# Ο Βίος του Χριστού

## Part 32

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Πριν ή φθάσωσιν εις την Σουσανήν πύλην του Ναού, το πλήθος διεσκορπίσθη, και ο Ιησούς εισήλθεν. Ο Κύριος, «ον αυτοί εζήτουν», είχεν έλθη αιφνιδίως εις τον Ναόν Του, κομιστής της Διαθήκης, Μεγάλης Βουλής Άγγελος· αλλ' εκείνοι ούτε Τον ανεγνώρισαν ούτε ηυφράνθησαν επ' Αυτώ, καίτοι η πρώτη πραξίς Του υπήρξε το να καθαρίση και απολυμάνη τούτον, όπως προσφέρωσι τω Κυρίω θυσίαν αινέσεως. Καθώς περιέβλεψε και είδε τα εκεί, η καρδία Του και πάλιν σφόδρα ηγανάκτησε. Τρία έτη πρότερον, κατά το πρώτον Πάσχα Του, είχεν αποκαθάρει τον Ναόν, πλην φευ! εις μάτην. Και πάλιν αι τράπεζαι ήσαν πλήρεις από σωρούς νομισμάτων, και τα πρόστωα πλήρη βοών και προβάτων και περιστερών προς πώλησιν. Ναός ήτο αυτός ή αγορά, ή βουστάσιον, ή περιστερεών ή κολλυβιστήριον; Εις τον βεβηλωμένον εκείνον τόπον δεν ήθελε να διδάξη. Και πάλιν, μετά λύπης οργή μεμιγμένης, απήλασεν αυτούς εκείθεν, μηδενός τολμώντος ν' αντισταθή εις το φλέγοντα ζήλον Του. Το πυκνόν πλήθος των Εβραίων (ανερχόμενον, ως λέγεται, εις τριακοσίας μυριάδας) το οποίον επλήρου την Αγίαν Πόλιν κατά την εβδομάδα της εορτής, αναμφιβόλως κατέκτησε την Αυλήν των Εθνών, την προσκειμένην τω Ναώ, χείρονα και θορυβωδεστέραν σκηνήν κατ' εκείνην την ημέραν ή άλλοτέ ποτε, όσω μάλλον την ημέραν εκείνην, συμφώνως με τον Νόμον, ο Πασχάλιος αμνός, τον οποίον οι επισκέπται ήσαν υπόχρεοι ν' αγοράσωσι, εξελέγετο και ετίθετο κατά μέρος. Αλλ' επ' ουδενί λόγω θα επέτρεπεν Εκείνος ίνα ο οίκος του Πατρός Του μεταβληθή εις σπήλαιον ληστών.

Αφού εκαθαρίσθη ο Ναός, ήλθον πάσχοντες προς Αυτόν και τους εθεράπευσε. Ακροαταί των λόγων Του ανά εκατοντάδας συνέρρεον περί Αυτόν, εξίσταντο επί τη διδαχή Του, και εκρέμαντο από των χειλέων Του· «εκρέμαντο απ' αυτών καθώς η μέλισσα από του άνθους, το βρέφος από του μαζού, ο νεοσσός από το ράμφος της κλώσσης. Ο Χριστός έσυρε τον λαόν κατόπιν Του με την χρυσήν άλυσιν της ουρανίου ευγλωττίας Του·. Αυτοί οι παίδες του Ναού, εν τη αθώα αγαλλιάσει των, εξηκολούθουν να κράζουν τα χαρμόσυνα Ωσαννά μεθ' ων Τον είχον υποδεχθή. Οι Αρχιερείς και Γραμματείς και Φαρισαίοι και οι άρχοντες του λαού έβλεπον και ηπόρουν και εφρύαττον και εχάνοντο. Έβρυχον μόνους τους οδόντας εν αδυναμία, μηδέν τολμώντες να πράξωσι, λέγοντες προς αλλήλους ότι ουδέν να πράξωσιν ηδύναντο, διότι όλος ο κόσμος οπίσω Αυτού απήλθε, πλην ελπίζοντες ακόμη ότι η ώρα των θα ήρχετο, και η δύναμις του σκότους έμελλε να έλθη. Εάν απετόλμων να είπωσι μίαν λέξιν προς Αυτόν, ηναγκάζοντο να υποχωρώσι τεταπεινωμένοι και κατησχυμμένοι υπό των αταράχων απαντήσεών Του. Οργίλοι επέστησαν την προσοχήν Του εις τας κραυγάς των παίδων εν ταις αυλαίς του Ναού λέγοντες, «Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν;» Αλλ' ο Ιησούς απήντησεν: «Ουδέποτε, ανέγνωτε, Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτήσω αίνον;» Να ενθυμήθησαν τάχα, οι άνομοι, την συνέχειαν του στίχου, «ένεκα των εχθρών Σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν;»

