# Το βιβλίο του μικρού αδερφού Μυθιστόρημα ενός Γάμου

## Part 11

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33561/index.md

Κ' η ανάμνηση πως το κατώρθωσα κι ωστόσο δεν το κατώρθωσα μ' ερέθιζε και μ' ανησυχούσε μαζί.

Μου ήρθε στο νου εκεί που μια από αυτές τις μέρες καθόμουνα και κρατούσα το χέρι της γυναίκας μου και κείνη ακκουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο μου.

— Να είμαι τόσο μακριά από σένα! είπε ένα βράδι. Να είμαι τόσο μακριά! Είμουνα γιατί νόμιζα πως ήθελες να μ' εμποδίσης να πάω να βρω το Σβεν.

— Τώρα δεν τα θέλεις πια; είπα.

— Όχι, όχι, απάντησε. Τώρα θέλω να μείνω μαζί σου. Μου ήρθαν όμως εκείνον τον καιρό τόσο άσχημες και μωρές ιδέες.

Η φωνή της έγινε όπως ενός παιδιού, που έκαμε κάτι κακό, και μ' έκαμε να γελάσω όταν την άκουσα.

— Όχι, μη γελάς, ξακολούθησε. Γιατί είναι αλήθεια πως πίστευα πως δε με νοιώθεις και το είπα μάλιστα. Μπορείς να με συχωρέσης;

Μιλούσε τόσο σοβαρά, που με συγκίνησε. Και για να μην την ερεθίσω περσότερο, προσπάθησα να της απαντήσω μ' έναν τόνο όσο το δυνατά φαιδρότερο:

— Αυτό είναι το μόνο κρίμα, που έχεις στη συνείδησή σου;

— Όχι, όχι, είπε· απέναντι σου όμως δε γνωρίζω άλλο.

Και ξακολούθησε, ενώ με πλησίασε περσότερο:

— Μα αυτό είναι το χειρότερο, που μπορούσα να πω και να στοχαστώ. Γιατί γνωρίζω πως κανένας άλλος έξω από σένα δε μ' ένοιωσε. Κανένας απ' όλους μ' όσους μίλησα όταν αιστανόμουνα τον εαυτό μου τόσο έρημο και δυστυχισμένο και πίστευα πως θα συντριφτούν όλα μέσα μου.

Εκεί που λέει αυτά ανατριχιάζει και βάζει τα χέρι της στο μέτωπο.

— Τώρα πέρασαν αυτά, λέει. Κι όλα είναι τόσο ήσυχα και καθαρά. Μα τώρα πρέπει να μάθης και κάτι άλλο ακόμα.

Κάθησε και με κοίταξε μ' ένα βλέμμα τόσο φωτεινό και βαθύ, σα να ήθελε να με κάμη να δω το βάθος της ψυχής της.

— Πρέπει να μάθης ποιο είταν το χειρότερο απ' όλα, είπε. Όταν γύριζα εδώ μέσα και συλλογιζόμουνα πως θα πέθαινα και θα πήγαινα κοντά στο Σβεν και το συλλογιζόμουν αυτό έτσι, ώστε να νομίζω πως μου έφευγες και συ κι όλα μου φεύγανε κ' η γις έμενε άδεια κ' έρημη — είχα τόσον τρόμο, τόσο φοβερόν τρόμο. Γιατί πίστευα πως θαρχόμουνα στην ανάγκη να το κάμω μόνη μου. Αυτό είτανε το χειρότερο απ' όλα. Μα τώρα ξέρω πως δε θα χρειαστή να το κάμω ποτέ. Μου το έταξε ο θεός.

— Νομίζεις ωστόσο πως θα μου φύγης γλήγορα; είπα.

Ανατρίχιασα με τα λόγια μου κ' αιστάνθηκα πως λίγο έλειψε να μην μπορέσω να τα προφέρω.

— Αυτό δεν το ξέρω, είπε και ξανακκούμπησε το κεφάλι απάνω μου. Ξέρω μόνο πως δε θα το κάμω ποτέ μόνη.

Σώπασε και δε βρήκα και γω λόγο να της απαντήσω. Την κοίταξα. Είτανε πάλι απαράλλαχτη όπως τα ευτυχισμένα χρόνια μας. Μου φάνηκε σαν αβρότερη και νιότερη κ' η γαλήνη, που είχε απλωθεί στη θέση της προτητερινής της ζωηρής ανησυχίας, έδινε σε κάθε κίνημά της μια κάποια στοργή γεμάτη εμπιστοσύνη, που μου προξενούσε ευτυχία μαζί και πόνο.

Όταν πήγε να κοιμηθή και μπήκα να την καλονυχτίσω, με κοίταξε με το ίδιο φωτεινό και βαθύ βλέμμα, όπως και προτήτερα:

— Πρέπει ακόμα να λησμονήσης που σου είπα πως μου πήρες την πίστη μου, είπε. Γιατί δε μου την πήρες. Εγώ μόνο το φαντάστηκα. Ω, φαντάστηκα πολλά. Ζούσα μέσα σε μια φαντασία.

