# Έργα Ποιήματα - Πεζά Τόμος Πρώτος

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/34169/index.md

« Κι' αμέσως ο πανάθλιος » Με δακρυσμένο 'μάτι » Εσήκωσε τα χέρια του «'Σ τον ουρανό και λέγει: » Θεέ! ... Μεγαλοδύναμε! ... » Ποιος άνθρωπος δεν φταίγει; » Να με σχωρέσης, ένανε » Φρικτό σου 'παναστάτη.»

« Το ξεύρω ότι Σ' έβρισα » Και ότι τ' όνομά Σου. » Πανάγιε, το 'πάτησα » Μετανοιωμένος τώρα «'Βρίσκομ' εδώ 'ς την Κόλασι. » Την άχαρη τη χώρα. » Συχώρησέ με!. . . Έσπλαχνος «'Σ τα κλαϋματά μου στάσου!»

« Και Σε και τη Μητέρα Σου, « Και Σε και τον Υιό Σου » Σας έβρισα, Σας έκαμα » Μηδαμινούς 'μπροστά μου. » Τώρα σ' αυτή την Κόλασι, » Και 'ς τα μαρτύριά μου » Το μετανοιόνω· Λάτρης Σου » Γένομαι ο εχθρός Σου!»

« Ελέησόν με, Κύριε! ... » Άλλο δεν είχε κρίνει, Κι' ακούετ' ένα βρονταριό, 'Φάνηκε μια μαυρίλα, Κ' ύστερα φλόγ' ανάλαμψε. Τι κρύα ανατριχίλα!... Κι' ακούσθηκε: «&Αλή-Πασσά!.. » Καλά παθαίνεις! ..» Σβύννει.&

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Γ' ΑΣΜΑΤΟΣ

1) Αλή-Πασάς ο περιβόητος ούτος της Ηπείρου Σατράπης εγεννήθη εις το ευτελές και πτωχόν χωρίον Τεπελένι της Ηπείρου. Τα νεανικά αυτού έτη διήλθεν εις την ποιμενικήν ζωήν επί των ορέων της πατρίδος του.

2) Εωσφόρον αποκαλούσι τον αρχηγόν και πρώτον των Δαιμόνων.

3) Ενταύθα ο Αλή-Πασσάς παρίσταται διηγούμενος τα επί του βίου του κακουργήματα και βιοπραγίας του και τυπτόμενος υπό της συνειδήσεώς του μετανοεί και πίπτει εις την ευσπλαγχνίαν και το έλεος του Θεού.

4) Χάμκω η μήτηρ του Αλή-Πασσά.

5) Η Εμινέ την οποίαν έν τινι παραφορά αυτού εφόνευσεν ιδίαις χερσίν

6) Ο Μουκτάρης και ο Βελής.

7) Ισούφ-Αράπης ο σκληρότερος και απανθρωπότερος πάντων των οπλαρχηγών του τυράννου. Ούτος είχεν υπηρετήσει εις τον πατέρα του Βεζύρου και παρακολουθήσας τρόπον τινα την τύχην του Αλή, είχεν αποκτήση επί του πνεύματος αυτού μεγάλην επιρροήν. Ο Αλής προσηγόρευεν αυτόν διά του χαριστικού «μπαμπά» και εσέβετο ως πατέρα.

8) Ο μέγας αστυνόμος του Αλή, ο αναδεχόμενος την εκτέλεσιν των φόνων των κρυπτών, ο δεσμοφύλαξ, ο φίλος, ο σύμβουλος.

9) Αλβανός όστις υπό την υπηρεσίαν του Αλή απέκτησε φήμην μεγάλην διώκων τους κλέπτας. Ήτο τολμηρότατος, αιμοχαρής και άκαμπτος, Τούτον εφόνευσεν ο Κατσαντώνης, εις την παρά την Κρύαν Βρύσιν συμπλοκήν.

10) Ότε κατά το έτος 1746 επετέθη κατά των Γαρδικιωτών, αίφνης συνελήφθη αιχμάλωτος η Χάμκω, η τρομερά εκείνη Εριννύς, μετά την πυρπόλησιν της εν Τεπελενίω οικίας του Ισλάμ βέη, θείου του Αλή, και την κατασφαγήν αυτού, υπό τινος Χορμοβίτου Τσαούση Πρίφτη, και παραδοθείσα εις τους Γαρδικιώτας έπαθε δεινήν τινα ύβριν ης δεν ίσχυσε ζώσα να λάβη την δέουσαν ικανοποίησιν. Εξήκοντα περίπου έτη είχον παρέλθη από της ημέρας εκείνης μέχρι της ώρας καθ' ην ο Αλής βοών &βρας& (πυρ) εξεφώνει το βιαιφόνον της σφαγής σύνθημα. Και όμως, αν οι γονείς ήμαρτον, επέπρωτο να δώσωσι δίκας τ' αθώα τέκνα, διότι και κατ' αυτήν την στιγμήν καθ' ην η έχιδνα παρέδιδε το μεμολυσμένον αυτής πνεύμα, άφινε κληρονομίαν τω Αλή την κατασφαγήν και την κατερήμωσιν του Γαρδικίου. Ο δε Αλής μέχρι τέλους της ζωής αυτού διετήρει θρησκευτικόν σέβας προς την Χάμκων, λέγων ότι προς αυτήν ήτο οφειλέτης του τοσούτου μεγαλείου και της δόξης του.