Ούτω εν μεγάλη παρρησία, και εν μέσω των ματαίων αποπειρών των εχθρών εναντίον Του, διήλθον αι ώραι της ημέρας εκείνης. Αλλά και άλλο βαθύτατα ενδιαφέρον συμβεβηκώς επήλθε κατ' αυτήν. Έκπληκτοι εξ όσων ήκουον και έβλεπον, Έλληνές τινες (ίσως προσήλυτοι του Ιουδαΐσμού ελθόντες εις Ιερουσαλήμ διά την εορτήν) ήλθον προς τον Φίλιππον και εζήτησαν να ίδωσι κατ' ιδίαν τον Ιησούν. Χαλδαίοι εξ ανατολών είχον έλθη εις το βρεφικόν λίκνον Του. Έλληνες εκ δυσμών ήρχοντο εις τον Σταυρόν Του. Τίνες ήσαν και διατί Τον εζήτουν αγνοούμεν. Ενδιαφέρουσα παράδοσις λέγει ότι ήσαν απεσταλμένοι του Αβγάρου Ε'. βασιλέως της Εδέσσης, όστις μαθών περί των θαυμάτων του Ιησού, και περί των κινδύνων των απειλούντων Αυτόν ήδη, έπεμψεν απεσταλμένους προσφέρων Αυτώ άσυλον εις το κράτος του. Η παράδοσις προσθέτει ότι, καίτοι ο Ιησούς απέκλινε την προσφοράν, αντήμειψε την πίστιν του Αβγάρου γράψας αυτώ επιστολήν και θεραπεύσας αυτόν εκ της νόσου ης έπασχεν.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ουδέν περί των περιστάσεων τούτων μνημονεύει· ουδέ μας λέγει διατί οι Έλληνες ούτοι ήλθον προς τον Φίλιππον κατά προτίμησιν. Επειδή η Βηθσαϊδά ήτο η γενέθλιος πόλις του Αποστόλου, και επειδή πολλοί Ιουδαίοι κατά την περίοδον ταύτην είχον λάβη ελληνικά ονόματα, και μάλιστα τα εθιζόμενα εν τω οίκω, του Ηρώδου, δεν δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν πολλήν σπουδαιότητα εις το ελληνικόν του ονόματός του. Είνε αξία προσοχής ένδειξις της ευλαβείας και του φόβου τον οποίον οι Απόστολοι ησθάνοντο προς τον Διδάσκαλόν των, το ότι ο Φίλιππος δεν «τόλμησε πάραυτα να εκτελέση το αίτημά των. «Έρχεται και λέγει τω Ανδρέα, και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού. Αν πράγματι εισήγαγον τους αιτούντας ενώπιόν Του δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλ' Αυτός ήρχισε να λέγη, «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου». Και η απάντησίς Του ήτο ότι, «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». Ούτω και η οδός η προς την δόξαν Του ήτο διά της ταπεινώσεως και του θανάτου, και όσοι ήθελον να Τον ακολουθήσωσιν, ώφειλον να είνε παρεσκευασμένοι εν παντί καιρώ, όπως μέχρι θανάτου Τον ακολουθήσωσι. Καθώς δε εθεώρει τον επικείμενον τούτον θάνατον, η ανθρωπίνη φρίκη τούτου επάλαιε με την ζέσιν της υπακοής Του· και γινώσκων ότι αντιμετωπίζων την φοβεράν εκείνην ώραν θα ενίκα, έκραξε, «Πάτερ, δόξασόν Σου το όνομα!» Τότε, διά τρίτην φοράν κατά την επίγειον ζωήν Του, ήλθε φωνή εξ ουρανού λέγουσα, «Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω».

