# Μάκβεθ

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34434/index.md

«Είχον την συνήθειαν να προετοιμάζωμαι διά την σκηνήν την νύκτα αφού «τα πάντα, έμενον εν σιωπή, και ησυχία εν τη οικία μου. Την παραμονήν «της πρώτης μου παραστάσεως του προσώπου της Λαίδης Μάκβεθ, εκλείσθην «κατά το σύνηθες μόνη εν τω δωματίω μου και ήρχισα να μελετώ «αποστηθίζουσα. Εφρόνουν ότι ολίγη ώρα ήρκει προς εκμάθησιν του «προσώπου. Ήμην εικοσαετής τότε και εθεώρουν, ως πολλοί νομίζουσιν, «ότι διά της εναποταμιεύσεως των στίχων εν τη μνήμη μου εξετέλουν τα «κατ' εμαυτήν. Δεν είχον εισέτι τότε εννοήσει την ανάγκην της ερεύνης «και της μελέτης των χαρακτήρων. Εξηκολούθουν λοιπόν εν τη σιωπή της «νυκτός, νυκτός την οποίαν ουδέποτε θα λησμονήσω, εξηκολούθουν «εκμανθάνουσα τους στίχους μέχρις ου έφθασα εις την σκηνήν της «δολοφονίας. Αιφνιδίως κατελήφθην υπό της φρίκης της σκηνής εκείνης εις «τοιούτον βαθμόν, ώςτε μοι ήτο αδύνατον να εξακολουθήσω. Ήρπασα τον «λύχνον και πλήρης ταραχής εξήλθον του δωματίου. Το φόρεμά μου ήτο «μεταξωτόν, καθόσον δε ανηρχόμην την κλίμακα, ο ήχος του μοι εφαίνετο «ως ο κρότος φάσματος διώκοντός με. Έφθασα επί τέλους εις τον κοιτώνα «μου. Ο σύζυγός μου εκοιμάτο βαθέως. Έρριψα επί της τραπέζης τον «λύχνον, αλλά δεν είχον την δύναμιν να τον σβύσω. Χωρίς δε να λάβω τον «καιρόν να εκδυθώ ερρίφθην επί της κλίνης μου.»

(37) Η μήτηρ του Μάλκομ ήτο θυγάτηρ του γέροντος Σιβάρδου.

(38) Η αδιαφορία μεθ' ης ο Μάκβεθ ακούει τον θάνατον της συζύγου του μαρτυρεί ότι τα εγκλήματα και η απελπισία τον αποκατέστησαν αναίσθητον και εις λύπην και εις φόβους, ως αυτός ούτος λέγει εις τους προηγουμένους στίχους.

(39) Υπαινίττεται τον Βρούτον ή τον Κάσιον, ή και αμφοτέρους.

(40) Παραθέτω ενταύθα την εν τω Αθηναίω του Ιουλίου 80 δημοσιευθείσαν μετάφρασίν μου των περί Μάκβεθ τριών κεφαλαίων εκ του περισπουδάστου συγγράμματος του Κου Paul Stapfer, υπό την επιγραφήν Shakespeare et l' Antiquité. Συντομίας χάριν, αφαιρούνται τα εκ της προκειμένης τραγωδίας παρενειρόμενα εις την μελέτην ταύτην χωρία.

&Α'. Το υπέρ φύσιν εν τω Μάκβεθ και εν τη Τραγωδία εν γένει.&

Εξ απασών των τραγωδιών του Σαικσπείρου η μάλλον κατά τε την μορφήν και την ουσίαν προσομοιάζουσα προς τα προϊόντα της αρχαίας δραματουργίας είναι η του Μάκβεθ. Έχει αύτη την ενότητα και το γοργόν των κλασικών δραμάτων, άνευ είτε συγχύσεως είτε παρεμποδίσεώς τινος κατά την εξέλιξιν της δράσεως, ήτις από της πρώτης μέχρι της τελευταίας σκηνής βαίνει ταχέως προς την λύσιν. Ο δε πλαστικός της αρχαίας τραγωδίας χαρακτήρ ανευρίσκεται επίσης, μέχρι τινός, εν τω Μάκβεθ, ένθα τα εξωτερικά συμβεβηκότα κινούσι το ενδιαφέρον πλειότερον ή τα ενδόμυχα των δρώντων προσώπων αισθήματα. Εν τω Μάκβεθ ενυπάρχει βεβαίως ψυχολογία πλειοτέρα ή εις οιονδήποτε του Αισχύλου έργον, αλλ' όμως πολλώ ολιγωτέρα ή εν τω Οθέλλω ή τω Αμλέτω. Το ύψος εν αυτώ υπερβαίνει το πάθος, υπερέχει δ' εν συνόλω το αίσθημα της φρίκης, — αίσθημα παραπλήσιον του θάμβους, — ενώ το εξεγειρόμενον έλεος δεν πιέζει την ψυχήν όσον εις έτερα του Σαικσπείρου έργα.