Το πρόσωπό της πήρε θλιβερή έκφραση κ' έφερε το χέρι στο μέτωπο για να τη διώξη.

— Δε σου την πήρα βέβαια, της απάντησα. Είναι αλήθεια. Έπρεπε όμως να είχα νοιώσει πως εκείνο που πίστευες σου είτανε πολύτιμο. Τόσο πολύτιμο, που δεν έπρεπε να σε κάμω ποτέ να νομίσης πως είτανε δυνατό να θέλω να σε φέρω σ' άλλους στοχασμούς.

Όλο το πρόσωπό της έλαμψε σα να φωτίστηκε από φέγγος εσωτερικό και μ' αδύνατη, κουρασμένη χαρούμενη φωνή μ' αγκάλιασε και με καλονύχτισε.

Έσβησα το φως κοντά στο κρεβάτι της κ' έφυγα σιγά από την κάμαρα. Η καρδιά μου είτανε γεμάτη ευγνωμοσύνη για όλα όσα είπε. Είτανε σα να μου έδωσε ένα θησαυρό να τον φυλάξω στην ανάμνηση.

Την ίδια στιγμή που συλλογίστηκα αυτό, είδα καθαρά πως άρχισα κιόλα να τη γυρεύω στην ανάμνηση. «Θα τη χάσω», συλλογίστηκα. Και με ξάφνισμα παρατήρησα πως τώρα μπορούσα να κάνω τη σκέψη χωρίς πίκρα, μόνο γιατί τώρα την αιστανόμουνα τόσο κοντά μου, όπως ποτέ άλλη φορά. «Δε θα πεθάνη», συλλογίστηκα έπειτα από μια στιγμή. «Θα ζήση». Και παρατήρησα την αντιλογία στη σειρά των στοχασμών μου.

Κάθησα στην κάμαρά μου και προσπαθούσα να διαβάσω. Μα είμουνα πολύ συγκινημένος, πολύ ευτυχισμένος για τον παράξενο πλούτο, που μου έλαχε. Κι άξαφνα θυμήθηκα το καλοκαίρι που είμαστε στα δυτικά ακρογιάλια κ' είδα τη γυναίκα μου τη στιγμή, που είχε στρήψει σε με το πρόσωπό της από το παράθυρο όπου έστεκε και μ' έκαμε να αιστανθώ πως κ' οι δυο είχαμε ενωθεί στην ίδια αγάπη προς την ατέλειωτη θάλασσα, που δε γνωρίζει σύνορα. Υπήρχε κάποια ομοιότητα μεταξύ εκείνου που αιστάνθηκα τότε και κείνου που με γέμιζε τώρα μ' ευτυχία κ' ελπίδα, και την ίδια στιγμή μου ήρθε στο νου πόσα χρόνια έθρεφα τον πόθο της θάλασσας.

Σαν δράμα παρουσιάστηκε μπροστά μου μια ανάμνηση, που την είχα λησμονημένη πολύν καιρό. Ένα παιδί στέκει σ' έναν ψηλό βράχο και κοιτάζει πέρα τη θάλασσα. Ο βράχος είναι απότομος και κάτω αγριοβογγούν αφρισμένα τα κύματα. Το παιδί ξεκούμπωσε το φόρεμά του. Το κρατεί τεντωμένο μετά δυο του χέρια, ώστε να είναι σαν παννί πλοίου. Του φαίνεται θεϊκή χαρά να αιστάνεται πως αντιστέκεται στην τρικυμία, που φοβερίζει να το γκρεμίση από το βράχο στη θάλασσα. Απάνω στη χαρά του αυτή το ξαφνίζει μια φωνή, που κράζει τόνομά του μέσα στον άνεμο. Δυο χέρια δυνατότερα από τα δικά του το αγκαλιάζουνε και το παίρνουνε με τη βια από την επικίντυνη θέση κι από το θέαμα της θάλασσας.

Το παιδί είμαι γω ο ίδιος και χαμογελώ μελαγχολικά με την ανάμνηση, ενώ περνούν οι νυχτερινές ώρες χωρίς να το νοιώθω και κάθουμαι μόνος και κοιτάζω σε κείνο, που μέλλει να γίνη. Τώρα το έχω φτάσει εκείνο που πιθυμούσε το παιδί, μα η τρικυμία μ' έχει φέρει μακρήτερα από ό,τι ήθελα. Τώρα ήθελα ή να ησυχάζανε τα στοιχεία ή κάποιος δυνατότερός μου να μ' έβγαζε από τον κίντυνο, που δεν πίστευα ποτέ πως θα τονέ φοβόμουνα.

Μα ταυτόχρονα γνωρίζω πως αυτό δε θα γίνη ποτέ. Και μ' ένα αίστημα ντροπής και φρίκης συλλογίζουμαι τον πόνο της γυναίκας μου, που είναι μεγαλήτερος από το δικό μου.

