# Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33561/index.md

Πόσο κάθησα έτσι εκεί, δεν το θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως νύχτωσε και πως τρόμαξα όταν ένοιωσα πως η γυναίκα μου είτανε γονατιστή μπροστά μου κι ακκουμπούσε το κεφάλι της στα χέρι μου. Είχε ρθει τόσο σιγά, ώστε δεν την άκουσα κ' η φωνή της είχε τόσο ήσυχο τόνο, όταν είπε:

— θέλω να ζήσω για σένα, Γιώργο, για το Σβεν και τα μεγάλα αγόρια μας.

Γνώριζα τη φωνή της όταν έπαιρνε τόσο βαθύ και θερμό τόνο, σα να σιγάζανε όλα τάλλα μέσα της όξω από την αγάπη. Ένοιωσα πως η απόφασή της τώρα είταν ακλόνητη, πως η Έλσα είτανε πάλι δική μας ή ήθελε να γίνη κ' ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης σ' αυτή και σ' όλη τη ζωή φούσκωσε μέσα μου. Πέρασε πολλή ώρα όσο ναλλάξουμε τη θέση μας, μα όταν το κάναμε σηκώθηκε η Έλσα κι άναψε όλα τα φώτα, σα να είχαμε γιορτή.

Έπειτα φώναξε τα παιδιά μέσα κι όλα ήρθανε σιωπηλά και ξαφνισμένα και δε χρειαζόμαστε να τους εξηγήσουμε τίποτε. Γιατί όλα είχαν εννοήσει, καθένα με τον τρόπο του, όλα είχανε μιλήσει μεταξύ τους όπως και μεις οι μεγάλοι και ξέρανε πως η ζωή της μαμάς κιντύνευε και πως θα έκανε την εγχείριση για να μπορέση να ζήση χάρη τους.

Ο Σβεν πήδησε στην αγκαλιά της μαμάς και στρυμώχτηκε στο στήθος της. Και μας έκαμε όλους να χαμογελάσουμε μέσα στα δάκρυα, όταν είπε:

— Η μαμά δεν πρέπει ταφήση το μαϊμουδάκι.

Αυτό είταν ένα από τα χαδευτικά ονόματα που του λέγαμε και το μεταχειρίστηκε κι ο ίδιος χωρίς να έχη την υποψία, πως ηχούσε κωμικά. Γι' αυτό τα λόγια του μας φανήκανε σα μια επαγγελία της ζωής και μας ησυχάσανε.

Όταν όμως τα παιδιά πήγανε να κοιμηθούν, η Έλσα και γω περπατούσαμε πιασμένοι μέση με μέση μέσα στις κάμαρες. Κ' είδα πως αποχαιρετούσε πάλι, μα όχι με τον ίδιον τρόπο καθώς λίγες ώρες προτήτερα. Την άλλη μέρα θα πήγαινε στην κλινική.

Μα όταν ξύπνησα το πρωί, ο Ούλοφ είταν καθισμένος στη μεγάλη πολυθρόνα αντικρυνά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

— Είσαι πολλή ώρα εδώ; τονέ ρώτησα ξαφνισμένος.

— Ναι, απάντησε μονοσύλλαβα.

Καθόταν εκεί και συλλογιζότανε τη μητέρα του και συλλογιζότανε πως όλα γίνανε τόσο σοβαρά μεμιάς. Πρώτη φορά παρατήρησα πόσο είχε μεγαλώσει και του έπιασα τα χέρι σαν ενός συνομίληκου. Έτρεμε το πρόσωπο του παιδιού, που είτανε μόνο δέκα χρονών, μα δεν μπορούσε να βγάλη λέξη.

Όταν έπειτα είμαστε στο αμάξι, ξανακυρίεψε τον εαυτό του κι ανέβηκε άλλη μια φορά στη σκάλα και χάδεψε το μάγουλο της μητέρας και της είπε, σα να μιλούσε σε παιδί:

— Μη φοβάσαι, μαμά, θα περάση.

Ο Σβάντε ήρθε κι αυτός και σηκώσανε στα χέρια και το μικρό το Σβεν, που μιλούσε και φλυαρούσε. Τη στιγμή αυτή η Έλσα δεν ήξερε ποιον αγαπούσε περσότερο απ' όλους. Μα στο δρόμο που πηγαίναμε, μιλήσαμε πολλές φορές για το μεγάλο μας αγόρι, που για πρώτη φορά μίλησε κ' αιστάνθηκε σαν άντρας.

