# Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33561/index.md

Το τέλος του τραγουδιού αυτού είταν η μεγαλήτερη επιτυχία του Σβεν. Γιατί όταν έφτανε στον τελευταίο στίχο, το πήγαινε πια στα τέσσερα, τόσο γλήγορα, τόσο γλήγορα, σα να ήθελε να φάη την τελευταία λέξη και να την κρατήση για τον εαυτό του. Το πιάνο δεν μπορούσε να τον ακολουθήση και τούτο γιατί τα δυο ζευγάρια κάλτσες τα νόμιζε δικά του και το στίχο ολάκερο τον έπαιρνε σαν υπαινιγμό. Γιατί να μην είτανε κι όλο το τραγούδι γραμμένο επίτηδες γι' αυτόν, αφού μπορούσε και το τραγουδούσε και χαιρότανε τόσο πολύ;

Το τραγούδι αυτό δεν είχε το δικαίωμα να το τραγουδή άλλος από το Σβεν και δεν μπορούσε αλήθεια να το τραγουδή κανείς άλλος όπως αυτός, αυτός που στάθηκε ο μικρός αδερφός στη ζωή, ο μικρός αδερφός στο θάνατο και που έμεινε και θα μείνη πάντα μ' αυτό τόνομα.

— — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — — —

Τα παράθυρα της τραπεζαρίας είναι ανοιχτά, η μυρουδιά από τις πασκαλιές χυμά μέσα με τη βραδινή αύρα, ο ήλιος γέρνει να βασιλέψη και στον τοίχο απάνω από το πιάνο τρέμουν οι αχτίδες του.

Στο πιάνο είναι καθισμένη η μητέρα ντυμένη λευκό καλοκαιρινό φόρεμα, γύρω στέκουν οι άλλοι και στη μέση τραγουδά ο μικρός Σβεν.

Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.

Είναι το βράδι του Άιγιαννιού κι ο Σβεν είναι ευτυχισμένος. Γιατί η μαμά του είχε τάξει πως αυτό το βράδι μπορεί να πάη να κοιμηθή όποτε θέλη αυτός. Αυτό εννοείται δεν το θέλει και περπατεί κρατημένος από το χέρι της μαμάς μαζί με τάλλα αδέρφια και τους μεγάλους όξω στον κήπο, όσο που τα μάτια του κλείνουνε μόνα τους και τότε τονέ φέρνουν κοιμισμένον στο κρεββάτι του, χωρίς να εννοή τίποτε από τη δυστυχία του πως δεν μπορεί ναγρυπνήση περσότερο.

Και κοιμάται κει κρατώντας στην αγκαλιά το φίλο του, το λευκό ξύλινο σκυλάκι, που έχει μαλλιά σαν αρνί και μάτια από μαύρες χάντρες και που ο Σβεν το είχε βαφτίσει Φλόκι. Ο Φλόκι είνε ήσυχος σύντροφος στον ύπνο. Δεν ενοχλεί κανέναν.

Έξω στις κορφές των δέντρων αντιλαλεί το πρώτο αριό κελάδημα των πουλιών, που μηνά το ροδοχάραμα.

12

Δεν το πιστεύω να έζησε άλλη φορά ο Σβεν μια τόσο ξεχωριστή ζωή μαζί με τη μητέρα του, όπως αυτό το καλοκαίρι, ή μπορεί κιόλα να μην έλαβα εγώ άλλη φορά την ευκαιρία να την παρακολουθήσω τόσο κατά βάθος. Μπορεί ακόμα να είταν αφορμή και το πως για πρώτη φορά αυτό το καλοκαίρι δεν είχαμε μαζί το μεγάλο αγόρι μας. Γιατί ο Ούλοφ έπρεπε να ταξιδέψη στα βορινά μέρη για να συνηθίση να μένη μόνος. Και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως εκείνοι που μείνανε πίσω δεθήκανε μεταξύ τους στενότερα, όπως γίνεται πάντα. Και το βέβαιο είναι πως το καλοκαίρι αυτό άρχισα ασυναίσθητα να βλέπω το Σβεν με τα ίδια μάτια, που τον έβλεπε η μητέρα του και πως τότε παρατήρησα περσότερο από άλλοτε πόσο είτανε διαφορετικός από τάλλα παιδιά, που είχα δει, αν και δεν του εύρισκε κανείς άλλο τίποτε παρά εκείνο που λέγεται παιδιάστικο.

Ένα πρωί θυμούμαι πως με ξάφνισε που τον είδα, εκεί που πήγαινα περίπατο, καθισμένον στο λιβάδι μ' ένα μπουκέτο άνθη στο χέρι. Τονέ ρώτησα αν ήθελε ναρθή μαζί μου στο πάρκο. Αυτό το δεχότανε πάντα μ' ευχαρίστηση και γι' αυτό με ξάφνισε όταν αυτή τη φορά το αρνήθηκε κατηγορηματικά.