12

Λίγες μέρες ύστερα μου τηλεφωνήσανε από το σπίτι πως ήρθανε ξαφνικά της γυναίκας μου δυνατοί σπασμοί. Το πράμα είτανε σοβαρό και με παρακαλέσανε να γυρίσω γλήγορα στο σπίτι.

Την ίδια μέρα είχα αποχαιρετήσει το πρωί την Έλσα, πρι να φύγω για την εργασία μου. Είτανε πρωτομαγιά και μιλήσαμε πως μπορούσαμε να την κάμουμε να περάση ευχάριστα για τα παιδιά, όπως το συνηθίζαμε προτήτερα. Στην αρχή μου είταν αδύνατο να φανταστώ πως είταν αληθινό ό,τι έμαθα.

Όσο να έρθη η ώρα, που θάφευγε το τραίνο, πήγα κι αγόρασα λίγα φρούτα κι άλλα πράματα, που χρειαζόντανε για τη χαρούμενη μέρα. Φυσικά θα είναι περαστικό το πράμα, έλεγα με τον εαυτό μου εκεί που καθόμουνα στο βαγόνι με τα πακέτα μου. Και για να περάσω γληγορότερα την ώρα, άνοιξα τις εφημερίδες μου και θέλησα να διαβάσω. Στην αρχή το κατώρθωσα, γιατί προσπάθησα να πάρω το πράμα όσο το δυνατό ησυχότερα, ώστε να μη με κυριέψη η αγωνία, τουλάχιστο όσο είμουνα στα τραίνο. Μα όσο περσότερο πλησίαζα στο σπίτι, τόσο περσότερο αιστανόμουνα πως μόνο η ανησυχία μου είταν αφορμή σε ό,τι έκανα. Οι στοχασμοί μου δε θέλανε νακολουθήσουνε τα μάτια, που γλυστρούσανε μηχανικά στις στήλες της εφημερίδας, και γλήγορα παρατήρησα πως τα μάτια ζητούσαν άταχτα τα δρόμο τους από τη μια στην άλλη στήλη. Δίπλωσα την εφημερίδα και σαν κεραυνός με τράνταξε η σκέψη: «Πηγαίνεις σπίτι σου να βρης εκείνο που φοβήθηκες. Δεν μπορείς ναρνηθής πως το φοβήθηκες πάντα. Ποτέ δεν πίστεψες πως θα ζήση, Ήθελες μόνο να γελάσης τον εαυτό σου. Τώρα σήμανε η ώρα και δεν την ξεφεύγεις».

Μια γαλήνη αφύσικη με κυρίεψε. Ίσως να είταν αφορμή πως τώρα είχα τη βεβαιότητα πως ο αγώνας είτανε στο τέλος του. «Θε μου, να πεθάνη!» μουρμούρισα· «να πέθαινε χωρίς πόνους τουλάχιστο!» Κι απορούσα πάντα πως μπορούσα να είμαι τόσο ήσυχος. Κοίταξα γύρω μου, άμα σταμάτησε τα τραίνο. Νόμισα πως θαρχότανε κάποιος να με περιμένη, μα δεν είτανε κανείς εκεί. «Τότε θα ζη ακόμα», συλλογίστηκα με την ίδια παράξενη ησυχία. Και μια στιγμή κατόπι συλλογίστηκα: «Ίσως ίσια ίσια αυτό να είναι σημάδι πως τελειώσανε όλα. Θα στοχαστήκανε πως δεν πρέπει να ταραχτώ εδώ μπροστά σε ξένα μάτια». Μα και μ' αυτή τη σκέψη φύλαξα την ίδια παράξενη απάθεια. Άρχισα να βαδίζω αργά προς το σπίτι κι ανέβηκα με δυσκολία το λόφο. Νόμιζα πως τη βλέπω ακόμα στο παράθυρο, όπως την είδα όταν πρωτοσηκώθηκε από την αρρώστεια της. Απάνω από το μαύρο φόρεμα, που φορούσε πάντα τώρα, είχε ριγμένο ένα ανοιχτόχρωμο επανωφόρι και το παράθυρο είταν ανοιχτό. Έσκυβε κάτω κ' ένευε ανυπόμονη γιατί δεν την παρατήρησα αμέσως κ' έτρεμε από συγκίνηση για τη χαρά, που θα ένοιωθα βλέποντάς την πως σηκώθηκε και πως μπορούσε να περπατή μόνη. Η ανάμνηση αυτή με κλόνισε και κοίταξα μηχανικά απάνω προς το παράθυρο, αν κ' ήξερα καλά πως δε θα έστεκε κει κανείς να με περιμένη.

Τότε μου ήρθε η σκέψη: Περσότερο από ενάμιση χρόνο τώρα την περιμένεις να πεθάνη και την έχεις κλάψει, σα να είτανε νεκρή. Τώρα δεν μπορείς πια να αιστάνεσαι τίποτε. Ο πόνος έχει λιώσει μόνος του, έσβησε μέσα στην ίδια του τη φλόγα κ' έμεινε μόνο η στάχτη».