4

Ο άγγελος του θανάτου πέρασε και τη φορά αυτή έξω από το σπίτι μας, τα φτερά του όμως μας αγγίξανε, σε τρόπο που το άγγισμα αυτό να δώση για καιρό τον τύπο του στη ζωή μας. Ωστόσο, η ευτυχία γύρισε ακόμα μια φορά στο σπίτι μας, μετριασμένη όμως και σοβαρότερη. Ακόμα μια φορά γύρισε κείνη που έρριχνε φως ιερό στην καθημερινή ζωή μας. Τα παιδιά μας τη χαρήκανε, όταν γυρίσαμε, κι ο μικρός Σβεν ανέβηκε στην αγκαλιά της μαμάς, στρυμώχτηκε σιμά της κ' είτανε τόσο ευτυχισμένος.

— Βλέπεις, δεν έφυγες από το μαϊμουδάκι, είπε.

Είχε τόσο θριαμβευτική έκφραση, σα να πίστευε πως χάρη του έγινε καλά η μαμά. Και για να εγκαρδιώσω όλους μας είπα:

— Μου φαίνεται, θα πιστεύης πως εσύ έκαμες καλά τη μαμά.

— Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε η γυναίκα μου.

Κ' είδα πάλι στο πρόσωπό της την έκφραση, που μου είχε φανεί άλλοτε τόσο ξένη, μα και που άρχισα να την εννοώ σιγά σιγά.

Έσφιξε σιγαλά το μικρό Σβεν στην αγκαλιά της κι από τα μάτια της στάξανε δυο λαμπερά δάκρυα. Έπειτα μου έδωσε το χέρι κ' είπε:

— Είμαι τόσο χαρούμενη, που είμαι πάλι σπίτι. Δεν μπορούσα ναπαντήσω τίποτε. Κοίταξα μόνο τους μαζεμένους μπροστά μου κ' ήξερα πως είχα εδώ την ευτυχία, που λίγες βδομάδες προτήτερα μόλις τολμούσα να την ελπίζω. Κι όμως αι[στάνθηκα] στην καρδιά μου μια κεντιά, σαν από μια προαίστηση απελπιστικής ερημιάς.

5

Την άνοιξη, που ήρθε τώρα, τη θυμούμαι σα μια θάλασσα από άνθη, που γέμισε κάθε άδειο μέρος του σπιτιού μας. Τα ζεμπούλια σμίγαν απαλά με τις γαλάζιες ανεμώνες, οι γαλάζιες ανεμώνες μ' άσπρες, με λευκόια και μενεξέδες κι όταν κόντευε να φτάση η μέρα του Άιγιανιού κι ο καλοκαιρινός αέρας έπαιζε στις κατεβασμένες κουρτίνες, ήρθανε κ' οι φεγγοβόλες πασκαλιές.

Η μαμά κι ο Σβεν είταν εκείνοι που φέρνανε τάνθη κ' είτανε δύσκολο να πη κανείς ποιος από τους δυο ταγαπούσε πιο πολύ. Τους βλέπω ακόμα πλάι πλάι, με τα χέρια γεμάτα άνθη, με τα μάγουλα κοκκινισμένα να πηγαίνουνε μιλώντας από τη μεγάλη αυλή στην ανοιχτή βεράντα. Τα μαλλιά της είτανε τόσο μαύρα, τόσο ξανθά είταν τα δικά του, μα τα βαθιά γαλανά μάτια και των δυο είτανε τα ίδια. Ο ένας με τον άλλον είταν η πιο παράξενη αντίθεση κι όμως μοιάζανε περσότερο παρότι μοιάζουν πάντα μητέρα και παιδί. Ταιριάζανε σα να είτανε πλασμένοι να είναι πάντα [μαζί, να] πηγαίνουν πάντα μ' άνθη στο χέρι, να βαδίζουν ως το τέλος της ζωής τους κρατημένοι χέρι χέρι και να κοιτάζουνται στα μάτια. Κανένας δεν μπορούσε να τους δη μαζί, χωρίς να φωτιστή το πρόσωπό του από ένα ηλιόφεγγο χαμόγελο και πολλές φορές μου έτυχε να το δω αυτό και να εχτιμήσω περσότερο τον πλούτο μου.

Γιατί αυτήν την εποχή μου φαινότανε η ζωή πλουσιότερη παρά ποτέ. Τα λησμόνησα όλα όσα είχανε γεμίσει τη ψυχή μου με προαίστησες βαρειές και μου αρκούσε η στιγμή μονάχα. Μου φαινότανε σα να έπρεπε να δοκιμάσουμε ό,τι θλιβερό και βαρύ δοκιμάσαμε, μόνο και μόνο για ναπολάψουμε έπειτα πιο βαθιά την ευτυχία. Ένοιωθα ευγνωμοσύνη για κάθε νέα μέρα που περνούσε, είμουνα ευχαριστημένος που μπορούσα να λησμονώ κ' είχα το συναίστημα πως τραβούσαμε προς μιαν ευτυχία μεγαλήτερη από κείνη που φτάνουν οι άνθρωποι.