— Δε θέλεις ναρθής με τον μπαμπά, Σβεν;

Με πείραξε σχεδόν και νόμισα πως είταν ιδιοτροπία.

Ο Σβεν κούνησε τΟ κεφάλι κ' έμεινε στη θέση του.

— Μα γιατί;

— Περιμένω τη μαμά, είπε ο μικρός αδερφός με μεγάλη σταθερότητα.

— Μα ξέρεις πως η μαμά θα βγη έξω πολύ αργότερα. Η μαμά δεν είναι τόσο καλά, όπως πριν, και πρέπει να μένη αργά στο κρεββάτι, γιατί δεν κοιμάται τη νύχτα.

Κι αυτό είταν κ' η αλήθεια· κι αν δε μας εμπόδιζε ναπολαβαίνουμε το καλοκαίρι, είτανε γιατί είμαστε συνειθισμένοι τόσα χρόνια με το φιλάστενο της γυναικός μου, κ' έτσι βρίσκαμε το πράμα φυσικό.

Ο Σβεν όμως δεν εννοούσε να πειστή με κανέναν τρόπο κ' έμεινε στη θέση του.

— Το &ξέρω& πως θαρθή &σήμερα&, είπε.

Χαμογέλασα για τη βεβαιότητα που είχε και προχώρησα. Στοχαζόμουνα λιγότερο την προφητεία του παρόσο την υπερβολική αγάπη ενός παιδιού, μιαν αγάπη που ξεπερνούσε την ηλικία του και το έκανε να κάθεται κει με λίγα άνθη στο χέρι, μόνο και μόνο για να μη χάση τη στιγμή, που θα έβγαινε η μητέρα του.

Μα ενώ περπατούσα, γύρισα άξαφνα πίσω και κει είδα το άσπρο καπέλο της γυναικός μου και το παρδαλό φόρεμά της να παρουσιάζουνται ανάμεσα από τα θάμνα των γιασεμιών. Και την ίδια στιγμή άκουσα, τη φωνή του Σβεν.

Χαμογελώντας γύρισα και τον είδα κρεμασμένον στο λαιμό της μητέρας του μ' ένα ξέσπασμα τρυφερότητας. Της φώναξα, μα ο μικρός αδερφός δεν την άφινε. Έμενε κρεμασμένος στη μητέρα του και μου φώναζε από μακριά, θριαμβευτικά γιατί βγήκε αληθινή η προαίστηση του και με κάποια δόση δυσαρέσκειας γιατί έδειξα δυσπιστία στην προαίστηση:

— Βλέπεις που ήρθε! Βλέπεις που το ήξερα!

— Είσουνα μέσα και κοίταξες, είπα.

Δεν μπορώ να περιγράψω με ποια περιφρόνηση μου απάντησε ο Σβεν, μια περιφρόνηση για κάθε λογική εξήγηση εκείνου που αιστανότανε και γνώριζε:

— Όχι, δεν κοίταξα. Κοίταξα, μαμά;

Κ' η μαμά τον παρηγόρησε βεβαιώνοντας πως δεν κοίταξε. Εμένα όμως μου είπε:

— Δεν μπορείς να πιστέψης πόσες φορές έγινε το ίδιο πράμα. Είναι σα να με προαιστάνεται στον αέρα πως έρχουμαι. Τα παιδιά δεν μπορούνε να φτιάσουνε με το νου τέτοια πράματα.

13

Ωστόσο ο Σβεν δεν είταν ο ίδιος αυτό τΟ καλοκαίρι. Χωρίς καμιά αφορμή έλεγε άξαφνα πως είταν κουρασμένος και τότε ήθελε να μένη ξαπλωμένος στη χλόη με το κεφάλι ακκουμπημένο στην αγκαλιά της μαμάς. Ή ερχότανε στον μπαμπά και τον παρακαλούσε να τον πάρη στα χέρια. Τότε τον έπαιρνε ο μπαμπάς στον ώμο και τον έφερνε όξω στο δάσος και ποτέ άλλη φορά το βλέμμα του Σβεν δεν είχε δείξει τόση ευγνωμοσύνη και ποτέ άλλη φορά το μικρό, απαλό του χέρι δεν είτανε τρυφερότερο.

Έπειτα παραπονιότανε πως τον πονούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να σηκωθή το πρωί κ' έλεγε πως είταν κουρασμένος. Μα επειδή ο μικρός είτανε καλά σε όλα τάλλα, ο μπαμπάς τονέ σήκωνε από το κρεββάτι και του έλεγε πως έπρεπε να ντυθή και να βγη όξω στον καθαρόν αέρα. Τότε σηκωνότανε ο Σβεν κι όσο είταν ο μπαμπάς μέσα προσπαθούσε να φορέση τις κάλτσες του. Μόλις όμως έβγαινε ο μπαμπάς στην πόρτα, πήγαινε στο κρεββάτι της μαμάς και την παρακαλούσε να τον αφήση να ξαπλωθή εκεί μαζί της.

