# Ο Βίος του Χριστού

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Η απάντησις αύτη, η τόσον θείως φυσική και τόσον υπερόχως ευγενής, φέρει εν εαυτή την βεβαίαν σφραγίδα της αυθεντίας. Η ελαφρά οργή και έκπληξις του παιδός, διότι τόσον ολίγον το ηννόησαν οι γονείς του, και η ευγενής εκείνη αξιοπρέπεια η συνδυαζομένη με τόσον μεγάλην ταπεινοφροσύνην, δεν είνε δυνατόν να έχουν εφευρεθή, να είνε αποκυήματα της φαντασίας του Ευαγγελιστού. Και εκτός τούτου η θαυμαστή απάντησις είνε σύμφωνος προς πάσαν άλλην ρήσίν του, και προς εκείνην την θαυμασίαν αποστροφήν του προς τον πειρασμόν: «Ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι Θεού», και προς την ήρεμον απάντησίν του εις τους μαθητάς αυτού παρά το φρέαρ της Σαμάρειας: «Εμόν βρωμά εστιν, ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον». Η Μαρία είπεν αυτώ «ο πατήρ σου», αλλά διά της απαντήσεώς του δεν αναγνωρίζει άλλον πατέρα εκτός του ουρανίου. Διά της ερωτήσεως «ουκ ήδειτε;» υπενθυμίζει λεπτώς εις τους γονείς του παν ό,τι εγνώριζον εν σχέσει προς την εκ Θεού καταγωγήν του, και διά του «δει είναι με» καθορίζει ευκρινώς τον άγιον νόμον της αυτοθυσίας, όστις ήγαγεν αυτόν εις τον επί του σταυρού θάνατον.

«Και αυτοί ου συνήκαν το ρήμα ό ελάλησεν αυτοίς». Ακόμη και αυτός ο γέρων, όστις είχε προστατεύσει το βρέφος, ακόμη και αυτή η μήτηρ η εγκλείουσα εν τη καρδία της το σεπτόν μυστικόν της γεννήσεώς του, δεν ηννόησαν τελείως την βαθείαν έννοιαν των ηρέμων εκείνων λόγων. Ήσαν οι πρώτοι λόγοι του Χριστού, οι αναφερόμενοι υπό του Ευαγγελίου, και ήσαν λόγοι πενθίμως και αλλοκότως προφητικοί ολοκλήρου της ζωής του: «Εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι' αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω. Εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον».

Και εν τούτοις μολονότι η συναίσθησις της θείας καταγωγής του ήτο σαφής εις το πνεύμά του, αν και μία ακτίς του κρυπτομένου ακόμη μεγαλείου του είχεν εξαστράψει αιφνιδίως, ευπειθής όμως και απλοϊκός και ταπεινός «κατέβη μετ' αυτών και ήλθεν εις Ναζαρέτ· και ην υποτασσόμενος αυτοίς».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'. Η Οικογενειακή ζωή εν Ναζαρέτ

Ο «τέκτων». — Η αξιοπρέπεια της πενίας. — Η αξιοπρέπεια της εργασίας. — Ο κοινός κλήρος. — Η σύνεσις καλλιτέρα της γνώσεως. — Πρωτοτυπία. — Η γλώσσα την οποίαν ωμίλει ο Ιησούς. — Τα βιβλία του Θεού. — Ο Ιησούς κατ' οίκον. — Έργον και παράδειγμα των ετών εκείνων. — «Οι αδελφοί του Κυρίου».

Εάν διά τα δώδεκα πρώτα έτη του επί γης βίου του Ιησού έχομεν το μόνον τούτο ανέκδοτον, όπερ μας απησχόλησεν εις το προηγούμενον κεφάλαιον, διά τα επόμενα δέκα οκτώ έτη ουδεμία διεσώθη πληροφορία, εκτός της περιλαμβανομένης εις μίαν μόνον λέξιν.

Η λέξις αύτη απαντά εν τω κατά Μάρκον Ευαγγελίω, 6, 3: «Ουχ ούτος εστιν, ο τ έ κ τ ω ν;»

Πρέπει αληθώς να είμεθα ευχαριστημένοι, διότι η λέξις περιεσώθη, καθόσον η σημασία της είνε μεγίστη και η επίδρασις αυτής εις τας τύχας του ανθρωπίνου γένους υπήρξε βαθυτάτη, αγνή, σωτήριος. Συντελεί εις την παρηγορίαν των πτωχών και των ενδεών, εις τον εξαγιασμόν της πενίας· εξευγενίζει την εργασίαν· ανυψοί τον προορισμόν του ανθρώπου και τον μεγαλύνει προ των ομμάτων του Θεού.