Αλλά το προ πάντων ανακαλούν την αρχαιότητα εν τη τραγωδία ταύτη είναι η επίδρασις Δυνάμεων υπερφυσικών περιστελλουσών την ελευθερίαν του ατόμου. Έχομεν εν τω Μάκβεθ χρησμούς λοξούς οίτινες, κατά γράμμα εκπληρούμενοι, εξαπατώσιν ουχ ήττον τους προς ους εδόθησαν έχομεν προ πάντων τας Μαγίσσας, τα σατανικά εκείνα όντα, των οποίων η άπαξ επί της εκθάμβου σκηνής εμφάνισις αρκεί, όπως εμφυσήση εις ολόκληρον το δράμα το δέος της παρουσίας και της επικρατήσεως αυτών.

Οι περί των εν Αισχύλω ειδώλων γράψαντες κριτικοί ηναγκάσθησαν να κατέλθωσι μέχρι του Σαικσπείρου, όπως εύρωσιν ανταγωνιστήν, εφάμιλλον του Έλληνος ποιητού, περί την τέχνην του επάγειν δαιμόνια ή φάσματα· πάντες δ' ομοφώνως αναγορεύουσι τους δύο τούτους ως τους μόνους μετά πλήρους επιτυχίας δυνηθέντας να χρησιμοποιήσωσι τα υπέρ φύσιν εις τα δράματα αυτών — Πόθεν τούτο; — Άρα γε διότι ήσαν εντεχνότεροι των λοιπών ούτοι περί την εκμετάλλευσιν της δεισιδαιμονίας, ήτις υπολανθάνει αείποτε εις την φύσιν του ανθρώπου; Ή διότι αι επικρατούσαι κατά την εποχήν εκάστου αυτών προλήψεις εχορήγησαν εις αμφοτέρους βάσιν, της οποίας εστερούντο οι ποιηταί οι ζήσαντες εις εποχάς μάλλον πεφοτισμένας; — Το κατ' εμέ, παραδέχομαι ταυτοχρόνως αμφοτέρας ταύτας τας εξηγήσεις.

Εν τω μεσαιωνικώ θεάτρω παρεισήγοντο επίσης αι Δυνάμεις του Άδου και του Ουρανού· και υπήρχε μεν τότε η πίστις, όπως οι θεαταί παραδέχωνται αφελώς τας τοιαύτας επί της σκηνής εμφανίσεις, δεν υπήρχεν όμως η τέχνη, όπως αποδώσωμεν εις αυτάς, και σήμερον έτι, τον φόρον του ημετέρου θαυμασμού. Ο Γκαίτης και ο Βύρων εισήγαγον επίσης δαιμόνια και φάσματα εν τω Φαύστω και τω Μάμφρεδ, αμφότεροι δ' ούτοι οι ποιηταί είχον πλούτον και φαντασίας και τέχνης αλλά το υπερφυσικόν αυτών δεν εμποιεί ισχυράν δραματικήν εντύπωσιν διά τον λόγον ότι διαφαίνεταί τι το επιτετηδευμένον εις το υπερφυσικόν αυτών τούτο, ουδ' ενυπάρχει η απαιτουμένη αρμονία μεταξύ της εμπνεύσεως του ποιητού αφ' ενός και της επικρατούσης αφ' ετέρου πίστεως.

Τον διπλούν τούτον όρον, τέχνης δηλονότι άκρας και εμπνεύσεως συναδούσης μετά της εθνικής πίστεως, μόνοι ο Αισχύλος και ο Σαικσπείρος, εκ τε των αρχαίων και των νεωτέρων ποιητών, εκπληρούσι καθ' ολοκληρίαν.

Ο Αισχύλος επίστευεν εις τους δαίμονας. Αι Ευμενίδες αυτού ουδ' αλληγορία τις απλώς ήτο, ουδέ ποιητική προσωποποποίησις των τύψεων του συνειδότος. Ήσαν αύται δυνάμεις του Άδου, έχουσαι πράγματι ύπαρξιν· ο δε προορισμός των, εκτελούμενος δι' υλικών μάλλον ή ηθικών μέσων, ήτο η ποινή των πατροκτόνων, των καταπατησάντων τον πρώτιστον της φύσεως νόμον. Ετιμώρουν δε τον πταίστην σωματικώς, είτε διά νόσου τινός, της λέπρας λόγου χάριν, είτε εκμυζώσαι το αίμα του φονέως.

αλλ' αντιδούναι δει σ' από ζώντος ροφείν ερυθρόν εκ μελέων πέλανον· από δε σου φεροίμαν βοσκάν πώματος δυσπότου (ς. 264 — 267)

Ο Ορέστης, καταδιωκόμενος υπό των αγρίων τούτων και αιμοχαρών τιμωρών, πάσχει ως θύμα και ως παίγνιον των Ευμενίδων, ουχί ως ήθελε πάσχει εγκληματίας τις των καθ' ημάς χρόνων, βασανιζόμενος υπό των τύψεων της συνειδήσεως. Ακράδαντος εν τη θρησκευτική αυτού πίστει, επαναπαύεται εις την αντίληψιν ετέρου θεού, αντιμαχομένου προς τας Ευμενίδας, του Απόλλωνος, όςτις τω επέβαλε τον φόνον της μητρός του. Τοιούτος ο χαρακτήρ της δραματικής πάλης εν τη αρχαία τραγωδία, πάλης εξωτερικής όλως και θείας.