Φυσικά η μαμά δεν μπορούσε ναντισταθή. Και ποτέ του δεν είτανε τόσο ευχαριστημένος ο Σβεν. Έγερνε κει το κεφάλι στο χέρι της μαμάς, έκλεινε πάλι τα μάτια κ' έμενε ήσυχος και σιωπηλός όσο που άρχιζε να ξαναβρίσκη τη δύναμη του. Τότε σηκωνότανε πάλι, πριν όμως σηκωθή, κοίταζε τη μαμά με τα παράξενα μάτια του:

— Μην το πης του μπαμπά.

— Δεν το λέω· μα γιατί; έλεγε η μαμά.

— Γιατί θα θυμώση ο μπαμπάς.

Όλα αυτά φαινόντανε της μαμάς τόσο περίεργα, ώστε έταζε του Σβεν ό,τι ήθελε· και του έταζε φυσικά και πως δε θα το πη του μπαμπά. Κι ο Σβεν έβγαινε όξω κ' είταν ήσυχος κ' ευχαριστημένος που η μαμά δεν πρόδινε την παρακοή του και που έβλεπε πως είτανε συνεννοημένος με τη μαμά.

Όταν όμως είτανε να φύγη η μαμά ή και να βγη, μονάχα έξω χωρίς αυτόν, τότε τον έπιανε απελπισία. Η θλίψη του δεν είχε όρια και το κλάμα του είτανε τόσο απαρηγόρητο, ώστε δεν εύρισκε κανένας μέσο να τον ησυχάση. Ναι, μας έκανε τόση λύπη να τον βλέπουμε έτσι, ώστε δεν το ξεχνούσαμε εύκολα κ' ένα πρωί μιλούσαμε γι' αυτό. Είχα μόλις καταφέρει τη γυναίκα μου ναρθή μαζί μου στην πόλη, όπου είχαμε να φάμε μαζί με μερικούς φίλους. Και το έκανα ίσια ίσια, γιατί εύρισκα πως έπρεπε να ησυχάση λίγο από το Σβεν.

Κατωρθώσαμε τέλος να λησμονήσουμε την εντύπωση, που μας κάμανε τα δάκρυα του μικρού, και περάσαμε μιαν ευχάριστη μέρα στην πόλη, όπως πάντα, όταν ξέραμε πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε κει. Η διάθεσή μας είχε φτάσει στο κορύφωμα, όταν η γυναίκα μου με ρώτησε ψιθυριστά αν θα με δυσαρεστούσε πολύ αν έφευγε αυτή πρωτήτερα από μέ. Πολύ σπάνια κάναμε εκδρομή για να διασκεδάσουμε κ' η πρότασή της δε μου άρεσε πολύ. Είπα λοιπόν της Έλσας πως ειδοποιήσαμε στο σπίτι πως θα γυρίσουμε με το τελευταίο βαπόρι κ' έτσι δε μας περίμενε κανείς. Μ' ένα λόγο — της πρόβαλα όσες πρόφασες μου ήρθανε στο νου. Και τέλος δοκίμασα και το κυριώτερο επιχείρημα:

— Ο Σβεν θα κοιμάται όταν θα φτάσης.

— Δεν είναι γι' αυτό, απάντησε. Έχω διάθεση να γυρίσω σπίτι.

Με κοίταξε τόσο ικετευτικά και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως έφυγε.

Στο μεταξύ ο Σβεν έπαιζε όλο το απόγεμα γύρω στο σπίτι. Όταν όμως πλησίασε η ώρα που έπρεπε να κοιμηθή, έγινε άφαντος. Οι υπερέτριές μας δεν είταν από κείνες που σκοτίζουνται πολύ· κι όταν τονέ φωνάξανε μερικές φορές και δεν πήραν απάντηση, ησυχάσανε με την ιδέα πως θαρθή, άμα πάρη να σκοτεινιάζη. Ο Σβεν λοιπόν βρήκε περίσταση να φύγη και πήγε και κάθησε μόνος του στην αποβάθρα. Δεν ήξερε σωστά την ώρα που θαρχότανε το βαπόρι κ' έτσι έπρεπε να περιμένη εκεί πολύ. Καθόταν ήσυχα κ' υπομονετικά κ' η μαμά τον ξεχώρισε από μακριά, ενώ το βαπόρι σταματούσε δω και κει στις αποβάθρες. Καθότανε μικρός μικρός και μαζεμένος και το πράσινο καπελάκι του έλαμπε απάνω από το γαλανό νερό.