Ο Άγ. Ιωάννης ο Ευαγγελιστής παρρησία μας λέγει ότι η φωνή αύτη δεν ήχησε το αυτό προς όλους. Το πλήθος την εξέλαβεν ως παροδικήν βροντήν· άλλοι έλεγον ότι Άγγελος προς Αυτόν ελάλησε». Μόνον δι' ολίγους ήτο έναρθρος η φωνή· Αλλ' ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι η φωνή αύτη δεν έγεινε δι’ Αυτόν, αλλά δι' εκείνους». Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ όταν υψωθώ από της γης, (ως ύψωσε Μωσής τον χαλκούν όφιν εν τη Ερήμω) πάντας ελκύσω προς Εμαυτόν». Οι λαοί ήρχοντο εις αμηχανίαν προς τους ασαφείς τούτους υπαινιγμούς. «Ημείς ηκούσαμεν εκ του Νόμου, ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα, και πώς Συ λέγεις ότι υψωθήναι δει τον Υιόν του Ανθρώπου; Τις εστιν ούτος ο Υιός του Ανθρώπου;» Η αληθής απάντησις εις την ερώτησίν των θα εγίνετο δεκτή μόνον εις πνευματικάς καρδίας· ήσαν απαράσκευοι δι' αυτήν, και μόνον θα προσεβάλλοντο και θα ηδημόνουν· διά ο Χριστός τούτο δεν απήντησεν εις αυτούς. Μόνον τους προέτρεψε να περιπατώσιν εν τω φωτί κατά τον βραχύν τούτον χρόνον καθ' ον το φως θα ήτο εισέτι μετ' αυτών, ίνα υιοί φωτός γένωνται. Είχεν έλθη ως φως εις τον κόσμον, και τα ρήματα τα οποία λαλεί θα κρίνωσι τους αθετούντας Αυτόν· διότι τα ρήματα ταύτα ήσαν παρά του Πατρός· ακτίνες παρά του Πατρός των Φώτων· ζωοδότειραι λάμψεις από της Αιωνίου Ζωής.

Αλλ' αι έκλαμπροι αύται και ζωτικαί αλήθειαι ήσαν αμβλείαι προς τεφλωμένους οφθαλμούς και νεκραί προς πεπωρωμένας καρδίας. Όσοι εκ των αρχόντων επίστευσαν εν μέρει, δεν ετόλμων να το ομολογήσουν, φοβούμενοι τους Φαρισαίους, «ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται· ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού».

Ούτω ποιά τις θλίψις και αίσθημα αθυμίας ενέπεσε κατά την εσπέραν της ημέρας του θριάμβου. Δεν ήτο ασφαλές διά τον Ιησούν να μένη εν τη πόλει, ούτε ήτο σύμφωνον προς τας επιθυμίας Του. Απεχώρησε λάθρα από του Ναού, εκρύβη από των αγρύπνων εχθρών του, και προασπιζόμενος εισέτι έξω της πόλεως διά του ενθουσιασμού των Γαλιλαίων οπαδών Του, εξήλθεν εις Βηθανίαν μετά των Δώδεκα. Είνε πιθανόν όμως ότι δεν εισήλθεν εις την πολίχνην, καθότι αν μετέβαινε πάλιν εις την φιλικήν οικίαν, δυσκόλως θα ηδύνατο να κρυφθή. Ο Ματθαίος λέγει ότι «ηυλίσθη» εκεί προς το όρος, και ο Λουκάς γράφει «ηυλίζετο εις το όρος το καλούμενον Ελαιών». Δεν ήτο ασυνείθιστος προς υπαιθρίους διανυκτερεύσεις. Αυτός δε και οι Απόστολοί Του, περιτυλιγμένοι με τα εξωτερικά ενδύματα, θα ηδύναντο να κοιμηθώσιν επί της πρασίνης χλόης υπό την σκέπην των δένδρων. Η σκιά του προδότου έπιπτεν επ' Αυτού του Προδοθέντος και επί της μικράς εκείνης λογικής ποίμνης, επί του φυτωρίου των αλιέων Του. Να εκοιμήθη τάχα και ο προδότης τόσον ατάραχος, όσον οι άλλοι, την νύκτα εκείνην;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'. Δευτέρα της εβδομάδος των παθών. — Ημέρα Παραβολών.

Ο Ιησούς πεινά. — Η άκαρπος συκή. — «Πώς παραχρήμα εξηράνθη η συκή;» — Πρεσβεία ιερέων. — «Τις Σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» — Αντερώτησις του Ιησού. — Πώς εφιμώθησαν. — Παραβολή των Δύο Υιών. — Παραβολή των Κακών Γεωργών. — «Λίθον ον απεδοκίμασαν». — Αι σκευωρίαι των Φαρισαίων.

Εγερθείς από του καταυλισμού του, λίαν πρωί, ο Ιησούς επέστρεψεν εις την πόλιν και τον Ναόν και καθ' οδόν επείνασεν. Η Δευτέρα και η Πέμπτη της εβδομάδος ετηρούντο υπό των ακριβολογούντων τηρητών των εθίμων ως ημέραι νηστείας, και ταύτας εννοεί ο Φαρισαίος της Παραβολής όταν λέγη, «Νηστεύω δις του Σαββάτου». Δυνατόν εν τη φιλανθρώπω προθυμία όπως διδάξη τον λαόν Του να παρημέλησε τας κοινάς ανάγκας του βίου· δυνατόν να μη υπήρχε μέσον προς προμήθειαν τροφής ανά τους αγρούς όπου διέτριψε την νύκτα. Οποιαδήποτε και αν ήτο η αιτία, ο Ιησούς επείνασε, και εζήτησε καρπόν τινα όπως λάβη αναψυχήν διά τον κόπον της ημέρας.

