# Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος

## Part 9

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34169/index.md

Νησιωτοπούλα κάθεται σε μαρμαρένιον πύργο, Με κέντημα ατά χέρια της, μ' αγάπη στην καρδιά της. Φοραίς φοραίς το κέντημα κεντούσε με τραγούδια, Φοραίς φοραίς πισώρριχνε τα ξέπλεγα μαλλιά της, Κι' αγνάντευε το πέλαγο που απλώνονταν μπροστά της, Και γκαρδιακά αναστέναζε κ' εχτύπαγε τα στήθηα, Γιατ' αγριεμένο τώβλεπε, μαύρο, φουρτουνιασμένο· Κι' αυτή είχε λόγο, στο γιαλό να κατεβή το βράδυ, Κι' απ' το νησί ταντικρυνό, που χάνεται στο κύμα, Ο αγαπημένος της ναρθή, να πουν τον έρωτά τους. Ο ήλιος εβασίλεψε· σκοτείδιασε, νυχτώνει. Το κέντημά της τώμορφο απαρατάει η κόρη, Και κατεβαίνει στο γιαλό κι' ακαρτεράει 'ς την άκρη.

Μαυρολογάνε τα βουνά, και σύγνεφα μεγάλα Σκεπάζουνε 'ςτόν ουρανό ταστέρια πέρα πέρα, Φυσομανάει το πέλαγο, τα κύματα βογγούνε, Κι' όταν τα νέφια αστράφτουνε, δείχνουν κορφαίς αφράταις Και δεν γροικιέται πουθενά ταγαπημένου η βάρκα. Κάθεται η νηά κι' ακαρτερεί 'ςτ' ακρογιαλιού τα βράχια.

Τα μακρυά της τα μαλλιά τα κυματίζει ο αγέρας, Και σπούνε μέσ' 'ςτά πόδια της τα κύματα με βόγγο. Ώραις τηράει το πέλαγο, ώραις τηράει μπροστά της, Νέφια και κύματα μαζί συχνορωτάει με πόνο, Αν είδαν κάπου νάρχεται τ' αγαπημένου η βάρκα. Τα σύγνεφα μένουν βουβά, τα κύματα βογγούνε, Κι' αναστενάζουνε βαρειά βαρειά της νηάς τα στήθηα.

Φυσομανάει η θάλασσα, τα κύματα βογγούνε, Κ' ένα με τ' άλλο σπρώχνονται και σπαίνουν στ' ακρογιάλι· Κ' εκεί που η κόρη τα 'ρωτά, βλέπει ένα θεριωμένο Να ψηλωθή, να ψηλωθή, τα βράχια να περάση, Και να την πνίγη 'ςτόν αφρό. Τραβιέται η κόρη 'πίσω, Και κλειώντας την αγκάλην της, που ολάνοιχτη βαστούσε Τον ακριβό της να δεχθή, σφίγγει 'ςτά στήθηα απάνου Παραδαρμένο ένα κορμί, και άψυχο και κρύο.

Ταχυά η φουρτούνα ησύχασε, τα κύματα μερέψαν, Και οι ψαράδες πώρριχναν 'ςτο πέλαγο ταις βάρκαις, 'Στ' ακρογιαλιού τα χώματα και μέσ' στα βράχια βρίσκουν Παραρριγμένα δυο κορμιά, και σφιχταγκαλιασμένα.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ

Σήμερα γιορτή μεγάλη, σήμερα Λαμπρή. Σφάζουν σήμερα και ψένουν φυλαγμέν' αρνιά. Ράβουνε καινούργια ρούχα και στολίζονται· Κι' όθε απαντηθούν φιλιούνται και αγκαλιάζονται. Σήμερα 'ςτά μεσοχώρια όλα αστράφτουνε Εμμορφάδες και στολίδια, κι' όλ' αντιλαλούν Από τα γλυκά τραγούδια που χορεύουνε. Ροβολούν τα παλληκάρια, λεβεντόπαιδα Μ' άρματ' αργυρά 'ςτή μέση και με χαϊμαλιά, Ροβολούν κ' η μαυρομμάταις, ρούσαις κ' έμμορφαις, Λυγεραίς σαν κυπαρίσσια, σαν μηλιαίς γλυκειαίς, Σαν Ξωθιαίς και σαν Νεράιδες, που λαμποκοπάν 'Στο λαχούρι, 'ςτό μετάξι και 'ςτό μάλαμμα.

Πιάνοντ' όλοι χέρι χέρι. Τα τραγούδια τους Και ταις πέτραις ζωντανεύουν. Γύρου οι γέροντες Καθισμένοι αράδα-αράδα τους κυττάζουνε Και γλυκά τους καμαρώνουν και κρυφά κρυφά Ζευγαρώνουν κάθε νηό με κάθε κόρη τους.