Νομίζω πως κ' η γυναίκα μου, ένα διάστημα τουλάχιστο, μοιραζότανε το αίστημά μου. Γιατί από κείνη χυνότανε αυτός ο αδιάκοπος χείμαρρος της ευδαιμονίας. Είχε γυρίσει αλήθεια στη ζωή, αιστανότανε τον εαυτό της καλά, ζούσε κάτω από μεγάλα παλιά δέντρα και μέσα σ' ένα πλήθος λουλουδιών. Είχε όλους μας τριγύρω της και τίποτε δεν ενοχλούσε τη γαλήνη της.

Έτσι περπατούσε μαζί μου ένα βράδι στο μεγάλο δρόμο, όπου δεν απαντούσαμε κανέναν και γι' αυτό τον προτιμούσαμε. Γύρω μας άνθιζαν οι πασκαλιές γεμίζοντας τον αέρα με τη μυρουδιά τους και στον αχνό, φωτεινό ουρανό έπλεε το νέο φεγγάρι, δίχως να φωτίζη, κολυμπώντας μόνο μέσα στο γλαυκό, που άπλωνε πλατύν, απέραντο το θόλο του, όπου τα χλωμά άστρα δοκιμάζανε να φεγγοβολήσουνε, χωρίς όμως να κατορθώνουνε να σκίσουνε τη νύχτα.

Όταν θυμούμαι τον καιρό αυτό κι όλα όσα γίναν έπειτα, ξαφνίζουμαι με την ένταση που είχε πάρει η ψυχή μας τότε. Σα να πέρασε απάνω στον ουρανό μας ένα ψιλό μονάχα σύννεφο και σκορπίσθηκε έπειτα.

Έτσι πηγαίναμε κ' ερχόμαστε δω κάθε βράδι ευτυχισμένοι και στις ομιλίες μας δεν υπήρχε ούτε το αλαφρότερο σημάδι θλίψης. Όλα όσα είχανε γίνει είτανε θαμένα πίσω μας. Δεν είτανε βέβαια η ξένοιαστη ευτυχία με την τυφλή, αδοκίμαστη ακόμα αυτοεμπιστοσύνη της νιότης. Είταν κάτι περσότερο. Είταν εκείνη η ήσυχη αρμονία, που έρχεται μεταξύ δυο ανθρώπων, που υποφέρανε μαζί και νικήσανε, μια ευτυχία, που τίποτε δεν μπορεί να τη θολώση και να τη σβήση, γιατί είναι δεμένη άλυτα μαζί με το πιο τρίσβαθο είναι δυο ανθρώπων. Τον καιρό αυτό γνωρίζαμε πως τίποτε δεν πιθυμούσαμε, τίποτε περσότερο από κείνο που είχαμε. Σε τέτοιες ώρες της ζωής μπορεί ο ένας να ζητά τη μοναξιά για να στεγνώση τα δάκρυά του, γιατί ντρέπεται να δείξη πόσο είναι ευτυχισμένος. Ούτε ξένοι στοχασμοί, που τραβούνε το δικό τους δρόμο, ούτε φαντασιοπληξίες, ούτε πόθοι μπορούνε νανυψώσουνε την ψυχική αυτή διάθεση, που πηγάζει μέσα από τη ζωική δύναμη. Όλα εκείνα, που ψάλλουν τα τραγούδια κ' οι θρύλοι, ζούνε μεστή εκεί μέσα την αστέρευτη ζωή τους, έτσι όπως δε φτάνει να την αποδώση κανένα ποίημα, και νομίζω πως παρόμοια συναιστήματα μπορεί να ταγιάση μόνο η συμβίωση μεταξύ αντρός και γυναίκας.

Έτσι τουλάχιστο αιστανόμαστε αυτές τις ήρεμες ανοιξιάτικες νυχτιές, που οι περίπατοί μας τελειώνανε πάντα στο ίδιο μέρος, στα κρεβάτια που κοιμόντανε τα παιδιά. Δε μιλούσαμε πολύ για όσα αιστανόμαστε. Ένα βράδι όμως είπε η γυναίκα μου:

— Πόσος καιρός είναι που παντρευτήκαμε;

— Γιατί ρωτάς; Συ δεν ξεχνάς ποτέ σου τις χρονολογίες.

— Ναι, μα είναι αλήθεια πως περάσανε περσότερα από δέκα χρόνια; Είναι αλήθεια πως γεράσαμε τόσο;

— Σε λυπεί αυτό; απάντησα και χαμογέλασα.

Ακκούμπησε απάνω μου και πήρε το χέρι μου.

— Είτανε μια εποχή, που είχα τόσο φόβο από τα γερατιά, είπε. Και τον έχω ακόμα. Μα δε νοιώθω γιατί λένε πως στα νιάτα του αγαπά κανείς περσότερο και πως είναι πιο ευτυχισμένος. Εκείνοι που το λένε δε θαγαπήσανε ποτέ.