Αποδεικνύει λόγου χάριν, ότι όχι μόνον κατά τρία έτη της διδασκαλίας του, αλλά και εις ολόκληρον την ζωήν του, ο Κύριος ημών ήτο πτωχός. Εις τας πόλεις οι τέκτονες ήσαν Έλληνες και επιτήδειοι εργάται· ο τέκτων ενός πτωχικού χωρίου, — και, αν η παράδοσις είνε αληθής, ο Ιωσήφ «δεν ήτο πολύ ικανός», — έχει ταπεινήν θέσιν και μόλις δύναται να εξοικονομή τα προς το ζην. Καθ' όλους τους αιώνας υπήρξε πάντοτε είς φλογερός πόθος προς πλουτισμόν· είς υπέρμετρος θαυμασμός προς τους κατέχοντας αυτόν· μία ακλόνητος πεποίθησις επί της επιδράσεως αυτού ως παραγωγού της ευτυχίας του βίου· και ύστερον από τοιαύτας πλάνας η ζωή του ανθρώπου παρεσύρθη εις ένα χείμαρρον μεριμνών, αντιζηλιών, ποταποτήτων. Και διά τούτο ο Ιησούς εξέλεξεν εκουσίως την «ταπεινήν θέσιν του πτωχού», όχι βεβαίως μίαν απορροφητικήν, ατιμάζουσαν, λιμοκτονούσαν ένδειαν, ήτις είνε πάντοτε σπανία και πάντοτε σχεδόν ευθεράπευτος, αλλά τον κοινότατον κλήρον της εντίμου πενίας, ήτις, καίτοι απαιτούσα αυταπάρνησιν, δύναται εν τούτοις να εξοικονομή ευκόλως όλας τας ανάγκας μιας λιτής και απλοϊκής ζωής. Η δυναστεία των Ιδουμαίων, ήτις είχεν αρπάσει τον θρόνον του Δαυίδ, ηδύνατο να αφίεται ελευθέρα εις τα όργια διευθαρμένου Ελληνισμού, και να επιδεικνύη την μεγαλοπρεπή χλιδήν παρακμάζοντος πολιτισμού· αλλ' ο ελθών όπως καταστή ο Φίλος και ο Σωτήρ, προσέτι δε, και ο Βασιλεύς όλων, καθιέρωσε τας αγνοτέρας, τας καλλιτέρας και απλουστέρας παραδόσεις του έθνους του, και εξέλεξε την κοινωνικήν εκείνην θέσιν, εις την οποίαν θα εξακολουθή πάντοτε ν' ανήκη η πλειονότης του ανθρωπίνου γένους.

Και πάλιν, επεκράτησεν ανέκαθεν εις τας αφωτίστους καρδίας μία σφοδρά επιθυμία προς αεργίαν μία τάσις εις το να θεωρήται αύτη ως δείγμα αριστοκρατικότητος· μία επιθυμία εις το να επαφίεται πάσα εργασία εις τους κατωτέρους και τους ασθενεστέρους και να εγκολάπτεται εις αυτήν το στίγμα της ταπεινώσεως και της περιφρονήσεως. Αλλ' ο Κύριος ημών ηθέλησε να δείξη ότι η έντιμος εργασία εξευγενίζει τον εργάτην· είνε το άλας της ζωής, είναι το δείγμα του ανθρωπισμού· σώζει το σώμα από την χαύνωσιν του εκφυλισμού και την ψυχήν από τας μιαράς σκέψεις. Και διά τούτο ο Χριστός ειργάζετο διά των ιδίων αυτού χειρών, κατασκευάζων «άροτρα και ζυγά» διά πάντα δεόμενον τούτων.