11) Τας διαφόρους της Στερεάς Ελλάδος κατερημώσεις ευρήσει ο αναγνώστης εν τη χρονογραφία του κυρ. Π. Αραβαντινού. Ταύτας εθεώρησα χάριν της συντομίας περιττόν να σημειώσω ενταύθα.

12) Επί των τραχέων κορυφών του Τομάρου (Ολίτζικας) εντός αγρίων δρυμώνων κείται η Λάκκα άθροισμα πολλών χωρίων, ων πρωτεύει το Σούλι ή Κακοσούλι, εξ ου ανεβλάστησαν τοσούτοι ένδοξοι ήρωες των χρόνων της επαναστάσεως. Δεν είχεν εισέτι εξέλθη η φλοξ της επαναστάσεως ότε ο Βεζύρης των Ιωαννίνων έστρεψε την οργήν του κατά του Σουλίου, του οποίου τον στρατόν απετέλουν ολίγοι, αλλ' ανδρείοι στρατιώται. Τα πολεμεφόδια τότε τοις έλλειψαν, ύδωρ δεν είχον, τροφάς δεν είχον· ιδού θέσις της εσχάτης απελπισίας. Απεφάσισαν αι γυναίκες εξήκοντα τον αριθμόν, αι μη δυνάμεναι να εξακολουθήσωσι πλέον την οδοιπορίαν να ριφθώσιν κάτω των βράχων και να φονευθώσι κάλλιον ή να πέσωσι εις τους οδόντας των αιμοχαρών λύκων, οίτινες τας εδίωκον· οποία σκηνή!! εκ του ποδός εσφενδόνιζον πρώτον αι δυστυχείς μητέρες τα βρέφη των κάτω εις τα βάραθρα· εκρατήθησαν έπειτα εκ των χειρών, έπλεξαν με ακανθίνους στεφάνους τας κεφαλάς των και ορχούμεναι μία κατόπιν της άλλης εκρημνίζοντο. Ακολούθως οι Τούρκοι έστρεψαν τα όπλα προς το χωρίον Ρινιάσαν, την παλαιάν Ελάτειαν, επτά ώρας μακράν του Σουλίου και πλησίον της θαλάσσης, εις την οποίαν εγνώριζον ότι κατώκουν είκοσι περίπου Σουλιωτικαί οικογένειαι. Δυστυχία ανέλπιστος! Εκεί δεν ήσαν ειμή αι γυναίκες μόνον και τα τέκνα των· οι άνδρες έλειπον όλοι εις τον πόλεμον, ήρχισαν οι δήμιοι ενώπιον των αόπλων τούτων πλασμάτων να παίζωσι την ρομφαία των. Ο θρήνος ήτο σπαραξικάρδιος, τον παραλείπω, και τελειόνω με την ηρωικήν πράξιν της περιφήμου Δέσπως. Κατώκει αύτη εις τον πύργον της, του Δαμουλά λεγόμενον, και ήτο χήρα του Γεωργίου Μπότση· ήτο γυνή πεντήκοντα πέντε ετών, ηλιοκαυμένη και νευρώδης, ως κλέφτης των Αγράφων· είχε δύο θυγατέρας, την Τασσώ τεσσαράκοντα ετών και την Κίτσαν τριάκοντα πέντε, αίτινες είχον υιούς και θυγατέρας εγγάμους. Ιδούσα την απροσδόκητον σφαγήν, συνήθροισε την οικογένειάν της, και εκ των παραθύρων του πύργου εκράτησε διά πολλήν ώραν τον πόλεμον· συν τούτοις εφόνευσεν αρκετούς, και, ότε δεν υπήρχε πλέον ελπίς σωτήριος, έλαβεν έν κιβώτιον φυσεκίων, διέταξεν όλους να το πλησιάσωσι, και με μίαν δάδα ενεταφιάσθησαν εις τον κρότον και τον καπνόν. Τούτο δεικνύει και το ακόλουθον δημώδες άσμα.

Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμω ρίχνουνται, ουδέ σε χαροκόπι. Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφαις και μ' αγγόνια. Αρβανιτιά την πλάκωσε 'ς του Δαμουλά το πύργο « — Γιώργαινα ρίξε τάρματα· δεν είν' εδώ το Σούλι. » Εδώ είσαι σκλάβα του Πασσά, σκλάβα των Αρβανίτων. » — Το Σούλι κιαν προσκύνησε κι' αν τούρκεψεν η Κιάφα » Η Δέσπω δεν το έκανε, η Δέσπω δεν το κάνει. » Δαβλί 'ς το χέρι άρπαξε κόραις και νύμφαις κράζει. « — Σκλάβαις Τουρκών μη γίνωμε' παιδιάμ' αγκαλιαστήτε» Χίλια φυσέκια ήταν εκεί· αυτή φωτιά τους βάνει, Και τα φουσέκια ανάψανε κι' όλαις φωτιά γενήκαν.

13) Τούτο συνέβη κατά την νύκτα του Πάσχα του έτους 1798. Όρθρου βαθέος, απεβιβάσθησαν οι φονείς εις την Χαονίαν και ετράπησαν προς το ερημοκλήσιον του Αγίου Βασιλείου, εν ω πάντες οι πιστοί ανυπόπτως εώρταζον την ανάστασιν του λυτρωτού. Διό και ξιφήρεις οι Αλβανοί, εις αόπλους και προσευχομένους εμπεσόντες, διέφθειραν άπαντας από νηπίου μέχρι γέροντος.

14) Μετά την απόπειραν της επαναστάσεως του 1770 ο ζυγός επανήλθεν έτι βαρύτερος· τότε τα υψηλά όρη εκαλύφθησαν από την νεολαίαν όλην. Ούτοι ονομάζονται Κ λ έ φ τ α ι. Το επάγγελμα των κλεφτών εσχημάτισεν ίδιον είδος ανεξαρτησίας. Εις τους κλέφτας τούτους πρέπει ν' αποδώσωμεν και την απόπειραν της επιτυχούς του 1821 επαναστάσεως.

15) Εις την ιδίαν των Γαρδικιωτών τιμωρίαν κατετάχθησαν και οι Χορμοβίται, οίτινες ηνάγκασαν τον αδάμαστον λέοντα της Ηπείρου να εγκαταλείψη το Τεπελένιον, την Ππελιούσκα, την Λιαπουρίαν και την Τοτσκαρίαν.

16) (Λεοντάρι) Ασλάνι. Έχαιρεν ο τύραννος ακούων επαναλαμβανομένην υπό των εχθρών και φίλων αυτού την πολύκροτον εκείνην προσηγορίαν, δι' ης εξισούτο προς τον βασιλέα των θηρίων.

17) Ημίσειαν ώραν έξωθεν των Ιωαννίνων επί της εις Άρταν αμαξιτής κείται το υποστατικόν Βονίλα εν ώ και ναός του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Εκεί λέγουσιν ότι απεσύρθη η Βασιλική μετά τον θάνατον του Αλή-Πασσά.

18) Περί τούτου παραπέμπομεν τον αναγνώστην εις τα Ποιήματα του Αρ. Βαλαωρίτου.

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ «Λυκαυγές είναι η νεότης. »Και ο Έρως την χρυσώνη. »Αλλ' εξαίφνης 'ξημερώνει »Και ο άνθρωπος δεν ζη.» Γ. ΠΑΡΑΣΧΟΣ

ΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Νυξ είναι. Βρέχει. Παγερός Βορράς μυκάται πέραν. Μελάγχολος υπέρ ποτε, Μολύβδου βαρυτέραν, Εστήριξα την κεφαλήν Εις χείρα νωχελή.

Τον ασθενή μου κάλαμον Εις την μεμβράνην πάλλω, Και αναμνήσεις παιδικάς Προτίθεμαι να ψάλω. Κελάδησον τα έπη μου, Ω Μούσα! ευμελή.

Αλλοίμονον! Ως ο βορράς Εκ' εις τα δένδρα πνέει, Ως το νερόν του ρύακος Χόρτων εν μέσω ρέει, Και ο χρόνος τανυσίπτερος Και φθίνει και περά.

Και ως η ναυς, η πλέουσα, Υδραύλακας αφίνει Ούτως ο χρόνος προχωρεί, Αφίνων, ως εκείνη, Τας αναμνήσεις ίχνη του Μυθώδη, ζοφερά.

Ήτο Αυγή· και έλαμπον Του έαρος τα κάλλη. Αστέρες, άλλοι έσβεννον, Κ' εφεγγοβόλουν άλλοι. Και, ως σαπφείρινος στοά, Η στέγη τ' ουρανού

Διέλαμπε, το δώμα της Νέφος ουδέν σκιάζον, Μόνον το φως του λυκαυγούς Εφαίνετο λευκάζον, Και υπ' αυτό ελεύκαζε Κ' η άκρα του βουνού.