Δένδρα υπάρχουσιν άφθονα και νυν έτι εις τον τόπον εκείνον, αλλ' όχι οι πάμπολλοι φοίνικες και αι συκαί και αι καρυαί, αίτινες καθίστων τα περίχωρα της Ιερουσαλήμ εις σύσκιον άλσος, πριν δενδροτομηθώσιν υπό του Τίτου εις τας εχθροπραξίας της πολιορκίας. Συκαί ιδίως εφυτεύοντο παρά την οδόν, επειδή η κόνις επιστεύετο ότι συντελεί εις την ανάπτυξίν των, και ο εύχυμος καρπός των ήτο κοινή ιδιοκτησία, ως θεσπίζεται εν τω Δευτερονομίω (κεφ. κγ, 24). Είς τινα απόστασιν έμπροσθέν Του ο Ιησούς είδε «συκήν μίαν», καίτοι δε η συνήθης ώρα διά την πέπανσιν των σύκων δεν ήτο ακόμη, επειδή όμως εφαίνετο εκτάκτως πρώιμος η συκή αύτη (υπεμφαίνει το «ει άρα τι ευρήσει εν αυτή» του Ευαγγελιστού), και ήτο πλήρης πλατέων φύλλων, και εφαίνετο λίαν ακμαία, ο Ιησούς επλησίασε, μήπως εύρη ή πρώιμον καρπόν εν αυτή ή όψιμον, καθώς ήτο σύνηθες εις τας συκάς της Παλαιστίνης να καρποφορώσιν. Υπάρχει μέχρι της σήμερον εν τη Αγία Γη είδος λευκού ή πρωίμου σύκου το οποίον ωριμάζει κατά το έαρ, και πολύ προ του κυρίως καρπού.

Αλλ' όταν ήλθε πλησίον της συκής, ο Ιησούς απεγοητεύθη. Ο οπός εκυκλοφόρει, τα φύλλα απετέλουν καλόν στολισμόν, αλλά καρπός ουδείς. Προσφυές έμβλημα του υποκριτού, του οποίου το εξωτερικόν πρόσχημα είνε απάτη και ψεύδος· κατάλληλον έμβλημα του έθνους ενώ η επιδεικτική θεοσέβεια δεν έφερε καρπούς αγαθού βίου — το δένδρον ήτο άγονον. Και ήτο απελπιστικώς άγονον διότι, αν υπήρξε γόνιμον κατά το προλαβόν έτος, έπρεπε να έχη ακόμη τινά εκ των κ ε ρ μ ο ύ ζ, ήτοι των φθινοπωρινών σύκων, κρυμμένα όπισθεν των πλατεών και βαθυπρασίνων φύλλων του· και αν έμελλε να είνε γόνιμον κατά το έτος τούτο, έπρεπε να φέρη τινά εκ των β α κ π ο ρ ώ θ, ήτοι των πρωίμων εαρινών σύκων· αλλ' επί του ακάρπου τούτου δένδρου δεν υπήρχεν ούτε επαγγελία διά το μέλλον ούτε ανάμνησις από του παρελθόντος.

Και διά τούτο, επειδή ήτο μόνον απατηλή και άχρηστος, και κατήργει το έδαφος το οποίον κατείχε, κατέστησεν αυτήν την αιωνίαν νουθεσίαν κατά της υποκρισίας επακολουθούσης μέχρι τέλους, και εις επήκοον των μαθητών Του εξήνεγκε κατ' αυτής την επίσημον απόφασιν, «Μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα!» Και άμα τω λόγω, η άκαρπος ζωή της εσταμάτησε, και ήρχισε να ξηραίνεται οφθαλμοφανώς.