Από τον μονότοτον και ταπεινόν αυτόν βίον, τον άνευ επεισοδίων και άνευ περιπετειών ή άλλου τινός σφοδρού κλονισμού, διδασκόμεθα ότι η αληθής ημών ύπαρξις, το κατά Θεόν είναι, έγκειται εις τον εσωτερικόν και όχι εις τον εξωτερικόν βίον. Ο κόσμος μόλις δίδει σημασίαν εις την ζωήν άλλου τινός εκτός των ηρώων του και των ευεργετών του και των εμπνευσμένων διδασκάλων του ή των αγερώχων κατακτητών του. Ούτοι όμως είνε και θα είνε πάντοτε κατ' ανάγκην ολίγοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι πρέπει να θεωρούν τον βίον των ως μίαν σταγόνα εκ των μυριάδων, αίτινες πίπτουν εις έν έλος, ή εις έν βουνόν, ή εις μίαν έρημον, ως μίαν νιφάδα εκ των μυριάδων αίτινες πίπτουν και αναλύονται εντός αχανούς θαλάσσης· Αποθνήσκουν και λησμονούνται αμέσως· παρέρχονται ολίγα έτη και οι έρποντες λειχήνες εξαλείφουν τα γράμματα των ονομάτων των από το μνήμα του κοιμητηρίου· αλλά και ανεξάλειπτα αν ήσαν τα γράμματα ταύτα, ουδεμίαν ανάμνησιν θ' ανεκάλουν εις το πνεύμα εκείνων οίτινες θα ίσταντο παρά τον τάφον. Και αυτοί ακόμα οι κοινοί θνητοί ρέπουν εις το να νομίζουν ότι είνε σπουδαίοι· απ' εναντίας, ούτε αυτός ο μεγαλείτερος άνθρωπος είνε απολύτως αναγκαίος εις τον κόσμον, και μετά τινα χρόνον ο τάφος και τούτον θα καλύψη.

Επομένως ο κλήρος της μεγάλης πλειονότητος είναι μία σχετική ασημότης, και πολλοί άνθρωποι ηδύναντο εκ τούτου να καταλήξουν εις το συμπέρασμα, ότι αφού ο άνθρωπος πληροί τόσον μικρόν χώρον εν τω κόσμω και είναι ένα μέγα μηδέν απέναντι του σύμπαντος, το καλλίτερον είναι να τρώγη κανείς, να πίνη και ν' αποθνήσκη. Αλλ' ο Χριστός ήλθεν όπως μας πείση ότι το σ χ ε τ ι κ ώ ς ασήμαντον δύναται να είναι α π ο λ ύ τ ω ς σπουδαίον. Ήλθε να μας διδάξη ότι η ακαταπόνητος δραστηριότης, η υπέροχος δράσις, αι διακεκριμένοι υπηρεσίαι, αι λαμπραί επιτυχίαι δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της αληθούς κατά Θεόν ζωής, και ότι αι μυριάδες των λατρευτών του υψίστου ευρίσκονται μεταξύ των ασήμων και των ταπεινών. Μία ζωή ήρεμος και αφανής είναι πολλάκις ευτυχεστέρα, και δυνάμεθα ευκόλως να συμπεράνωμεν ότι τα έτη εκείνα της εργασίας τα διαρρεύσαντα εις την εν Ναζαρέτ οικίαν του τέκτονος, ήσαν πλήρη ευδαιμονίας εις τον βίον του Σωτήρος. Αργότερα ακόμη, κατά τα τελευταία έτη του βίου του, αι λέξεις του είναι λέξεις ανθρώπου όστις υπήρξεν ευδαίμων· είναι λέξεις αίτινες φαίνονται ρέουσαι από τον υπερεκχειλισμένον ποταμόν μιας ανεξαντλήτου ευτυχίας. Αλλά οπόση άρά γε να ήτο η ευδαιμονία αυτή κατά τα πρώτα έτη της ζωής του, όταν δεν είχον ταράξει την γαλήνην της ψυχής του εκείναι αι θύελλαι της δικαίας οργής, όταν δεν εφλέγετο ακόμη η καρδία του εξ αγανακτήσεως διά τας αμαρτίας και διά την υποκρισίαν του ανθρώπου.