Κι' ο χορός και το τραγούδι πάν' αδιάκοπα. Λυγεραίς και παλληκάρια σειούνται και λυγούν Και 'ςτούς κύκλους όπου πλέκουν αγναντεύονται Και κρυφά γλυκοτηριούνται και γνωρίζονται. Κάθε κόρη τον καλόν της, κάθε νηός τη νηά, Όλαις η ματιαίς ταιριάζουν, κι' όλαις η καρδιαίς Ώρα μ' ώρα ζευγαρώνουν και κρυφομιλούν. Κι' ο χορός και το τραγούδι παν' στρωτά-στρωτά. Άξαφνα καινούργια λάμψι γύρου χύνεται, Σιέται του χωριού το πλήθος, κυματίζεται, Και σαν σύγνεφα μεριάζει και ξανοίγεται Που περνάει λαμπροντυμένο τ' αστραπόβροντο, Και διαβαίνει ανάμεσά του κι' όλο χαιρετά Λυγερή καμαρωμένη και περίμορφη. Η περίσσια η εμμορφιά της τα ξανθά μαλλιά, Τα ολογάλανα τα μάτια, το περπάτημα, Η χρυσαίς η τραχηλιαίς της και το μάλλαμα, Χύνουνε 'ςτό χοροστάσι λάμψι ξαφνική. Άλλοι λεν: η Δημοπούλα, η Μήτρω η έμμορφη, Πήρε πρόσωπο τον ήλιο, τ' άστρα μάτια της, Κι' άλλοι: πήρε το φεγγάρι, τον αυγερινό.

— Αχ! κ' εγώ λεβέντης νάμουν, χωριατόπουλο, Να με παίρναν 'ςτο χορό τους και να χόρευα. 'Στο πλευρό της Δημοπούλας της περίμορφης!

Η ΦΛΟΓΕΡΑ κ. Ν. Πουρναρά.

— Ήσυχα πούναι τα βουνά, ήσυχοι πούναι οι κάμποι Ήσυχαις πούναι η λαγκαδιαίς και τα κλαριά κι' η βρύσαις, Ήσυχαις πούναι κ' η σπηλιαίς! Κι αυτά τα νυχτοπούλια Γρήγορ' απόψε κούρνιασαν τα μαύρα και δεν σκούζουν. Και συ φλογέρα μου, γιατί, γιατί δεν ησυχάζεις; Τ' έχεις καϋμένη, και βογγάς και κλαις κι' αναστενάζεις, 'Σ όλην αυτή την ερημιά, 'ς όλην αυτή τη νύχτα, Και λες τραγούδι φλίβερο και παραπονεμένο, Και τον αντίλαλο ξυπνάς 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτά δάση, Ξυπνάς κι' από τον ύπνο της την ώμορφη την πλάσι;... Ξύλο δεν ήσουν άλλαλο κι' ανώφελη βεργούλα, Κ' εγώ ο μαύρος σου χάρισα ακέρηα την ψυχή μου; Σώδωκα αθάνατη φωνή και πόνο και γλυκάδα, Που σε ζηλεύουν σαν σ' ακούν ακόμα και τ' αηδόνια. Τ' έχεις, φλογέρα, και μου κλαίς και μου παραπονιέσαι; Μη προμαντεύης θάνατο, μη προμαντεύης χάρο; Μη μ' εμπεζέρισες κ' εσύ και θέλεις να μ' αφίσης; Ή μήνα της αγάπης μου το χωρισμό θυμάσαι Και κλαις και θες τον πόνο μου να μερασθής μ' εμένα;

Τ' έχεις, φλογέρα, πες μου το, πες μου το, μη σωπαίνης· Τι κλαις μονάχη και ξυπνάς την πλάσι από τον ύπνο; Και τον κρυφό τον πόνο μου ξυπνάς και την καρδιά μου, Κ' αρχίζει τ' αναστέναγμα, αρχίζει και το κλάμα! Φαρμακωμένη η δύστυχη μέρα με μέρα σβυέται, Αφ' όντας την αγάπη μου τα μάτια μου δεν είδαν. Σώπα, φλογέρα μη μου λες τραγούδι της αγάπης Σώπα, και μη μου την θυμάς!... .Όχι, φλογέρα· πες το Πες το, και μη την λησμονάς· κάλλιο να λησμνήσω Όλον τον κόσμο, να χαθώ, να μαρανθή η καρδιά μου, Με τώμορφό της τ' όνομα 'ςτό στόμα μου ας πεθάνω, Παρά να την απαρνηθώ και να την λησμονήσω!... Πες το, φλογέρα, μη σωπάς και πάρτο απ' την αρχή του.