Εκ των ανθέων, πανταχού, Ανέβαιν' ευωδία. Τα κελαδήματα πτηνών — Η θεία υμνωδία — Ηκούοντο, κ' η πρωινή Η αύρα δροσερά

Έπαιζε, ψιθυρίζουσα Εις τα πλατέα φύλλα Των πλαταμώνων, κ' υπ' αυτά Κρυμμέν' η Φιλομήλα, Έψαλλε, κελαδήματα Τονίζουσ' αλγηρά.

Ρύαξ, γοργός, κατέβαινεν Από κρημνώδους βράχου, Μετά μεγάλου φλοισβισμού, Ροής πολυταράχου, Και κάτω, κάτω έπιπτε Με μέγαν πλαταγμόν.

Πέραν δ' αυτού, εις φύλλωμα Μηλέας κυρτοκλάδου, Οι λιγυροί ηκούοντο Λυγμοί καλλικελάδου Τρυγόνος, ήτις έχυνε Ρεμβώδη στεναγμόν.

Μακράν που, τάπης, χλοερός Ως σμάραγδος ηπλούτο. Εκεί, όπου τ' ολόγυμνον, Βουνόν εταπεινούτο, Και όπου βράχοι μέγιστοι Υψούντο γηραιοί.

Εκεί, των βράχων μεταξύ Καλύβη αχυρίνη Εφαίνετο, και παρ' αυτήν Εφλοίσβει ψυχρά κρήνη. Την κρήνην πέριξ σταύλοι τρεις Εκύκλουν αραιοί.

Μάνδρα των σταύλων κάτωθεν Εκτείνετο ευρεία. Εντός αυτής εβέλαζον Μικρά, λευκά, αρνία. Πλησίον των μητέρων των. Και προς το χλοερόν.

Εξήρχοντ' οροπέδιον. Ενώ εις τον αιθέρα Γλυκείας έχυνε φωνάς Ποιμένος η φλογέρα. Κ' είς άλλος πέραν, Έψαλλε· το δ' άσμα θλιβερόν.

Εγώ, παρά τον ρύακα. Μετά του Βασιλείου Καθήμεν' υπό την σκιάν Πτελέας παχυσκίου, Των νεαρών μας καρδιών Ηνοίγομεν ρεμβοί

Τας θύρας· περί παιδικών Συνωμιλούμεν χρόνων, Ενώ η όψις της Αυγής, Άνωθεν των δρυμώνων, Της πανσελήνου ήρχιζε Το φέγγος να θαμβοί.

Μοι διηγείτο μυστικώς Τον τότε έρωτά του Μετά νεάνιδος ξανθής. Ωραίας παραστάτου· Και εξεθείαζεν αυτής Τα κάλλη τα αβρά.

Προς άγγελον ουράνιον Αυτήν παρομοιάζων. Κ' ενίοτε, ενίοτε Βαρύαλγος στενάζων, Αντήχει εις τ' απόκρημνα Του ρύακος πλευρά.

Εξαίφνης τότε, πόρρωθεν, Φωνής ηκούσθη ήχος Οξύς, κ' εκ στήθους φλογερού Εξήρχετο ο στίχος: « — Είναι σκληρά, ως σίδηρος, » Της νέας η καρδιά! — »

Κ' εφάνη προσερχόμενος Ρέμβος τις νεανίας, Μέλος και ούτος της τριπλής Εκείνης μας φιλίας. Είναι η φωνή του Περικλή, Εκείνου η λαλιά.

Έψαλλεν ο ταλαίπωρος, Κ' εμέμφετο βαρέως, Νεάνιδα αναίσθητον Κ' εστέναζε βαθέως, Με δακρυσμένον, θολερόν, Ρεμβώδη οφθαλμόν.

Συνωφρυώθη αιφνηδόν Το γαύρον μέτωπόν του, Έπαυσε ψάλλων. Έγεινεν Ωχρόν το πρόσωπόν του, Κ' εκτύπα η καρδία του Τον έσχατον παλμόν.

Αλλοίμονον! Ως ο βορράς Εκ' εις τα δένδρα πνέει, Ως το νερόν του ρύακος Χόρτων εν μέσω ρέει, Και ο Χρόνος τανυσίπτερος Και φθίνει, και περά.

Και, ως η ναυς, η πλέουσα, Υδραύλακας αφίνει, Ούτως ο Χρόνος προχωρεί Αφίνων, ως εκείνη, Τας αναμνήσεις ίχνη του Μυθώδη, ζοφερά.

Υπέρ ποτε ωμίλησα, Λίαν εκτεταμένως, Και σας ζητώ, ω φίλοι μου, Συγγνώμην επομένως· Α!...είναι ακατάσχετος Των πόνων η ορμή!...