Της φάνηκε τόσο παράξενο, σχεδόν σα να το γνώριζε από πριν πως θα περίμενε κει κι όλη την ώρα τα μάτια της δε φεύγανε από τη μικρή μορφή, που καθότανε στον μπάγκο της αποβάθρας με σκυφτό κεφάλι κι ώμους, σα να συλλογιζότανε. Όταν όμως άραξε το βαπόρι κ' η μαμά ετοιμαζότανε να βγη, ο μικρός Σβεν έστεκε ορθός στην αποβάθρα με τη μεγαλήτερη ανυπομονησία και τα μάτια του ψάχνανε γύρω σα να κιντύνευε η ζωή του όλη. Κι όταν παρουσιάστηκε η μαμά, είτανε δύσκολο να πη κανείς ποιος είτανε πιο ευτυχισμένος, εκείνος που δεν περίμενε του κάκου εκεί ή η μητέρα που βρήκε το παιδί της να την περιμένη.

— Μα πως ήρθες εδώ, Σβεν; είπε η μαμά μέσα σ' όλη τη χαρά της. Η μαμά είτανε να γυρίση αργά τη νύχτα.

— Το ήξερα πως θαρθής, είπε ο Σβεν.

Η φωνή του και τα μάτια του είτανε γεμάτα ξάφνισμα, πώς η μαμά δεν μπορούσε να φανταστή ένα πράμα τόσο απλό.

— Ήξερα πως θαρθής και γι' αυτό κάθησα εδώ και περίμενα.

Κι όταν η μαμά ρώτησε αν περίμενε πολλή ώρα εκεί, απάντησε:

— Βέβαια, αλλιώς θα μ' εύρισκε η Άννα. Και τότε θα έπρεπε να πάω να κοιμηθώ.

Η μαμά δεν απάντησε τίποτε σ' αυτό. Της είτανε δύσκολο να του πη πως δεν έκαμε καλά. Η αθώα του αγάπη, που είταν αφορμή της ανυπακοής του, τον υπεράσπιζε από κάθε μάλλωμα κι ο Σβεν το γνώριζε αυτό καλά. Κοίταξε λοξά τη μαμά και χαμογέλασε:

— Την έφτιαξα της Άννας. Κρύφτηκα πίσω από τα χαμόκλαδα και δεν μπορούσε να με δη.

— Αλήθεια! το έκαμες αυτό; είπε η μαμά.

Προχωρήσανε κι οι δυο στο σπίτι, σα δυο συνένοχοι ευχαριστημένοι που πετύχανε το κόλπο τους και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως αυτό το βράδι έπρεπε να βάλη μόνη της η μαμά το μικρόν να κοιμηθή.

Αυτό κιόλας το έκανε συχνά, αν κι ο Σβεν θα έκλεινε σε λίγο τα έξι χρόνια και σε σοβαρότερες περίστασες τονέ λέγαμε μεγάλο αγόρι.

Πόση ώρα περνούσε όταν τον έβαζε μόνη της να κοιμηθή! Πόσο αλαφρά κι απαλά τον έγδυνε, πόσο προφυλαχτικά του έπλενε το μικρό κορμάκι, πόσο μαλακά το σκούπιζε κι όταν έπειτα έπρεπε να φορεθή το μακρύ νυχτικό, άρχιζε το παιγνίδι. Έπειτα καθότανε με τα μικρόν στην αγκαλιά κι ονειρευότανε τον καιρό που είταν ακόμα πολύ μικρός και τονέ βύζαινε. Κι όταν τέλος τον έβαζε στο κρεββάτι, δεν ήθελε ποτέ να κάμη την προσευχή του. Εύρισκε χίλια μέσα να μην αφίνη τη μαμά να φύγη. Όταν όμως τέλειωνε την προσευκή, αγκάλιαζε τη μαμά και της ψιθύριζε:

— Είναι τόσο ωραία, σα με βάζης εσύ στο κρεββάτι. Γιατί εσύ δε με πιάνεις ποτέ τραχιά.

Η Έλσα έσκυβε ακόμα περσότερο και του απαντούσε:

— θα σε βάζω πάντα εγώ. Όσο να μεγαλώσης, και να το κάνης μόνος σου.

Όταν γύρισα τη νύχτα με το τελευταίο βαπόρι, τη βρήκα που περίμενε να μου διηγηθή όλα όσα είπε ο Σβεν.

Έπειτα από την ευχάριστη μέρα, που είχα περάσει με τους συναδέρφους μου, όλα αυτά τα συγκινητικά χαραχτηριστικά του παιδιού μου κάμανε μεγαλήτερη εντύπωση παρότι θα μου κάνανε σε συνειθισμένη περίσταση.