Έκαμα ναντιλογήσω. Μα μ' έκοψε κι άρχισε άλλη ομιλία. Μίλησε για στενούς μας φίλους, για γνωστούς που συναναστρεφόμαστε, και δεν ήθελε να παραδεχτή πως είτανε δυνατό να είταν ευτυχισμένοι. Διηγήθηκε μερικά πράματα από τη ζωή τους, τι κάμανε και τι είπαν. Περσότερο επίμενε σε ό,τι δεν κάμανε και δεν είπαν. Κ' έκλεισε την ομιλία της με τα λόγια:

— Μου φαίνεται πως στις μέρες μας οι άνθρωποι λησμονήσανε ναγαπούν. Έχουνε τόσες άλλες ένοιες.

Όλα όσα μου έλεγε τώρα η γυναίκα μου με ξαφνίζανε. Γιατί σπάνια συνήθιζε να σκοτίζεται με τους άλλους όταν είτανε μαζί μου. Δοκίμασα να υπερασπιστώ την ανθρωπότητα, κατώρθωσα μάλιστα να την κάμω να παραδεχτή μερικές εξαίρεσες.

Μα σε όλα, όσα της ανάπτυξα, απάντησε σα να μη με άκουγε πια· κι άμα σώπασα, ξακολούθησε την ίδια σειρά των στοχασμών της:

— Γιατί είμαστε συ και γω πιο ευτυχισμένοι από τον άλλον κόσμο;

Το είπε με τόση σοβαρότητα, σα να μελετούσε μονάχα ένα γνωστό και παραδεγμένο περιστατικό, και πρόστεσε:

— Βρίσκω πως όλοι οι άλλοι είναι δυστυχισμένοι, όταν τους συγκρίνω με σε και με.

Χαμογέλασα με το ζήλο της, ενώ ταυτόχρονα τα λόγια της μου θερμαίνανε την καρδιά.

— Γιατί θέλεις να συγκρίνης; είπα.

— Γιατί αυτό με κάνει ευτυχισμένη, απάντησε.

Κ' ενώ έμεινε ορθή εκεί μπροστά μου και με κοίταξε, πρόστεσε:

— Άφησέ με να το πω τώρα, γιατί δεν πιστεύω να βρω άλλη φορά περίσταση να σου το πω: Το βρίσκω τόσο παράξενο όταν συλλογίζουμαι τον πρώτον καιρό που παντρευτήκαμε. Νόμιζα τότε πως σ' αγαπούσα και πως είμουνα ευτυχισμένη. Είτανε γιατί δε γνώριζα τίποτε και δεν εννοούσα τίποτε. Τώρα γνωρίζω τι σημαίνει και θέλω να σ' ευχαριστήσω.

Πριν προφτάσω να το εμποδίσω, άρπαξε το αριστερό μου χέρι και το φίλησε κι όταν έκαμα να το τραβήξω, το κράτησε σφιχτά και το ξαναφίλησε στο μέρος που φορούσα το δαχτυλίδι.

Είχε τόση δύναμη και το αίστημά της κι αυτή η ίδια όταν έλεγε τα λόγια αυτά, ώστε με σύγχυσε. Άφωνος την πήρα στην αγκαλιά μου και τη φίλησα με το αίστημα πως φιλούσα για πρώτη φορά την αρρεβωνιαστικιά μου. Και γνώριζα μαζί της πως η γις δεν έκρυβε μεγαλήτερη ευδαιμονία.

6

Ο Σβεν βρήκε σύντροφο να παίζη κι αυτό είταν κατιτί σημαντικό στη μικρή ζωή του. Γιατί προτήτερα έπαιζε μόνο με τα μεγαλήτερα αδέρφια. Τώρα ο σύντροφος είτανε μερικούς μήνες μικρότερος από το Σβεν κι είτανε κιόλας κοριτσάκι. Όλα αυτά είτανε κατιτί πολύ νέο και χαριτωμένο και την εποχή αυτή ο Σβεν είχε να μιλή πολλά με τη μαμά.

Η μικρή Μάρθα είχε ρθει στην εξοχή με τους γονείς της και στην αρχή κι αυτή κι ο Σβεν κοιταζόντανε μεταξύ τους από μακριά. Η Μάρθα είταν ένα μικρό, ασύγκριτα χαριτωμένο κοριτσάκι με κόκκινα δροσερά μάγουλα, γαλανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά, σχεδόν απαράλλαχτα σαν του Σβεν. Και δεν πέρασε πολύς καιρός, όσο που μια μέρα ήρθε και κάθησε κοντά στο Σβεν και τον κοίταζε περίεργη τι έκανε.

