# Μάκβεθ

## Part 9

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34434/index.md

Τα προς αναστήλωσιν της Λαίδης Μάκβεθ γραφέντα σχόλια αποτελούσι μνημείον Σαικσπειρείου ερμηνείας, πλήρες ευτελούς σοφιστείας, ήτις, έστιν ότε, εξελήφθη αντί εμβριθείας. Παρετηρήθη, λόγου χάριν, ότι η Λαίδη ηγάπα τον σύζυγόν της. — Αληθώς, αύτη παρίσταται αφωσιωμένη όλως προς τον Μάκβεθ, χάριν εκείνου ζητούσα την δόξαν και τα μεγαλεία ουχί δι' εαυτήν. — Παρετηρήθη προσέτι ότι ο Μάκβεθ την ονομάζει &πουλάκι μου&, και ηθέλησαν οι τοιούτοι σχολιασταί διά της τρυφερότητος του θηριώδους ζεύγους τούτου να μαλάξωσι την καρδίαν ημών. Είς αυτών δεν έχει λόγους προς ?ρασιν της συγκινήσεως, υφ' ης καταλαμβάνεται, αναλογιζόμενος ότι μετά το συμπόσιον, του οποίου την ευθυμίαν κατέστρεψεν ο Μάκβεθ διά της φρεναπάτης του, η σύζυγος αυτού αντί πάσης επιπλήξεως προτρέπει αυτόν να υπάγη εις την κλίνην του! Εις την ρωμαντικήν εν Γερμανία σχολήν, προεξάρχοντος του Tieck, οφείλονται αι τοιαύται ανακαλύψεις, δι' ων η Λαίδη Μάκβεθ περιβάλλεται τον διπλούν στέφανον της αρετής και του μαρτυρίου!

Ταύτα πάντα έχουσι πολύ το γελοίον. Ουδέν εν τω προσώπω της Λαίδης Μάκβεθ το αποδεικνύον την εν αυτώ ύπαρξιν του &ηθικού& ανθρώπου. Ο Μάκβεθ κατέστρεψεν, ει και μετά κόπου την συνείδησιν εντός της καρδίας του, αλλά συνείδησιν η Λαίδη Μάκβεθ ουδέποτε φαίνεται αποκτήσασα. Και όμως υπάρχει το συνδέον αυτήν προς την ανθρωπότητα. Καίτοι ξένη προς ημάς υπό ηθικήν έποψιν, ως πλάσμα όμως φυσικόν, διά του νευρικού αυτής οργανισμού υπάγεται εις το γυναικείον φύλον. Ομιλεί που περί της σμικρότητας των χειρών αυτής, εν συνόλω δε φανταζόμεθα αυτήν μικρόσωμον και λεπτοφυή, ουδέ πρέπει να παριστά το πρόσωπον επί της σκηνής ηθοποιός ρωμαλέα, εύσαρκος και μεγαλόσωμος. Απ' εναντίας, ανάγκη να μεταδίδηται εις τον θεατήν η εντύπωσις της αντιθέσεως μεταξύ της σωματικής ασθενείας της ηρωίδος και του εμφορούντος αυτής μένους.

Ουδέν, λέγομεν, εν τω προσώπω της Λαίδης Μάκβεθ το φυσικόν ή ανεπιτήδευτον. Κατά την ώραν της δολοφονίας πίνει ποτόν μεθυστικόν όπως εξαφθή, ότε δε ο Μάκβεθ λέγει ότι εφόνευσε τους δύο παρακοιμωμένους υπηρέτας του βασιλέως Δώγκαν, λειποθυμεί αύτη. Παρ' ολίγον εφόνευεν αυτή τον Δώγκαν, αλλά δεν ετόλμησε, λέγει, διότι

μ' εφάνη πως βλέπω τον πατέρα μου εκεί που εκοιμάτο.

Μετά την πρώτην έξαψιν και κίνησιν επέρχεται στάσις εντελής και αδράνεια. Μετά τον φόνον του Δώγκαν, ουδεμίαν είτε πρωτοβουλίαν είτε μετοχήν λαμβάνει η Λαίδη Μάκβεθ διά τα μετέπειτα κακουργήματα, ουδέ παρουσιάζεται σχεδόν, εκτός κατά την περιβόητον σκηνήν της υπνοβασίας, οπότε φαίνεται η πλήρης του οργανισμού αυτής κατάπτωσις.