Έπειτα από λίγο είμουνα στην κρεβατοκάμαρα κ' είδα πως η γυναίκα μου είταν αναίσθητη. Ακροάστηκα την αναπνοή της, έπιασα το χέρι της και δοκίμασα να της μιλήσω. Ένοιωσα πως όλα είτανε μάταια και κατέβηκα να μιλήσω ο ίδιος με το γιατρό στο τηλέφωνο, όχι γιατί πίστευα πως είταν αναγκαίο, μα γιατί νόμιζα πως έπρεπε να το κάμω. Ο γιατρός υποσχέθηκε πως θα έρθη και γω ανέβηκα πάλι τη σκάλα, όπου άκουσα από την ανοιχτή πόρτα της κάμαρας την αναπνοή της γυναίκας μου, που φαινότανε πως αυτή μόνη κυριαρχούσε στο σιωπηλό σπίτι.

Εκεί είδα τον Ούλοφ, που έστεκε άφωνος στη σκάλα και φαινότανε πως ακροαζόταν. Άγγιξα με το χέρι τον ώμο του και συλλογίστηκα να περάσω χωρίς να σταματήσω. Μα το παιδί με κράτησε:

— Γιατί ρουχαλίζει έτσι η μαμά; είπε.

Κοκκίνησε, σα να είπε κάτι που δεν έπρεπε, και δοκίμασε να γελάση χωρίς να το κατωρθώση.

— Έτσι ακούγεται η πνοή του ανθρώπου όταν πεθαίνη, είπα.

Το παιδί δεν έβαλε τα κλάματα. Κούνησε μόνο το κεφάλι και κοίταξε αλλού.

— Το περίμενε όπως και γω, συλλογίστηκα.

Και την ίδια στιγμή είδα πόσο μικρός και πόσο μεγάλος είταν ο Ούλοφ.

Μου φάνηκε σα να ξέσπασε κάτι μέσα μου. «Εδώ έχεις μπροστά σου το χειρότερο απ' όλα», στοχάστηκα, «εκείνο που δεν το συλλογίστηκες ακόμα. Τα παιδιά, τα παιδιά!» Κι άφησα τη νοσοκόμα μόνη με την άρρωστη και κατέβηκα κάτω με τα παιδιά να φάμε και να μιλήσω μαζί τους για ό,τι έμελλε να γίνη.

Πώς μιλούσαμε με τα παιδιά την ημέρα αυτή και τις ακόλουθες! Πώς χαμηλώναμε τη φωνή μας από φόβο μην ταράξουμε κείνη, που στην ακοή της δεν μπορούσε να φτάση ήχος πια! Τα παιδιά μου φαινόντανε μεμιάς σα δυο συνομίληκοί μου, που τα αιστανόντανε και τα εννοούσαν όλα. Δεν το βρίσκανε διόλου παράξενο πως η μαμά θα πήγαινε να βρη το Σβεν. Δεν τα πείραξε διόλου η ιδέα πως η μαμά έφευγε γιατί δεν ήθελε να ζήση. Δεν τανησυχούσε καμιά θεωρία. Δεν κρίνανε. Δε δοκιμάζανε να ξηγήσουν εκείνο που είτανε μονάχα απλό και μέγα. Ξέρανε μόνο πως η μαμά ήθελε να πεθάνη και να τα παραιτήση, αυτό γινότανε μόνο γιατί είταν άρρωστη κι αδύνατη και γιατί δεν μπορούσε να ζήση. Αν τους έλεγε κανείς πως μ' αυτό η μαμά τους έδειχνε πως ταγαπούσε κείνα λιγότερο, θα γελούσανε ή θα θυμώνανε.

Τώρα μιλούσαμε για διάφορα πράματα, που δεν τάκουγα. Και κει που μιλούσαμε, άρχισε να μου έρχεται ο πόνος, έτσι σαν από το μάκρος. Ήξερα πως θα έφτανε τέλος, πως θα έφτανε με ανακούφιση. Μα δεν μπορούσε ακόμα να νικήση τη γαλήνη, που με κυρίεψε και που τη φύλαξα ακόμα κι όταν βγήκε ο γιατρός από την κάμαρα της άρρωστης και μου είπε όλα εκείνα, που τα γνώριζα πια.

Πριν όμως έρθη ο γιατρός, δυνατές κραυγές με κάμανε νανεβώ στην κρεβατοκάμαρα. Όταν μπήκα μέσα, είδα τη γυναίκα μου να τρέμη από σπασμούς, που φαινόντανε πως αρχίζανε από το πρόσωπο κι απλώνονταν αποκεί σε τρόπο που να της τραντάζουν όλο το κορμί. Δεν μπορούσαμε να κάμουμε τίποτε. Κι απ' ώρα σ' ώρα ξαναρχόντανε οι φοβερές προσβολές.

