# Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Δεύτερος

## Part 10

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34577/index.md

Καβαλίκεψα κ' εγώ. Κάποιος λέει πως πλάγιασε σε κοριτσιού κρεββάτι και δεν τον άφηκαν να κλείση μάτι όλη τη νύχτα οι ψύλλοι. Εμένα, καθισμένον στην καβάλα της δασκάλας, δε μ' έφαγαν ούτε ψύλλοι ούτε κορέοι. Δεν έμεινα όμως κι ανέβλαβος ολότελα. Από την ώρα που με το πέσιμο της μου κόπηκε ξαφνικά το τρυφερό τραγούδι στη μέση, δεν ξαναμούρθε ευθυμία. Μια σκυθρωπάδα μ' εβάρυνε, τρανή σαν τον Πίνδο που θ' ανεβαίναμε σ' ολίγο. Ούτε τραγούδι πλια από τότες, ούτε γέλοιο, ούτε ζωηρό λόγο, ούτε μιλιά. Τραγουδούσαν οι άλλοι άντρες, φώναζαν, γελούσαν, έρριχναν πιστολιές από καβάλα στα δέντρα που διαβαίναμε' χωράτευαν με τους διαβάτες που συναπαντούσαμε, έσκιαζαν με ρεκασμούς τα γίδια που βρίσκαμε να βόσκουν κατάστρατα σκαρφαλωμένα, στ' αγριοπρίναρα, ξάφνιζαν με χουγιακτά τον πιστικό που στον όχτο παράμερα βαρούσε την τζαμάρα του. Εγώ αναίσθητος, ξένος και παντάξενος σ' όλ' αυτά. Τόσο, που μερικές φορές στα κοτρώνια που ανέβαινε το μουλάρι μου κόντεψα με τα τινάγματά μου να την πάθω σαν τη δασκάλα να κατρακυλισθώ σε βαθύτερους λάκκους.

— Τήρα μπροστά σου, μπρε παιδί μ', μου φώναζε ο αγωγιάτης, τι θα πας κ' εσύ στο ρέμμα κάτου καμμιάν ώρα. Είνε κακοτοπιά δώ, τήρα μπροστά σου.

Στες κακοτοπιές πούταν στενός ο δρόμος, σωστό μονοπάτι, εγώ πήγαινα πίσω πίσω, στερνός απ' όλους, κ' είχα τη δασκάλα μπροστά και τον αγωγιάτη από κοντά. Όπου βγαίναμε σε σιάδι, τύχαινε κάποτε να πάω ζυγά ζυγά μ' αυτήν. Έστρεφε τότες αυτή κατ' εμένα, μ' εκύτταζε συμπαθητικά και μου χαμογελούσε γλυκά γλυκά. Μια φορά μου είπε ήσυχα, σα για να μη την ακούσουν ούτε τα πουλιά που γλυκοτσιμπιώνταν απάνω στα κλωνάρια του δάσου.

— Γιατί δε λες και συ τίποτα, πούνε η πρώτη χαρά σου; Χαμογέλασα μοναχά και δεν έχω αντιλογιά ότι τα μάτια μου, που την αντίκρυσαν, της φανερώσαν τη γλυκειά ανατριχίλα που περίτρεξε από φλέβα σε φλέβα κι απ' αρμό σ' αρμό το αίμα μου.

— Μη σε στενοχωρεί που μώδωκες την καβάλα σου; Μου ξανάειπε,

Εγώ δε μπόρεσα να κρατήσω έν' αλαφρό αναστέναγμα που γεννήθηκε μέσα μου από κάθε άλλο αίσθημα παρά από τη στενοχώρια, πώβαζε αυτή με το νου της. Όμως για να μη την αφήκω να μένη στη βλαβερή ιδέα της, της μίλησα χαμογελώντας πάλι:

— Τώρα σ' έκαμα να μου μιλάς, δεν έχω ανάγκη να ξαναξεφουρνίσω ζωηρά λόγια, δεν το κατάλαβες;

Ήτον πολύ τολμηρός ο λόγος μου τούτος κ' έφερε στο απαλό μάγουλό της το βαθύτερο της φωτιάς χρώμα. Αλλά δεν επειράχτηκε, γιατ' είδα να ξεβάψη γλήγορα πάλι και να με γλυκοτηρά.