Και μολονότι τα έτη ταύτα παρήλθον εις διαρκή εργασίαν, έχομεν ισχυράς αποδείξεις να πιστεύωμεν ότι δεν έμειναν εκμετάλλευτα και διανοητικώς. Ουδεμία σημασία δύναται ν' αποδοθή εις τας χυδαίας ιστορίας των Αποκρύφων Ευαγγελίων, είνε όμως πιθανόν ότι οι διδάσκαλοι της συναγωγής παρείχαν μικράν τινα θρησκευτικήν εκπαίδευσιν εις τους μικρούς Ναζαρηνούς. Εις τα σχολεία ταύτα, ο Χριστός, ο κατά πάντα όμοιος προς τους άλλους ανθρώπους, έμαθε τα πρώτα στοιχεία της ανθρωπίνης γνώσεως. Πιθανώτερόν όμως είνε, ότι ο Ιησούς εδιδάχθη κατ' οίκον τα πρώτα μαθήματα υπό του πατρός του, συμφώνως προς τους ορισμούς του νόμου (Ιδέ Δευτ· ΙΑ'. 19.) Εν πάση περιπτώσει ήκουε κατά την καθημερινήν προσευχήν εν τη Συναγωγή παν ό,τι οι πρεσβύτεροι ηδύναντο να τον διδάξουν περί των νόμων και των προφητών. Ότι δεν μετέβη εις Ιερουσαλήμ επί σκοπώ εκπαιδεύσεως και δεν εφοίτησεν εις τα σχολεία των Ραββίνων, αποδεικνύεται εκ της ερωτήσεως, της πλήρους οργής των φθονερών εχθρών του: «Πόθεν τούτω ταύτα; Πώς ούτος γράμματα οίδε μη μεμαθηκώς;» Διά των λέξεων τούτων διήκει το ραββινικόν πνεύμα της αυθάδους περιφρονήσεως προς πάντα «αμ-χα-αρέτς», ήτοι αγράμματον χωρικόν. Η στερεοτυπημένη διάνοια του έθνους, εθισθείσα, αν δύναμαι να μεταχειρισθώ τοιαύτην έκφρασιν, εις την μουμιοποιηθείσαν εκείνην θρησκείαν την νεκράν, την οποίαν είχε βαλσαμώσει ο Προφορικός Νόμος, ήτο ανίκανος να εκτιμήση την θείαν πρωτοτυπίαν μιας σοφίας εκπορευθείσης αμέσως εκ του Θεού. Οι Ραββίνοι δεν ηδύναντο να ίδουν πέραν της αποφθεγματικής πλάνης του υιού του Σειράχ, όστις έλεγε, ότι διά να είναι τις σοφός πρέπει να έχη καιρόν εις την διάθεσίν του να μάθη. Αν ο Ιησούς επροικίζετο με την τεχνικήν μόρφωσίν των, δεν θα ήτο τόσον ισχυρώς ωπλισμένος, όπως αντιμετωπίση και καταισχύνη την προπετή αποκλειστικότητα της στενής και περιωρισμένης σοφίας των.