Αδύνατον να φαντασθή τις μεταβολήν ριζικωτέραν της κατά φυσικήν εξέλιξιν, γενομένης εν τη Ελληνική τραγωδία οπότε μετά τον Αισχύλον έφερεν ο Ευριπίδης επί της σκηνής την αυτήν υπόθεσιν. Ποιητής ούτος ηθικός, φιλόσοφος πεφωτισμένος, και σκεπτικός ως προς τα της θρησκείας, δεν ηδύνατο ή να μεταλλάξη ουσιωδώς την παράστασιν παραδόσεων θρησκευτικών, εις τας οποίας οι έγκριτοι των συγχρόνων αυτού δεν επίστευον πλέον, ως ουδ' αυτός επίστευεν εις την αντικειμενικήν ύπαρξιν των Δυνάμεων του Ουρανού και Άδου. Ο Ευριπίδης δεν παρεδέχετο το καταπληκτικόν μυστήριον, το αποτελούν την θεολογίαν άπασαν του αρχαίου δράματος, την οντότητα δηλαδή προσώπων &οσίως πανουργούντων&, οίος ο Ορέστης ή η Αντιγόνη, και προσκτωμένων τον τραγικόν αυτών χαρακτήρα δι' αυτής ταύτης της συνενώσεως του δικαίου μετά του αδικήματος, facto pius et sceleratus eodem.

Εν τοις δράμασι του Ευριπίδου οι θεοί δεν κατέχουσι την πρωτίστην θέσιν, το δ' υπέρ φύσιν εξαλείφεται, και η ανθρωπότης παρίσταται μετά των αληθών παθημάτων και παθών αυτής. Ο Ορέστης αυτού είναι πταίστης ελεεινός, καταβιβρώμενος υπό των τύψεων του συνειδότος και καταβεβλημένος ψυχή τε και σώματι. Ότε ο Μενέλαος τον ερωτά τι πάσχει, και ποία η νόσος του, αποκρίνεται:

&Η σύνεσις, ότι σύνοιδα δείν' ειργασμένος.

Πιεζόμενος υπό της ιδέας, υφ' ης και μόνης κατέχεται, περιπίπτει εις μανίαν αληθή. Η λέξις αύτη δεν εφαρμόζεται εις το ιερόν θάμβος του Ορέστου εν τη τραγωδία του Αισχύλου. Αλλ' ο του Ευριπίδου Ορέστης έχει καθ' εαυτό φρενολήπτου οπτασίας.

Η Ηλέκτρα κάθηται παρά την κοίτην του ασθενούς αυτής αδελφού:

Οίμοι, κασίγνητ', όμμα σον ταράσσεται, ταχύς δε μετέθου λύσσαν, άρτι σωφρονών.

Ορ. Ω μήτερ, ικετεύω σε, μη 'πίσειέ μοι τας αιματωπούς και δρακοντώδεις κόρας· αύται γαρ αύται πλησίον θρώσκουσί μου.

Ηλ. Μέν', ω ταλαίπωρ', ατρέμα σοις εν δεμνίοις· οράς γαρ ουδέν ων δοκείς σάφ' ειδέναι.

Ορ. Ω Φοίβ', αποκτενούσι μ' αι κυνώπιδες γοργώπες ενέρων ιερίαι, δειναί θεαί.

Ηλ: Ούτοι μεθήσω, χείρα δ' εμπλέξασ' εμήν σχήσω σε πηδάν δυστυχή πηδήματα.

Ορ. Μέθες· μί' ούσα των εμών Ερινύων, μέσον μ' οχμάζεις, ως βάλης, εις Τάρταρον.

Ηλ. Οι 'γώ τάλαινα, τίν' επικουρίαν λάβω.... επεί το θείον δυσμενές κεκτήμεθα;

Ορ. Δος τόξα μοι κερουλκά, δώρα Λοξίου, οις μ' είπ' Απόλλων εξαμύνεσθαι θεάς. ει μ' εκφοβοίεν μανιάσιν λυσσήμασιν... Ουκ εισακούετ'; ουχ οράθ' εκηβόλων τόξων πτερωτάς γλυφίδας εξορμωμένας; α α· Τι δήτα μέλλετ'; εξακρίζετ' αιθέρα πτεροίς· τα Φοίβου δ' αιτιάσθε θέσφατα. Έα· Τι χρήμ' αλύω, πνεύμ' ανείς εκ πλευμόνων; Ποι ποι ποθ' ηλάμεσθα δεμνίων άπο;

Ο Ορέστης ούτος του Ευριπίδου πάσχει τας φρένας, ο θεατής βλέπει εν αυτώ μανίαν αληθή, τα δε φάσματα, άτινα φιλόσοφος ποιητής παρεισάγει εν τω θεάτρω αυτού, ουδαμώς αντιβαίνουσιν εις της επιστήμης τους ορισμούς· είναι φάσματα υποκειμενικά, πλάσματα νοσούσης φαντασίας.