Ο Σβεν είτανε συνηθισμένος να παίζη μόνος του, κ' είχε βρει ένα παιγνίδι, που τονέ διασκέδαζε πολύ. Έβγαινε όξω, κάθιζε χάμω στο λιβάδι και παρατηρούσε με τη μεγαλήτερη περιέργεια τι γινόταν εκεί μπροστά του. Είταν εκεί μερμύγκια που σκαρφαλώνανε στα χορταράκια, μια πεταλούδα που κάθιζε σ' ένα λουλούδι κ' έπειτα πετούσε με λευκά φτερά μακρήτερα στον ήλιο, ένας σκάθαρος που αναποδογυρίστηκε κ' έπρεπε να τον σηκώσουν για να μπορέση να συρθή παραπέρα, μικρά πουλάκια που πηδούσανε γύρω στους βώλους της γις και δεν πειραζόντανε διόλου από την παρουσία του παιδιού, εκεί που ζητούσανε τροφή για τον εαυτό τους ή για τα μικρά τους. Ή καθότανε μονάχα εκεί ο Σβεν κ' έκοβε χορταράκια και τα κοίταζε και τα περνούσε ανάμεσα από τα δάχτυλά του κι όταν γέμιζε το χέρι του, τα πετούσε κι άρχιζε να κόβη άλλα. Αυτό το έλεγε ο ίδιος «παιγνίδι στη χλόη» και μπορούσε να μιλή πολλή ώρα γι' αυτό, όταν άφινε τα παιγνίδι κ' έτρεχε να διηγηθή της μαμάς τις ανακάλυψες που έκαμε. Αυτό το παιγνίδι του Σβεν κοίταζε η μικρή Μάρθα και τέλος τονέ ρώτησε τι έκανε κει.

— Δε βλέπεις; Παίζω στη χλόη, είπε ο Σβεν. Και ξαφνισμένος άνοιξε πλατιά τα μάτια του.

Όχι, η Μάρθα δεν το εννοούσε, μα αφού είδε το Σβεν να παίζη τόση ώρα εκεί, νόμισε πως έπρεπε να είναι κάτι πολύ διασκεδαστικό και κάθησε κι αυτή κοντά του. Και τα δυο παιδιά κόβανε χλόη και κοιτάζανε τα μερμύγκια και πλησιάσανε τα ένα με το άλλο τόσο, που όταν σηκωθήκανε να φύγουν, είτανε κρατημένα χέρι χέρι και νομίζανε πως μπορούσανε να μείνουν αιώνια έτσι.

Έπειτα από λίγες μέρες ο Σβεν είτανε καθισμένος κοντά στη μαμά και της μιλούσε για τη Μάρθα. Τώρα δε μιλούσε πια για τη χλόη και τάνθη, για τα πουλιά και τις πεταλούδες. Διηγότανε μονάχα τι είπε η Μάρθα και πώς παίζανε καλά μαζί.

Μια μέρα του είπε η μαμά:

— Την αγαπάς πολύ τη Μάρθα;

Κι ο Σβεν τέντωσε το κάτω αχείλι κι απάντησε:

— Δεν ξέρεις πως η Μάρθα είναι αρρεβωνιαστικιά μου;

— Μα αυτό δε μου το είπες, απάντησε σοβαρά η μαμά.

— Πρέπει όμως να το ξέρης· θα παντρευτούμε, είπε ο Σβεν.

— Πότε θα παντρευτήτε; ρώτησε η μαμά.

— Άμα μεγαλώσουμε, απάντησε ο Σβεν.

Ο Σβεν είταν ευχαριστημένος που είχε αρραβωνιαστικιά κ' είτανε τωραιότερο θέαμα, που μπορεί να φανταστή κανείς, όταν τα δυο παιδιά πιασμένα χέρι χέρι περνούσαν την αυλή κι ο ήλιος έπαιζε στα σγουρά μαλλιά τους, ή όταν ο Σβεν έσερνε τη Μάρθα στο μικρό της καροτσάκι και γύριζε πίσω αδιάκοπα να τη βλέπη.

Κάποτε όμως μαλλώνανε και τότε ο Σβεν κατέβαζε τα μούτρα κ' ερχότανε κ' έλεγε της μαμάς πως η Μάρθα είναι κακή.

Κ' η μαμά του απαντούσε:

— Ναι, μα αφού θα την παντρευτής, πρέπει να τα ξαναφτιάσης μαζί της.

— Δε θα την παντρευτώ, έλεγε ο Σβεν.

Ωστόσο ξαναφιλιώνανε, τα συμβιβάζανε, φιλιόντανε και παίζανε καλήτερα από πριν.

Εννοείται πως η μαμά αγαπούσε την αρρεβωνιαστικιά του Σβεν τουλάχιστο όσο κι αυτός κι όταν ερχότανε κ' ήθελε να πάρη το Σβεν κι ο Σβεν δεν ήθελε ναφήση τη Μάρθα, τότε η μαμά έπαιρνε και τους δυο αρρεβωνιασμένους από το χέρι κ' έπαιζε μαζί τους και γινότανε η εμπιστεμένη τους. Ναι, φοβούμαι πως μιλούσε μαζί τους γι' αγάπη και για γάμο, γιατί γνώριζε τη γλώσσα τους, όσο κανένας άλλος κ' ίσως ακόμα με τη δύναμη, που είχε η φαντασία της, είχε αρχίσει να αιστάνεται πως είναι πεθερά.

