# Ο Βίος του Χριστού

## Part 30

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Αφού εξέφερε την μεγάλην ταύτην ομολογίαν, απήλθε προς αναζήτησιν της αδελφής της, περί ης είχεν ερωτήσει ο Ιησούς, και ης η καρδία και η διάνοια, καθώς εφαίνετο η Μάρθα αυθορμήτως αισθανομένη, ήσαν ευαρμοστότερα όπως περιλάβωσι τοιαύτας υψηλάς αληθείας. Εύρε την Μαρίαν εν τη οικία, και η τε μυστικότης μεθ' ης έδωκε την είδησιν της παρουσίας του Ιησού, και η σπουδή και σιγή μεθ' ης η Μαρία ηγέρθη να υπάγη προς συνάντησιν του Κυρίου δεικνύουσιν ότι ανάγκη ήτο προφυλάξεων, και ότι η επίσκεψις του Χριστού δεν ήτο όλως άνευ κινδύνου. Οι Ιουδαίοι οίτινες την παρηγόρουν, και τους οποίους αιφνιδίως ούτω κατέλιπεν αύτη, ηγέρθησαν να την ακολουθήσωσιν εις το μνήμα, όπου ενόμισαν ότι μετέβαινε διά να κλαύση· αλλά τάχιστα είδον το αληθές αντικείμενον του κινήματός της. Έξω του χωρίου εύρον τον Ιησούν περιεστοιχισμένον υπό των φίλων Του, και είδον την Μαρίαν να τρέχη προς Αυτόν, και να πίπτη εις τους πόδας Του, εκφέρουσα το αυτό αγωνιώδες παράπονον όπερ και η αδελφή της. «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός». Η μεγαλειτέρα σφοδρότης της συγκινήσεως της ωμίλει εις τας ολιγωτέρας λέξεις της και εις την σφοδροτέραν αγωνίαν της, και δεν ηδύνατο πλέον τι να προσθέση. Δυνατόν η στοργή της να ήτο βαθυτέρα ή ώστε να επιτρέψη όπως φανή τόσον εύελπις όσον η αδελφή της· δυνατόν μετά ταπεινοτέρου σεβασμού και ευλαβείας να άφηνε τα πάντα εις τον Κύριόν της.

Η όψις όλης αυτής της αγάπης και της λύπης, το οικτρόν θέαμα της ανθρωπίνης στερήσεως, η εσχάτη ματαιότης εν τοιαύτη στιγμή της ανθρωπίνης παραμυθίας, το άφατον παράπονον, «ω, διατί να μη είσαι εδώ να σώσης τον φίλον σου από το κέντρον του θανάτου και ημάς από το πικρότερον κέντρον του χωρισμού;» Όλα ταύτα έθιξαν την τρυφεράν συμπάθειαν του Ιησού εις βαθείαν συγκίνησιν. Στιβαρά προσπάθεια όπως κρατήση της συγκινήσεώς του εχρειάσθη (τούτο φαίνεται να σημαίνη το «Ενεβριμήσατο τω πνεύματι», το οποίον κατά γράμμα ερμηνεύεται «ηγανάκτησε τω πνεύματι», κατ' άλλους επί τη απιστία των παρεστώτων), ερρίγησε δε όλος ο Ιησούς («ετάραξεν εαυτόν»), πριν δυνηθή να εύρη λέξεις να ομιλήση, και τότε εδυνήθη μόνον να ερωτήση: «Πού τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν Αυτώ, «Κύριε, έρχου και ίδε»· Τότε εδάκρυσεν ο Ιησούς. Τα δάκρυά Του δεν έμειναν απαρατήρητα, και ενώ τινες των Ιουδαίων έλεγον «Ίδε πώς αυτόν εφίλει», άλλοι εν αμφιβολία ηρώτων, «Δεν ηδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού να σώση και τον φίλον Του από του θανάτου;» Δεν είχον ακούσει πως εις έν απώτερον χωρίον της Γαλιλαίας είχεν εγείρει τον νεκρόν· αλλ' εγνώριζον ότι εν Ιερουσαλήμ είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού, και τούτο εφαίνετο αυτοίς όχι ολιγώτερον καταπλήσσον θαύμα. Αλλ' ο Ιησούς εγνώριζε και ήκουε τα σχόλιά των, και πάλιν η όλη σκηνή, το γνησίως αλγεινόν ταύτης, αι μισθωτοί θρηνωδοί, τα μη κοπάζοντα μίση, όλα συγκεντρωμένα πέριξ του απαισίου έργου του θανάτου, επήλθον τόσον ισχυρώς εις το πνεύμα Του, ώστε, καίτοι εγίνωσκεν ότι έβαινε διά ν' αναστήση τον νεκρόν, «πάλιν εμβριμώμενος εν Εαυτώ» και ταραττόμενος έφθασεν εις το μνημείον. Ήτο δε, ως πολλά εκ των Ιουδαϊκών, είδος άντρου σκεπασμένου με πέτραν εις την είσοδον.