— Μικρός κι' εγώ, κι' αυτή μικρή, δέκα χρονών ακόμα Παιδιά απονήρευτα, μαζί εζούσαμαν 'ςτά πλάια, Περιβοσκούσαμαν μαζί τα δύο μας τα κοπάδια Και τα ποτίζαμαν μαζί 'ς της ποταμιάς το ρέμμα. Μαζί εμεσημεριάζαμαν εις της σπηλιάς τον ίσκιο, Μαζί 'ς τα δάση ετρέχαμαν κ' εκόβαμαν λουλούδια, Και ταις νυχτιαίς περνούσαμαν μαζί σε μια καλύβα, Μ' αγάπαγε σαν αδερφό, κ' εγώ σαν αδερφή μου. Πόσαις φοραίς μέσ' 'ςτ' αυλακιού καθόμασταν το φρύδι, Κ' επαίζαμαν με το νερό, πόσαις φοραίς 'ςτά χόρτα Μ' έρριχνε σαν παλαίβαμαν, πόσαις φοραίς 'ς τα δάση Σαν μάτωνε το χέρι μου αυτή μου το φιλούσε!... Κι' αν δάκρυζαν τα μάτια μου κι' αν πόναγα ποτέ μου, Αυτή μ' εσφόγγιζ' ελαφρά, κι' αδερφικά η καϋμένη Με χίλια χάιδια και φιλιά μου πέρναγε τον πόνο. Όμως εγώ δεν άπλωσα ποτέ να την φιλήσω. Ποια απ' την ψυχή μου δύναμι, ποιο χέρι απ' την καρδιά μου Αθώα κ' εγώ να την φιλώ μ' εβάσταγε, δεν ξέρω. Με τέτοια αθώα φιλήματα, μ' αθώα παιγνίδια τέτοια. Ημείς εμεγαλώναμαν και πέρναγαν τα χρόνια. Εγώ 'παιρνα παλληκαριά κι' αυτή ωμορφιά και μάγια. Ως πώφεξε μια χαραυγή, της άνοιξης μια μέρα, Που εγνώρισα 'ςτά μάτια της και 'ςτό χαμόγελό της Κάποιο μυστήριο αγνώριστο ως τότε 'ςτήν καρδιά μου. Λαχτάρησα σαν νάπεσε 'ς τα σωθικά μου σπίθα. Κι' όσο που η μέρες πέρναγαν γενόνταν φλόγα η σπίθα, Κ' η φλόγα μ' έκαψε βαθηά, όμως με τέτοια γλύκα, Οπ' άλλαξα με μιας ζωή· εθάμπωνε η ματιά μου Από μια λάμψι, γκαρδιακή και παραδείσια λάμψι, Σαν κύτταζα τα μάτια της· σαν μου χαμογελούσε Έλεγα γη πως δεν πατώ, πως περπατώ τα ουράνια· Τα αίματά μου επάγωναν σαν κάθονταν σιμά μου Κ' έτρεμα σαν τον κάλαμο σαν μ' έπιανε απ' το χέρι· Και τα τραγούδια των πουλιών για εμέν' αλλάξαν τότες, Άλλαξε το μουρμουρητό της λαγκαδιάς, της βρύσις. Άλλαξε τ' αναστέναγμα, τ' αγέρα μέσ 'ς τα δέντρα, Άλλαξαν κ' η μοσχοβολιαίς των λουλουδιών για εμένα Άλλαξε της Αυγής το φως, της νύχτας το σκοτάδι, Άλλαξαν τη φεγγοβολιά, τ' αστέρια, το φεγγάρι, Κ' η κόρη απ' τότες άλλαξε 'ς τα βάθηα της καρδιάς μου, Κ' εκείνη η αγάπη η παιδιακή, πούχα γι' αυτήν, η αθώα Έγεινε αγάπη της καρδιάς κι' όλο τον νου μου αγάπη· Απ' τότες άλλαξες και συ, φλογέρα μου, τον ήχο. Και δεν μου τραγουδάς γλυκά, πόνους, φλογέρα, χύνεις!