— Ξέρεις, είπα, πως ένας μεγάλος και καλός άνθρωπος μεταχειρίστηκε κάποτε τα ίδια λόγια, όταν μου διηγήθηκε την πρώτη του εντύπωση από το θάνατο της μητέρας του. Και κείνος είτανε τότε πέντε ως έξι χρονών και το ζήτημα είτανε το ίδιο — ναλλάξη το πουκάμισο. Μεταχειρίστηκε απαράλλαχτα τα ίδια λόγια: Πρώτη φορά, είπε, έννοιωσα πως με πιάνανε τραχιά.

Στάθηκα κοντά στο κρεββατάκι του Σβεν και τον κοίταζα πολλή ώρα. Τα μελίγγια του είχαν κάνει μικρούς λάκκους. Μα κοιμότανε βαθιά κ' ήσυχα κ' έσκυψα και τονέ φίλησα στο μέτωπο.

Δοκιμάσαμε να μιλήσουμε γι' άλλα πράματα, όμως είμουνα τόσο κυριεμένος από τη σκέψη για το παιδί αυτό, ώστε δεν είχα διάθεση γι' άλλο τίποτε.

— Δε συλλογίστηκες ποτέ ένα πράμα, είπα. Τον Ούλοφ μπορώ και τον φαντάζουμαι μεγάλον, ηλικιωμένον άντρα. Και το Σβάντε το ίδιο. Είναι τόσο διαφορετικοί! Ωστόσο μπορώ και τους βλέπω και τους δυο μεγαλωμένους. Μα το Σβεν; Μπορείς να τον φανταστής εσύ μεγάλον; Τι τον θέλεις να κάμη στον κόσμο; Νομίζεις πως είναι γι' άλλο τίποτε παρά για να τον έχουμε μεις;

Η γυναίκα μου χαμογέλασε μ' έναν τόνο θλιβερό, που σχημάτισε ψιλές, αλαφρές δίπλες γύρω στα χείλη της.

— Το συλλογίστηκα συχνά, είπε. Κι ακολουθώντας τη σειρά των στοχασμών της πρόστεσε:

— Αυτό θα είναι ίσως γιατί τον αγαπώ περσότερο από άλλο καθετί στον κόσμο. Περσότερο από τάλλα δυο παιδιά, περσότερο από σένα. Το σκέφτηκα συχνά και γνωρίζω πως αν πέθαινε ένα από τα μεγάλα παιδιά, δε θα έπαυα ποτέ να λυπούμαι. Μου φαίνεται όμως πως θα μπορούσα να υποφέρω τη λύπη για χάρη σας των άλλων, που θα ζούσατε. Αν πέθαινες εσύ — δεν μπορώ να το στοχαστώ. Μα αν πέθαινε ο Σβεν, δε θα μπορούσα να ζήσω πια. Πολλές φορές σκέφτηκα να σου το πω. Γιατί ήθελα να το ξέρης.

Μου άπλωσε το χέρι και τα μάτια της γυρέψανε τα δικά μου, σα να ήθελε να μου ζητήση να τη συχωρέσω γιατί πίστευε πως μπορούσε να ζήση χωρίς εμέ. Κι άμα σβήσαμε το φως, έμεινα πολλή ώρα άγρυπνος και στοχαζόμουνα τα λόγια της. Αποκοιμήθηκα με την πίστη πως ποτέ δε θα λάβαινα την πείρα, αν είπε την αλήθεια ή όχι.

14

Ο Σβεν αρρώστησε τόσο, που έπρεπε να τον φέρουμε στο κρεββάτι. Μα αν και γνωρίζαμε πως το πράμα είταν αρκετά σοβαρό, ο πυρετός ωστόσο είτανε τόσο μικρός, ώστε δε φοβηθήκαμε πραματικό κίντυνο. Ξακολούθησα να γράφω ακούραστα κ' η γυναίκα μου καθότανε κοντά στο κρεββάτι του παιδιού, του κρατούσε το χέρι και του διηγότανε παραμύθια όταν είτανε σε κατάσταση νακούη.

Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστεια θα βαστούσε πολύ, ωστόσο μας βεβαίωσε πως δεν είτανε κίντυνος κ' επειδή από καιρό είχα στο νου κάποιο ταξίδι, έφυγα για λίγες μέρες με την ελπίδα πως άμα θα γύριζα, θα είχε περάσει το δυσκολότερο στάδιο.

Πέρασα λοιπόν τρεις ολάκερες μέρες με καλούς φίλους και χάρηκα τη φιλία και την ωραία φύση χωρίς να έχω πολλή ανησυχία. Όταν όμως καθόμουνα στο τραίνο και γύριζα στη Στοκχόλμη για ναρθώ πάλι από κει στο σπίτι μου, με κυρίεψε τόση αγωνία, που δεν μπορούσα να τη νικήσω. Λίγο πρι να φύγω, είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Άκουσα από μακριά τη φωνή της να τρέμη από χαρά: Ο Σβεν πηγαίνει καλήτερα! Κάθησε στο κρεββάτι και γέλασε και φλυάρησε. Έφαγε και παρακάλεσε τη μαμά να πη χαιρετίσματα του «πατεράκη», όπως τον έλεγε, χαδευτικά όταν είταν πολύ χαρούμενος. Όλα τάζανε τις καλήτερες ελπίδες κι ωστόσο δεν μπορούσα να ησυχάσω.