Το χωρίον, η Βηθανία, καλείται σήμερον Ελαζαριέ, κατά παραφθοράν του ονόματος του Λαζάρου, και εις παντοτεινήν ανάμνησιν του θαύματος. Δεικνύεται δε και έν σπήλαιον ως το μνημείον του Λαζάρου.

Ο Ιησούς διέταξε ν' αφαιρέσωσι τον λίθον από το στόμιον του μνημείου. Τότε επενέβη η Μάρθα. «Κύριε, τεταρταίος εστι, και ήδη όζει». Επισήμως ο Ιησούς υπέμνησε την ιδίαν υπόσχεσίν Του, και αφηρέθη ο λίθος από του μνήματος. Εκείνος έστη παρά την θύραν του μνημείου, και οι άλλοι έστησαν ολίγον απωτέρω, τους οφθαλμούς έχοντες προσηλωμένους επί το σκοτεινόν και σιγηλόν κοίλωμα. Ρίγος έπεσεν επί πάντας αυτούς καθώς ο Ιησούς ύψωσε τους οφθαλμούς, και ευχαρίστησε τω Θεώ επί τη επικειμένη κυρώσει της δεήσεώς Του. Και τότε, υψώσας εις τους καθαρωτάτους τόνους την φωνήν εκείνην της φοβεράς εξουσίας, και εκφέρων, ως σύνηθες παρ' αυτώ εις τοιαύτην ευκαιρίαν, τας συντομωτάτας φράσεις, έκραξε:

&«Λάζαρε, δεύρο έξω!»&

Οι λόγοι ούτοι διεπέρασαν και πάλιν διά φοβερού παλμού την χώραν του ανεξερευνήτου σκότους, το οποίον μας χωρίζει από τον κόσμον τον μέλλοντα· και μόλις τους είχεν εκφέρει, όταν, ως φάσμα ζων, άπιστον θέαμα, πιστόν άκουσμα, γεγονός παράδοξον και καταπληκτικόν, εξήλθε μία μορφή, λευκή, σπαργανωμένη, κειρίαις δεδεμένη, φέρουσα το σουδάριον περί την κεφαλήν, δεσμία τας χείρας και τους πόδας, πλην όχι πελιδνή, όχι φρικώδης· η μορφή ενός νέου με το υγιές αίμα κυκλοφορούν εις τας φλέβας, προωρισμένου να ζήση τριάκοντα έτη εισέτι, διά να είνε ζων μαρτύριον της παντοδυναμίας Εκείνου όστις μετά μίαν εβδομάδα έμελλε να σταυρωθή υπό των απίστων.

Ας επίσχωμεν μικρόν εδώ διά ν' απαντήσωμεν εις το φυσικόν άλλως ερώτημα περί της σιωπής των Συνοπτιστών ως προς το μέγα τούτο θαύμα.