Αι επικρίσεις εναντίον του θαύματος τούτου υπήρξαν εκτάκτως ματαιόσχολοι, άτε βασισθείσαι κατά το πλείστον επί της αμαθείας ή της προλήψεως, υπό εκείνων οίτινες αρνούνται την θεότητα του Ιησού Χριστού, ωνομάσθη ποινικόν θαύμα, θαύμα εκδικήσεως, θαύμα ανοικείου οργής, παιδαριώδης επίδειξις ανυπομονησίας εν απογοητεύσει, άδικος οργή εναντίον της αθώας φύσεως. Ουδείς, υποθέτω, όστις πιστεύει ότι η διήγησις παριστά θαυμάσιον γεγονός θα έχη την τόλμην να εγκαλέση τας αφορμάς εκείνου όστις το ετέλεσεν· αλλά πολλοί επιχειρούσι να πείσωσιν ότι είνε διήγησις σφαλερά, καθόσον αφηγείται ό,τι αυτοί θεωρούσιν ως αναξίαν επίδειξιν, οργής επί μικρά απογοητεύσει, και ως θαύμα καταστροφής παραβιαζούσης τα δικαιώματα του υποτιθεμένου κτήτορος της συκής, ή του πλήθους. Πλην όσον αφορά την πρώτην ένστασιν, αρκεί να είπω ότι πάσα σελίς της Νέας Διαθήκης δεικνύει το αδύνατον του να φαντασθή τις ότι οι Ευαγγελισταί είχον τόσον σφαλεράν έννοιαν περί του Ιησού, ώστε να πιστεύσωσιν ότι εξεδίκησε την παροδικήν δυσφορίαν Του επί ανευθύνου πράγματος. Εκείνος όστις, εις το κέλευσμα του Πειράζοντος, ηρνήθη να θεραπεύση την ιδίαν πείναν του μεταβάλλων εις άρτους τους λίθους της ερήμου, είνε δυνατόν να παρασταθή ότι παρεφέρθη υπ' οργής εναντίον αψύχου πράγματος; Τόσον ασεβής παραλογισμός δυνατόν να ευρεθή εις τα Απόκρυφα Ευαγγέλια· αλλ' αν οι Ευαγγελισταί θα ήσαν ικανοί, εάν άλλως είχε, να το διαιωνίσωσι, δεν θα ηδύναντο να έχωσιν ούτε την δύναμιν ούτε την θέλησιν να ζωγραφήσωσι την θείαν εκείνην εικόνα του Κυρίου Ιησού, την οποίαν η γνώσις των περί της αληθείας συν τη εποπτία του Αγίου Πνεύματος κατέστησεν αυτούς ικανούς να παρουσιάσωσιν εις τον κόσμον διά πάντοτε, ως το πλέον ανεκτίμητον κτήμα του. Και όσον αφορά την ξήρανσιν του δένδρου, μη ο οικοδεσπότης της παραβολής αυστηρώς ποτε επεκρίθη διότι είπε περί της αγόνου συκής του. «Κόψατε την, επειδή καταργεί το έδαφος;» Μη ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κατεκρίθη ποτέ επί βιαιότητι και καταστρεπτικότητι διότι έκραξεν, «Ήδη η αξίνη προς τη ρίζη των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καλόν καρπόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται;» Ή μη ο αρχαίος Προφήτης (ο Ιεζεκιήλ) κατηγορήθη ποτέ ότι κακώς παρίστα τον χαρακτήρα του Θεού, όταν λέγη. «Εγώ, ο Κύριος εξήρανα το δένδρον το χλωρόν» και πάλιν «εποίησα το ξηρόν δένδρον του ανθήσαι;» Όταν η χάλαζα καταβάλλη τους βλαστούς της αμπέλου, όταν αι βολίδες των αστραπών πλήττουσι την ελαίαν ή καταβάλλουσι την υπερήφανον δρυν, τολμά άλλος τις παρά τους άκρως αμαθείς και κτηνώδεις να βλασφημή το θείον; είνέ ποτε έγκλημα το καταστρέφειν άχρηστον δένδρον; Εάν όχι είνε περισσότερον έγκλημα το πράττειν ούτω διά θαύματος; Διατί τότε ο Σωτήρ του κόσμου, εις ον ο λίβανος θα ήτο πάρα πολύ μικρός ως ολοκαύτωμα, να κατακριθή υπό προπετών κριτικών, διότι επέσπευσε την ξήρανσιν αγόνου δένδρου και εθεμελίωσεν επί της καταστροφής της αχρηστίας του τρία αιώνια μαθήματα· έν σύμβολον του ολέθρου της αμετανοησίας, μίαν νουθεσίαν περί του κινδύνου της υποκρισίας, έν υπόδειγμα της δυνάμεως της πίστεως;