Μια μέρ' αυτή πάει 'ς το χωριό.. - Σαν έλειψε απ' εμπρός μου Σκοτείνιασ' ουρανός και γη, ανατολή και δύσι. Κ' έννοιωοα τότε αβάσταχτον, πάρα βαρύν τον πόνο. Με συνεπήρε η φλόγα του και πέρασ' απ' τον νου μου Σαν έρθη η κόρη την αυγή να της το μολογήσω... Περνούν τρεις μέραις, - τρεις χρονιαίς για εμέ, - και δεν εφάνη. Και μια φαρμακωμένη αυγή μώρχετ' ένας δικός της, Και παίρνει το κοπάδι της και πάει κι' αυτός και φεύγει Ακαρτεράω ακόμα εγώ, ναρθή μια μέρα η κόρη, Για να της πω το ντέρτι μου, τον πόνο της αγάπης. Είπα 'ς τ' αστέρια τ' ουρανού, 'ς της νύχτας το φεγγάρι, 'Στον ήλιο τον χρυσόλαμπρο, 'ςτ' αηδόνια και 'ςτ' αγέρι Να μου την φέρουν μιαν αυγή, και δεν μ' ακούει κανένα. Νυχτόημερα παρακαλώ Αγίους και Παναγία, Τάζω ασημένια τάματα, και δεν μ' ακούν κ' εκείνοι. Αν μου το έφερνες εσύ, σ' εχρύσωνα φλογέρα!..

Ξάφνου η φλογέρα εσώπασε και σβυέται το τραγούδι. Τα φουντωτά κοντόκλαδα μεριάζουνε μπροστά του, Και 'ς το γοργό αναμέριασμα κάποιο κορμί προβάλλει. Μην είνε Λάμια του γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα; Μην είνε του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης;... Κόφτ' η φλογέρα τον ηχό κι' ο νηός ορθός φωνάζει: — Αν είσαι του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης, Γύρνα και κρύψου 'ςτής σπηλαίς και κρύψου 'ςτά νερά σου, Και μη πατάς τον τόπο μου, μην έρχεσαι 'ς εμένα, Γιατ' έχω γκόλφι και σταυρό, κι αγάπη 'ςτήν καρδιά μου. — Δεν είμαι Λάμια τον γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα, Ούτε και του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσις, Μόν' είμαι η πρώτη αγάπη σου κ' αγάπη σου η αιώνια. Φωτιά να κάψη τα φλωριά, τα γρόσια του γονιού μου, Λύκος να φάη τα πρόβατα κ' εκείνον τ' αγριοπούλια. Το χωρισμό σου δε φτουρώ, και δε βαστάω τον πόνο.... 'Στήν αγκαλιά σου πάρε με, αν μ' αγαπάς ακόμα, Κ' έλα να φύγουμε μακρυά, να πάμε 'ς άλλον τόπο. Αχώριστοι να ζούμε οι δυο, με μια καρδιά, μια αγάπη. Να περπατούμε της ερμιαίς, τ' απάτητά τα δάση, Πούναι τα γάργαρα νερά, τ' αμάζευτα λουλούδια, Που κελαϊδούν ανύποπτα η πέρδικες, τ' αηδόνια. Από τον κόσμο να χαθή, να σβύση τ' όνομά μας, Κι' ο κόσμος πάλι να χαθή, να σβύση απ' την καρδιά μας. Κ' η ταιριασμένη αγάπη μας νάν' ένας κόσμος άλλος. Να πάρουμ' από της μυρτιαίς, να πάρουμ' απ' της δάφναις. Να πλέξουμε μια χαμηλή μόνο για εμάς καλύβα. Αγαπημένοι, αχώριστοι, μονάχοι μας να ζούμε, Κι' αν θα χαθούμε, πάλ' οι δυο μαζί μας να χαθούμε... ..................................................... Κάποιος διαβάτης με καιρό διαλάλησε μια μέρα, Ότι σ' απόκρυφην ερμιάν εύρε χρυσή φλογέρα.

Η ΚΑΤΑΡΑ

— Μάνα, πάρ' της ευχαίς και τ' άγια λείψανα, Τι δεν μπορούν να γειάνουν την αρρώστεια μου. Δεν είν' ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιαίς. Τρεις χρόνους αγαπούσα κόρην ώμορφη, Και λόγο δεν της πήρα, κι' ουδέ φίλημα. Μια μέρα 'ςτό ποτάμι την απάντησα· Της κρένω, δε μου κρένει, κι' ουδέ με τηρά, Της ρίχνω ένα λουλούδι, δεν το δέχτηκε, Της ρίχνω το μαντήλι, κρυφοθύμωσε... Με συνεπήρε ο πόνος, μάνα, κι' ο καϋμός· Πεζεύω, 'ςτά πλατάνια δένω τ' άλογο Κι αρπαχτικά την πιάνω και την φίλησα. Βαρειά μ' εκαταράσθη σαν μου ξέφυγε: — Να ξηραθούν τα χέρια που μ' αγκάλιασαν, Να μαραθούν τα χείλια που μ' εφίλησαν!... Άκουσες την αρρώστεια, μάνα, γειάνε με.