Έτσι περάσαμε όλο το δρόμο, ως το χωριό. Εγώ παντού την επεριποιόμουν. Εγώ την ανεβοκατέβαζα από το ζώο μου στους ανήφορους και στους κατήφορους, εγώ την έπιανα από το χέρι στα ποτάμια και στους γκρεμούς, εγώ την επότιζα νερό με τ' αχώριστο πιξαρένιο καυκόπουλό μου στες κρυόβρυσες του Πίνδου, εγώ της έδωκα το ψάθινο σκιάδι μου, πώφερνα πάντα στα ταξείδια, για να μη την κάψουν τα λιοπύρια του Θερτή. Κι' αυτή όλο μ' ευχαριστούσε και μου χαμογελούσε γλυκά, κ' εγώ, αμίλητος πάντα, όλο ανατρίχιαζα γλυκότερα μέσα μου.

Κάποτε τη ρώτησα στο δρόμο να μου ειπή πού χτύπησε.

— Πουθενά, μώλεγε αυτή συμπαθητικά. Αλλ' από τ' αλαφρό σούφρωμα τ' ώμορφου προσώπου της κι από το συχνό βάλσιμο του χεριού της στη μέση, κατά τα νεφρά, ένοιωθα 'γώ ότι χτύπησε κι ότι πονούσε και τόκρυφτε. Όσο που της είπα μια φορά.

— Μα, μη το κρύβης από μένα.

Τώρα που με κύτταξε, τα μάτια της ήταν υγρότατα και στην υγρότη τους μέσα ξάνοιξα σα μέσα σε καθαρή ανάβρα, πως είχαν βουρκώσει και τα δικά μου.

Κι' άλλη μια φορά τη ρώτησα πώς έκαμε κ' έπεσε στη λαγκαδιά εκεί κάτου. Κι' αυτή μου είπε κοκκινισμένη στο πρόσωπο:

— Μ' είχε συνεπάρει . . . κάποια συλλογή ... η πρωινή νύστα, . . . το ξημέρωμα . . . ξέρω κ' εγώ . . . το τραγούδι σου . . .

Δεν είπεν άλλο. Χαμήλωσε και τα μάτια. Ούτ' εγώ μπόρεσα να την τηράω περισσότερο κατά πρόσωπο γιατ' ο λόγος της τούτος άναψε θέρμη μες τα μελίγγια μου.

Ύστερ' από καμμιά δεκαριά μέρες απαντηθήκαμε σ' ένα στενό κατηφορικό δρόμο του χωριού. Εγώ ανέβαινα κι αυτή κατέβαινε. Βαστούσε στ' αριστερό χέρι της κατιφένιο σακκουλάκι, πλουμισμένο με μετάξι απ' όξω και γιομάτο από βιβλιαράκια. Ήτον πρωί ακόμα. Δεν είχε πάει δυο βουκέντρες ο ήλιος. Χαιρετιστήκαμε. Κύτταξα ότι κ' εγώ κι αυτή σφίξαμε τα χέρια μας και δε μας έρχονταν να τ' αφήκουμε ο ένας τ' αλλουνού. Στα πρόσωπα είχαμε γίνει κ' οι δυο, σαν τον καρπό της κερασιάς όταν ουρμάζει, κατακόκκινοι. Κι' όσο τηράγαμε ο ένας τον άλλον κατάματα, τόσο πλειότερο άναφταν η όψες μας κ' υγραίνονταν τα μάτια. Τη ρώτησα:

— Πώς πάει το χτύπημα;

— Τώρα, ... με πονεί εδώ.

Μου είπε γλυκά και μώδειξε με το χεράκι της δίπλα στο πλευρό της κατά το ψυχικό.

Καταλάβατε τ' ήθελε να 'πη η κόρη;

Ε, σας φτάνουν ως εδώ, τάλλα δε σας τα φανερώνω.

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

— Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν η καμπάνες, να σκωθήτε όλ' σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη, νάχη τ' Άι — Νικόλα την κατάρα!