Είναι έν φάσμα νύκτιον. Είναι υπνοβασία. Όνειρον είναι η τρυφερά Των νέων φαντασία! Των ηδονών αντίληψις Είναι σφοδρά, θερμή!...

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

ΛΥΡΙΚΟΝ « Όταν το σώμα καθεύδη. » Ο νους εγρηγόρει...» (Ιπποκράτης)

ΑΦΙΕΡΟΥΤΑI ΤΑΙΣ ΝΕΑΝΙΣΙΝ

Εις σας! νεάνιδες, εις σας! ω τρυφεραί παρθένοι, Αφιερώ το έργον μου αυτό, το Ποίημά μου. Δέξασθε, ω ωραίαι μου, αυτό· και τ' όνομά μου, Πάντοτε ανεξάλειπτον 'ς το στόμα σας ας μείνη!. . . Κ. Δ ΚΡΟΥΣΤΑΛΛΗΣ

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

Νύχτωσε ο Μάρτης· κ' έφεγγε Του Απριλιού η πρώτη. Έφεγγε 'μέρα ζηλευτή, 'Σάν μια παρθένα λατρευτή, Που την χρυσόν' η νιότη,

Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα, Που τα βουνά γελούνε, Πέφτει της νύχτας η δροσιά, Κ' αρχίζουν όλα τα πουλιά, Να γλυκοκελαϋδούνε.

Σε μιας μυρτιάς το ρίζωμα 'Κοιμώντανε μια κόρη, Λευκή, 'σάν κρίνος, γαλανή. Πούχε την κόμη καστανή, Και κάτασπρα εφόρει.

Έν αηδόνι έξαφνα 'Ψηλά της, 'ς το κεφάλι. Μέσα 'ς τα φύλλα τα πυκνά, Αρχίνησε γλυκά, γλυκά. Κι' αρμονικά να ψάλλη.

'Σ το λάλημα του αηδονιού Ξυπνάει λαχταρισμένη Η κόρη. Γύρω, 'ςτά κλαδιά, Κυτάει, και μες απ' την καρδιά Έν «Αχ!..» βαρύ της βγαίνει.

« Αχ!.. Τι τρομάρα 'φώναξε » Τι όνειρο που είδα!... «'Σ τη βρύσι πήγαινα νερό » Να πάρω 'λίγο, δροσερό· » Και 'πήγαινα μ' ελπίδα»

« Μ' ελπίδα για να τον ευρώ «'Σ τα στήθηα να τον σφίξω, » Και 'ς ένα φίλημα γλυκό «'Σ το στόμα του το ερωτικό, » Τον έρωτα να πνίξω.»

« Τον έρωτα, που μ' έβαλε » Τη φλόγα 'ς την καρδιά μου, » Που μ' άναψε τα τρυφερά, » Τα στήθηα μ' άσβεστα πυρά· » Και καιν τα 'σωθικά μου.»

« 'Σ το δρόμο μ' όλα τα κλαριά » Βογγούσαν 'σάν να λέγαν: » — Άχαρη! .. 'πέθανεν, αυτός, » Ο φίλος σου, ο λατρευτός — » Και τα πουλιά να κλαίγαν.»

« Να κλαιν, με μαύρα δάκρυα, » Και να 'μοιρολογάνε· » — 'Πέθανε! — Μ' έλεγαν κι' αυτά, » Και κλαίγαν 'μοιρολοστικά, » Αντί να κελαϋδάνε.»

« Φθάνω 'ς τη βρύσι· η άμοιρη » Δεν πρόφθασα 'ς το ένα, «'Σ το ένα δέξιο της πλευρό » Για να κυτάξω, και νεκρό » Τον είδα· Ωιμένα!...»

« Ω! 'σάν τρελλή ερρίχτηκα. «'Στά στήθηα του απάνω. » Τα ξεθλυκόνω. Τι να ιδώ; » Αχ!..αίμα αρχίνησα ζεστό » Σ τα χέρια μου να πιάνω.»

« Προσπάθησα η δύστυχη, » Πνοή για να του δόσω «'Σ το στόμα του με τα φιλιά, » Δεν 'μπόρεσα ουδέ λαλιά » Για να του ξεστομώσω.»

« Τον ψάχνω τότε 'ς την καρδιά... » Ωχ! έπαυσε να πάλλη! » Τον 'φώναξα δεν με λαλεί, » Τον 'κάλεσα δεν με καλεί, » Τότ' έγεινα άλλη για άλλη.

« Αχ!..τότε τον κατάλαβα. » Πώς ήτον σκοτωμένος. » Τον άφησα 'ς την ερημιά. » Και τρέχω ναύρω το φονιά· » Μα ο φονιάς κρυμμένος.»