Δεν ωφελούσε τίποτες ανίσως δοκίμαζε κανείς να πάρη την αγάπη του Σβεν από την αστεία όψη της. Ο Ούλοφ γελούσε εννοείται με το μικρό αδερφό και προσπαθούσε να τον πείση πως ένας αληθινός άντρας δε σκοτίζεται πολύ με τα κορίτσια. Κι ο Σβάντε, που στο σημείο αυτό είχε λιγότερο καθαρή τη συνείδηση, ήθελε να πειράζη το μικρό αδερφό λέγοντάς του πως είναι μικρός ακόμα.

Ο Σβεν στενοχωρεμένος έτρεχε στη μαμά. Κ' η μαμά του έλεγε πως δεν έπρεπε να τον μέλη τι λέγανε τα μεγάλα αδέρφια και πως δεν είναι καθόλου κωμικό ναγαπά τη Μάρθα, αδιάφορα αν είναι μικρός ή μεγάλος.

Έτσι ησύχαζε ο Σβεν και δεν άφινε να θολώνεται περσότερο η ευτυχία του. Είτανε τόσο σοβαρός μέσα στη χαρά του, ώστε δεν εννοούσε πώς είτανε δυνατό ναστειεύεται κανείς για ένα τέτοιο πράμα και γι' αυτό δεν το κρατούσε μυστικό. Όταν κανείς μεγάλος τονέ ρωτούσε, αν είναι αλήθεια πως έχει αρρεβωνιαστικιά, ο Σβεν απαντούσε «ναι» απερίφραστα κ' έτρεχε αμέσως κ' έπαιζε μαζί της, σα να ήθελε να ρωτήση μ' αυτό τον κόσμο, αν δεν είναι αλήθεια ωραία και χαριτωμένη, σα μια πραγματική αρρεβωνιαστικιά.

Ναι, γενικά ο τρόπος του Σβεν είτανε τέτοιος, ώστε πάψανε ναστειεύουνται μαζί του· κι αυτά ταδέρφια ακόμα τον αφήσανε πια ήσυχο.

Μια μέρα όμως δεν ξέρω πως κατέβηκε του Ούλοφ να του πη πως έχει μακριά μαλλιά σαν κορίτσι. Αυτό το είχε ακούσει ο Σβεν και πριν, μα δεν τον έννοιασε.

Τώρα όμως ο μεγάλος αδερφός πρόστεσε:

— Μα δεν πηγαίνει πια, αφού έχεις αρρεβωνιαστικιά.

Κι αυτό έκαμε βαθειά εντύπωση του Σβεν.

Από την ημέρα αυτή δεν έπαψε να τυραννή τη μαμά για τα μαλλιά του.

— Θέλω να έχω τα μαλλιά σαν τάλλα αγόρια, έλεγε.

Δεν ωφέλησε πως η μαμά τον παρακάλεσε να μην τονέ νοιάζη τι λέγανε τα μεγάλα αδέρφια. Δεν ωφέλησε ακόμα πως τον παρακάλεσε ναφήση τα μαλλιά του για χάρη της μαμάς, που ταγαπούσε τόσο. Ο Σβεν επίμενε πως πρέπει να τα κόψουν.

— Δε θέλω να φαίνουμαι σαν κορίτσι, έλεγε.

Η μαμά λυπότανε και με την ιδέα μόνο πως μπορούσε κανείς ναγγίξη τα ωραία μαλλιά.

— Δεν μπορώ να φανταστώ το παιδί χωρίς τα σγουρά μαλλιά του, έλεγε.

Τον έπαιρνε στην αγκαλιά της, του ψιθύριζε, του μιλούσε, τον ικέτευε. Μα ο Σβεν δεν μπορούσε να πειστή. Παρακαλούσε τόσο κ' είτανε τόσο συγκινητικός, που τέλος κατώρθωσε να του γίνη το θέλημα.

Ήρθε μέσα στην κάμαρά μου με το κόκκινο καπελάκι του, με το άσπρο φόρεμα κυματιστό γύρω στις μικρές γαμπίτσες.

— Πάω στην πόλη να κόψω τα μαλλιά, φώναξε.

Είτανε γεμάτος ζήλο κ' ευχαρίστηση κι όταν κάθησε στο τραίνο, φλυαρούσε ακατάπαυτα και γύρισε κ' είπε ενός άγνωστου ηλικιωμένου κυρίου, που δεν τον είδε ποτέ στη ζωή του, πως πηγαίνει στην πόλη να του κόψουν τα μακριά μαλλιά.