Τέτοια διαλάλησε προσταγή το σαββατόβραδο στο μεσοχώρι και στ' ανηφορικά σταυροδρόμια ο πρωτόγερος, ανεβαίνοντας σε ξάγναντους και σε πεζούλια απάνου, ακουμπώντας κατά πίσω το χοντροκαμωμένο κορμί του στο δεκανίκι του το κρανένιο και προβάλλοντας κατά 'μπρός τ' ανοιχτά στήθια του, ως νάθελε να βγάλη μες από τα σωθικά όλη του τη βροντερή φωνή και να την χύση, σ' όλο το χωριό γύρα.

Και το ταχύ, μόλις ετσάκισαν τα εφτά μεσάνυχτα κ' έσκασε μες τ' ανατολικά κορφοβούνια το λαμπρότατο αστέρι, ο Γελαντζής, ξάφνου μαζί κ' η πέντε καμπάνες των αψηλών μας καμπαναριών ανατάραξαν το χωριό, σκόρπισαν από τα ματόφυλλα των χωριανών τον γλυκόν αυγερινό ύπνο, σαν ανεμοζάλη ωργισμένη που σηκώνετ' άξαφνα και σκορπάει την πάχνη και την καταχνιά που πλακώνουν τη πλάση.

Η καμπάνες χτυπάνε ζωηρά κι αδιάκοπα. Άλλες με παιδιάτικους ασημένιους ήχους, μαθημένες από τα παιδιά που κράζουνε στο σχολιό σημαίνοντας αυγή κι απόγιομα κι άλλες με ήχους θλιβερούς και βαρυτάτους συνηθισμένες από τους θανάτους κι από τα ξόδια που συχνότερα διαλαλούσαν· και μια, η μεγαλύτερη του καμπαναριού τ' Άι — Νικόλα, τρυπημένη κατάκορφ' από τουφεκιά κλέφτικη, ξεχώριζε απ' όλες με το βραχνό και σχισμένον ήχο της.

Τ' αυγουστιάτικο το φεγγάρι, κυκλωμένο κι ολόλαμπρο, έφεγγε καταμεσής τ' ουρανού, ίσκιωνε τες φυτιές και τα λαγκάδια, τες σπηλιές και τα ριζιμιά, τους φράχτες και τους πλοκούς, τα κλαριά και τες στιβανιές· κ' εφώταε περίγυρα τα βουνά όλα και τους γκρεμνούς και το χωριό μέσα. Ήταν θεού χαρά· Μέρα η νύχτα. Τα καλτερίμια των ανηφορικών δρόμων του χωριού, η πέτρινες ρούγες, τα μαρμαρένια πεζούλια, η αφρόπλακες και τ' ασπρολίθια των σπιτιών γιάλιζαν, λαμπύριζαν στο σεληνόφωτο. Άνοιγαν ανάρια κι αραδαριά τα παραθύρια τα καγγελωτά, σα βάρυπνα μάτια μεγάλα, κ' έφεγγαν μέσα τα σπίτια. Ύστερ' άνοιγαν πόρτες και παραπόρτια κ' εχύνονταν στους δρόμους πλήθος άντρες και γυναικόπαιδα κ' έπερναν τον ανήφορο.

Η καμπάνες ολοένα δε σταμάταγαν. Τα πλήθη όσο ψηλότερ' ανέβαιναν τόσο συμπυκνώνονταν, κι αγάλια αγάλια οι κορφινοί του χωριού δρόμοι ώμοιαζαν σκοταδερές ρεμματιές και λαγκάδια δασιά, τόσο μαυρολογούσαν. Κι' ο θρος, οπ' ακούγονταν στα χαμηλώματα, στα καλτερίμια και στα χαλίκια από τα πατήματα των λιγοστών διαβατών, σιγά σιγά γένονταν τον ανήφορο σάλαγος, κι από σάλαγο πλιο ψηλά χλαλοή. Κι' από τη χλαλοήν αυτή τη μεγάλη και αφ' το πολύ το σημανταριό ξαφνισμένα τα ορνίθια ξύπναγαν στην κούρνια τους και φώναζαν κι αυτά πάρωρα. Και πίσω πίσω οι δημογέροντες του χωριού με τες κραυγές και με τα βιολιά, από ρούγα σε ρούγα κι απ' αυλόπετρα σ' αυλόπορτ' ανηφορώντας, ξύπνιζαν κ' έπαιρναν ομπροστά όσους δε δυνήθηκαν να ξυπνίσουν η καμπάνες.