Εξηκολούθησαν τον δρόμον των και ως συνήθως εισήλθον εις τον Ναόν· και μόλις είχον εισέλθει όταν τους συνήντησε μία άλλη ένδειξις του σφοδρού πνεύματος της αντιστάσεως το οποίον ενέπνευσε τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ. Μία πρεσβεία τους επλησίασε, επιβλητική κατά τε τον αριθμόν και την επισημότητα. Οι αρχιερείς, οι ευπαίδευτοι γραμματείς, οι εξέχοντες Ραββίνοι αντιπρόσωποι όλων των τάξεων του συνεδρίου ήλθον με σκοπόν να τον τρομάξουν, καθό περιφρονούντες τον πτωχόν προφήτην της αφανούς Ναζαρέτ, με παν ότι σεβάσμιον εν ηλικία έξοχον εν σοφία ή επιβάλλον εν εξουσία παρά τω μεγάλω συμβουλίω του έθνους. Ο λαός τον οποίον ησχολείτο διδάσκων παρεμέρησεν εν σεβασμώ ενώπιόν των μήπως τυχόν μολύνει τας κυματιζούσας εκείνας εσθήτας και τα πλαταία κράσπεδα δι' επαφής· και όταν ετάχθησαν περί τον Ιησούν εν αυστηρότητι τον ηρώτησαν, «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; και τις Σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» εζήτουν να παυθούν τα έγγραφα δικαιώματά του διότι ανελάμβανεν ούτω καθήκοντα Ραββίνου και προφήτου, να εισελαύνει εποχούμενος εις Ιερουσαλήμ εν μέσω των Ωσαννά του πλήθους, να καθαρίζη τον Ναόν από τους πωλούντας και αγοράζοντας των οποίων την παρουσίαν ηνείχοντο ούτοι. Η απάντησις τους εξέπληξε και τους συνέχεε. Με την άπειρον εκείνην ετοιμότητα του πνεύματος εις την οποίαν η ιστορία του κόσμου δεν παρέχει παράλληλον, ο Ιησούς τους είπεν ότι η απάντησις εις την ερώτησίν των εξηρτάτο από την απάντησιν την οποίαν θα έδιδον αυτοί εις μίαν ερώτησιν ιδικήν του· «το βάπτισμα του Ιωάννου εξ ουρανού ην ή εξ ανθρώπων;» αιφνιδία σιωπή επήλθε «απαντήσατέ Μοι» είπεν ο Ιησούς διακόπτων τους συγκεχυμένους ψιθυρισμούς των. Και βεβαίως αυτοί οι οποίοι είχον πέμψει επιτροπείαν να εξετάση δημοσία τας αξιώσεις του Ιωάννου ήσαν εις θέσιν να απαντήσουν.

Αλλ' απάντησις δεν ήρχετο. Εγνώριζον πολύ καλά την σπουδαιότητα του ερωτήματος. Ο Ιωάννης αναφανδών και εμφαντικώς είχε μαρτυρήσει περί του Ιησού. Τον είχεν αναγνωρίσει ενώπιον των ιδίων απεσταλμένων των όχι μόνον ως προφήτην, αλλ' ως προφήτην πολύ μεγαλείτερον από τον εαυτόν των, ακόμη περισσότερον ως τον προφήτην, ήτοι τον Μεσσίαν. Θα ανεγνώριζον το κύρος ή όχι; Προφανώς ο Ιησούς είχε δικαίωμα να απαιτήση την απάντησίν των εις την ερώτησιν ταύτην πριν Αυτός απαντήση και εις την ιδικήν των. Αλλά δεν ηδύναντο ή μάλλον δεν ήθελον να απαντήσωσι εις το ερώτημα.

Τους έφερε δε εις μέγα δίλημα. Δεν ήθελον να είπουν εξ ουρανού, επειδή εκ καρδίας τον είχον απορρίψει· δεν ετόλμων να είπωσι εξ ανθρώπων, διότι η πίστις εις τον Ιωάννην ως βλέπομεν και παρ' Ιωσήπω ήτο τόσον σφοδρά και τόσον ομόθυμος ώστε απορρίπτοντες αυτόν φανερά θα εξέθετον εις κίνδυνον την ιδίαν ασφάλειάν των. Κατήντησαν λοιπόν, αυτοί οι διδάσκαλοι του Ισραήλ εις την επωνείδιστον ανάγκην να είπωσιν «ουκ είδομεν».

Υπάρχει εβραϊκή τις παροιμία λέγουσα «μάθε την γλώσσαν σου να λέγη δεν ξεύρω».