Η μαρτυρία αυτή των εχθρών του μας χορηγεί την πειστικήν απόδειξιν, ότι η διδασκαλία του δεν ήτο, ως υποθέτουν πολλοί, απλούν εκλεκτικόν σύστημα ερανισθέν από διαφόρους διδασκάλους της εποχής του. Είνε βέβαιον, ότι ουδέποτε κατετάχθη μεταξύ των μαθητών των Γραμματέων εκείνων, οίτινες ανέλαβον να διδάσκουν τας παραδόσεις των πατέρων. Μολονότι τα σχολεία εις τας μεγάλας πόλεις είχον ιδρυθή προ ογδοήκοντα ετών υπό του Σίμωνος Βεν Σατάχ, εις την ταπεινήν όμως και περιφρονημένην Ναζαρέτ δεν ήτο δυνατόν να υπάρχουν τοιαύτα. Και από ποίους θα ηρανίζετο ο Ιησούς; Από τους Γυμνοσοφιστάς της Ανατολής ή τους Έλληνας φιλοσόφους; Ουδείς σήμερον τολμά να εκφράση τοιαύτην παράλογον εικασίαν. Από τους Φαρισαίους; Τα θεμέλια και αι αρχαί του συστήματός των και η γενική ιδέα της θρησκείας των αντέκειντο προς παν ό,τι Εκείνος απεκάλυψεν. Από τους Σαδδουκαίους; Η αμεριμνησία των η επικούρειος, ο επιπόλαιος ορθολογισμός των και η οκνηρία των, εκείνουν περισσότερον την απέχθειαν της χριστιανοσύνης παρά του αληθούς ιουδαϊσμού. Από τους αιρετικούς Ιουδαίους της εποχής των Μακκαβαίων; Ήσαν μία αποκλειστική, μία ασκητική, μία απομεμονωμένη κοινότης προς τα αποθαρρυντικά περί γάμου δόγματα, των οποίων και προς την αδράνειάν των ουδόλως συμπαθούν τα Ευαγγέλια, και τους οποίους ουδέποτε υπηνίχθη ο Κύριος ημών, εκτός εις τα χωρία εκείνα όπου κακίζει τους απέχοντας να χρισθώσιν εν καιρώ νηστείας και τους κρύπτοντας τον λύχνον υπό το μόδιον. Από τον Φίλωνα και τους Αλεξανδρινούς Ιουδαίους; Ο Φίλων ήτο πράγματι αγαθός ανήρ και μέγας φιλόσοφος και σύγχρονος του Χριστού· αλλά και αν το όνομά του ηκούσθη ποτέ, — όπερ λίαν αμφίβολον, — εις μέρος τόσον μακρυνόν όσον η Γαλιλαία, θα ήτο αδύνατον να εκλέξη ο Χριστός μεταξύ όλων των φιλοσοφιών του κόσμου ένα σύστημα τόσον ανόμοιον προς το ιδικόν του, όσον είνε η μυστική θεοσοφία και αι αλληγορικαί υπερβολαί και εκείνη η θάλασσα των αφηρημένων ιδεών, αίτινες απεκρυσταλλώθησαν εις τα συγγράμματά του. Από τον Ιλλήλ και Σαμμαΐ; Ελάχιστα περί αυτών γνωρίζομεν· αλλά καίτοι έν ή δύο χωρία των Ευαγγελίων υπαινίσσονται τας έριδας και τας διχογνωμίας, αίτινες εσπάρασσον τας σχολάς των, καθώς και μερικά από τα καλλίτερα σχετικώς αξιώματά των, οι τοιούτοι υπαινιγμοί ουδέν άλλο αποδεικνύουσιν ή ότι το πνεύμα του Θεού λαλεί την κοινήν αλήθειαν εις πάντας τους ανθρώπους· εξ άλλου το σύστημα των δύο τούτων διδασκάλων ήτο η προφορική παράδοσις, το σύνολον των ανοήτων και νεκρών εκείνων λευιτικών τελετών, τας οποίας τοσάκις κατήγγειλεν και επολέμησεν ο Ιησούς. Τα σχολεία εις τα οποία εξεπαιδεύθη ο Ιησούς δεν ήσαν τα σχολεία των Γραμματέων, αλλά το σχολείον της σεμνής ευπειθείας της γλυκείας αυταρκείας, της αναλλοιώτου απλότητος, της αγνότητος της ακηλιδώτου, της προθύμου και ευχαρίστου εργασίας. Η πηγή από την οποίαν ήντλησε τας γνώσεις του δεν ήτο η σοφία του ραββινισμού, εις την οποίαν διά να εύρωμεν μίαν σκέψιν δικαιοσύνης ή μίαν σκέψιν ευσεβείας πρέπει να παραπλανηθώμεν εντός λαβυρίνθων παιδικών φαντασιοπληξιών ή καββαλιστικών ανοησιών, αλλά τα Βιβλία του Θεού τα εξωτερικά, η Γραφή, η Φύσις και η Ζωή, και τα Βιβλία του Θεού τα εσωτερικά, τα γραμμένα επί των σαρκικών πινάκων της καρδίας.

Η εκπαίδευσις ενός εβραιόπαιδος κατωτέρας τάξεως ήτο σχεδόν αποκλειστικώς γραφική και ηθική· και οι γονείς του ήσαν κατά κανόνα οι διδάσκαλοι του. Και δεν υπάρχουν λόγοι ν' αμφιβάλλωμεν, ότι ο Ιησούς εδιδάχθη από τον Ιωσήφ και από την Μαρίαν ν' αναγινώσκη το Σεμά και το Χαλλήλ και τα απλούστατα μέρη των ιερών εκείνων βιβλίων, επί των σελίδων των οποίων η θεία σοφία του έμελλε κατόπιν να χύση τόσα κύματα φωτός.

Αλλ' έτυχε προφανώς μεγαλειτέρας εκπαιδεύσεως.