Ο γιατρός τις ησύχασε μ' ενέσεις κ' η προτητερινή γαλήνη ξαναήρθε, όχι όμως κ' η αίσθηση. Η αναισθησία κράτησε σχεδόν δυο μέρες. Ακατάπαυτα, για πολλή ώρα κι αφού πάψανε οι σπασμοί, μου φαινότανε πως έβλεπα το πρόσωπό της παραμορφωμένο και το σώμα της να τρέμη τόσο φοβερά. Και θυμήθηκα τις τελευταίες στιγμές του Σβεν. Ήξερα πως είχα τότε δει την ίδια εικόνα και θυμήθηκα τα λόγια της: «Σαν πεθάνω, θα πεθάνω όπως ο Σβεν». θυμήθηκα πως είχα γελάσει μέσα μου όταν άκουσα τα λόγια αυτά· τα πήρα σαν έκφραση της μεγάλης της νευρικότητας. Τώρα που αληθεύανε, δεν μπορούσα να τα βγάλω από το νου μου. Πούθε το ήξερε; Ή πώς μπορούσε να το λέη με τόση βεβαιότητα, αν δεν ήξερε τίποτε; Είτανε μια απλή σύμπτωση; Και μπορεί να λέη κανένας σύμπτωση ό,τι δεν μπορεί να εξηγήση;

Καθόμουνα ώρες κοντά στο κρεβάτι της γυναίκας μας κ' έβγαινα μονάχα έξω για να παίρνω αέρα ή να ησυχάζω. Καθόμουνα με τα παιδιά κοντά στην άρρωστη και ψιθυρίζαμε αναμεταξύ μας, μιλούσαμε λόγια, που δε θα ξαναέρθουνε ποτέ και που κανείς μας δεν μπορεί να τα θυμηθή πια. Κοιμόμουνα ντυμένος στο κρεβάτι κοντά στην Έλσα, που δε θα ξυπνούσε ποτέ πια, και καθόμουνα κι αγρυπνούσα μόνος για να ησυχάζη η νοσοκόμα και για να μπορώ να κρατήσω την ανάμνηση από τις λίγες ώρες, που δεν είτανε κανένας άλλος από τους δυο μας μέσα στην κάμαρα του θανάτου.

Λένε πως οι ετοιμοθάνατοι, πριν αφήσουνε την τελευταία πνοή, βλέπουνε να περνά μπροστά τους η ζωή τους ολάκερη και πως όλα όσα ζήσανε τα ξαναβλέπουνε με νέο φως. Απομέρος μου γνωρίζω πως την τελευταία νύχτα, όταν ξημέρωσε τόσο αργά και τα παιδιά κουρασμένα πια πήγανε να ησυχάσουν, είδα όπως δεν την είδα ποτέ προτήτερα και τη δική μου ζωή κι όλα όσα ζήσαμε μαζί εκείνη και γω. Κ' είδα πως από όλα όσα μου είπε, είχα φυλάξει στο νου μου εκείνα που έπρεπε να λησμονήσω κ' είχα λησμονήσει ίσια ίσια εκείνα, που έπρεπε να μου είχανε τυπωθεί στη μνήμη περσότερο απ' όλα. Είχα φυλάξει ό,τι ταίριαζε με τους πόθους μου και λησμόνησα όλα όσα είταν ενάντια σ' αυτούς. Ενώ φανταζόμουνα λοιπόν πως όλα τα έκανα χάρη της, δεν έκανα παρά μόνον ότι, μου φαινότανε καλό για τη δική μου ευτυχία. Όλα όσα έζησα σμίγανε συγκεντρωμένα στη σκέψη αυτή σα σε μοναδικό σημείο.

Γιατί με είχε οδηγήσει εκείνη μέσα στην κοιλάδα του θανάτου. Αυτό το είδα τώρα, που ο θαμπός αέρας άρχισε να φωτίζεται όξω κ' η ρόδινη γραμμή της αυγής σημαδευότανε πέρα στην άκρη τουρανού. Δεν είχα στρέψει ποτέ θεληματικά το βλέμμα στην κοιλάδα αυτή, απεναντίας προσπάθησα πάντα να μακρύνω από κείνη και να λησμονήσω πως υπάρχει κάτι τέτοιο. Κι όπως καθόμουν εδώ, μου φαινότανε πως γνώριζα τόσα λίγα από τον κόσμο, όσα γνώριζα κι όταν πρωτοξύπνησα στη ζωή του κόσμου αυτού του γεμάτου αντίθεσες κ' έκανα τα πρώτα βήματα ξαφνισμένος για ό,τι απαντούσα εκεί. Πάντα ένοιωσα μέσα μου κάτι σαν ξάφνισμα, πάντα είχα το αίστημα πως όλα όσα ζούσα είτανε μόνο κατά το μισό πραγματικότητα, πάντα η τάση μου είταν από κείνο που υπήρχε προς εκείνο που έμελλε να έρθη, προς το άγνωστο. Πάντα ονειρεύτηκα την ευτυχία μου κ' η ευτυχία δε μου παρουσιάστηκε ποτέ μ' άλλη μορφή από την οικογενειακή. Την ευτυχία αυτή την απόχτησα, την απόχτησα όπως την αποχτά ένας μόνο μες τους χίλιους, μα ο θάνατος, που δεν ήθελα να τονέ στοχαστώ ποτέ, ήρθε και κρύφτηκε αόρατος πίσω μου. Μου πήρε το μικρό μου αγόρι με ταγγελικά μάτια και τα χρυσά μαλλιά. Κι όταν πέθανε αυτό, έσκυψε κείνος αποπάνω μου περσότερο από πριν, άπλωσε τα μελανά φτερά του απάνω από το σπίτι μου και δεν έφυγε πριν αρπάξει από με και τους δικούς μου εκείνη που μας είταν πιο ακριβή απ' όλα στη ζωή, γιατί μας είταν πιο ακριβή από τη ζωή την ίδια.