Παρομοίως το εν τη Εκάβη προλογίζον είδωλον του Πολυδώρου ουδεμίαν έχει δραματικήν αξίωσιν, αλλ' απλώς μόνον χρησιμεύει εις προεισαγωγήν της του δράματος υποθέσεως.

Εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου τα φάσματα είναι οτέ μεν αντικειμενικά, έχουσι δηλαδή ύπαρξιν πραγματικήν, ανεξαρτήτως της διανοητικής καταστάσεως των βλεπόντων αυτά προσώπων του δράματος, οτέ δε υποκειμενικά, ήτοι αισθητά εις την όρασιν ενός μόνου προσώπου νοσούντος, μολονότι γίνονται και προς τους θεατάς ορατά, οπόταν ο ποιητής θέλει να &υποκειμενίση& τας οπτασίας.

Παραδεχόμενος την σωματικήν επί της σκηνής εμφάνισιν όντων υπερφυσικών, ο Σαικσπείρος υπείκεν εν πρώτοις εις το ποιητικόν αυτού έμφυτον. Οι άνθρωποι, είτε φανερώς είτε λάθρα, πιστεύουσιν εις το υπεράνθρωπον. Οι δ' έμφρονες δεν καταδικάζουσι τας δεισιδαιμονίας των αφρόνων διότι εάν τω όντι σώφρονες, είναι και μετριόφρονες, θα είπωσι δε μετά του Αμλέτου.

'ς τον ουρανόν και εις την γην τόσα και τόσα έχει που η φιλοσοφία σου δεν βλέπει 'ς τ' όνειρόν της.

Ίσως μάλιστα είπωσι μετά του γηραιού Lafeu, ετέρου του Σαικσπείρου προσώπου (All's well that ends well):

«Λέγουσιν ότι θαύματα δεν γίνονται πλέον, και έχομεν τους φιλοσόφους να μας κάμνουν απλά και συνειθισμένα πράγματα, τα υπερφυσικά και τα ανεξήγητα. Διά τούτο παίζομεν με την φρίκην και προσποιούμεθα τους γνωστικούς, αντί να υποτασσώμεθα εις τον φόβον του αγνώστου».

Δεν έχουσι δεισιδαιμονίας οι ποιηταί μόνοι, οι κατεχόμενοι υπό της φαντασίας αυτών, αλλά και άνδρες ψυχροί και θετικοί άμα επί ολίγον παύσωσιν επιβλέποντες εαυτούς. Ο μέγας Άγγλος υλιστής Hobbes εδειλία να μείνη μόνος τας νύκτας, φοβούμενος τας οπτασίας. Ο Malherbe, εν επιστολή του τινι, περιγράφει αφελώς υπερφυσικόν φαινόμενον, επισυμβάν κατά τον φόνον Ερρίκου του Δου, αλλαχού δ' αφηγείται σπουδαίως εμφάνισιν της σκιάς νεκρού τινος. Ο Γκαίτης και ο Μe?ée είχον επίσης στιγμάς δεισιδαιμονίας, ο δε Σωκράτης ο σοφώτατος των ανδρών, ήτο και ο δεισιδαιμονέστατος· φρονώ λοιπόν ότι ο Σαικσπείρος παρεισάγων το υπέρ φύσιν εν τω θεάτρω αυτού, εξεμεταλλεύετο εν πρώτοις μετά μεγίστης ποιητικής τέχνης την εν τω ανθρώπω ενυπάρχουσαν προς τούτο τάσιν. Αλλ' εις τούτο μεγάλως ωθείτο και υπό των επικρατουσών κατά την εποχήν αυτού προλήψεων. Έχομεν ως προς τούτο μερικάς μαρτυρίας περί πλείστων εξόχων ανδρών της 16ης εκατονταετηρίδος, οίτινες ήσαν προληπτικοί και δεισιδαίμονες.

Εάν δε από των εκκρίτων κατέλθωμεν εις το πλήθος, ανευρίσκομεν απειρίαν τοιούτων συγχρόνων μαρτυριών, ιδίως ως προς την πίστιν εις την μαγείαν και τας μαγίσσας. Ο Reginald Scott εν τω συγγράμματι αυτού, η &Μαγεία αποκαλυπτομένη&, περιγράφει λεπτομερώς τας μαγίσσας, η δε περιγραφή αυτού συμφωνεί πληρέστατα προς τα εν τω Σαικσπείρω.

Αι εν τω Μάκβεθ μάγισσαι και αι αλλόκοτοι συνδιαλέξεις περί των κατορθωμάτων αυτών, — εν οις διαπρέπει η σφαγή χοίρων και οι λέβητες εντός των οποίων μαγειρεύουσι τα ποικίλα και εκλεκτά αυτών καρυκεύματα, — δεν είναι βαρβαρικής φαντασίας γεννήματα, αλλ' έχουσιν ιστορικήν, ούτως ειπείν και πραγματικήν υπόστασιν. Παν ό,τι λέγουσιν ή πράττουσιν ευρίσκεται εν τη &Δαιμονολογία& του βασιλέως Ιακώβου του Α' ή εν τοις πρακτικοίς των τότε δικαστηρίων, και δύναται να εξηγηθή και σχολιασθή διά μόνης της ερεύνης των συγχρόνων μνημείων.