Η τέχνη του γράφειν δεν είναι κοινώς γνωστή ούτε σήμερον εν Ανατολή· πολλοί όμως υπαινιγμοί όσον αφορά το σχήμα των αλφαβητικών γραμμάτων (Ματθ. 5, 18) και η φράσις του Ιωάννου (8, 6) ότι ο Ιησούς έκυπτε και έγραφεν εις το έδαφος διά του δακτύλου τας αμαρτίας εκάστου, αποδεικνύουν ότι ο Κύριος ημών ήξευρε να γράφη. Ότι όχι μόνον είχε μελετήσει εμβριθώς τας αγίας Γραφάς, αλλά και τας εγνώριζε λεπτομερώς από στήθους, αποδεικνύεται εκ των περικοπών τας οποίας συχνάκις ανέφερεν εις τους λόγους του και εκ των πολυαρίθμων παραπομπών του εις τον Νόμον, καθώς και εις τους προφήτας Ησαΐαν, Ιερεμίαν, Δανιήλ Ιωήλ, Ωσηέ, Μιχαίαν, Ζαχαρίαν, Μαλαχίαν, και υπέρ πάντα άλλον εις το Βιβλίον των Ψαλμών. Είνε πιθανόν, αν και όχι βέβαιον, ότι εγνώριζεν όλα τα μη κανονικά βιβλία των Εβραίων. Η βαθεία αύτη γνώσις των Γραφών δίδει μεγαλειτέραν σημασίαν εις την πλήρη θυμού ερώτησιν, την τοσάκις επαναλαμβανομένην. «Ουκ ανέγνωτε;» Η γλώσσα την οποίαν ο Κύριος ημών ωμίλει κοινώς ήτο η Αραμαϊκή. Την εποχήν εκείνην η εβραϊκή ήτο εντελώς νεκρά γλώσσα, γνωστή μόνον εις τους πεπαιδευμένους, εκμανθανομένη διά πολλού κόπου. Εν τούτοις είναι φανερόν ότι ο Ιησούς την εγνώριζε, καθόσον μερικά ρητά από τας Γραφάς ελήφθησαν παρ' αυτού απ' ευθείας εκ του εβραϊκού πρωτοτύπου. Ήξευρεν ωσαύτως κατά πάσαν πιθανότητα και την ελληνικήν, καθόσον ωμιλείτο ευχερώς εις πόλεις εγγυτάτας προς το χωρίον του, όπως η Τιβεριάς και η Καισαρεία. Ο Μελάαγρος, ο ποιητής της ελληνικής ανθολογίας, εν τω επιταφίω του εις εαυτόν, ισχυρίζεται ότι τα ελληνικά του θα εννοηθούν υπό των Συρίων και των Φοινίκων· ομιλεί ωσαύτως περί της γενεθλίου πόλεως του Γάδαρα, ήτις εκείτο εις μικράν από της Ναζαρέτ απόστασιν, ως αν ήτο είδος Αθηνών της Συρίας. Από των ημερών Αλεξάνδρου του Μεγάλου, ως εκ της στενής συναφείας των Ιουδαίων με τους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδας, η ελληνική επίδρασις δεν έπαυσε καθισταμένη αισθητή εν Παλαιστίνη. Η ελληνική γλώσσα ήτο, πράγματι κοινόν μέσον συνεννοήσεως, και άνευ αυτής ο Ιησούς δεν θα ηδύνατο να συνδιαλέγεται με τους ξένους, όπως λόγου χάριν με τον εκατόνταρχον ούτινος εθεράπευσε τον παίδα, ή με τον Πιλάτον, ή με τους Έλληνας, οίτινες επεθύμησαν να τον ίδουν κατά τας τελευταίας ημέρας του βίου του. Εκτός τούτου μερικαί περικοπαί εκ των Γραφών ελήφθησαν απ' ευθείας εκ της ελληνικής μεταφράσεως των εβδομήκοντα, και μάλιστα από μέρη τα οποία διαφέρουν του εβραϊκού πρωτοτύπου. Όσον αφορά την λατινικήν, είναι ελάχιστα πιθανόν ότι την εγνώριζεν, αν και ουχί απολύτως αδύνατον. Οι Ρωμαίοι ήσαν βεβαίως πολυάριθμοι την εποχήν εκείνην εν Ιουδαία, και η γλώσσα των εγράφετο κατά τον συνήθη τρόπον επί της προτομής των κυκλοφορούντων νομισμάτων. Αλλ' οσονδήποτε ευρέως και αν ήξευρε τας γλώσσας ταύτας, είναι φανερόν ότι επέδρασαν ολίγον ή μάλλον ότι ουδόλως επέδρασαν εις την ανάπτυξίν του ως ανθρώπου, και εις όλην την διδασκαλίαν του δεν ευρίσκομεν ούτε ένα υπαινιγμόν εις την φιλολογίαν, εις την φιλοσοφίαν ή την ιστορίαν της Ελλάδος και της Ρώμης.