Σηκώθηκα και κοίταξα όξω. Ακροάστηκα την αναπνοή της και δεν μπορούσα να πιστέψω πως είταν ξαπλωμένη εδώ κ' έμελλε να πεθάνη. Έσκυψα κ' έβρεξα με νερό τη γλώσσα και τα χείλη της και κοίταξα το πρόσωπό της όσο που θολώσανε τα μάτια μου και δεν έβλεπα τίποτε πια! Ωστόσο πίστευα πως είμαι κοντά της κι αν της έμενε μια ανάμνηση, που — άφταστη σε μένα, χωρισμένη απ' όλα όσα ονομάζουμε θνητή ύπαρξη — γυρνούσε γύρω στην ίδια της ζωή, ήξερα πως είμουνα και γω εκεί μέσα. Είμουνα μαζί εκεί μέσα, όπως δε θα έβλεπα ποτέ μόνος μου τον εαυτό μου κι όπως δε θα μπορούσε να με δη κανένας άλλος από αυτή.

Κ' ενώ οι στοχασμοί μου γυρίζανε σε όλα όσα ζήσαμε μαζί, λησμόνησα τον εαυτό μου κ' έβλεπα μόνο αυτή. Νέα κι αφοσιωμένη μου είχε ρθει, μα σε όλη την ευτυχία, που έλαμπε γύρω της κ' έκανε αλαφρό το πάτημά της, είτανε μια μελαγχολία, που είτανε τόσο μεγαλήτερη όσο σώπαινε τόσον καιρό. Νόμιζα πως θυμόμουνα τώρα πως από νωρίς ακόμα η ύπαρξή της όλη στεκότανε σ' ένα επίπεδο διαφορετικό από το επίπεδο των άλλων. Είχε πλαστεί να γίνη ευτυχισμένη κ' έπειτα να πεθάνη κ' ήρθε η μέρα, που είτανε σκληράδα να ήθελε κανείς να τη βιάση να ζήση. Δεν μπορούσε να λυπηθή λίγον καιρό κ' έπειτα να λησμονήση. Μπορούσε μόνο να λυπάται και να πεθάνη. Και γω έπρεπε να γνωρίζω πως έλεγε πάντα την αλήθεια και την έλεγε περσότερο τότε όταν τα λόγια της μου φαινόντανε παράξενα κι απίθανα. Ακόμα αληθινότερη είταν όμως όταν έπνιγε τα λόγια στα χείλη της και με παρακαλούσε να την αφήσω να πεθάνη.

Γιατί δεν την άφησα; Γιατί προσπάθησα να τη βιάσω να κάμη κατιτί ενάντιο από τη θέλησή της και πέρα από τη δύναμή της; Δεν είχα νοιώσει πως δυο χρόνια ολάκερα τέντωνε φοβερά τη δύναμή της για να πηγαίνη περαδώθε μέσα στο σπίτι μου, να χαμογελά μαζί με μας, που θέλαμε να χαμογελούμε, και να παίζη μαζί με μας που θέλαμε να παίζουμε;

Πώς μπορούσα να είμαι τόσο σκληρός και πώς μπορεί κανένας να είναι τόσο σκληρός μόνο και μόνο γιατί δεν μπορεί να δη καθαρά;

Και τα ρωτήματα αυτά σμίγανε στο τέλος συγκεντρωμένα σ' ένα νέο: Πώς μπορούσε να μ' αγαπά αυτή, αφού τη βασάνισα τόσο δίχως να το θέλω;

Μπορούσε να μ' αγαπά γιατί — σα να μου είτανε δυνατό νακολουθώ τους στοχασμούς της, που είτανε χωρισμένοι από τους δικούς μου — μου φαινότανε πως τη βασάνισα χωρίς τη θέλησή μου και μου φαινότανε πως το αιστανότανε κι αυτή, αν και προτήτερα δεν ήθελα να το πιστέψω πως το αιστάνεται. Μα στο ρώτημα αυτό δεν έμελλε να μου δοθή απάντηση. Δε θα ξυπνούσε κείνη πια από την αναιστησία και μ' απελπισμένη καρδιά έπρεπε να γυρίσω μια μέρα στη νέα ζωή, που με πρόσμενε χωρίς εκείνη.

