μοναχά πήραν καιρό για δείπνο, Κι' απόδειπνα 'ς τ' αχύρινο, 'ς το τουρλωτό καλύβι. Τετραδιπλώσαν τη φωτιά μ' ασφάκες με παλιούρια. Μέσ' 'ςτήν κορφήν ο τσέλιγγας σε στοιβανιές ξαπλώθη Και διπλοπόδι οι πιστικοί περίγυρα εκαθήσαν. Ο τσέλιγγας αναρωτάει αραδαριά καθέναν:

— Πόσες απόψε γέννησαν;

— Σαράντα, λάλα Γάκη.

— Κ' είν' όλα, Λάμπη, ζωντανά;

— Βγάλτε μονάχα πέντε.

— Διπλάρια;

— Δέκα.

— Ισιάσαμαν. Τα ζωντανά βυζαίνουν;

— Πίνουν σαν δυομηνίτικα.

— Έχουν η μάνες γάλα;

— Ως τα χορτάρια η πλιότερες τα σέρνουν τα μαστάρια.

— Λιψές δεν είνε;

— Κι' αν είνε, βυζαίνουν 'ς τα τσαγγάδια.

—Με τα τσαγγάδια σήμερα ποιος ήταν;

— Ο Γιαννίκας.

— Με τα ψιμάρνια;

— Ο Ζάγιαννας.

— Με τα γαλάρια;

— Ο Νάσης.

— Με τα μηλιόρια;

— Ο Θόδωρος.

— Και με τα στέρφα;

— Ο Χίτας.

— Ο Δούκας πού είνε;

— Για κλαρί.

— Επήγε αργά;

— Πολλιώρα.

— Ζαβολαούδα! Εδιάλεξε κι' αυτός καιρόν απόψε Με τέτοιον άγριο δρόλαπα να νυχτοπαραδέρνη.

— Δεν είνε και κακόγκρανος, έχει ψημένην σάρκα.

— Απόψε ουδέ τα Παγανά, παιδιά μου, δεν προβαίνουν. Πήρε κοντά του πράμματα;

— Πήρε τα οχτώ μουλάρια.

— Μα την αξιάδα που 'δα εγώ 'ς το Λούκα εχτές το βράδυ..

— Σαν τι είδες, Λιάκο;

— Μονάχος ετέλεψε το γέννο. Πενήντα αρνιά προσθήλυασε μέσ' 'ς την τσαγγαδομάντρα.

— Προχτές 'ς τον Παλιουρόφορο ζαλώθη ένα δαμάλι. Θεριακωμένος!

— Κορμαριά!

— Και πετροκαταλύτης!

— Σίμπα, Κωστούλα, τη φωτιά· τι ξύλιασα 'ς τη στρούγγα Και πάω σαν καλαμόκουνα.

— Ρε, τον καϋμένον Κόγια!

— Όξω βαβύζει ένα σκυλί

— Ο Καραγκούνης είνε, Τον ξεχωρίζω απ' τη φωνή, σε γνώριμον βαβύζει.

— Αλείψαταν με χαμαιλειό τον τσάρκο;

— Και τα γρέκια.

— Μην είνε ο Λούκας;

— Δε μπορεί.

— Θα νάναι ο Μπαρμπατόλιος.

— Αλήθεια, πούνε ο γέροντας; Κ' έλεγα, ωρέ τι λείπει 'Σ όλην αυτή τη συντροφιά κ' είν' έρμο το καλύβι· Για σήκου, Νάση, κύταξε.

— Πετάξου κι' ως τες μάντρες Μη γέννησεν άλλη καμμιά.

— Ο γέροντας ο ίδιος.

— Γειά και χαρά σας, ρε παιδιά.

— Καλώς τον Μπαρμπατόλιο. Βρέχει όξω, Μπάρμπα;

— Μοναχά; Για ιδές 'ς την κάπα χιόνια. Κ' είμαι ζυφτάρι απ την κορφή ως τα ποδόνυχά μου. Τι κοσμοχάλασ' είνε αυτή! Νερό μαζί και χιόνι, Ένας κατάματος συρμός, ένα κακό δρολάπι! Έχ' όπ' γυρίζω οχ' την αυγή. Έχασα τη φοράδα Κ' έρρεψα 'ς τα ποδάρια μου, εσάπηκα 'ς τη νώπη 'Στην Παλιουριά, 'ς τα Ροζανά, 'ς τα Λέλοβα, 'ς την Τάρα, Έφτακα ως τα Λακκώματα, 'ς την Γκούρα, 'ς το Βολίτσι, Γιομάτισα 'ς το Θίλιππα και τώρα βράδυ βράδυ Μέσ' 'ς την Περιστερότρυπα την εύρηκα χωμένην.

— Ως πού να βρέχη;