***

Δυο μεγάλες βαθιές ποταμιές, που κατεβαίνουν από τα κορφοβούνια ψηλά, ζώνουν τον μαχαιροκομμένο κοκκινόβραχο που βαστάει το χωριό μας απάνου του. Από το φρύδι του βράχου, που χάσκει ομπρός κάτου γκρεμός φοβερός κι άβυσσος άπατη, αρχίζουν τα σπίτια του χωριού άσπρα άσπρα κι αραδιασμένα τον ανήφορο τόν' απάν' από τάλλο, σα σκαλοπάτια, ως την κορφή. Και με το σχήμα του το τριγωνικό μοιάζει τη νύχτα, με τ' αναμμένα τα φώτα, σα μέγα πολυκάντυλο το χωριό μας.

Βγήκανε στην κορφή απάνου. Εδώ σώνεται ο ανήφορος, κι ανοίγονται στρωτά σάδια και πλαγιές. Συμπυκνωμένο εδώ το πλήθος σωρούς σωρούς, μαύριζε τα σάδια και τες πλαγιές. Ως πούρθαν κ' οι δημογέροντες με τα βιολιά. Με τα βιολιά τώρα, με τες χαρές και με τα τραγούδια που κάμανε πέρα, σμιγμένοι και χωριστά οι άνδρες από τες γυναίκες, δεν παράλλαζαν από συμπεθεριό κι από ψίκι. Ένα μοναχά. Οπ' ούτε νύφην ούτε γαμπρό πήγαιναν για να πάρουν. Με τες τριχιές ριγμένες πισόπλατα, είτε κρεμάμενες από τα χέρια, πήγαιναν για μάρμαρα.

Είχε καή το χειμώνα η πλιο μεγάλη εκκλησιά του χωριού μας, ο Άι- Νικόλας, και το καλοκαίρι εκείνο την ξανάχτιζαν οι χωριανοί. Πλέρωναν μοναχά τα μεροδούλια των μαστόρων και κουβαλούσαν αυτοί από τα βουνά απάνου κάθε βδομάδα την πλάκα και τα μάρμαρα.

Εκεί που τελειώνουν πλέον τα σάδια κι αρχίζει πάλε η μπροστέλλα του βουνού, εκεί ήταν τα μάρμαρα. Εκεί με τους κασμάδες και με τους λοστούς δουλεύντας όλο το μεροβδόμαδο τάχαν αραδιάσει σωρούς σωρούς χοντροκομμένα τ' αφράτα μάρμαρα οι μαρμαράδες. Σαν ο γόνος του μελισσιού που ρίχνει και φεύγει από το κρινί και σκαλώνει απανωτό στριμωμμένο στο πρώτο κλωνάρι του κλαριού που τυχαίνει μπροστά του και το κλωνάρι μαυρίζει ολόβολο, έτσι μαύρισαν τώρα τα κάτασπρα εκείνα κι αστραφτερά σα χιόνια μαρμαροσώρια, από τα πλήθη που κόλλησαν απανουθιό τους. Άντρες και γυναίκες, δίπλωναν τες φλοκάτες τους σταυρωτά κατά πίσω, τες πίστρωναν ύστερα σα προσκέφαλα κ' εφορτωνόνταν ο ένας με τον άλλον τα θεόρατα μάρμαρα. Ως που φορτώθηκαν όλοι κι ως π' αναλήφτηκαν από μπροστά οι άσπροι σωροί.

Όταν ξεκίνησαν τον κατήφορο κατά το χωριό, χάραζε.

Άχνιζε τώρα κατά τη δύσι του το φεγγάρι και στ' ανατολικά κορφοβούνια, εκεί που πρώτα έλαμπε ο Γελαντζής, έσκαε ο Αυγερινός τώρα. Ο Μπάρρος, ο Καταρραχιάς, τ' Αυτί, η Νύφες κι άλλες ολόγυρα κορφές ασπρογάλιαζαν στο γλυκοχάραμμα. Πλήθος αυλάκια αφρόδροσα, οπ' έρχονται από τα κεφαλόβρυσ' απάνου κι οπ' αυλακώνουν εδώ κ' εκεί ολούθε τα πλάγια εκείνα, ξύπναγαν στα πατήματα του λιθοφορτωμένου κόσμου και με τα τρυφερά τους μουρμουρητά έλεγες ότι τόνα ρωτάει τάλλο, νυσταγμένο το μαύρο ακόμα, για το ξαφνικό εκείνο και παράωρο ποδοβολητό του λαού.