Έτσι ζητούσα να μαντέψω τη σειρά των στοχασμών της, ενώ εκείνη βυθιζότανε ολοένα βαθήτερα στην εξουσία του θανάτου. Είτανε σα να είχα παραδώσει τον εαυτό μου και τη ζωή μου στο θάνατο και σα να λογαριαζόμαστε κ' οι δυο μαζί, αυτή και γω, με τον κόσμο. Όλα έξω μου και μέσα μου γίνανε τόσο θεόρατα ψηλά και μεγάλα, ώστε μου φαινότανε πως δεν μπορούσα να φτάσω τίποτε. Δεν είτανε καμιά παρηγοριά σ' αυτά παρά μόνο ένας απελπισμένος αποχαιρετισμός. Μα προχωρούσαν οι ώρες κ' ήρθε πια η στιγμή της ακατανίκητης κόπωσης, όταν κλείνουνε τα μάτια και τα χέρια δένουνται σε μια μόνη προσευχή: Πώς να τελειώνανε όλα.

Τότε έπαψε ξαφνικά η κανονική αναπνοή της γυναίκας μου κ' αιστάνθηκα πετρωμένη την καρδιά μου. Νόμισα πως έρχεται τώρα ο θάνατος κ' έτρεξα έξω να ξυπνήσω τα παιδιά. Ήρθανε μέσα υπνωμένα ακόμα και σοβαρά και καθήσανε κοντά στο κρεβάτι. Και τη στιγμή αυτή θυμήθηκα εκείνο, που μου είχε πει κάποτε:

— Όταν θα πεθαίνω, δε θέλω να είναι κοντά μου κανένας άλλος από σε και τα παιδιά. Είμαι δική σας μονάχα.

Έτσι καθόμαστε τώρα και μεις κ' ενώ δεν μπορούσαμε να νοιώσουμε τι σημασία είχε που η αναπνοή της έγινε αλαφρότερη και περιμέναμε το τέλος, παρατηρήσαμε πως τα μάτια της κάμανε νανοίξουνε κ' είδαμε πως γύρισε προς το μέρος, όπου είτανε κρεμασμένη στον τοίχο η εικόνα του Σβεν, και την ακούσαμε να πη:

— Νέννε.

Σιγαλά κι αδύνατα πρόφερε την μικρή λέξη, ωστόσο μίλησε. Σπασμωδικά έπιασε ο ένας το χέρι του αλλουνού και τα δάκρυά μας τρέξανε όχι από πόνο, μα από χαρά που ξανακούσαμε τη φωνή της.

Από τη στιγμή αυτή ήξερε πως καθόμαστε κει. Από τη στιγμή αυτή κάθε μορφασμός, κάθε κίνηση είταν κ' ένας αποχαιρετισμός. Όταν άκουγε τη φωνή μας, άνοιγε τα βλέφαρα σαν το Σβεν μια φορά, και μπορέσαμε κ' είδαμε πως μας γνώριζε κ' αιστανότανε τα χάδια μας.

Είπε ακόμα μια φορά τόνομα του Σβεν, σα να ήθελε να πη πως τον βλέπει, πως πηγαίνει σ' αυτόν. Μα έπειτα σωριάστηκε. Και μεις καθόμαστε κει χωρίς πνοή, περιμένοντας αχόρταστα ένα σημάδι πως δε μας άφησε ακόμα, πως δε μας έφυγε ακόμα.

Τότε άνοιξε το αριστερό της μάτι, σαν το Σβεν μια φορά, και το βλέμμα της γύρεψε το δικό μου. Έσκυψα απάνω της κ' είδα πως πολεμούσε να μιλήση. Μα δεν το μπόρεσε και με μιαν έκφραση μεγάλου πόνου έπεσε πάλι στην αναισθησία, που είναι προμήνυμα του θανάτου. Πολλές φορές ξαναδοκίμασε να μιλήση και κάθε φορά φαινότανε στο πρόσωπό της αυτή η έκφραση της απελπισμένης αδυναμίας και κάθε φορά μας ξέσκιζε την καρδιά περσότερο. Έμοιαζε σα να μην είτανε πια δική μας, μα φαινότανε σα να είχε κάτι που ήθελε να μας το πη πριν χωριστή από μας, σα να μην μπορούσε να πεθάνη χωρίς να μας το πη. Είτανε φοβερό να βλέπουμε τον αγώνα της κι ακόμα φοβερότερο να χάσουμε ίσως τα τελευταία λόγια της. Ξαναέσκυψα απάνω της κι απελπισμένος της ψιθύρισα στο αυτί μια παράκληση. Τότε άνοιξε το μάτι της και με κοίταξε κ' εννόησα πως μ' άκουσε. Με μιαν απαντοχή, σα να κρεμότανε όλη η μελλόμενη ζωή μου από τα λόγια της, πλησίασα το αυτί μου απάνω στο στόμα της.

Εκεί άκουσα τη φωνή της. Ερχότανε από τόσο μάκρος, όπως δεν άκουσα ποτέ φωνή. Είτανε τόσο αδύνατη, που μόλις μπορούσα να την ξεχωρίσω. Δεν είταν αυτή πια, είτανε το πνεύμα της που μιλούσε. Όμως άκουσα καθαρά τα λόγια και κανείς άλλος από μένα δεν μπόρεσε να τακούση:

— Σας . . . αγαπώ . . . τόσο . . . πολύ.