Διά να πραγματευθή το υποκείμενον εις το πλήρες έπρεπε να γράψη μακράν πραγματείαν περί της συστάσεως και κατασκευής των Ευαγγελίων, και πάλιν οι πολέμιοι δεν θα έπαυον να προβάλλωσι νέας εκάστοτε ενστάσεις κατά της γνησιότητος και της αξιοπιστίας των. Τα Ευαγγέλια είνε, εξ αυτής της φύσεως των, ωμολογημένως αποσπασματικά, και δύναται ως βέβαιον να θεωρηθή ότι τα τρία πρώτα ηρανίσθησαν κατά το πλείστον εκ κυκλοφορούσης προφορικής παραδόσεως, ή εβασίσθησαν επί ενός ή δύο αρχικών εγγράφων. Οι Συνοπτισταί σχεδόν περιορίζονται εις το εν τη Γαλιλαία, ο δε Ιωάννης εις το εν τη Ιουδαία κήρυγμα, καίτοι οι πρώτοι διαρρήδην μνημονεύουσι και προϋποθέτουσι εν Ιερουσαλήμ κήρυγμα, και ο Ιωάννης το εν Γαλιλαία. Ουδέ είς εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών επαγγέλλεται ότι θα δώση πλήρη και λεπτομερή έκθεσιν, ή και κατάλογον, των παραβολών, ομιλιών, και θαυμάτων του Ιησού· ουδέ ήτο αντικείμενον τινός εξ αυτών το να γράψη πλήρη αφήγησιν των τριών και ημίσεως ετών του δημοσίου βίου Του. Έκαστος τούτων αναφέρει τα συμβάντα όσα ήρχοντο εντός του ιδίου σχεδίου του, και ήσαν άριστα γνωστά εις αυτόν ή εξ αυτοψίας, ή εκ μεμονωμένων γραπτών εκθέσεων, ή εκ στοματικής παραδόσεως· και έκαστος αυτών λέγει αρκετά ώστε να δείξη ότι Εκείνος ήτο ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, ο Σωτήρ του κόσμου. Λοιπόν, αφού η έγερσις του Λαζάρου δεν θα εφαίνετο εις αυτούς μεγαλειτέρα εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως ή άλλαι τας οποίας διηγήθησαν (αφού, ως ελέχθη, δεν είχεν εφευρεθή τότε σημειόμετρον προς εξέλεγξιν του σχετικού μεγέθους των θαυμάτων), και αφού το θαύμα τούτο συνέβη εν τη Ιουδαία, δεν φαίνεται το παράπαν πλέον ανεξήγητον διότι παρέλιπον τούτο, ή όσον θα εφαίνετο διότι παρέλιπον το θαύμα της Κολυμβήθρας Βηθεσδά, ή την διάνοιξιν των οφθαλμών του τυφλού γεννηθέντος. Αλλά περιπλέον τούτου, ανευρίσκομεν παρά τοις Συνοπτισταίς ιδιάζουσαν σιωπήν περί της οικογενείας της εν Βηθανία. Η οικία εν ή λαμβάνουσι προέχουσαν θέσιν καλείται «η οικία Σίμωνος του Λεπρού». Η Μαρία καλείται απλώς γυνή τις υπό του Ματθαίου και του Μάρκου, και ο Λουκάς αρκείται ονομάζων την Βηθανίαν κ ώ μ η ν τ ι ν ά, καίτοι εγνώριζεν, ως αλλαχού του κειμένου του φαίνεται, το όνομα. Υπάρχουσιν άρα ισχυροί λόγοι όπως εικάσωμεν ότι, όταν εφάνη η πρώτη σύνοψις του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, και όταν συνελέχθησαν τα υπομνήματα ων εγένετο χρήσις υπό των δύο άλλων Συνοπτιστών, δυνατόν να υπήρχον ιδιαίτεροι λόγοι όπως μη αναγραφή έν θαύμα το οποίον θα εφερεν εις επικίνδυνον περιφάνειαν ένα άνθρωπον όστις ήτο ακόμη ζων, αλλά τον οποίον οι Ιουδαίοι είχον ζητήσει να θανατώσουν (ως διηγείται ο Ιωάννης) ως μάρτυρα της θαυματουργού δυνάμεως του Χριστού. Και αν δε ο κίνδυνος ούτος είχε παρέλθη, αλγεινόν θα ήτο εις την φιλήσυχον οικογένειαν της Βηθανίας το να γείνη η εστία ανευλαβούς περιεργίας, και να εξετάζηται περί των κρυπτών εκείνων πραγμάτων τα οποία ουδείς ποτε είχεν αποκαλύψει. Κάτι φαίνεται άρα ότι εσφράγισε τα χείλη των Ευαγγελιστών εκείνων, το δε πρόσκομμα τούτο είχεν εκλίπη πλέον όταν το Ευαγγέλιον του Ιωάννου είδε το φως.

«Ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν — τοιαύτη ήτο η απάντησις του Αβραάμ προς τον Πλούσιον εν τη παραβολή — ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή (και ούτος προσέτι Λάζαρος!) πεισθήσονται». Και ούτω συνέβη. Υπήρξαν πολλοί μάρτυρες του θαύματος τούτου οίτινες επίστευσαν όταν το είδαν, αλλ' υπήρξαν άλλοι οίτινες έσπευσαν μόνον να φέρωσιν οργίλην και ταραχώδη την είδησιν τούτου προς το Συνέδριον εις Ιερουσαλήμ.