Ο φόνος του Δώγκαν συνεπήνεγκε την δολοφονίαν του Βάγκου, την σφαγήν της οικογενείας του Μακδώφ, τις οίδεν οπόσα εισέτι εγκλήματα, αλλ' ουδέν τούτων προέβλεπεν εκείνη, ότε, μεθ' όσης εκέκτητο δυνάμεως, ειργάζετο υπέρ της θανατώσεως του γηραιού βασιλέως. Μη φέρουσα ήδη τοιούτου βάρους την πίεσιν αποκάμνει και καταπίπτει. Δεν μετανοεί, ουδ' εκφράζει ουδαμού την συναίσθησιν της καταπατήσεως ηθικού τινος νόμου, αλλ' η φρίκη των γενομένων, — ει μη ο φόβος μελλούσης κρίσεως και ανταποδόσεως, — κλονίζει τας φρένας αυτής και προκαλεί την γνωστήν εκείνην νόσον, καθ' ην ο πάσχων προκαλεί ενώ κοιμάται διά των λόγων ή των αυτο?τικών πράξεών του τα βαρύνοντα τον νουν και την καρδίαν αυτού.

Ιδού ό,τι έχει ανθρώπινον η γυνή αύτη· αδυναμία σωματική, διάνοια νοσούσα, και επί τέλους φρενοβλάβεια, — τοιούτος ο βίος της. Ενώ δ' ο σύζυγός της μάχεται και αποθνήσκει ως ήρως, αύτη, δαίμων αληθής εξελθών του Άδου όπως κολάση τον Μάκβεθ, επιστρέφει εκουσίως εις τον Άδην, αυτοχειριαζομένη.

Η Λαίδη Μάκβεθ παρεβλήθη συχνάκις προς διαφόρους εν τη αρχαία τραγωδία γυναίκας, ιδίως δε προς την Κλυταιμνήστραν, αλλ' αύτη υπερτερεί μεγάλως κατά την τραγικότητα, ουδεμία δ' αληθώς υπάρχει μεταξύ των δύο σχέσις. Η κινούσα τον Μάκβεθ και την σύζυγόν του φιλοδοξία φαίνεται όλως ευτελής και μηδαμινή, παραβαλλομένη προς το αίσθημα, όπερ εξοπλίζει την μητέρα της Ιφιγενείας κατά του Αγαμέμνονος. Υπάρχει, ναι μεν, εξωτερική τις ομοιότης μεταξύ της ηρωίδος του Αισχύλου και της του Σαικσπείρου, καθ' όσον αμφότεραι, υποκρύπτουσαι επιδεξίως τους σκοπούς αυτών, δολοφονούσιν, εξάπτονται δε ως θηρία αιμοβόρα υπό της ορέξεως του φόνου και του αίματος. Αλλ' ο παραλληλισμός δεν προβαίνει περαιτέρω, οι δε χαρακτήρες διαφέρουσιν όσον και τα κινούντα εκάστην αίτια. Η μεν Κλυταιμνήστρα, γίγας την τε ψυχήν και το ήθος, υπερβαίνει κατά την δύναμιν απάσας τας γυναίκας του αρχαίου και νεωτέρου θεάτρου. Ερειδομένη επί της ισχύος αυτής, μένει ατάραχος και κυρία αείποτε εαυτής. Η δε Λαίδη Μάκβεθ διά της παραφοράς αυτής των εκφράσεών της μαρτυρεί ότι συναισθάνεται την αδυναμίαν της. Της Ελληνίδος οι λόγοι συμφωνούσι μετά των έργων, και οι στοχασμοί μετά των λόγων, πάσα δ' αυτής λέξις πείθει ημάς, ότι η λέγουσα δύναται και να πράξη όσα λέγει. Ουδέποτε η τέχνη παρήγαγεν ίνδαλμα εξισούμενον μετά της Κλυταιμνήστρας ταύτης ως προς την πλαστικότητα, ήτις αποτελεί το ιδιάζον χαρακτηριστικόν και το κάλλος των προσώπων της αρχαίας τραγωδίας. Η Κλυταιμνήστρα ουδέ λειποθυμεί ως η Αγγλίς, ουδ' εξάπτει εαυτήν διά μεθυστικών ποτών, ουδ' υπό εφιάλτου ενοχλείται τας νύκτας ουδέ κατέχεται υπό φόβου, ή αισχύνης, ή τύψεων της συνειδήσεως. Ο φόνος του Αγαμέμνονος δεν επιφέρει κλονισμόν εις τα νεύρα ή τον εγκέφαλόν της, αλλ' απ' εναντίας ευφραίνει και ενισχύει αυτήν.