Υπό αισθητικήν δ' έποψιν, ο Σαικσπείρος ουδαμώς έσφαλεν διατηρήσας την κατά παράδοσιν απεχθή μορφήν των τερατωδών τούτων όντων. Δεν αρμόζει το κάλλος εις του Άδου τα όργανα. Τοιαύται ήσαν και αι αποτρόπαιοι Ευμενίδες του Αισχύλου, αι «κατάπτυστοι κόραι», ως τας αποκαλεί ο Απόλλων «αις ου μίγνυται θεών τις, ουδ' άνθρωποι, ουδέ θήρ ποτε» — Ότε, λέγει ο Πολυδεύκης, ενεφανίσθησαν επί της σκηνής γυναίκες ελιποθύμησαν και παιδία απεβίωσαν εκ του τρόμου.

Αλλά δεν περιωρίσθη ο Σαικσπείρος εις μόνην την εγχώριον και δημώδη της πατρίδος αυτού παράδοσιν. Παρεισάγων τας αναμνήσεις της αρχαιότητος, αναμιγνύει τα κλασσικά του Απόλλωνος και της Εκάτης ονόματα μετά των χυδαίων ονομασιών των Μαγισσών. Η δε βροχή και ο άνεμος και οι κεραυνοί και η έρημος εξοχή, όπου συνέρχονται τα δαιμόνια του σκότους, απαρτίζουσιν ατμοσφαίραν συναρμοζομένην προς τα σατανικά όντα, τα οποία εντός αυτής παρουσιάζονται. Το όραμα του Μάκβεθ αποτελεί εν συνόλω συμφωνίαν φαντασιώδη και πένθιμον, της οποίας την διαπασών ευθύς απ' αρχής δίδει ο διάλογος των τριών Μαγισσών, εν τω μέσω της περικυκλούσης αυτάς τρικυμίας.

Αι δύο ή τρεις σκηναί, καθ' ας αι Μάγισσαι συνέρχονται μόναι, και η εμφάνισις αυτών εις τον Μάκβεθ και τον Βάγκον ταυτοχρόνως, εναργώς αποδεικνύουσιν ότι ο ποιητής παριστά αυτάς ως όντα υπαρκτά και αντικειμενικά. Εν τούτοις κριτικοί τινες απεπειράθησαν να εξώσωσι τα υπέρ φύσιν εκ του θεάτρου του Σαικσπείρου, εξηγούντες αυτά ως απλάς δήθεν φρεναπάτας, όπως εν τω Ορέστη του Ευριπίδου... Θέλουσι, λόγου χάριν, ότι η εμφάνισις και αι προφητείαι των Μαγισσών ουδέν άλλο παριστώσιν, ή την συσσωμάτωσιν των εν τη καρδία του Μάκβεθ κρυπτομένων πόθων, και την προσωποποίησιν του πειρασμού, υπό του οποίου ενδομύχως ούτος κατέχεται. Τούτο αποτελεί τω όντι μέρος του σκοπού του ποιητού, αλλά μέρος μόνον. Αι Μάγισσαί του εκπροσωπούσι την Ειμαρμένην. Η τραγωδία του αύτη δεν παριστά άνδρα δοξομανή αδικούντα εξ ελευθέρας αυτού βουλήσεως μόνον, αλλά παριστά προσέτι αυτόν ως θύμα θεοτήτων κακεντρεχών, θύμα δυστυχές και άξιον οίκτου, παλαίον κατά της τύχης του. Ούτω δε προσλαμβάνει το δράμα τύπον αρχαϊκόν· παρά τον τρόμον συνυπάρχει και έλεος, αμφότερα δ' έχουσι θρησκευτικόν πως χαρακτήρα. Εάν ο Μάκβεθ δεν συνηντάτο μετά των Μαγισσών, η καρδία του ήθελεν είναι ουχ ήττον μεμολυσμένη, αλλ' αι χείρες του ήθελον ίσως διαμείνει αγναί. Το φιλοσοφικόν ύψος της ποιητικής του Σαικσπείρου συλλήψεως εις τούτο ιδίως συνίσταται, εις την συνάντησιν της διεφθαρμένης του Μάκβεθ καρδίας μετά του έξωθεν πειρασμού.

Αι τρεις Μάγισσαι είναι όντα αναντιρρήτως αντικειμενικά. Ουχ' ήττον όμως αι υποκειμενικαί οπτασίαι είνε συνηθέστεραι εν τω θεάτρω του Σαικσπείρου, και εις ταύτας φαίνεται προφανώς δίδων την προτίμησιν ο μέγας ποιητής ως επί το πολύ· η ποιητική τε και ηθική αυτών αξία υπερτερεί την των αντικειμενικών.