— Φλόγα, φωτιά να πέση 'ς την καρδούλα της, Να ζωντανέψ' η αγάπη η σιδερένια της, 'Στούς δρόμους να κινήση και 'ς τα τρίστρατα, Ναρθή 'ς την αγκαλιά σου σαν θεότρελλη!...

Το λόγο δεν απόειπε, δεν απόσωσε. Κ' επιάσθηκε η κατάρα, κ' ήρθε η λυγερή Με ξανοιγμένους κόρφους, μ' απλωτά μαλλιά, Κι' ολοβροντά την πόρτα σαν θεότρελλη.

Τ' αρρώστου η μάν' ανοίγει· κ' η θεότρελλη 'Στήν αγκαλιά του πέφτει και φιλεί και κλαίει.

Έγειανε ο νηός, κ' η κόρη πήρε πληρωμή Καθάριο δαχτυλίδι κι' όλο μάλαμμα.

Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΑ ΚΙ' Ο ΒΑΣΙΛΗΑΣ κ. Γ. Δροσίνη.

Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της.

Βάν' ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια, Βάν' σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια, Κι' αγάλια-αγάλια ύφαινε και ψιλοτραγουδούσε.

Από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη. Και καταριέται η εργατειά κ' οι ξενοδουλευτάδες Κ' έρχονται και φωνάζουνε και λεν του βασιληά τους, Ή να γιατρέψη το κακό που εγείνηκε 'ς τη χώρα Κι' ο ήλιος εσταμάτησε, ή θε να τον σκοτώσουν.

Ο βασιληάς στέλνει ρωτά μια μάγισσα μεγάλη.

— Μάγισσα, ποιο είνε το κακό, που εγείνηκε 'ς τη χώρα, Κι' ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη;

— Κάνα κακό δεν έγεινε 'ς τη χώρα, βασιληά μου. Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της, Πώχει ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια, Πώχει σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια. Κάθε που ρίχτει σαϊτιά λέει κ' ένα τραγούδι, Κι' από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης Ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη.

Πάει και πέφτει ο βασιληάς 'ς της λυγερής τα πόδια — Πάψε, κόρη, τον αργαλειό, πάψε και το τραγούδι, Γιατ' απ' το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον γλυκό ηχό σου Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη, Και καταριέται η αργατειά κι' οι ξενοδουλευτάδες, Κ' ήρθαν μέσ' ς τα παλάτια μου και σκούζουν και φωνάζουν Ή να γιατρέψω το κακό, ή θα με θανατώσουν.

— Κι' αν πάψω εγώ τον αργαλειό, κι' αν πάψω το τραγούδι, Ποιος θα μου υφάνη τα προικιά και τα μεταξωτά μου;

— Εγώ θα βάλω γλήγορα υφάντραις να τα υφάνονν. Εγώ θα στείλω προξενιά, γυναίκα να σε πάρω. Του παλατιού βασίλισσα, κυρά μου να σε κάμω.

Ο ΓΑΜΟΣ

— Του ποιου ν' το συμπεθεριακό, του ποιου 'ν' αυτό το ψίκι Που κατεβαίνει απ' τα βουνά πεζούρα και καββάλλα Με τα ψιλά τα φλάμπουρα, με τα διπλά παιγνίδια. Με τα τραγούδια τα πολλά, με τα βαρειά τουφέκια. Σαν να εσηκώθη ο βασιληάς κ' εσύναξε τ' ασκέρια Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε να πάη να πολεμήση;

— Ο Φλώρος κάνει τη χαρά, παντρεύει τον υγιό του, Τον γυιό του τον μονάκριβο, τον μοσκαναθρεμμένο, Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε κι' όλο τ' αρχοντολόγι. Τρεις χρόνους γράφαν τα προικιά και τρεις τ' απανοπρίκια, Και τρεις οπού συντάζονταν κ' εκάλναγαν τον κόσμο. Πάν' τα παιγνίδια από μπροστά τα βλάμπουρ' από 'πίσω. Κι' αράδι' αράδ' από κοντά πάνουν οι συμπεθέροι. Και μέσ' 'ςτό ψίκι ανάμεσα πάν' ο γαμπρός κ' η νύφη, Καββάλλα 'ς άλογα ψαριά και χρυσοσελλωμένα. Λάμπουν τ' ασήμια του γαμπρού και τα χρυσά της νύφης Κ' η λαμπερή τους η ωμορφιά, σαν ήλιος, σαν φεγγάρι. Δεξιά ζερβιά παίζουν νουνός και βλάμης τ' άλογά τους, Κι' όλο κυττάν τα νηόγαμπρα κι' όλο χαμογελούνε. Πάει ο γαμπρός σαν αητός, ορθός, καμαρωμένος, Κ' η νύφη πάει σαν πέρδικα, γλυκειά, χαμηλομμάτα. Ακολουθάν' οι νηοί κ' η νηαίς και βλέπουν και ζηλεύουν, Κ' η ζήλεια βγαίνει απ' την καρδιά κ' ιδρώνει μέσ' 'ς τα μάτια, Και σαν αχτίδα πέτεται απώνα μάτι 'ς άλλο Κι' από μια 'ς άλληνε καρδιά, κ' εκεί γεννιέται αγάπη. Κι' όσο που νάρθη άλλ' άνοιξι, κι' όσο να κλείση ο χρόνος Απώνα γάμο δυο και τρεις και τρίδιπλοι φυτρώνουν.