Εμοί δ' αγών όδ' ουκ αφρόντιστος πάλαι νείκης παλαιάς ήλθε, συν χρόνω γε μην. Έστηκα δ' ένθ' έπαισ' επ' εξειργασμένοις. Ούτω δ' έπραξα, και τάδ' ουκ αρνήσομαι, ως μήτε φεύγειν μήτ' αμύνεσθαι μόρον, άπειρον αμφίβληστρον, ώςπερ ιχθύων, περιστιχίζω, πλούτον είματος κακόν. Παίω δε νιν δις· καν δυοίν οιμώγμασι μεθήκεν αυτού κώλα και πεπτωκότι τρίτην επενδίδωμι, του κατά χθονός Άδου νεκρών σωτήρος ευκταίαν χάριν. Ούτω τον αυτού θυμόν ορμαίνει πεσών κακφυσιών οξείαν αίματος σφαγήν βάλλει μ' ερεμνή ψακάδι φοινίας δρόσου, χαίρουσαν ουδέν ήσσον, ή διοςδότω γάνει σπορητός κάλυκος εν λοχεύμασιν. ως ώδ' εχόντων, πρέσβος Αργείων τόδε, χαίροιτ' αν, ει χαίροιτ', εγώ δ' επεύχομαι... Εγώ δ' ατρέστω καρδία προς ειδότας λέγω. Συ δ' αινείν είτε με ψέγειν θέλεις όμοιον. Ούτος εστιν Αγαμέμνων, εμός πόσις, νεκρός δε τήσδε δεξιάς χερός,

εν τη τραγωδία του Σοφοκλέους η Κλυταιμνήστρα αποβάλει το μεγαλοπρεπές τούτο ήθος αγάλματος ωσεί μάρμαρον, μεταβάλλεται δ' εις γυναίκα ηπιωτέραν και χρηστοτέραν. Η θυγάτηρ αυτής, η Ηλέκτρα, ανακαλεί πως την Λαίδη Μάκβεθ.

Κατά τον παρά τοις αρχαίοις θείον θεσμόν της &δίκης&, η Κληταιμνήστρα λαμβάνει τα αντίποινα του φόνου του Αγαμέμνονος διά χειρός των τέκνων εκείνου, του Ορέστου και της Ηλέκτρας. Κατά την διάπραξιν του φόνου η Ηλέκτρα παροτρύνει τον Ορέστην και «εφάπτεται του ξίφους του». Σκληρόν τούτο ως και άπαντα όσα προς την μητέρα λέγει και πράττει η Ηλέκτρα. Εν συνόλω δε αύτη έχει τι το καθ' υπερβολήν ωμόν ως προς ημάς τους νεωτέρους, ενώ, ως προς τους αρχαίους, της μητρός αυτής ο χαρακτήρ φαίνεται ηπιώτερος του δέοντος. Αλλ' ο Σοφοκλής εκπροσωπεί περίοδον μεταβάσεως μεταξύ του ύψους του Αισχύλου και του πάθους του Ευριπίδου.

Εν Ευριπίδη η τραχύτης των αρχαίων ηθών εξημερούται, οι δε χαρακτήρες εν τω θεάτρω αυτού προσλαμβάνουσι τύπον ανθρώπινον όλως. Αληθώς η Ηλέκτρα του παρίσταται κατ' αρχάς άκαμπτος και ανάλγητος, εξαπατά δ' ημάς ως παρά της ψυχής αυτής την φύσιν, ότε βλέπουσα τον Ορέστην διστάζοντα, ως ο Μάκβεθ, προ του φόνου λέγει:

Μων σ' οίκτος είλε, μητρός ως είδες δέμας; Όρ. Φευ! Πώς γαρ κτάνω νιν, ή μ' έδρεψε κάτεκεν; Η. Ώσπερ πατέρα σον ήδε καμόν ώλεσεν.