Όπως γείνη επί του θεάτρου παραδεκτή η οντότης πλασμάτων υπερφυσικών, απαιτείται τέχνη Αισχύλειος ή Σαικσπείρειος, απαιτείται δε συγχρόνως και η επί της ποιητικής εμπνεύσεως επίδρασις των συγχρόνων δοξασιών. Άλλως, αντί όντων προκαλούντων θάμβος και φρίκην, ήθελον κινείσθαι επί της σκηνής γελοίαι μηχαναί μελοδράματος, διαβολίσκοι αντί δαιμόνων, και αντί φαντασμάτων φαντασμαγορίαι. Αι υποκειμενικαί όμως οπτασίαι, τα πλάσματα δηλαδή της φαντασίας εν παθολογική ευρισκομένης καταστάσει, ανήκουσιν εις την τάξιν των φυσικών φαινομένων, και καθ' ό τοιαύτα εφείλκυσαν ιδίως την περιέργειαν του Σαικσπείρου.

Η απλουστέρα φάσις υποκειμενικής οπτασίας είναι το ενύπνιον.

Κατά την παραμονήν της μάχης του Bosworth ο βασιλεύς Ρικάρδος ο Γ' κοιμάται εν τη σκηνή αυτού. Ενώπιόν του παρίστανται αίφνης αι σκιαί των θυμάτων του και προλέγουσι την ήτταν και τον θάνατόν του. Αφυπνίζεται διά μιας ο Ρικάρδος και ανακράζει: «ω δειλή συνείδησις, πώς με βασανίζεις!».

Παρόμοια ενύπνια ετάρασσον τον ύπνον ετέρου βασιλέως ασθενεστέρου την ψυχήν, Καρόλου του Θ' της Γαλλίας· αλλ' ούτος, εκτός των ενυπνίων, ήτο υποκείμενος και εις φρεναπάτας ήδη. «Ο βασιλεύς Κάρολος έκραξε κατ' «ιδίαν τον ιατρόν του και τω είπεν; Ιατρέ, δεν ηξεύρω τι έπαθον προ δύο «ή τριών ημερών είμαι τεταραγμένος την ψυχήν και το σώμα· κοιμώμενος ή «έξυπνος, ανά πάσαν στιγμήν, μοι φαίνεται ότι βλέπω εμπρός μου τα «πτώματα των φονευθέντων με φρικτόν και αιματόφυρτον το πρόσωπον». Εκ των λόγων του Καρόλου εξάγεται ότι αι οπτασίαι του δεν έχουσιν εισέτι τοσαύτην ζωηρότητα, ώστε να εξαπατώσιν αυτόν ως προς την πραγματικότητά των. Τοιαύτη και η φαντασιώδης μάχαιρα, την οποίαν ενώπιΌν του βλέπει ο Μάκβεθ, (Πράξις Β', Σκ. Α') διατηρών όμως την συναίσθησιν της φρεναπάτης του.

Εις την αυτήν κατηγορίαν ανήκει και η εμφάνισις της σκιάς του Καίσαρος εις τον Βρούτον, κατά την παραμονήν της εν Φιλίπποις μάχης, εν τη τραγωδία του Σαικσπείρου &Ιούλιος Καίσαρ.&

Η έντασις της ευαισθησίας του Βρούτου έχει αυτόν προπαρεσκευασμένον διά τας επερχομένας εντυπώσεις. Είναι νυξ, νυξ επακολουθούσα ημέραν ζοφεράν, καθ' ην ταυτοχρόνως έμαθε και της ευγενούς συζύγου του τον θάνατον και την προσέγγισιν του εχθρικού στρατού. Είναι περίλυπος, προς δε και δυσηρεστημένος καθ' εαυτού, διότι αδίκως ήρισε προς τον φίλον του Κάσιον. Αγρυπνών εν τη σκηνή του, εν μέσω της βαθείας πέριξ νυκτερινής σιγής, λαμβάνει βιβλίον εις χείρας, αλλά ματαίως προσπαθεί ν' αναγνώση. Ο δούλος του, ο νεαρός Λούκιος ανακρούει κατ' αίτησίν του μέλος τι, αλλά κεκμηκώς κλείει εντός ολίγου τα βλέφαρα και αποκοιμάται. Τότε εις την τρέμουσαν λάμψιν του σβεννυμένου δαυλού, εμφανίζεται του Καίσαρος η σκιά·

Θαμπά που καίει ο δαυλός... Ποιος είναι που εμβαίνει;... Είναι τα 'μάτια μου θαρρώ τα αδυνατισμένα που πλάττουν τούτο το φρικτόν το φάντασμα εμπρός μου! Κατάντικρύ μου έρχεται... Εσύ, τι πράγμα είσαι; Θεός μην είσαι; Άγγελος, ή Δαίμονας; Με κάμνεις κ' αι τρίχες μου ορθόνονται, το αίμα μου παγόνει... Ειπέ τι είσαι;

Η ΣΚΙΑ Ο κακός ο δαίμων σου, ω Βρούτε.