Ξύπναγε η πετροπέρδικα στα τουφωτά κοντοπρίναρα που κοιμώταν, έλουε τον ώμορφο λαιμό και τα καμαρωτά στήθια της στα κρυσταλλόνερα μέσα κι ανέβαινε στην κορφή του γκρεμού κι άρχιζε τον ολόγλυκο κελαϊδισμό της. Η πέρδικα ξύπναγε το βοσκόπουλο στη μάντρα του και το βοσκόπουλο το καλό με τη γλυκειά του φλογέρα ξύπναγεν όλη την πλάση.

***

Οι χωριανοί ροβόλαγαν τον κατήφοοο φορτωμένοι με τα θεόρατα μάρμαρα. Κατέβαιναν, κ' έτρεχαν κιόλας ποιος να πρωτοπεράση τον άλλονε, ποια να παραδιαβή την άλλη. Κ' έσκαγαν εκεί γέλοια και χαρούμενες φωνές. Μπροστά τα βιολιά πάντα κ' οι δημογέροντες κ' οι παπάδες, φορτωμένοι κι αυτοί, και πίσω το πλήθος. Και πάρα πίσω ακόμα, τα ξακουστότερα του χωριού παλληκάρια, οπού συν τρία και συν τέσσερα μαζί κατέβαζαν στους στοιχειωμένους ώμους τους απάνου ολόβολα χάλαρα, ακέριους βαοιοκομμένους βράχους. Εδώ θυμώνταν κανένας τους παλιούς αντρειωμένους των τραγουδιών, τους σαραντάπηχους των παραμυθιών.

Κάπου κάπου σταμάταγαν για να ξανασάνουν και να συγκεντρωθούν.

Όταν χτύπησε ο ήλιος στα βουνά, οι φορτωμένοι πληθυσμοί έφτακαν στην κορφή του χωριού. Κ' ύστερ' από λίγην ώρα, που ξεφορτώνονταν αυτοί στο περιαύλι της εκκλησίας, η χρυσές του αχτίδες στεφάνωναν τα ιδρωμένα και περήφανα μέτωπά τους. Τα λιθοσώρια οπ' άσπριζαν ολονυχτής στο βουνό απάνου, λαμποκοπούσαν τώρα στο περιαύλι της εκκλησιάς· και γύρα τους ολόρθος ο κόσμος του χωριού, ξεφορτωμένος και κατακόκκινος και χαριτωμένος κι ώμορφος και λαμπρός, εδέχονταν με χαρές και με παινετικά λόγια τους αντρειωμένους, οπού στερνοί στερνοί κατέβαζαν στους στοιχειωμένους των ώμους απάνου ολόβολα χάλαρα, ακέριους βαριοκομμένους βράχους.

Είχαν οι μαστόροι τώρα για μια βδομάδα μάρμαρα να δουλέψουν. Ως το σαββατόβραδο τάλλο, που ο πρωτόγερος θα φώναζε πάλι στο μεσοχώρι και στ' ανηφορικά σταυροδρόμια το συνηθισμένο διαλάλημά του.

— Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν η καμπάνες, να σκωθήτε όλ' σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάη νάχη τ' Άι-Νικόλα την κατάρα!

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΟΜΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ Β'. ΤΟΜΟΥ

Πρόλογος Σελ 5 Αφιέρωσις » 7

Α.—Ο ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Η Μαγεμμένη βρύσι » 13 Το Ηλιοβασίλεμμα » 14 Ο Τρύγος » 17 Τραγούδι του Αργαλειού » 19 Το Μαρμαρομένο βασιλόπουλο » 20 Ο Γέρος Καρβανάρος » 21 Η Ποθοπλανταγμένη » 22 Το Γεφύρι του Μανώλη » 23 Το Κέντημα του μαντηλιού » 28 Στο Σταυραητό » 31

Β. — ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ Η Περδικομάτα » 35 Ο Κούρος » 36 Το Φίλημα » 39 Το Καλιόκαστρο (της Πρέβεζας) » 40 Ο Σκάρος » 42 Ο Σκάνιος » 44 Ο ετοιμοθάνατος βοσκός » 46 Έλα βοσκούλα έλα » 48 Ο Γέννος » 50 Ήθελα νάμουν τσέλιγγας » 57 Λεξιλόγιον » 59

Γ.—Ο ΨΩΜΟΠΑΤΗΣ Η Πέτρα » 65 Το Κοπέλι » 66 Τ' Αστρί » 67 Η Κόρη » 70 Η Αγάπη » 72 Το Κρίμα » 73 Το Θάμα » 74 Ο Ψωμοπάτης » 76

Δ. — ΠΟΙΗΜΑΤΑ (Το πρώτον δημοσιευόμενα).