Έφτασα στη Στοκχόλμη στις εφτά το βράδι, τη στιγμή που έφευγε το τελευταίο βαπόρι, που μπορούσε να με φέρη σπίτι μου. Τράβηξα λοιπόν ίσια στο ξενοδοχείο, όπου πήγαινα πάντα. Είχε σκοτεινιάσει κ' έβρεχε δυνατά. Μπήκα μέσα βιαστικά με κείνο το απελπιστικό συναίστημα πως είμαι ξένος, ένα συναίστημα που με πιάνει πάντα όταν έρχουμαι το καλοκαίρι στη Στοκχόλμη και γνωρίζω πως θα είμαι μόνος. Δεν είχα προφτάσει ακόμα να ζητήσω να μου δώσουνε δωμάτιο, όταν ήρθε ο πορτιέρης και με παρεκάλεσε να πάω στο τηλέφωνο.

Πήγα και κει μου είπαν πως ο γιατρός είχε φύγει για το σπίτι μου και πως έπρεπε να πάρω αμέσως ένα αμάξι και να τρέξω και γω εκεί.

Το χτύπημα, που μου ήρθε τόσο σφοδρά και ξαφνικά με παράλυσε κ' η κίνηση, που έβαλα σ' ενέργεια μου φαινότανε και μέ του ίδιου όλως διόλου αυτόματη. Παράγγειλα να μου φέρουν ένα αμάξι και την ίδια στιγμή που έκανα αυτό σκέφτηκα πως έπρεπε να φάω. «Ο Σβεν πέθανε», συλλογίστηκα. «Δε θα τονέ βρω ζωντανό, άμα φτάσω σπίτι. Άμα όμως φτάσω δεν πρέπει να είμαι νηστικός και κουρασμένος. Πρέπει να είμαι σε θέση ναγρυπνήσω και να παρηγορήσω τη γυναίκα μου.» Όλα αυτά περάσανε στο νου μου εκεί που καθόμουνα και περίμενα το αμάξι. Έβλεπα τον εαυτό μου σαν άλλο πρόσωπο, έβλεπα πως έβαζα κρέας στο πιάτο μου, το έκοβα και προσπαθούσα να φάω. Όλη την ώρα στοχαζόμουνα ένα μόνο: το αμάξι που δεν ερχότανε, Θεέ μου! Το αμάξι δεν ερχότανε και στο σπίτι πέθαινε το παιδί μου και δεν μπορούσα να το προφτάσω.

Πλήρωσα και βγήκα στην είσοδο του ξενοδοχείου και περπατούσα πέρα δώθε· μου είταν αδύνατο να σταθώ σε μια θέση, αδύνατο να συγκεντρώσω τη σκέψη μου. «Το παιδί μου πεθαίνει», είπα του πορτιέρη· «γι' αυτό είμαι τόσο νευρικός.»

Δοκίμασα να του χαμογελάσω για να του δώσω να εννοήση πως το έβλεπα κι ο ίδιος πως ο τρόπος μου είταν παράλογος. Μα αιστάνθηκα πως το χαμόγελό μου μεταμορφώθηκε σε μορφασμό και δεν περίμενα ούτε να μου απαντήση. Ξακολούθησα να πηγαίνω πέρα δώθε με το ρολόγι στο χέρι, σα να ήθελα να τρέξω πριν από τον καιρό κι όταν έφτασε τέλος το αμάξι, είμουνα βέβαιος πως είταν αργά πια. Δεν εννοούσα γιατί καθόμουνα εκεί και γιατί ήθελα να κάμω αυτόν το δρόμο μέσα στη δυνατή βροχή, αυτόματα όμως, όπως και πρωτήτερα, είπα του αμαξά:

— Γλήγορα, όσο μπορεί να τρέξη το άλογο. Το μικρό παιδί μου πεθαίνει.

Ο αμαξάς μας είχε φέρει με το αμάξι του πολλές φορές.

— Είναι το μικρό αγοράκι, που είναι τόσο ωραίο; ρώτησε.

Τα απλά αυτά λόγια με ξαναφέρανε στην πραγματικότητα και στο στήθος μου πέρασε ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης προς το νέο, που με πήγαινε με το αμάξι του.

— Ναι, είπα με πνιγμένη φωνή. Αυτό είναι.

Και κάθησα στο αμάξι με το συναίστημα πως βρήκα έναν άνθρωπο, που έννοιωσε τι έτρεχε κ' ήθελε να με βοηθήση.