Φαίνεται πως θα φώναξα από τον πόνο. Γιατί αιστάνθηκα πως μ' αγκαλιάσανε χέρια και με βαστάξανε. Κ' η κραυγή που μου ξέφυγε, έφτασε και την ετοιμοθάνατη. Γιατί από τη γυναίκα μου βγήκε ένας αχός πόνου, που έλεγε πως μ' άκουσε, χωρίς όμως να μπορέση να βάλη το άψυχο χέρι της απάνω στο κεφάλι μου. Εκείνον τον αχό μπορώ και τον ακούω κι αυτή την ώρα ακόμα.

Για να μπορέση να προφέρη τα λόγια που πρόφερε, πάλεψε ώρες εκεί. Κι όταν τα πρόφερε, ξαναέπεσε στην ησυχία. Ειρήνη βασίλεψε στην όψη της. Δεν ήθελε πια τίποτε, δεν πιθυμούσε τίποτε. Έκλεισε το λογαριασμό της με τον κόσμο, αφού είπε, πριν πεθάνη, πόσο πολύ αγαπούσε τα παιδιά και μέ.

Ύστερα από λίγες ώρες έκλεισε τα μάτια της. Τα έκλεισε δίχως αγωνία ήρεμα κ' ήσυχα έτσι όπως σβήνει ένα κερί.

Έζησε την ξεχωριστή ζωή της και πέθανε τον ξεχωριστό της θάνατο.

Είτανε τόσο αδύνατη, ώστε δεν πάλεψε με το θάνατο. Είχε παλέψει πριν αρκετά με τη ζωή.

Είταν όμως αρκετά δυνατή ώστε να μας χαρίση πρι να φύγη ένα λόγο, που μπορούσαμε να τον θυμούμαστε και να ζούμε μ' αυτόν. Η αγάπη της είτανε δυνατότερη από το θάνατο.

Ας είναι ευλογημένη.

13.

Άνοιξα το γράμμα, που βρήκα απάνω απάνω στο κομό των παιδιάτικων χρόνων μου, εκεί μέσα στο άδυτο του Σβεν. Και διάβασα τα παρακάτω:

«Είπα πολλές φορές πως θα πεθάνω, μια φορά όμως θα γίνη. Εκείνος, που θα βρη πρώτος το χαρτί αυτό, πρέπει να το δείξη σε κείνον ή σε κείνους, που θα φροντίσουνε για την ταφή μου. Ω θεέ μου, τώρα που γράφω αυτή τη λέξη — ας είμουνα κοντά στο θάνατο, όπως η λέξη στο χαρτί. Ήθελα, ναι, να ζήσω για χάρη των αγαπημένων, που κάνουνε για μένα ό,τι δεν κάνει άνθρωπος για τον άλλον άνθρωπο, ήθελα να ζήσω και το προσπαθώ όσο μπορώ. Μα αν δεν το κατορθώσω — κ' έτσι αιστάνουμαι, δε θα το κατορθώσω — τότε ήθελα να μου φορέσουν το λευκό μου φόρεμα. Στο κάτω κάτω συρτάρι του κομού είναι όλα τασπρόρρουχα που φορούσε ο Σβεν, ο άγγελός μου. Δόστε μου τα όλα. Βάλτε στην κάσα μου όλα όσα χωρούν από τα πράματά του. Μπορώ να είμαι ξαπλωμένη απάνω και στα σκληρά παιγνιδάκια του ακόμα.

Και μια τελευταία επιθυμιά. Αν πεθάνω στο σπίτι, φροντίστε, αν είναι δυνατό, να με βάλετε στην κάσα μέσα στην κάμαρα του Σβεν.

Ευχαριστώ για όλα, όλα. Είμουνα όμως ένας δυστυχισμένος άνθρωπος και δεν μπορούσα να ζήσω μ' όλην την αγάπη και τη στοργή.

Η Έλσα σας.»

Κ' έτσι της φορέσαμε το λευκό φόρεμα, που δεν το είχε ξαναφορέσει από τον καιρό που έπαψε να χαίρεται για καθετίς που είτανε γήινο. Όλα γίνανε όπως τα πιθυμούσε και το στερνό κρεβάτι της στρώθηκε μέσα στην μικρή κάμαρα του Σβεν. Εκεί είτανε ξαπλωμένη με ταπαλά, μαύρα μαλλιά λυμένα απάνω στο λευκό φόρεμα και γύρω της είταν όλα τανοιξιάτικα άνθη. Πίσω της είτανε στημένη κοντά στο μικρό παράθυρο μια ολοπόρφυρη αζαλέα και στο κρεβάτι της χυμένη μια βροχή από κίτρινα ρόδα.

Φαινότανε σα να κοιμότανε και το πρόσωπό της είχε ξανανιώσει με το θάνατο.