Ο ξένος κύριος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα, έρριξε στο παιδί ένα ξεχασμένο αδιάφορο βλέμμα και ξακολούθησε να διαβάζη.

Ο Σβεν νόμισε πως ο κύριος δεν άκουσε και ξαναείπε για να του εξηγήση:

— Θα κόψω τα μαλλιά μου για να μη φαίνουμαι σαν κορίτσι.

Μα ο ξένος κύριος κρύφτηκε πίσω από την εφημερίδα του και ψιθύρισε κάτι, που έκανε τη μαμά να πη του αγαπημένου της να σωπάση.

Έπειτα έμεινε άφωνος ο Σβεν σ' όλον το δρόμο και καθότανε όλως διόλου ακίνητος, σα να στοχαζότανε κάτι. Φαινότανε τόσο ανόρεχτος, ώστε η μαμά τον πήρε στην αγκαλιά της και τονέ χάδεψε και θύμωσε με τον ηλικιωμένον κύριο, που δεν ένοιωσε πως ο μικρός καθόταν εκεί λυπημένος γιατί ο κόσμος δε νιαζότανε πως ένα μικρό παιδάκι είναι χαρούμενο.

Ο Σβεν δε μιλούσε άμα βγήκε στο δρόμο· έπειτα όμως είπε ψιθυριστά, σα να είχε φόβο μην τον ακούση κανείς:

— Αυτός δεν είτανε βέβαια ευγενής κύριος.

— Ναι, μα βλέπεις, δεν τονέ γνωρίζεις, Σβεν, του είπε η μαμά.

— Μπορούσε όμως να είναι ευγενής, είπε ο Σβεν.

— Μα τα παιδιά δεν πρέπει να μιλούνε στους ξένους, του παρατήρησε η μαμά.

— Νόμιζα πως θα χαιρότανε νακούση πως δε θα φαίνουμαι πια σαν κορίτσι.

Άμοιρο παιδάκι! συλλογίστηκε η μαμά, και θύμωσε πάλι μέσα της, όταν στοχάστηκε όλους τους σκυθρωπούς ανθρώπους, που σβήνουν τη χαρά των παιδιών. Άμοιρο παιδί! Ποια θα είναι μια μέρα η τύχη σου στον κόσμο;

Και για να παρηγορήση σωστά το Σβεν και να ξαναφέρη τη χαρά του, είπε:

— Είτανε κακός, πολύ κακός κύριος· αλήθεια.

Τότε άστραψε πάλι από χαρά ο Σβεν κ' η λύπη του σβήστηκε, γιατί μπορούσε να πιστεύη πως μόνο κακοί άνθρωποι κάνουνε τέτοιο πράμα. Του κόψανε τα μαλλιά κ' η μαμά τον πήγε στο ζαχαροπλαστείο. Του έδωσε γλυκίσματα κι ο Σβεν είταν υπερευχαριστημένος γιατί νόμιζε πως όλοι οι άνθρωποι εκεί ξέρανε πως πρώτη φορά έκοψε τα μαλλιά του. Έπειτα γύρισε με τη μαμά στο σπίτι κι όταν φτάσανε στην αυλή, άφησε το χέρι της κ' έτρεξε όσο μπορούσε γλήγορα μέσα στον μπαμπά.

Στάθηκε μπρος στο τραπέζι, έβγαλε τα καπέλο του και λησμόνησε πως δεν έπρεπε να ενοχλή τον μπαμπά όταν εργάζεται. Στάθηκε άφωνος με το καπέλο στο χέρι κι όλο το σώμα του είτανε σε κίνηση από την περιέργεια νακούση τι θα έλεγε ο μπαμπάς. Ναι, τα μάτια του μεγαλώσανε τόσο, που φαινότανε σα να μην είταν όλος άλλο τίποτε από μάτια.

Ο μπαμπάς κοίταζε και κοίταζε και μάντευε πως θα είχε γίνει κάτι περίεργο. Τέλος ένοιωσε και τότε έπρεπε να σηκώση το μικρόν ψηλά και να τον ξαναβάλη κάτω.

— Τώρα έγινε ο Σβεν σωστό αγόρι, είπε ο μπαμπάς.

Και με το πιστοποιητικό αυτό του αρρενωπού του έτρεξε ο Σβεν να τονέ δούνε τα μεγάλα αδέρφια και να τον τονέ θαυμάση η Μάρθα.

7

Το καλοκαίρι, που άρχισε σε μια τόσο γελαστή τοποθεσία, έπρεπε να συνεχιστή στα δυτικά ακρογιάλια κι ο λόγος είτανε πως με τραβούσε κει μια επιθυμία δυνατότερη παρότι μπορώ να την περιγράψω.