ΒΡΟΥΤΟΣ Τι θέλεις κ' ήλθες;

Η ΣΚΙΑ Να σου 'πώ πώς θα μ' ιδής και πάλιν εις τους Φιλίππους.

ΒΡΟΥΤΟΣ Α! καλά! Λοιπόν σε ξαναβλέπω;

Η ΣΚΙΑ Ναι· 'ς τους Φιλίππους...

ΒΡΟΥΤΟΣ Θα σ' ιδώ λοιπόν εις τους Φιλίππους. .. Τώρα που έκαμα καρδιάν, μου χάνεσ' απ' εμπρός μου! Κακέ μου Δαίμον, ήθελα κι' άλλα να' πώ μαζί σου. — Λούκιε! Βάρων! Κλαύδιε! Ακούσατε, 'ξυπνήστε! Κλαύδιε!

ΛΟΥΚΙΟΣ Είναι η χορδή, αυθέντα, χαλασμένη.

ΒΡΟΥΤΟΣ Φαντάζεται πως τ' όργανον παίζει ακόμη. — Ξύπνα, αι, Λούκιε!

ΛΟΥΚΙΟΣ Αυθέντα μου.

ΒΡΟΥΤΟΣ Τι είδες 'ς το όνειρόν σου, και τόσον εξεφώνησες;

ΛΟΥΚΙΟΣ Αυθέντα, δεν ηξεύρω πως 'φώναξα.

ΒΡΟΥΤΟΣ Εφώναξες! Τι ήτον οπού είδες;

ΛΟΥΚΙΟΣ Δεν είδ', αυθέντα, τίποτε.

ΒΡΟΥΤΟΣ Καλά. Ξανακοιμήσου. Αι Κλαύδιε! Συ, κύριε! Ξυπνήσατε!

ΒΑΡΩΝ Αυθέντα!

ΚΛΑΥΔΙΟΣ Αυθέντα!

ΒΡΟΥΤΟΣ Τι επάθατε 'ς τον ύπνον σας κ' οι δύο, και τόσον εφωνάξατε;

ΚΛΑΥΔΙΟΣ 'Φωνάξαμεν, αυθέντα;

ΒΡΟΥΤΟΣ 'Φωνάξατε! — Τι είδατε;

ΒΑΡΩΝ Τίποτ' εγώ δεν είδα.

ΚΛΑΥΔΙΟΣ Κ' εγώ δεν είδα τίποτε.

Τα ερωτήματα του Βρούτου μαρτυρούσιν, ότι αμφιβάλλει περί της πραγματικότητος της οπτασίας του, και υποπτεύεται μη ευρίσκεται υπό το κράτος φρεναπάτης.

Υπάρχουσι διάφοροι βαθμοί φρεναπάτης, ο δε Σαικσπείρος μετά πολλής επιστασίας και τέχνης, προσέχει περί την διάκρισίν των. Καθώς ο Βρούτος, και ο Αμλέτος επίσης είναι εκ της φυσιολογικής του καταστάσεως, προδιατεθειμένος διά την επερχομένην οπτασίαν. Απ' αρχής του δράματος κατέχεται υπό βαθείας μελαγχολίας. Αηδιάσας τον κόσμον και του βίου επιζητεί την ερημίαν, και βλέπει τον νεκρόν ήδη πατέρα του

με της ψυχής τα μάτια.

Αλλά δεν τον εξαπατά εισέτι η φαντασία του και γνωρίζει ότι το όραμα εκείνο είναι της εξημμένης κεφαλής του πλάσμα. Βαθμηδόν όμως οι ρεμβασμοί του μεταβάλλονται εις παράνοιαν, η δε θλίψις του εις παραφροσύνην, και τότε είναι ώριμος διά πλήρη φρεναπάτην. Εν τη σκηνή μεταξύ του Αμλέτου και της μητρός του (Γ' Πράξις) το φάσμα είναι μεν ορατόν προς τους θεατάς, αλλ' όμως διαμένει υποκειμενικόν, διότι η μήτηρ του δεν το βλέπει.

Και ο Μάκβεθ επίσης, κατ' αρχάς βλέπων την μάχαιραν εννοεί ότι είναι ανύπαρκτος η πλάνη, αλλά βαθμηδόν εξαπτόμενος προβαίνει μέχρι τελείας φρεναπάτης.

Ο Βάγκος δολοφονείται κατ' εντολήν του, τον δε φόνον του πληροφορείται εν μέσω του συμποσίου, εις το οποίον είναι προσκεκλημένος και ο φονευθείς. Ενώ ετοιμάζετο να παρακαθήση εις την τράπεζαν, ταράσσεται η όρασίς του και νομίζει ότι ουδεμία θέσις υπάρχει κενή. Είναι τούτο η αρχή του κακού. Βαδίζει προς την έδραν του, αλλά κραυγή φρίκης εξέρχεται του στήθους του! Βλέπει επ' αυτής καθήμενον τον νεκρόν Βάγκον! Οι συνδαιτυμόνες ανεγείρονται έντρομοι, αλλ' ουδέν βλέπουσι, διότι ουδέν υπάρχει. Η Λαίδη Μάκβεθ προσπαθεί μετά μεγίστης παρρησίας πνεύματος να καθησυχάση τους παρά την τράπεζαν φίλους, εξηγούσα ότι ο Μάκβεθ υπόκειται εις το πάθος τούτο από νεαράς ηλικίας, αλλ' ότι το πράγμα δεν είναι σπουδαίον, — και απευθυνομένη μετά ταύτα κατ' ιδίαν, προς τον σύζυγον προσπαθεί να τον επαναφέρη εις τας αισθήσεις του.