Αλλά να είπωσι δεν ειξεύρομεν εις την περίπτωσιν ταύτην θα ήτο ταπεινωτικόν εις την αγερωχίαν των, θανάσιμον κτύπημα εις τας αξιώσεις των. Θα επρόδιδαν αμάθειαν εις σφαίραν όπου η αμάθεια ήτο δι' αυτούς ασύγγνωστος. Αυτοί οι επίσημοι ερμηνευταί του νόμου, οι παραδεδεγμένοι διδάσκαλοι του λαού, αυτοί οι έχοντες το μονοπώλειον της γραφικής μαθήσεως και της γραφικής παραδόσεως, να αναγκασθώσιν εναντίον των αληθινών πεποιθήσεών των να είπωσι και τούτο ενώπιόν του πλήθους ότι δεν ηδύναντο να είπωσιν αν είς προφήτης απείρου και καθιερωμένης επιρροής ήτο θεόπνευστος άγγελος, ή πλάνος απαταιών! Ήσαν λοιπόν τα όρια μεταξύ του εμπνευσμένου προφήτου και του πονηρού απαταιώνος τόσον αμφίβολα και δυσδιάκριτα; Ήτο πράγματι φοβερά ταπείνωσις και τοιαύτη ώστε να μη την λησμονήσουν μηδέ να την συγχωρήσουν ποτέ. Εις τον λάκκον τον οποίον είχον ορύξει ενέπεσον αυτοί· το πομπώδες ερώτημα το οποίον ήτο προορισμένον ως μηχάνημα προς καταστροφήν άλλου εξερράγει εις τα οπίσω προς ιδίαν αυτών σύγχυσιν και καταισχύνην. Ο Ιησούς δεν τους επίεσε περισσότερον εν τη αμηχανία των, καίτοι καλώς εγνώριζε ότι το δεν ηξεύρομεν ήτο ίσον με το δεν θέλομεν να είπωμεν. Αφού όμως η μη απόκρισίς των σαφώς απήλλαξεν Αυτόν της ανάγκης του να είπη αυτοίς περισσοτέρα περί μιας εξουσίας περί ης κατά την ιδίαν ομολογίαν των ήσαν όλως αναρμόδιοι να αποφασίσωσιν, ετελείωσε την σκηνήν λέγων απλώς «ουδ' εγώ λέγω ημίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ». Και αυτοί μεν υπεχώρησαν ολίγον προς τα οπίσω, Εκείνος δε εξακολούθησε την διδασκαλίαν του λαού την οποίαν είχε διακόψει, και ήρχισεν να ομιλή πάλιν προς αυτούς εν παραβολαίς, τας οποίας και το πλήθος και τα μέλη του συνεδρίου τα παρεστώτα δεν εδυσκολεύοντο να εννοήσωσιν. Και επίτηδες επέστησε την προσοχήν των εις ότι έμελλε να είπη· «Πώς σας φαίνεται;» ηρώτησε, και τους διηγήθη περί δύο υιών εκ των οποίων ο πρώτος ρητώς ηρνήθη να κάμη του πατρός των το θέλημα, αλλ' ύστερον μετεμελήθη και το έπραξεν, ο δε άλλος προθύμως υπεσχέθη υπακοήν αλλά δεν το έπραξεν· τις εκ των δύο έπραξε το θέλημα του πατρός; δεν ηδύναντο ειμή ν' απαντήσωσιν ο πρώτος, και Αυτός τους υπέδειξε τότε την αληθή έννοιαν της απαντήσεώς των, ότι οι τελώναι και αι πόρναι με όλην την φαινομένην αισχύνην εις το θέλημα του Θεού, ουχ ήττον εδείκνυον εις αυτούς τους ευσυνειδήτους και λίαν ευυπολήπτους νομοδιδασκάλους του έθνους του αγίου την οδόν την άγουσαν εις την βασιλείαν του Θεού. Ναι, οι αμαρτωλοί ούτοι τους οποίους περιεφρόνουν και εμίσουν εισέβαλον προ αυτών διά της θύρας ήτις δεν είχε κλεισθή ακόμη, διότι ο Ιωάννης είχεν έλθει προς τους Ιουδαίους τούτους με τας ιδίας αρχάς των και τα έθιμά των και έλεγον ότι τον δέχονται αλλά δεν τον εδέχθησαν. Οι τελώναι και αι πόρναι είχον μετανοήσει εις την διδασκαλίαν των. Με όλα τα μακρά κράσπεδα και τα πλατεία φυλακτήριά των αυτοί οι ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι Ραββίνοι του λαού τούτου ήσαν χειρότεροι ενώπιόν του Θεού ή οι αμαρτωλοί τους οποίους εβδελήττοντο μήπω, θίξωσι τα κράσπεδά των.