« 'Κεί, 'σάν τρελλή που έτρεχα » Έν φάντασμα 'μπροστά μου, » Αρχίνησε με ανθρωπινή, » Και 'σάν εκείνου την φωνή » Να μ' είπη τ' όνομά μου.»

« Ανθούλα! μ' είπε, 'σάν τρελλή «'Στήν ερημιά τι τρέχεις; » Ποιόνε ζητάς 'ς την ερημιά; — » — 'Σ εμέ, του λέγω, γνωριμιά » Πούθ' έλαβες; πού θ' έχεις; — »

« Μου λέγει; — Είμαι η σκιά » Του εραστού σου Φώτου » Μ' εσκότωσεν ο Δημητρός, «'Κειός ο μεγάλος μου εχθρός, » Απάνω 'ς το θυμό του.»

« — Ο Δημητρός! — εφώναξε, — » — Η ζήλια μ' απαντάει, » Τον εκατάντησε φονιά, » Και το μαχαίρι 'ς την καρδιά. » Μου έμπηξε 'ς το πλάι — »

« — Ποια ζήλια; — τον ηρώτησα. » — Η ζήλια απ' την αγάπη, » Πούχα 'ς σένα, Ανθή, εγώ » Μου λέει και δάκρυ ένα γοργό » Του γλύστρησε απ' το μάτι.»

« 'Σ το λόγο του λιπόθυμη » Πως έπεσα μου 'φάνη· » Κ' εξύπνησα λαχταριστή. » Για δες ιδέα ζαλιστή » Ονείρατα που φκιάνει.»

ΚΩΝΣΤ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΗΠΕΙΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΟΣ

Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

ΕΠΥΛΛΙΟΝ

« Η καρδία μου θα πάλλη πάντοτε υπέρ της Ηπείρου.» Βαλαωρίτης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Την σκοτεινήν νύκτα, καθ' ην μέλλουσιν οι Μεσολογγίται εν ταις εκκλησίαις, κατά την συνήθειαν, να εωρτάσωσι την Γέννησιν του Ιησού Χριστού, τα Αλβανικά του Ομέρ πασά στίφη κινούνται κατά της πόλεώς των. Πιστεύει ακατάληπτα ήδη τα προχώματα ο Βρυώνης και είναι πλήρης πεποιθήσεως πλέον περί της επιτυχίας του· αλλ' ανελπίστως το Μεσολόγγιον σώζεται· το σώζει . . . ο &Καλόγηρος της Κλεισούρας&. Ο Σπυρίδων Τρικούπης, πατήρ, ως γνωστόν, του παρ' ημίν γ' Πρωθυπουργού, διηγούμενος εν τη περιφήμω Ιστορία του μετά δραματικής αφελείας την κατά την νύκτα εκείνην απαλλαγήν του Μεσολογγίου, σημειοί εν τέλει περί του σωτήρος αυτού, ότι ήτο Ηπειρώτης, Ιωαννίτης μάλιστα γνήσιος, και δίδει και πληροφορίας τινάς, ότι &καλόγηρος& ετελείωσε τον βίον του εν εξωκκλησίω τινί μικρώ παρά την είσοδον της &Κλεισούρας του Μεσολογγίου& προς το μέρος του Αγρινίου.

Επί των χαμηλών εκείνων τειχών του μικρού Μεσολογγίου εκρέμοντο αι κλείδες της Ελλάδος απάσης. Εάν έκτοτε το Μεσολόγγιον έπιπτεν ήθελεν αποπνιγή όλον το μέγα εκείνο έργον της Επαναστάσεως εν τοις σπαργάνοις και η Ελλάς ου μόνον τότε θα κατερημούτο, αλλά και θα κατείχετο όλη υπό των Τούρκων εισέτι και νυν. Το Μεσολόγγιον όμως εσώθη τη θεία συνάρσει και έκτοτε το ασήμαντον και ανήκουστον όνομά του εγένετο περίδοξον και περιφανές εν Ανατολή και Δύσει. Σώσας δε το Μεσολόγγιον κατά την απαισίαν εκείνην νύκτα &ο Καλόγηρος της Κλεισούρας&, έσωσε την Ελλάδα ολόκληρον. Δεν οφείλεται λοιπόν και εις τούτον η τιμή η προσήκουσα τω Καραϊσκάκη, τω Βότσαρη, τω Κολοκοτρώνη, τω Οδυσσεί, τω Διάκω και πάσι τοις ενδοξοτέροις του Αγώνος εκείνου ιεροφάνταις; Το Μεσολλόγιον μάλιστα ώφειλεν υπέρ πάντα άλλον να τιμήση αυτόν και δι' ανδριάντος.