Βγαίνει 'ςτήν πόρτα να δεχθή τη νύφη ο γέρω-Φλώρος Και χύνει σίκλους στο κρασί, το ρύζι χούφταις χύνει. Τήνει φιλεί 'ςτά μάγουλα, τήνε φιλεί 'ςτά μάτια, Κι' εύχεται καλορροίζικα κ' εύχεται γεννητσούρια.

'Σταίς μαρμαρόστρωταις αυλαίς πεζεύει όλο το ψίκι.

Όξω το στρώνουν 'ςτό χορό και μέσα στεφανώνουν. Και 'ςτά τραγούδια τα πολλά και 'ςτά πολλά τουφέκια, Άλλοι χρυσαίς δίνουν ευχαίς κι' άλλοι καλωτυχίζουν: — Χαρά 'ςτά δυο τα νηόγαμπρα, χαρά και 'ςτούς γονηούς τους! . . .

Η ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΩΣ κ. Α. Προβελεγγίω

Πλέν' η Μαριώ 'στόν ποταμό, πλένει ταις φορεσιαίς της. Κι' η ωμορφιαίς της λάμπουνε, κι' αστράφτουν 'στό κορμί της Αράδες τ' ασημόκουμπα κι' αράδες τα γιουρτάνια, Και 'ςτά καθάρια τα νερά τα πόδια της ασπρίζουν Σαν νάναι με τριαντάφυλλα και γάλα ζυμωμένα.

Περνούν εκείθε πιστικοί και κυνηγοί διαβαίνουν, Κι' άλλοι την λεν Λιογέννητη, άλλοι την λεν Νεράιδα.

Πέρασε κ' ένας σταυραετός, πέρασε απάνω-απάνω, Και σαν να 'νοιάστηκε κι' αυτός την ωμορφιά της κόρης, Χαμήλωσε ως τον ποταμό κ' αρπάζει την ποδιά της, Τη λαχουριά της την ποδιά, τη χρυσοκεντημένη, Πούχε ξομπλιάσει απάνω της τον ουρανό με τάστρα. Και σκούζ' η άμοιρη Μαριώ και κλαίει την ποδιά της.

Ο σταυραετός μεσουρανίς χάθηκε μέσ' 'ς ταστέρια.

Με 'λίγες μέραις ύστερα ταράχτηκεν η χώρα, Παγάνα πήραν τα χωριά τον βασιληά ανθρώποι Και δείχνουνε 'ςταίς λιγεραίς ποδιά γεμάτη αστέρια, Και 'ς όποιας πιάση το κορμί, κι' όποια την 'πή δική της, Εκείνη θα την πάρουνε μαζή τους 'ςτό παλάτι. Πέρασαν-πέρασαν χωριά του βασιληά οι ανθρώποι, Δείχνοντας τη χρυσή ποδιά, κι' ούτε κ' ευρέθη κόρη Να της ταιριάζει 'ςτό κορμί και να την 'πή δική της. Και 'ςτής Μαριώς παν' το χωριό και δείχνουνε 'ςταίς κόραις Αράδα-αράδα την ποδιά, και την γνωρίζουν όλαις. Μέσα ςταίς άλλαις έρχεται και της Μαριώς η αράδα, Και κοκκινίζει από χαρά και παίρνει και την ζώνει.

Τήνε γνωρίζουνε με μιας του βασιληά οι ανθρώποι, Και τήνε παίρνουνε μαζή, την φέρνουν 'ςτό παλάτι

Παίρνουν αυτοί το τάμα τους, και ο βασιληάς την κόρη.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ

Ανάθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!

Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι, Να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι, Να βρω και μια κρυόβρυσι, να ξαπλωθώ 'ςτόν ίσκιο, Να πιω νερό να δροσισθώ, να πάρω 'λίγη ανάσα,

Ν αρχίσω να συλλογισθώ της ξενητειάς τα πάθη. Να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.

Άνοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι. Βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.

— Τραγούδια αν έχ' η μαύρη γη, κι' ο τάφος χαμογέλοια. Έχει και του παιδιού η καρδιά, που περιπατεί τα ξένα. Τα ξένα έχουν καϋμούς πολλούς και καταφρόνια πλήθος! 'Στά ξένα δεν ανθίζουνε την άνοιξι τα δέντρα. Και δε λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δεν λάμπει ο ήλιος. Δε φυλλουριάζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος, Και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει! . . . 'Στά ξένα ποιος θα σε χαρή, και ποιος θα σου γελάση; Πούν' της μανούλας τα φιλιά, τα χάιδια του πατέρα; Πούνε τα γέλοια τ' αδερφού, κ' η συντροφιά του φίλου; Πούν' της αγάπης η ματιαίς και τα γλυκά τα λόγια; Αν αρρωστήσης, ποιος θαρθή 'ςτήν ξενητειά σιμά σου Να σε 'ρωτά τον πόνο σου τα γιατρικά να δίνη 'Στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάη μαζί σου; Κι' αν έρθη μέρ' αγλύκαντι 'ςτά ξένα να πεθάνης, Ποιος θα βρεθή 'ςτό πλάι σου τα μάτια να σου κλείση; Ποιος θα σου λούση το κορμί, ποιος θα σε σαβανώση; Στο Λείψανό σου ποιος θαρθή λουλούδια να σε ράνη; Και ποιος με πόνο θα ριχτή 'ςτό νεκροκρέββατό σου Για να σε κλάψη; Ποιος θα ειπή για εσσένα μοιρολόγι; Αχ! πώς τους θάφτουν νάξερες και πώς τους παν τους ξένους! Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη!

Ανάθεμά σε ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!

Πού να τον 'πω τον πόνο μου, πού να τον απορρίξω; Να τον ειπώ 'ςτά τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάταις, Να τον αφήσω 'στά κλαριά, τον παίρνουν τ' αγριοπούλια!... Κι' αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρυα πού να πέσουν; Αν πέσουνε, 'ςτή μαύρη γη, χορτάρι δε φυτρώνει, Αν πέσουνε 'ςτόν ποταμό, ο ποταμός θα στύψη, Αν πέσουνε 'ςτή θάλασσα, πνίγονται τα καράβια, Κι' αν τα βαστάξω 'ςτήν καρδιά, με καίν', με φαρμακώνουν Αναθεμά σε, ξενητειά, με τα φαρμάκια πώχεις!

ΤΟ ΜΑΓΕΜΜΕΝΟ ΜΑΝΤΗΛΙ κ. Ευαγ. Γ. Ζαλοκώστα

Ώρα γλυκειά της χαραυγής όπου ξυπνάει η πλάσι, Οπού γλυκαγκαλιάζεται το φως με το σκοτάδι. Που γλυκοφέγγουν η κορφαίς, μαυρολογούν οι λόγγοι, Που το φεγγάρι χάνεται, που αχνίζουνε τ' αστέρια, Κι' ο λαμπερός ο Αυγερινός μονάχα τρεμουλιάζει, Που πέφτει τ' ουρανού η δροσιά και λούζει τα λουλούδια, Που ανοίγουν τα τριαντάφυλλα κ' η δάφναις ανασαίνουν, Κ' η ανθισμένη αγράπελη από το βράχο σκύβει

Να ιδή 'ςτο ρέμμα τ' αυλακιού την τρυφερή ωμορφιά της. Οπού ξυπνούν η πέρδικες και κελαϊδούν τ' αηδόνια! ...

Κι' ο Μήτρος με τη χαραυγή τα πρόβατα του βγάζει Στα κορφοβούνια απ' τάρμεγμα να τα περιβοσκήση, Αντιλαλούν η λαγκαδιαίς απ' τα λαμπρά κουδούνια, Απ' τα βραχνά βελάσματα αχολογούν η ράχαις, Και 'ςτ' αλαφρό τ' ανέβασμα του ζηλεμμένου Μήτρου Φουσκώνει η φουστανέλλα του, βροντούν τα χαϊμαλιά του, Κι' ο μεταξένιος του ο τσαμπάς τινάζεται σαν νέφιο Οπού το δέρνει ο άνεμος και το χρυσώνει ο ήλιος.