Η Αρπαγή » 79 Το Παράπονο της Βοσκοπούλας » 82 Τ'Αθάνατο νερό » 82 Το Μέθυο » 83 Η Πεντέλη » 84 Ο Θάνατος της βασιλοπούλας » 88 Η Διωγμένη Βασίλισσα Σελ. 91 Ο Αητός του Ασπροποτάμου » 94 Δημήτριος Μπότσαρης (Βιογραφία) Στον θάνατο του στρατηγού Δημητρίου Νότη Μπότσαρη » 99

Ε. — ΕΡΓΑ ΠΕΖΑ Προπέρσινα Χριστούγεννα (ανέκδοτοι)............ » 103

ΣΤ. — ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ Η Εικόνα........ » 115 Στα Χαλάσματα » 135 Το Σημειωματάρι του Γεροκα- λαμένιου » 155 Το Σουλιωτόπουλο » 167 Το Πανυγύρι της Καστρίτσας » 179 Η Δασκάλα » 196 Τα Μάρμαρα » 209

Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΒΑΓΝΕΡ Κ. Απλή ζωή μετάφρ. Φωτιάδου Δρ. 1.— ΒΙΚΕΛΑ Δ. Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν » 2.— ΒΙΚΕΛΑ Δ. Σύστασις Ελλην. Βασιλείου » 1.— ΓΡΗΓΟΡΟΒΙΟΥ Φ. Αθηναΐς ιστορ. διήγ. μετάφρ. Σ. Λάμπρου » 1.— ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ συμβάντων της Ελληνικής φυλής Δ. Κολοκοτρώνη » 1.50— ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ Π. Εισαγωγή εις την Ιστορίαν ΙΘ' αιώνος » 4.— Ιστορία του ΙΘ' » » 25.— ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΠ. Λόγοι και άρθρα » 3.— ΜΗΛΙΑΡΑΚΗ ΑΝΤ. Αμοργός. Μετ ??? » 3.— » Γεωγραφία Κεφαλληνίας. Μετά γεωγραφικού πίνακος » 2.— » Γεωγραφία του νομού Κορινθίας. Μετά γεωγραφικ. πίν. » 2.— ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Ιστορικαί Πραγματείαι ΡΑΓΚΑΒΗ ΑΛ. Απομνημονεύματα τομ 2 σελ. 807 » 10.— ΣΥΓΓΡΟΥ ΑΝΔΡ. Απομνημονεύματα τομ. 3 » 4.50.— ΣΜΑΪΛΣ Σ. Βοήθει Σαυτόν » 2.50— ΠΑΓΑΝΕΛΗ ΣΠ. Πέραν του Ισθμού » 3.— » Αθηναϊκαί ημέραι » Πάρεργα Φύλλα » Από Ακροπόλεως εις αλτιν δ? ΠΑΛΑΜΑ Κ. Ύμνος εις την Αθηνάν » 1.— » Ο Τάφος. Έκδ. Β'. Ο Πρώτος λόγος των Παραδείσων » 2.— ΠΟΛΕΜΗ Ι. Το παληό βιολί » 3.— » Αλάβαστρα » 3.— » Βασιλιάς Ανήλιαγος » 1.50 » Χειμώνανθοι » 3.— ΠΟΛΙΤΟΥ Ν. (Μεριμέ Γρ.) Κολόμβα » 2.— ΡΑΓΚΑΒΗ ΚΛ. Η Δούκισσα των Αθηνών » 1.50— ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡ. Ελληνική Κοσμιότης » 2.—

ΤΙΜΑΤΑΙ (Τόμοι 2) ΔΡΑΧ 5

End of Project Gutenberg's Works: Poems - Prose Volume 2, by Kostas Krystallis