Τα φαινόμενα ταύτα είναι πάντα φυσικά και γνωστά εις την επιστήμην, το δε αληθές αυτών τα αποκαθιστά έτι μάλλον ενδιαφέροντα. Βλέποντες το φάντασμα του Βάγκου εν τη σκηνή του συμποσίου, ενθυμούμεθα παρόμοια πολλά γεγονότα της αυτής φύσεως και εν τη ιστορία, και εν μέσω της νοσούσης ανθρωπότητος, καθ' εκάστην συμβαίνοντα...

Είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά τα φάσματα, ανάγκη πάσα να υπάρχη η απαιτουμένη προς όρασιν αυτών ψυχολογική προδιάθεσις εκ μέρους των προσώπων του δράματος. Διά τί εν τη τραγωδία του Βολταίρου η &Σεμίραμις&, ουδεμίαν προξενεί εντύπωσιν η εμφάνισις της σκιάς του Νίνου; Ουχί, ως θέλει ο Λέσσιγκ, διότι παρουσιάζεται αναιδώς εν πλήρει μεσημβρία, — ενώ η διακριτική και μυστηριώδης σκιά του πατρός του Αμλέτου παρουσιάζεται κατά το μεσονύκτιον, εις ολίγων μόνον ανδρών τους οφθαλμούς. Εις την λάμψιν της ημέρας εμφανίζεται και του Δαρείου το είδωλον ενώπιον των γερόντων Περσών, αλλ' η νυξ ενυπάρχει εν τη τραγωδία αυτή του Αισχύλου. Ότε ο βασιλεύς του ηττηθέντος εν Σαλαμίνι κράτους εξέρχεται του τάφου του, η εμφάνισίς του είναι ήδη προπαρεσκευασμένη, περιμένεται, προκαλείται, — υπάρχει δε πλήρης αρμονία μεταξύ της εκ του Άδου προελεύσεως ταύτης και των πενθίμων διανοημάτων των του δράματος προσώπων· Του Βολταίρου απ' εναντίας το φάσμα είναι μηχανή θεατρική ουδέν άλλο σκοπούσα ή κατορθούσα, ή την ανύψωσιν της πομπής του θεάματος. Εις μάτην προαναγγέλλεται η έλευσίς του διά κεραυνών και κρότων έσωθεν· ουδέν κατορθοί διά της παρουσίας του.

Ενταύθα παρουσιάζεται το ζήτημα, εάν εν τη δραματική παραστάσει των τοιούτων φαινομένων ήναι προτιμητέα, ή μη η επί της σκηνής παρουσίασις των φασμάτων. Τω όντι, υπάρχει τι το αντιφατικόν εις την προς τους θεατάς επίδειξιν αντικειμένων, τα οποία βλέπει ο νοσών μόνος, τα δε λοιπά του δράματος πρόσωπα δεν βλέπουσιν. Αλλ' εν τω θεάτρω τα πλείστα γίνονται κατά συνθήκην, της δε συνηθείας η ισχύς είναι τοσαύτη, ώστε οι θεαταί ευκόλως παραδέχονται τα μη πιθανά. Όθεν η λύσις του ζητήματος εναπόκειται κυρίως εις τους εργολάβους.

Ότε εδιδάχθη η Ορέστεια του Αισχύλου, παρουσιάσθη η εξής δυσκολία. Κατά το τέλος της τραγωδίας των Χοηφόρων, δευτέρου της τριλογίας μέρους, αι Ευμενίδες, των οποίων επίκειται ακολούθως η επί της σκηνής εμφάνισις, εγείρονται βραδέως από του εδάφους και τας βλέπει μεν ο Ορέστης, αλλ' ουχί και ο Χορός. Ήτο δ' επάναγκες να γείνη προς τους θεατάς ορατή η παρουσία των, διότι ενταύθα δεν πρόκειται περί φρεναπάτης, ως εν Ευριπίδη, αλλά περί φρικώδους πραγματικότητητος, ο δ' Αισχύλος ήθελε την τοιαύτην εμφάνισίν των ως σύνδεσμον μεγαλοπρεπή μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου μέρους της τριλογίας αυτού. Η διάταξις του εν Αθήναις θεάτρου επέτρεψε την ανύψωσιν των Ευμενίδων από της ορχήστρας, ένθεν αι δρακοντόμαλλοι κεφαλαί των, προβάλλουσαι βαθμηδόν, ήσαν οραταί εις μόνους τους θεατάς και τον Ορέστην, ουχί δε εις τον χορόν·