Και όμως, νυν μεν ουδέ καν είνε γνωστόν ακριβώς πού απέθανε τουλάχιστον, ποία χώματα καλύπτουσι τα ιερά οστά του, απαράλλακτα όπως αμφισβητείται ή αγνοείται σχεδόν παντελώς η θέσις, ένθα ο αθάνατος Διάκος έπεσεν ηρωικώς παρά τας Θερμοπύλας και άλλοι ομότιμοι ήρωες αλλαχού. Τοιαύτη η σημασία και η τιμή η απονεμομένη υπό των συγχρόνων μας Ελληνοπαίδων προς τους μεγάλους εκείνους προμάχους της Ελευθερίας μας! Τότε δε, ότε αι της Επαναστάσεως εγράφοντο ιστορίαι και σημειώσεις, ουδείς ανεμνήσθη του σωτήρος του Μεσολλογίου, ειμή ο Τρικούπης μόνος· και ούτος ατελώς και εν περιλήψει, αφού και ο ίδιος &άγνωστον& τον άνδρα αποκαλή. Σημειοί μεν ότι ήτο Ιωαννίτης, ότι εγεννήθη εκεί, όπου εγεννήθησαν ο Πύρρος και ο Σκενδέρβεης, ο Μπούας και ο Τζαβέλλας, ο Βότσαρης και ο Σαμουήλ, ο Κωλέττης και ο Στουρνάρης, και ο Σίνας και οι Ζωσιμάδαι και ο Αβέρωφ και οι Ζάππαι και τόσοι άλλοι περίφημοι άνδρες λαμπρύναντες και διά του χρυσίου και διά της ανδρείας και διά της μεγαλοφυίας αυτών την Ελλάδα· εν τη χώρα εκείνη, ην οι σήμερον αποκαλούσι μεν &εύανδρον&, αλλά στέργουσι συγχρόνως ακόμη να την ατενίζωσι δούλην και οσημέραι απονεκρουμένην· εκ ποίων όμως γονέων εγεννήθη ούτος, πώς ανετράφη πώς έζησε, πώς ευρέθη τότε εν Μεσολογγίω ουδέν αναφέρει ο Τρικούπης.

Τούτο προτίθεμαι κυρίως διά του επυλλίου μου τούτου να φέρω εις φως, καθ' όσον ηδυνήθην εκεί, εν Ιωαννίνοις, ευρισκόμενος ακόμη να πληροφορηθώ, από τριετίας ήδη, αφού ανέγνωσα την Ιστορίαν του Τρικούπη, ερευνών ανά τα σεβαστά και πολύτιμα λείψανα της μεγαλουργού γενεάς της Επαναστάσεως, μοναχούς και ποιμένας του Πίνδου και πολίτας των Ιωαννίνων γεραρούς, εν οις και τον αείμνηστον διδάσκαλον Σπυρίδωνα τον Μανάρην. Ιδέ, συντόμους, πάσας τας πληροφορίας μου ταύτας εν τω ποίματι· ενταύθα τούτο μόνον σημειώ, ότι η οικογένεια του Γιαννιώτη, ης εκείνος, Κωνσταντίνος ονομαζόμενος πρώην, ήτο βλαστός, σώζεται εισέτι εγκαυχομένη διά την αρχαιότητά της εν Ιωαννίνοις. Είχε δε αδελφόν ο Κωνσταντίνος ένα των αοιδών του Αλή πασά.

&Ο καλόγηρος της Κλεισούρας τον Μεσολογγίου& ανήκει εις την επίζηλον ηρωικήν εκείνην εποχήν, καθ' ην ο Έλλην έζη διά την τιμήν και διά το Γένος, απέθνησκε δε διά τον Χριστόν και διά την Πατρίδα,......διά την δόξαν, διά τραγούδι. Ως τραγούδι τοιούτον ίσως δεν είνε κατάλληλον δι' εκείνον το παρόν ποίημά μου.

Εν Αθήναις, κατ' Οκτώβριον του 1889.

Κ. Δ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ Ηπειρώτης

Ο ΚΑΛΟΓΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

«Η καρδία μου θα πάλλη πάντοτε υπέρ της Ηπείρου». ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Α'.

Ω, πού με φέρεις, μάγισσα και πλάνα φαντασία! ............................................... Μη, μη με πας 'ς τα Γιάννινα! Εκεί με κυνηγούνε Οι Τούρκοι να με πιάσουνε, το αίμα μου να πιούνε. Άφσε μ' εδώ, 'ς τα ελεύθερα βουνά, 'ς την Αιτωλία.