Αδύνατο να πω πως ήρθε μέσα μου ο παράλογος αυτός πόθος. Ίσως να είταν αφορμή πως πέρασα ένα καλοκαίρι εκεί όταν είμουνα παιδί κ' είναι βέβαια αρκετά αβέβαιο τι μέρος παίζουν αυτές οι έστω παροδικές δυνατές εντύπωσες της παιδικής ηλικίας στη μόρφωση των αιστημάτων, που επηρεάζουν την κατοπινή ζωή μας.

Και μέ μου φαίνεται παράξενο πως η ανάμνηση των μερών αυτών κρατήθηκε τόσο ζωηρή περσότερο από τριάντα χρόνια. Είμουνα δηλαδή τότε μόλις έξι χρονών κ' οι θύμησες της ηλικίας αυτής σβήνουνε πάντα έξω από κείνες, που δένουνται με το σπίτι, όπου ζήσαμε χρόνια ολάκερα. Όλον τον καιρό έπειτα έβλεπα μπροστά μου τη θάλασσα, έτσι όπως την είχα δει τότε. Την είχα δει με τεράστια κύματα μεγαλωμένα από την παιδική φαντασία ως το αφάνταστο. Είχα δει τα φύκια, τις μέδουσες και τα θαλασσινά αστεράκια, ολάκερη την πλούσια ζωή του βυθού στους ρηχούς κόρφους και κοντά στους σταχτιούς σκοπέλους. Είχα δει βράχους γυμνούς να υψώνουνται απάνω από το κύμα, που έσπαζε στα πόδια τους, κ' αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου η παράξενη θύμηση μιας μεγάλης τρικυμίας, που χτυπούσε με σωρούς άμμο το ευαίσθητο παιδικό πρόσωπό μου.

Είναι παράξενο πώς κρατεί κανείς τόσον καιρό μια τέτοια θύμηση κι ακόμα πιο παράξενο πώς μπορεί αυτή κ' ενεργεί με τόση δύναμη μες την ψυχή μας. Μια τέτοια θύμηση είναι γεμάτη νοσταλγική μελαγχολία, που μοιάζει με τόνειρο της κόρης, που περιμένει τον ιππότη ναρθή μια μέρα και να σκύψη να της ψιθυρίση ταξίματα υπερβολικής ευτυχίας. Η μελαγχολία αυτή μοιάζει με το αίστημα του νέου, που ακούει στις φλέβες του τα μηνύματα θριάμβων που προσμένει. Ναι, μοιάζει ίσως περσότερο με την ήσυχη πίστη για το μέλλον, που ζει στην ψυχή αντρών, που μέσα τους δεν πεθαίνει ποτέ όλως διόλου ο νέος. Ζούσε και στη δική μου ψυχή σα νοσταλγία και περάσανε δεκάδες χρόνια όσο να μπορέσω νακούσω το μήνυμά της.

Όταν όμως ύστερ' από πολλά χρόνια μπορούσα να γνωρίζω πια πως μου είτανε δυνατό ναπολάψω ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, τότε είταν η γυναίκα μου που μ' έκανε να φοβούμαι πως όλη η χαρά μου θα έλιωνε σ' έναν καπνό. Η γυναίκα μου δεν είχε δει ποτέ τα δυτικά ακρογιάλια κ' ήξερα πως είχε ένα είδος αντιπάθεια για όλο το ταξίδι κ' είπε το ναι μονάχα γιατί ένοιωσε πως η παραμικρότερη αντίσταση θα με λυπούσε. Το γνώριζα αυτό, γιατί μια μέρα είπε: «Δεν μπορώ να φανταστώ ένα καλοκαίρι, που δε βλέπει κανείς δέντρα».

Κ' ένοιωσα καλά πως με τα λόγια αυτά που της ξεφύγανε, πρόδωσε μιαν αντιπάθεια για όλο το ταξίδι αυτό, μιαν αντιπάθεια που είτανε ριζωμένη τόσο βαθιά ώστε να φοβάται κ' η ίδια πως δε θα μπορούσε να τη νικήση. Αφού όμως είδε πως την παρατήρησα, έκαμε το καθετί για να εξαλείψη αυτά τα λόγια από τη θύμησή μου. Μα δεν το κατώρθωσε κι άρχισα να αιστάνουμαι μια στενοχώρια όταν στοχαζόμουνα τη θάλασσα, που την ποθούσα τόσο.

Όλο αυτό το πράμα δεν είτανε για με ούτε τόσο ασήμαντο ούτε τόσο μωρό, όσο φαίνεται ίσως. Κανένας δεν μπορεί να αιστανθή πραγματική χαρά όταν σμίγουνε μ' αυτή παραφωνίες κ' η χειρότερη παραφωνία, που μπορούσα να φανταστώ, είτανε πως η γυναίκα μου δε μοιραζότανε τη χαρά μου. Είμουνα συνηθισμένος να μη μένω ποτέ μόνος ούτε στη χαρά ούτε στη θλίψη και γινόμουνα έξω φρενών όταν έβλεπα τώρα πως έμενα μόνος με τον πόθο μου.