Το Συνέδριον συνήλθεν εν πνεύματι μίσους και αμηχανίας. «Τι ποιούμεν, ότι ο Άνθρωπος ούτος πολλά σημεία ποιεί;» Δεν ηδύνατο ν' αρνηθώσι το θαύμα· δεν ήθελον να πιστεύσωσιν εις Εκείνον όστις το έπραξεν. Εφοβούντο μόνον την αύξουσαν επιρροήν Του, και εσυμπέραινον ότι θα την μετεχειρίζετο διά να γείνη βασιλεύς, και θα επροκάλει την Ρωμαϊκήν επέμβασιν, και την εκμηδένισίν των ως έθνους. «Και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών την πόλιν και το έθνος». Και καθώς μάτην ελύσσων εις βουλάς ανισχύρους, ο Ιωσήφ ο Καϊάφας ηγέρθη ν' απευθύνη αυτοίς τον λόγον. Ούτος είχε λάβη την αστικήν αρχιερατείαν από τας χείρας των Ρωμαίων, και συνεμερίζετο την εξουσίαν και τας τιμάς μετά του Άννα ή Χανάν του πενθερού του, από τον οποίον οι Ρωμαίοι είχον αφαιρέσει την αρχιερατείαν, αλλά τον οποίον οι αυστηρότεροι Ιουδαίοι εθεώρουν ως τον αληθή αρχιερέα. Ο Καϊάφας εντοσούτω ήτο κατ' εκείνον τον χρόνον ονόματι και κατ' επίφασιν μέγας αρχιερεύς. Ως τοιούτος υπετίθετο ότι είχε το χάρισμα εκείνο της προφητείας, το οποίον ακόμη επιστεύετο ότι εσώζετο αμυδρόν εις τους απογόνους του Ααρών. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει «αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου», επειδή ούτω είχε καταντήσει η αρχιερατεία εις τας ημέρας εκείνας, ο δε Καϊάφας την είχε λάβη διά δωροδοκίας από τους Ρωμαίους. Ηγέρθη και είπεν ότι συμφέρει να θυσιασθή είς υπέρ του λαού, ένοχος ή αθώος, αδιάφορον, οι δε Φαρισαίοι και οι πρεσβύτεροι εδέχθησαν αδιστάκτως την φωνήν εκείνην της ασυνειδήτου προφητείας. Και δεχθέντες αυτήν, επλήρουν μέχρι στεφάνης την κύλικα της ιδίας ανομίας των, και εγίνοντο ένοχοι του εγκλήματος, το οποίον επέσυρε κατά των κεφαλών των αυτήν την καταστροφήν την οποίαν εζήτουν ν' αποσοβήσωσιν. Ήτο η λατρεία εκείνη του Μολώχ με τας ανθρωποθυσίας της, το πάλαι με τας προφητοκτονίας και νυν με την θεοκτονίαν, — ήτις, ως εις τας ημέρας του Μανασσή, τους κατεδίκαζεν εις άλλην και τρομερωτέραν καταστροφήν. Υπήρξάν τινες εντούτοις οίτινες δεν ευρέθησαν εις το Όρος εκείνο της Κακής Βουλής (το όνομα τούτο δίδεται μέχρι της σήμερον εν Ιεροσολύμοις εις την θέσιν όπου, κατά την παράδοσιν, ήτο η οικία του Καϊάφα), ή και αν ήσαν παρόντες δεν συγκατένευσαν εις την ψυχήν αυτών· αλλ' από της ημέρας εκείνης η μυστική έγκρισις εξεδόθη ότι ο Ιησούς έπρεπε να θανατωθή. Από τούδε έζη μόνον με αμοιβήν επικηρυγμένην επί της κεφαλής Του.

Και η έγκρισις αύτη, όσον μυστική και αν ήτο αρχήθεν, εν ακαρεί εγένετο γνωστή. Ο Ιησούς εγνώριζε ταύτην. Και κατά τας τελευταίας ημέρας της επιγείου παρουσίας Του, μέχρις ου έλθη το Πάσχα, εν ώ προυτίθετο να θυσιάση την ζωήν Του, απεσύρθη εν κρυπτώ εις μικράν αφανή πόλιν εγγύς της ερήμου, καλουμένην Εφραΐμ. Εκεί, ασφαλής από όλας τας μηχανορραφίας των εχθρών Του, διήγαγε τας τελευταίας ημέρας Του μετά των μαθητών Του, διδάσκων αυτούς το μέγα έργον του πνευματικού θερισμού και της ψυχοσωτηρίου αλιείας την οποίαν έμελλον να εξασκήσωσιν εν μέσω των εθνών. Ουδείς ή ολίγοι εκτός της πιστής ταύτης χορείας εγνώριζον την κρύπτην Του· διότι οι Φαρισαίοι, όταν ευρέθησαν ανίκανοι να κρύψωσι τα σχέδιά των, εδημοσίευσαν διαταγήν ότι πας όστις εγνώριζε πού ήτο Εκείνος, ώφειλε να το αποκαλύψη, ότι ηδύναντο να Τον συλλάβωσιν εν ανάγκη διά της βίας και εκτελέσωσι την ληφθείσαν απόφασιν. Πλην μέχρι τούδε το δέλεαρ δεν έσχεν αποτέλεσμα. Είνε δε αμφίβολον αν η τιμωρία η μελετωμένη κατά του Ιησού δεν εσκοπείτο να εκτελεσθή κατά τρόπον μυστικώτερον και συνοπτικώτερον, φέροντα μάλλον την όψιν βιαίας δολοφονίας παρά δικαστικής εκτελέσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. Ιεριχώ και Βηβανία