Χαράημερα και του χωριού κινούν η μαυρομμάταις Να παν' 'ςτή βρύσι για νερό. Περνούν, περνούν κοπέλλαις, Έρχονται με χαρχάγελα και φεύγουν με τραγούδια. Ύστερη απ' όλαις έρχεται η Αναστασιά της χήρας, Με τα μακρυά της τα μαλλιά, με τα γλυκά τα μάτια. Με το μεγάλο τόνομα και με το πλούσιο βιο της. Διαβαίνει με περπάτημα σειστό, καμαρωμένο. Και τα πουλιά που κελαϊδούν λες και την χαιρετούνε, Τα δέντρα που φουρφουλογούν 'ςτής χαραυγής τ' αγέρι, Λες και ξυπνούν, ξαφνίζονται 'ςτής λυγερής το διάβα, Κι' αναμερώντας τα κλαδιά τώνα ρωτάει τ' άλλα Ρωτάει ο γράβος το φτελιά, ο πεύκος το πλατάνι, Το κυπαρίσσι τη ιτιά, κ' η λυγαριά τη δάφνη:

— Ποια νάν' εκείνη που περνά, μη νάν' καμμιά Νεράιδα;

Και σκύφτουν-σκύφτουν να την ιδούν κι' αυτή περνά και [φεύγει.

Χαρά 'στη χήρα πώκαμε την τέτοια θυγατέρα, Χαρά και 'ςτό μικρό χωριό οπού την καμαρώνει, Χαρά 'ςτόν κι όποιος την χαρή και την κορφολογήση!

Ο Μήτρος την αγνάντεψεν απ' τα βουνά του απάνω Και ροβολάει γλήγορα και 'ςτό στρατί την πιάνει.

— Ώρα καλή σου, Αναστασιά.

— Καλώς τον τον λεβέντη

— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ς αυτά τα μαύρα μάτια.

— Πώς να σου δόσω φίλημα 'ςτά μαύρα μου τα μάτια Που 'ς άλλον μ' έχει η μάνα μου από μικρή ταμμένη;

— Γιατί, καϋμένη Αναστασιά, γιατί περδικοστήθω; Τώρα οπού εμεγάλωσες κι' άνθισε η ωμοφιά σου Και χύνει μέσ' τα τρίστρατα τη μοσχομυρωδιά της, Σ' άλλον να σ' έχουν τάξιμο, κ' εμέ να μ' απαριάσης Οπού σε πρωταγάπησα από μικρή μικρούλα, Κι' ούτε της βρύσης τώλεγα, ούτε της συντροφιάς μου, Ούτε και της φλογέρας μου, του φεγγαριού, του ήλιου, Μόν' 'ςτήν καρδιά, το φύλαγα σαν θησαυρό κρυμμένο, Και με μια ελπίδα τώτρεφα, πότε να μεγαλώσης, Πότε να δώση ο Απρίλης σου, ν' ανθίση η ωμορφιά σου, Να σε ζηλεύουν κ' η Ξωθιαίς, 'ςτή βρύσι εδώ να σ' εύρω, Για να σ' ανοίξω την καρδιά, να ιδής πούσαι κυρά της, Και σ' είσαι 'ς άλλον τάξιμο κ' εμένα μ' απαριάζεις:

— Μήτρο, 'ςτά λόγια σου γραφτή ξανοίγω την καρδιά σου, Μα 'ς άλλον μ' έχ' η μάνα μου από μικρή ταμμένη.

— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ςτά μαύρα σου τα μάτια, Κόρη, εγώ σ' αγάπησα, κ' εγώ θα να σε πάρω.

— Μήτρο, καϋμένε, μην το λες. Ρίξε τα μάτια 'ς άλλη. ..................................................... — Τ' έχεις απόψε Μήτρο μου, και μου είσαι πικραμένος;

— Δόλια μανούλα μ', άσε με, πλειότερο μη με θλίβεις. . . . Θα πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια. Και θα χαλάσω τα χωριά, θα γίνω κλέφτης μάνα, Κι' ας φάη λύκος τα πρόβατα και αυτά τα έρμα γίδια.

— Παιδί μου, ... Μήτρε μου; ... τι λες; ... τι βάνεις με [τον νου σου;

— Ό,τι κι' αν λέω μάνα μου, εγώ θα να το κάμω.

— Μη σώκλεψαν τα πρόβατα, μη σ' άρπαξαν τα γίδια; Μην Αρβανίταις πέρασαν και σ' έβρισαν, παιδί μου;

— Δεν κλέβουν πρόβατα από εμέ, ουδέ μ' αρπάζουν γίδια Κι' ουδ' Αρβανίταις μάνα μου, κοτάν' για να με βρίσουν...

Μια κόρη μ' εβαλάντωσε, μια κόρη, ... ανάθεμά την!

— Και ποια είν' εκείνη πώρριξε του γυιού μου την αγάπη;