Ενώ το αμάξι έτρεχε στους δρόμους, μιλούσα με τον εαυτό μου άφωνα κ' έκλαιγα από χαρά και πόνο: «Είναι τόσο ωραίο να τονέ θυμάται και να μου το λέη ένας άνθρωπος που τον πήγε μόνο με το αμάξι. Και να πεθάνη αυτός; Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά που ζουν. Γιατί πρέπει να πεθάνη το δικό μου;»

Ποτέ δεν έτρεξα με το αμάξι τόσο γλήγορα και ποτέ δε μου φάνηκε μακρήτερος ο δρόμος. Έβλεπα να λάμπουνε στο σκοτάδι οι σπίθες από τα πέταλα των αλόγων, αιστανόμουνα πως έβρεχε λιγότερο τώρα κ' έβλεπα την τοποθεσία να φεύγη γύρω μου σα σκοτεινή φαντασμαγορία και μιλούσα όλη την ώρα με τον εαυτό μου ακατανόητα λόγια, που δεν εννοούσα πώς μου ερχόντανε στα χείλη. Μου φαινότανε πως έτρεχα μέσα στο σκοτάδι για ναπαντήσω εκείνο που έμελλε να γίνη και παρακαλούσα μόνο ναργήση να γίνη, παρακαλούσα να τονέ βρω ζωντανόν ακόμα όταν φτάσω κ' έτσι να μπορούσε να κρεμαστή άλλη μια φορά από το λαιμό μου και νακούσω τη φωνή του.

Κ' έτρεχε, έτρεχε το αμάξι με δαιμονική βία. Πηδούσε από το ένα πλευρό του δρόμου στο άλλο, μα δε μου ήρθε ούτε μια στιγμή στο νου πως μπορούσε να σπάση κάτι, ή ναναποδογυριστούμε. Ο αμαξάς είτανε λαμπρό παιδί και συλλογιζότανε το μικρό αγόρι μου, που είταν τόσο ωραίο και χαριτωμένο και δεν έπρεπε να πεθάνη.

«Είναι ο πατέρας με το παιδί του», έλεγα δυνατά μόνος μου. Χωρίς να το νοιώθω απάγγελνα στίχους κ' ένας σπασμωδικός λυγμός έσφιγγε το λάρυγγά μου, σα να ήθελε να με πνίξη, και για νανασάνω έσκυψα από το ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα την τοποθεσία, όπου γνώριζα κάθε άποψη, κάθε καμπή του δρόμου. Από τις πέτρες, όπου σκόνταβε το αμάξι, ένοιωσα πως είχαμε στρήψει στο μονοπάτι, που έφερνε στην κατοικία μου. Με μιαν ένταση υπερβολική όλου του είναι μου κοίταξα όξω στο σκοτάδι κ' είδα τον ίσκιο ενός αμαξιού, που έστεκε στην αυλή. Ο γιατρός είναι κει ακόμα! Έπειτα άκουσα από τη βεράντα τη φωνή της γυναικός μου: «Έρχεται, Δόξα σοι ο Θεός. Νάτος!» Κ' έπειτα από λίγες στιγμές είχα ανεβεί τη σκάλα κ' είμουνα στο σαλόνι.

Έστεκα εκεί κ' η συγκίνηση μου είτανε τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορούσα να νοιώσω τίποτε από κείνα που έβλεπα. Έβλεπα πως ο γιατρός έστεκε κει κ' αιστανόμουνα πως η γυναίκα μου με κρατούσε αγκαλιασμένον σφιχτά. Έβλεπα καθαρά πως φαινότανε χαρούμενη, μάλιστα πιο πολύ από ευτυχισμένη και πως έπρεπε να είμαι και γω. Άκουσα κάτι για μια λιποθυμία, που τώρα πέρασε και πως ο γιατρός τη θαρρούσε ασήμαντη.

Αλλά δεν μπορούσα να πω τίποτε ούτε να σκεφτώ τίποτε. Η ευτυχία μού ήρθε τόσο ανέλπιστα, ώστε να μην μπορώ να συνέρθω από τη φοβερή νάρκη, που με κυρίευε ακόμα.

Μηχανικά έβγαλα τα γάντια μου και το επανωφόρι μου κ' έστεκα εκεί και προσπαθούσα να συνηθίσω τα μάτια μου στη λάμψη της φωτισμένης κάμαρας.

— Δε θέλεις να πας μέσα να τονέ δης; Δεν κοιμάται, είπε η γυναίκα μου.

Κ' η φωνή της είχε έναν τόνο, σα να ήθελε να με μαλλώση, που δεν την ένοιωσα.

— Ναι, ναι, είπα.

Και χωρίς να νοιώθω τι έτρεχε μέσα πήγα κ' είδα το Σβεν να με κοιτάζη από το κρεββάτι μου, όπου είτανε ξαπλωμένος.