Αλλά μετά το έγκλημα, η καρδία της διαρρήγνυται εν σκηνή θαυμασία, της οποίας παθητικωτέρα δεν υπάρχει εν τω θεάτρω

Ηλ. Δακρύτ' άγαν, ω σύγγον', αιτία δ' εγώ· διά πυρός έμολον α τάλαινα ματρί τάδ' ά μ' έτικτε κούραν... Ορ. Ιώ, Φοίβ', ανύμνησας δίκαν, άφαντα φανερά δ' εξέπρα- ξας άχεα φόνια δ' ώπασας λέχε' από γας Ελλανίδος.

Τίνα δ' ετέραν μόλω πόλιν; τις ξένος, τις ευσεβής εμόν κάρα προσόψεται ματέρα κτανόντος; Ηλ. Ιώ, ιώ μοι. Ποι δ' εγώ, τίν' εις χορόν, τίνα γάμον είμι; τις πόσις με δέξεται νυμφικάς ες ευνάς;...

Ορ. Κατείδες, οίον α τάλαιν' εών πέπλων εξέβαλ', έδειξε μαστόν εν φοναίσιν, ιώ μοι, προς πέδω τιθείσα γόνιμα μέλεα; τακόμαν δ' εγώ... Βοάν δ' έλασκε τάνδε, προς γένυν γ' εμάν τιθείσα χείρα; Τέκος εμόν, λιταίνω· παρήδων τ' εξ εμάν εκρήμναθ', ώστε χέρας εμάς λιπείν βέλος... Εγώ μεν επιβαλών φάρη κόραις εμαίς φασγάνω κατηρξάμαν ματέρος έσω δέρας μεθείς.

Δεινά δ' ειργάσω, φίλα, κασίγνητον ου θέλοντα». Ο εστιν η Ηλέκτρα φέρει εις πειρασμόν τον Ορέστην, ως η Λαίδη Μάκβεθ τον σύζυγόν της. Εν γένει δε, και εν τω θεάτρω και εν τω βίω, τον πειρασμόν εκπροσωπεί, από της Εύας, η γυνή· η σαρξ ασθενής, αλλά το πνεύμα αυτής πρόθυμον. Η πρωτοβουλία ανήκει εις ταύτην, διότι έχει την διάνοιαν ζωηροτέραν, ει και ήττον ευρείαν, του ανδρός. Ούτος κατά την ώραν της εκτελέσεως αναχαιτίζεται υπό σκέψεων παμπληθών, των οποίων η γυνή, καθ' ό ευπαθεστέρα, μένει απηλλαγμένη. Η διάνοια αυτής, μη διασπωμένη ένθα κακείθεν δεν αποπλανάται· βλέπουσα δ' ευκρινώς τα ενώπιον αυτής κείμενα, δύναται εν στιγμή κινδύνου ή κρίσεως, να ίδη διέξοδον ή απαλλαγήν, όπου ο νους του ισχυροτέρου φύλου εκθαμβούται.

Ούτως η Λαίδη Μάκβεθ, ουχί ο σύζυγος αυτής σχεδιάζει τα της δολοφονίας του Δώγκαν, ούτος δ' εξίσταται και θαυμάζει ακούων το τέχνασμα, δι' ου η Λαίδη προτίθεται να επιρρίψη επί των κοιμωμένων δούλων την ευθύνην του εγκλήματος, εξασφαλίζουσα την επιτυχίαν αυτού. Ότε δ' εν μέσω του συμποσίου ο Μάκβεθ, βλέπων το φάσμα του Βάγκου, γίνεται άλλος εξ άλλου, αύτη αναδεικνύει παρρησίαν πνεύματος έτι μάλλον αξιοθαύμαστον, συνάμα δε και ήττον απεχθή. Εν τη σκηνή ταύτη η Λαίδη Μάκβεθ αναφαίνεται ανωτέρα εαυτής.