Εν τούτοις όσα και αν εδιδάχθη το παιδίον Ιησούς εν τω οίκω της μητρός του ή εις το σχολείον της Συναγωγής είναι γνωστόν ότι ηρύσθη την αρτίαν μόρφωσίν του απ' ευθείας εκ της εξετάσεως των θελημάτων του Πατρός του. Η φωνή εκείνη του Θεού, ήτις ελάλησεν εις τον πατέρα του ανθρωπίνου Γένους υπό τους φοίνικας του Παραδείσου, συνεκοινώνει περισσότερον μετ' αυτού. Την ήκουεν εις πάντα ήχον της φύσεως, εις πάσαν ασχολίαν της ζωής του, εις πάσαν σκέψιν του και πάντα λογισμόν. Η ζωή του η επί της γης ήτο ωσάν μία επιγραφή, εις την οποίαν ενεγράφετο η λέξις Θεός. Γεγραμμένον εν τω μυχώ της συνειδήσεώς του, γεγραμμένον εις τας κοινοτέρας δοκιμασίας του, γεγραμμένον με ακτίνας ηλίου, γεγραμμένον με των άστρων το φως, ανεγίνωσκε παντού το όνομα του Πατρός του. Η ήρεμος και αδιατάρακτος απομόνωσις εις εκείνην την ευδαίμονα κοιλάδα, με τους χλοάζοντας αγρούς της και τας ωραίας σκηνογραφίας της, ήγεν εις μίαν ζωήν πνευματικής επικοινωνίας· και γνωρίζομεν πως εις παν γεγονός, και εις παν επεισόδιον της ζωής εν τω ταπεινώ εκείνω χωρίω — εις τας αθώας παιδιάς των μικρών Ναζαρηνών, εις τας αγοραπωλησίας τας τελουμένας εν τη μικρά αγορά, εις τα δροσερά, νάματα της προαιωνίου πηγής, εις το κάλλος των ορεινών κρίνων, εις τους κρωγμούς τους ακουομένους από τας φωλεάς των κοράκων, — ο Ιησούς εύρισκε τροφήν δι' ωραίας παρομοιώσεις και διά πνευματικάς σκέψεις.

Δεν πρέπει να λησμονώμεν το γεγονός, ότι κατά τα σιωπηλά, κατά τα αφανή εκείνα έτη του βίου του, επετέλεσε μέγα μέρος του έργου αυτού. Όχι μόνον «περιεζώνετο την ρομφαίαν του εις τον μηρόν», κατά την ρήσιν των ψαλμών, αλλά και την εχειρίζετο εις ένα αμείλικτον και ακατάπαυστον πόλεμον εναντίον του πειρασμού. Η αθόρυβος αυτή πάλη, καθ' ην δεν ακούεται των όπλων η κλαγγή, αλλ' εις την οποίαν οι αγωνιζόμενοι καθ' ημών είνε τόσον μάλλον τρομεροί, όσον είνε αφανείς, διεξήγετο καθ' όλην την μακράν περίοδον του πρώτου σταδίου της ζωής του. Κατά τα έτη εκείνα «ήρξατο ποιείν» πολύ προτού αρχίση «πράττων» (Πρ. Απ. 1, 1). Ήσαν έτη αναμαρτήτου παιδικής ηλικίας και αναμαρτήτου νεότητος και αναμαρτήτου ωριμότητος, καταναλωθέντα εν ταπεινοφροσύνη, εργασία, ασημότητι, ευπειθεία, αυταρκεία, προσευχαίς, — έτη μιας ζωής καθισταμένης αιώνιον παράδειγμα εις όλον το ανθρώπινον γένος. Δεν δυνάμεθα να τον μιμηθώμεν εις τας ενασχολήσεις της περιόδου της διδασκαλίας του, ουδέ δύναται να υπάρχη ομοιότης μεταξύ των περιστατικών του εξωτερικού βίου του καθ' όλην εκείνην την θριαμβευτικήν τριετίαν, και των περιστατικών της ιδικής μας ζωής. Η μεγάλη όμως πλειονότης των ανθρώπων προωρίσθη θεία βουλήσει εις ένα βίον κοινόν και αδιατάρακτον, όστις αναλογεί προς τα τριάκοντα έτη, άτινα διήλθεν ο Ιησούς εν αφανεία· και η καθ' όλην την τριακονταετίαν ταύτην ζωή του είνε δι' ημάς σωστικόν παράδειγμα περί του πώς πρέπει να ζώμεν. «Και σημειώσατε, — λέγει ο άγιος Ευτύχιος της Δυτικής Εκκλησίας, — ότι το γεγονός, ότι ουδέν έπραξε θαυμαστόν καθ' όλον τούτο το χριστιανικόν διάστημα, είνε αυτό καθ' εαυτό θαύμα. Και όπως υπήρχε δύναμις εις την δρασίν του, ούτω υπήρχε δύναμις και εις την σιωπήν του, την αδράνειάν του, την απομόνωσίν του. Ο Βασιλεύς ούτος του κόσμου, όστις έμελλε να διδάξη πάσαν αρετήν, και να μας διδάξη τον τρόπον του ζην, ήρχισε πρώτος να εφαρμόζη τας αρχάς του εναρέτου βίου, τον οποίον ήλθε να διδάξη, αλλά κατά θαυμαστόν, ανεξερεύνητον και έως τότε πρωτάκουστον τρόπον».