— Δε γνωρίζεις τον μπαμπά, Σβεν;

— Ναι, είπε ο μικρός με ξαφνισμένη φωνή.

Δεν μπορούσε να νοιώση γιατί όλοι οι μεγάλοι είτανε τόσο ανήσυχοι. Άπλωσε το μικρό του χέρι και με χάδεψε και παρατήρησα πόσο αδυνάτησε και λίγνεψε.

Ενώ έστεκα εκεί σκυμένος απάνω στο παιδί, εννόησα πως όλα αυτά είτανε πραγματικότατα και πως το παιδί μου ζούσε ακόμα.

Κρατούσα το χέρι του στα μάτια μου κ' αιστάνθηκα να φεύγη το βάρος από τα στήθη μου κ' η άχνα από τα μάτια μου.

15

Τι παράξενες, γεμάτες ελπίδα, ανησυχία, απελπισία, και φόβους είταν οι μέρες που ακολουθήσανε! Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστια θα βαστάξη πολύ, ετοιμαστήκαμε λοιπόν να περιμείνουμε με υπομονή και προσπαθούσαμε να δείξουμε πως είχαμε κι αυτήν την αρετή. Τις δυο κατοπινές μακρές βδομάδες η αρρώστια του Σβεν ταιριάστηκε με τις συνήθιες της καθημερινής ζωής μας, όπως γίνεται πάντα σαν έρχεται η αρρώστια σ' ένα σπίτι.

Ξακολούθησα λοιπόν να γράφω το βιβλίο μου δίχως να μ' ενοχλή κανείς κάθε πρωί κ' η γυναίκα μου πηγαινοερχότανε σε μένα και σε κείνον, καθότανε στην κάμαρα του Σβεν — που είταν ήσυχος, όταν την ένοιωθε κοντά του — κι όταν ο μικρός κοιμότανε, έβγαινε όξω νανασάνη καθαρόν αέρα και να μου διηγηθή όλα τα καλά σημεία, που πίστευε πως έβλεπε πάντα το προσεχτικό της μάτι. Ο Σβάντε γυρνούσε γύρω μόνος και σιωπηλός, πήγαινε με τη βάρκα στο αντικρυνό ακρογιάλι και διηγότανε στις μικρές φιλενάδες του εκεί πως ο μικρός αδερφός είτανε βαριά άρρωστος και πως στο σπίτι βασίλευε ησυχία.

Αναγκαστήκαμε να πάρουμε μια νοσοκόμα, για να μπορή η γυναίκα μου ναναπαύεται τη νύχτα. Αυτό δεν έγινε χωρίς μεγάλη αντίσταση από μέρος της Έλσας. Γιατί είτανε τόσο ζηλότυπη για το μικρό, ώστε δε δεχότανε να τη βοηθά κανείς. Και τέλος όταν παρατήρησε πως δεν είχε πια τη δύναμη, έδωσε με δάκρυα τη συναίνεσή της κ' υποτάχτηκε στο αναπόφευχτο.

Ωστόσο έπειτα από λίγες ώρες που έφτασε η νοσοκόμα, ήρθε η γυναίκα μου και μου διηγήθηκε μ' ολάστραφτα μάτια πως ο Σβεν δέχτηκε με μεγάλη χαρά τη νέα συντρόφισσά του.

— Εσένα σε θέλω να με περιποιέσαι, γιατί είσαι καλή, της είπε.

Κ' έκλεισε τα μάτια του κ' έμεινε ήσυχος με τον πάγο στο κεφάλι, που πονούσε πάντα, και με τα μικρά αδυνατισμένα χέρια απάνω στο σκέπασμα.

Ένα πρωί ακούσαμε όξω στην αυλή τους ήχους ενός οργανέτου κ' επειδή εκείνες τις μέρες ο Σβεν είχε φάει κάτι και μιλούσε και φαινότανε φαιδρός, τονέ ρωτήσαμε αν ήθελε να τονέ φέρουμε στα χέρια όξω να δη τη μαϊμού.

Άλλοτε είταν ο Σβεν εκείνος, που έτρεχε πρώτος, όταν ακουγότανε κανένα οργανέτο. Έτρεχε βιαστικός στον μπαμπά και του ζητούσε πεντάρες. Χαιρότανε να δίνη κι όταν πλησίαζε με τις πεντάρες του και φαινότανε τόσο ευτυχισμένος — σα να γνώριζε τί σημασία έχει για ένα φτωχό μουσικό να του δίνουν χρήματα για να φάη — συχνά έκανε κάποιο μελαψό πρόσωπο να γελά, δείχνοντας τα λευκά του δόντια, και κάποια μαύρα ολάστραφτα μάτια να κοιτάζουνε με χαρά τα γαλανά δικά του.