Παρεβλήθη η Λαίδη Μάκβεθ και προς ετέραν της αρχαίας τραγωδίας ηρωίδα, την Μήδειαν του Ευριπίδου. Την πρώτην αφορμήν προς την τοιαύτην σύγκρισιν παρέσχεν ίσως η φρικώδης εκείνη της Λαίδης Μάκβεθ έκφρασις:

Το γάλα μου το έδωκα, και 'ξεύρω πώς τ' αγαπά το βρέφος της μια μάνα που βυζάνει κτλ.

Αλλά της Λαίδης Μάκβεθ οι λόγοι προξενούσι φρίκην μεγαλειτέραν ή τα έργα της Μηδείας. Αύτη φονεύει τα ίδια τέκνα, τα τέκνα του Ιάσονος, όπως εκδικηθή κατά του απίστου πατρός αυτών. Αλλά σφαγιάζουσα τα αθώα εκείνα θύματα κατέχεται υπό τρόμου, υπό οίκτου, και ελεεινολογεί εαυτήν:

Φευ, φευ! τι προσδέρκεσθέ μ' όμμασιν, τέκνα, τι προσγελάτε τον πανύστατον γέλων; Αιαί τι δράσω; καρδία γαρ οίχεται, γυναίκες, όμμα φαιδρόν ως είδον τέκνων. Ουκ αν δυναίμην, χαιρέτω βουλεύματα τα πρόσθεν...

Δότ', ω τέκνα, δότ' ασπάσασθαι μητρί δεξιάν χέρα. Ο φιλτάτη χειρ, φίλτατον δε μοι κάρα

και σχήμα και πρόσωπον ευγενές τέκνων ευδαιμονοίτον, αλλ' εκεί· τα δ' ενθάδε πατήρ αφείλετ'· ω γλυκεία προσβολή, ω μαλθακός χρως πνεύμα θ' ήδιστον τέκνων. Χωρείτε χωρείτ'· ουκέτ' ειμί προσβλέπειν οία τ' ες υμάς, αλλά νικώμαι κακοίς.

Εν τω νεωτέρω θεάτρω ηδύνατό τις μετά πλείστων αιμοβόρων και δοξομανών ηρωίδων να παραλληλίση την Λαίδην Μάκβεθ... αλλ' οι τοιούτοι παραλληλισμοί δεν ενδιαφέρουσιν ημάς όσον οι προς τας της αρχαιότητος.

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΕΝ ΤΩ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΩ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ

ΕΡΓΑ Δ. ΒΙΚΕΛΑ ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ ΔΡΑΜΑΤΑ: ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ. Έκδοσις Γ' ... Δρ. 1.50 ΟΘΕΛΛΟΣ...... » » » 1 50 ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΗΡ .... » » » 1.50 ΜΑΚΒΕΘ....... » » » 1 50 ΑΜΛΕΤΟΣ .... » » » 1.50 ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ » » » 1.50 ΣΤΙΧΟΙ Έκδοσις νέα ......... » 2. — ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ. Έκδοσις Δ', πολυτελής εις μέγα 8ον μετά 75 εικόνων Θ. Ράλλη » 10 — Έκδοσις απλή 0.80 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (Εξηντλημένον)....... » — ΑΠΟ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΟΛΥΜΠΙΑΝ Επιστολαί 2.50 προς φίλον ΠΕΡΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ Μελέτη » 3. — Η ΣΥΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ και τα νέα όρια αυτού » 1. — ΔΑΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ εκ των του Άνδερσεν » 1.50 Ο ΜΕΓΑΣ ΓΑΛΕΟΤΟΣ. Δράμα Ιωσήφ Ετσεγαράη, μεταφρασθέν εκ του Ισπανικού » 1. — LA GRÈCE ΒΥΖΑΝΤΙΝΕ ΕΤ ΜΟDERNE Essais historiques, Paris Fr. 7.50 ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...... Δρ. 4. —

Τιμάται δραχ. 1.50

Εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου της Εστίας 1896 — 1228

***

1) Η διάκρισις εν τω γαλλικώ κειμένω γίνεται μεταξύ των λέξεων honneur και point d' honneur.

2) Ο μεταφραστής αρκείται να παρατηρήση, ότι δεν παραδέχεται απάσας ενταύθα του συγγραφέως τας ενστάσεις.