Η παρουσία του εις την ήρεμον εκείνην οικογενειακήν εστίαν επλήρου αυτήν ευδαιμονίας και μακαριότητος. Η ώρα της πάλης, η ώρα της ρομφαίας, η ώρα καθ' ην πολλοί εν Ισραήλ έμελλον ν' ανυψωθούν ή να πέσουν εξ αιτίας του, η ώρα ότε αι σκέψεις πολλών καρδιών έμελλον ν' αποκαλυφθούν, η ώρα κατά την οποίαν η βασιλεία των ουρανών επέπρωτο να υποστή την βίαν, δεν είχεν ακόμη σημάνει. Εις πάντα οικογενειακόν κύκλον η ευμενής επίδρασις μιας αγαπώσης ψυχής αρκεί, όπως εμφυσήση εις αυτόν άρρητον γαλήνην. Έχει θωπευτικήν και παρήγορον δύναμιν, όπως αι ακτίνες του ηλίου. Ουδέν κοινόν, ουδέν τυραννικόν, ουδέν ανήσυχον δύναται ν' αντιπαλαίση τελεσφόρως προς την ευεργετικήν γοητείαν της· ουδεμία παρατονία δύναται να διαταράξη την βασιλεύουσαν αρμονίαν. Αλλ' ο οίκος του Ιησού δεν ήτο εκ των κοινών οίκων. Με τον Ιωσήφ, όστις απετέλει το στήριγμα και τον οδηγόν αυτού, με την Μαρίαν, ήτις τον εξήγνιζε και τον καθήδυνε, με τον νεαρόν Ιησούν τον φωτίζοντα αυτόν διά του φωτός του ουρανού, ήτο εις εκείνην την οικογενειακήν εστίαν μία ζωή αληθούς ευσεβείας, αγγελικής αγνότητος, τελείας σχεδόν ειρήνης. Αι παραδόσεις των πρώτων Χριστιανικών χρόνων μας λέγουν, ότι ημέραν και νύκτα, όταν ο Ιησούς εκινείτο και όταν εκοιμάτο, η φωτεινή νεφέλη έλαμπε περί αυτόν. Και ούτω βεβαίως εγίνετο· αλλά το φως εκείνο δεν ήτο ορατόν· ήτο το κάλλος της αγιότητος· ήτο η ειρήνη του Θεού.

Εις το ενδέκατον κεφάλαιον της αποκρύφου ιστορίας του τέκτονος Ιωσήφ, ευρίσκομεν την πληροφορίαν, ότι ο Ιωσήφ είχεν άλλους τέσσαρας υιούς και πολλάς θυγατέρας εξ άλλης γυναικός, και ότι οι πρεσβύτεροι υιοί ο Δίκαιος και ο Συμεών, και αι θυγατέρες Εσθήρ και Θαμάρ, νυμφευθέντες εις κατάλληλον ώραν, απεχώρησαν του πατρικού οίκου, εγκατασταθέντες εις τον ίδιον. «Αλλ' ο Ιούδας και ο Ιάκωβος ο Νεώτερος, και η Παρθένος μήτηρ μου», εξακολουθεί ο ομιλών, όστις υποτίθεται ότι είναι αυτός ο Ιησούς, «παρέμειναν εις τον οίκον του Ιωσήφ. Εξηκολούθησα καγώ παραμένων μετ' εκείνων, ως αν ήμην είς εκ των υιών. Διήλθον αναμαρτήτως όλον μου τον βίον. Εκάλουν την Μαρίαν μητέρα και τον Ιωσήφ πατέρα, και υπήκουον εις παν ό,τι έλεγον και ουδέποτε αντέστην εις αυτούς, — αλλ' υπετασσόμην...και ουδέποτε ενέβαλον αυτούς εις οργήν, ουδέ ωμίλησα αυτοίς ποτε δριμέως· τουναντίον, έτρεφον άπειρον δι' αυτούς αγάπην, ως προς κόρην οφθαλμού».