Είτα είπεν αυτοίς «άλλην παραβολήν ακούσατε» και διηγήθη την παραβολήν των ανυποτάκτων γεωργών εν τω αμπελόνι, του οποίου δεν ήθελον να αποδόσουν τους καρπούς. Ο αμπελών ούτος του Κυρίου των Δυνάμεων ήτο ο οίκος του Ισραήλ· και ο λαός ήσαν τα κλίματα· και αυτοί οι αρχηγοί και διδάσκαλοι ήσαν εκείνοι προς τους οποίους ο κύριος του αμπελώνος φυσικά θα απέβλεπε διά την απόδοσιν του προϊόντος. Αλλά μεθ' όλα όσα είχεν πράξη διά τον αμπελώνα του σταφίλια δεν υπήρχον ή μόνον αγριοστάφυλα. «Επέβλεψεν εις κρίσιν και ιδού θλίψις εις δικαιοσύνην και ιδού κραυγή».

Και αφού δεν ήθελον να αποδόσωσι καρπόν τινα και δεν ετόλμων να ομολογήσωσι την ακαρπίαν διά την οποίαν αυτοί οι γεωργοί ήσαν υπεύθυνοι, ύβριζον και έτυπτον και ετραυμάτιζον και εφόνευον απεσταλμένον μετά απεσταλμένον τους οποίους ο κύριος του αμπελώνος έπεμπεν προς αυτούς. Τελευταίον πάντων έπεμψε τον Υιόν Του, και τον υιόν εκείνον, άμα τον είδον είπον προς αλλήλους, «ούτως εστίν ο κληρονόμος· δεύτε αποκτείνομεν αυτόν και κατάσχομεν αυτού την κληρονομίαν.» Και λαβόντες αυτόν έξω του αμπελώνος και απέκτειναν. Όταν λοιπόν έλθη ο κύριος του αμπελώνος τι θα κάμη τους γεωργούς εκείνους;

Ή ο λαός εκ χρηστής πεποιθήσεως, ή οι ακροούμενοι Φαρισαίοι, διά να δίξωσι την κατά το φαινόμενον περιφρόνησίν των προς την κεφαλαιώδει έννοιαν της παραβολής απήντησαν ότι κακούς καλούς θα τους απολέση, και τον αμπελώνα θα δώση εις άλλους γεωργούς πιστοτέρους και αξιοτέρους. Αλλ' όμως η έκφρασις της αποδοκιμασίας ταύτης απέσπασεν από της καρδίας του λαού τον βαθύν γογγυσμόν της αποδοκιμασίας των, Χ α λ η λ ά! (μη γένοιτο!)

Δευτέραν φοράν εβιάσθησαν εις ομολογίαν ήτις μοιραίως διά του ιδίου στόματός των κατεδίκαζον αυτούς. — Ωμολόγησαν διά των ιδίων χειλέων των ότι θα ήτο σύμφωνα την δικαιοσύνην του Θεού το να αποστερήση αυτούς των αποκλειστικών δικαιωμάτων των και να δώση ταύτα εις τα έθνη.

Ή και διά να τους δίξη ότι αι ίδιαι Γραφαί των είχον προφητεύση περί της διαγωγής των ταύτης προσήλωσε το βλέμμα Του εις αυτούς και τους ηρώτησεν άν ποτε δεν ανέγνωσαν περί του λίθου τον οποίον οι οικοδομούντες απεδοκίμασαν και όστις διά της θαυμασίας προθέσεως του Θεού κατέστη η κεφαλή της γωνίας. Πώς θα ηδύναντο να μείνωσιν ο ι κ ο δ ό μ ο ι επιπλέον αφού το όλον σχέδιον της εργασίας των απεδοκίμασεν ούτω και ετέθη κατά μέρος; Δεν έλεγε σαφώς η παλαιά προφητεία των ότι ο Θεός θα εκάλη άλλους οικοδόμους εις το έργον του Ναού Του; ουαί εις αυτούς τους προσκόπτοντας εις τον απορριφθέντα εκείνον λίθον. Τον απορρίπτουν αυτόν, εν τη ανθρωπότητι και τη ταπεινώσει του εσήμαινε πόνον και απώλειαν· αλλά το να ευρεθώσι ακόμη απορίπτοντες αυτόν όταν έμελε πάλιν να έλθη εν τη δόξη του δεν θα ήτο τούτο εσχάτη καταστροφή από προσώπου Κυρίου; Το να καθίσωσιν επί έδρας κρίσεως και να καταδικάσωσι αυτόν, τούτο θα ήτο όλεθρος δι' αυτούς και το έθνος των· αλλά το να καταδικασθώσι παρ' Αυτού δεν θα εσήμαινε να αλεσθώσι εις κόνιν; Είδον τώρα σαφέστερον παρά ποτε την όλην ρυπήν και έννοιαν των παραβολών τούτων και επόθουν την ώραν της εκδικήσεως! Αλλά μέχρι τούδε ο φόβος συνείχεν αυτούς· διότι προς το πλήθος ο Χριστός ήτο ακόμη προφήτης.