Νάτην η ράχη Αλιτσά· κάθομαι 'ς την κορφή της, Με ζώνει το θυμάρι της και το κοντό κλαρί της· Βλέπω από 'δώθε του Ζυγού τα δασωμένα ράχια· Πέρα του Βάλτου τα βουνά όλο γκρημνούς και βράχια· Η λίμναις τ' Αγγελόκαστρου και τ' Αγρινιού εκεί κάτω· 'Σάν νάνε ασήμι αστράφτουνε κατακαμπίς χυμένο Το Μεσολόγγι δείξε μου τώρα.... ω, νάτο — νάτο, 'Σ ένα καστέλι χαμπηλό 'ς την άκρα εκεί κλεισμένο· Νάτην εκεί κ' η Κλείσοβα και τάλλα τα νησιά του, Και τώμορφο τ' Αντιλικό νάτο κι' αυτό σιμά του. Να κ' η Κλεισούρα η 'ξακουστή 'ς τα πόδια μου προστά μου Βλέπω απ' απάνω, απ' την κορφή, τον τρίσβαθο βυθό της, Κι' ανατριχιάζω ολάκερος, λυγώνεται η καρδιά μου. Παρέκει ένα 'ρημόκλησο φαίνεται 'ς το πλευρό της, Θαμμένο μέσ' τα χώματα και καταχαλασμένο. Ποιος ξέρει ποιος το χάλασε, ποιο χέρι αφωρισμένο! Δεν έχει ούτ' ένα 'κόνισμα, ούτε καντήλα μία, Μέσα του δεν ακούγεται η θεία λειτουργία, Και δεν μυρίζουν γύρα του τα μοσχολίβανά του· Μόνο την άνοιξι γλυκά λαλούν εκεί τ' αηδόνια, Και χύνουν τ' αγρολούλουδα μοσχοβολιαίς περίσσαις Και μουρμουρίζουν τα κλαριά, και τραγουδούν η βρύσαις, Και αιώνια το φωτίζουνε της νύχτας τ' άστρα αιώνια. Άλλον καιρό ήτον κι' αυτό 'ς τα νειάτα, 'ς τη ζωή του. Μέσ' 'ς τα κλαριά του ανάμεσα ασπρούδιζε η μορφή του, Είχε καμπάνα 'ς τ' ώμορφο 'ψηλό καμπαναριό του, Κάθε διαβάτης έκαμνε περνώντας το σταυρό του· Νυχτόημερα το φώτιζαν τότες χρυσά καντήλια, Ασημωμέναις έλαμπαν η 'λίγαις του εικόνες, Και γέροντας καλόγηρος ανάδευε 'ς τα χείλια Πότε τροπάρια και ψαλμούς, πότε γλυκούς κανόνες, Και πότε τ' αργυρόχρυσο κουνώντας θυμιατό του Μ' ευλάβεια του θυμιάτιζε το θόλο τον κυρτό του.

Ήτον εκείνος ο καιρός καιρός του &εικοσιένα!& . . . Πούν' τα χρόνια τώρ' αυτά! χρόνια χαριτωμένα, Χρόνια εκείνα λεβεντιάς, ανδρειωμένα χρόνια, Χρόνια που κάθε όνειρο, κάθε χρυσή ελπίδα, Και κάθε δάκρυ έλαμπε για μια. . . . για την Πατρίδα! Χρόνια, που εμείς τα θάψαμαν σκληρά, σε καταφρόνια. Την άσπρη φουστανέλλα μας την έλυωσε 'σάν χιόνι Ο ήλιος ο Ευρωπαϊκός, κι' αν κάπου—κάπου ασπρίζη, 'Σάν χιόνι ασπρίζει σε βουνού λακκιά που δεν το 'γγίζει Καμμιά αχτίδα του ηλιού και βρίσκεται δεν λυώνει. Πούν' τα τραγούδια τα εθνικά, τα κλέφτικα τραγούδια! 'Σταίς ερημιαίς που φύτρωσαν χάνονται, σαν λουλούδια. Πούν' τα τσαρούχια! Ιδέτε τα! τάχομαι πεταγμένα. Τα φλωροκαπνισμένα μας τάρματα κρεμασμένα 'Στού Παρνασσού, 'ςτού Όλυμπου, 'ςτού Πίνδου τα πρινάρια Σκουριάζουν τώρα 'ς ταις βροχαίς, και μόνο ανάρηα — ανάρηα Κανένα αναταράζεται ξυπνάει 'ς τον Ψηλορείτη! Άκου .... και τώρα εβρόντησε. Για σου, καϋμένη Κρήτη! Ταράξου συ και δείξε τους 'ς τη Δύσι, 'ς την Ευρώπη, Πώς όλοι δεν κοιμώμαστε, . . . φυλάει καραούλι Ο γέρω-Ψηλωρείτης σου, αν Πίνδος και Ροδόπη Κοιμώνται, αν το γέρικο κοιμάται ακόμα Σούλι . . ., Αχ, δεν κοιμάται . . . 'ρήμαξε!! . Εκείναις ήτανε χρονιαίς ελληνικαίς αλήθεια· Τότ' έβραζε ζεστή καρδιά 'ς ανδρειωμένα στήθηα!

Β'.