Ο Ιησούς καθ' οδόν. — Αποκάλυψις περί του φρικτού Τέλους. — Οι υιοί του Ζεβεδαίου. — Το ποτήριον και το Βάπτισμα. — Ιεριχώ. — Ο Βαρτίμαιος. — Ο Ζακχαίος. — Η μετάνοια του. — Η Παραβολή των Ταλάντων. — Εις Βηθανίαν. — «Σίμων ο Λεπρός». — Η αποσιώπησις των Συνοπτιστών. — Η προσφορά της Μαρίας. — Η λύσσα του Ιούδα. — Ευλογία της Μαρίας υπό του Ιησού. — «Εις το ενταφιάσαι με εποίησε». — Συμβούλιον του Προδότου μετά των Ιερέων.

Από της κωνοειδούς κορυφής του Εφραΐμ ηδύνατο ο Ιησούς να βλέπη τας συνοδίας των προσκυνητών, καθώς, επί τη προσεγγίσει του Πάσχα, ήρχισαν να κατέρχωνται την κοιλάδα του Ιορδάνου προς την Ιερουσαλήμ, όπως καθαρισθώσιν από παντός σπίλου και ρύπου προ της ενάρξεως της μεγάλης εορτής. Ο καιρός ήλθε δι' αυτόν να καταλίπη την κρύπτην Του, και κατέβη από της κορυφής του Εφραΐμ εις την μεγάλην οδόν, όπως συναντήση την μεγάλην συνοδίαν των Γαλιλαίων προσκυνητών.

Και καθώς έστρεψε τα νώτα προς την πολίχνην, και ήρχισε την τελευταίαν πορείαν Του εις Ιεροσόλυμα, προφητική σεμνότης και έξαρσις ψυχής, παλαίουσα με την φυσικήν αγωνίαν της σαρκός, διεπέρασεν όλην την ύπαρξίν Του, και έδωκε νέον και παράδοξον μεγαλείον εις πάσαν κίνησιν και εις παν βλέμμα Του. Ήτο η Μεταμόρφωσις της Αυτοθυσίας· και καθώς η προτέρα εκείνη Μεταμόρφωσις της Δόξης, ενέπλησε τους ιδόντας αυτήν εκπλήξεως και τρόμου, τον οποίον δεν ηδύναντο να εξηγήσωσιν. Ολίγαι υπάρχουσιν εν τοις Ευαγγελίοις εικόνες καταπληκτικώτεραι ή αύτη, ότε ο Ιησούς απέρχεται εις τον θάνατόν Του, και βαδίζει μόνος ανά την οδόν εις την βαθείαν κοιλάδα, ενώ όπισθέν Του εν εμφόβω ευλαβεία και μετά μεμιγμένων προβλέψεων φόβου και ελπίδος, με τους οφθαλμούς προσηλωμένους επ' Αυτόν, καθώς με κεκυφυίαν κεφαλήν προεπορεύετο αυτών εν όλω τω μεγαλείω της λύπης, ηκολούθουν οι μαθηταί και δεν ετόλμων να διαταράξωσι τας μελέτας Του. Αλλά τέλος εσταμάτησε και τους εκάλεσε προς Εαυτόν, και τότε πάλιν, διά τρίτην φοράν, μετά πληρεστέρων, σαφεστέρων, τρομερωτέρων λεπτομερειών ή άλλοτε, είπεν αυτοίς ότι θα παραδοθή εις τους Ιερείς και Γραμματείς· ότι θα καταδικασθή υπ' αυτών, είτα θα παραδοθή εις τα Έθνη· ότι υπό των Εθνών θα εμπαιχθή, θα μαστιγωθή, και (τώρα διά πρώτην φοράν εφανέρωσεν αυτοίς άνευ περιφράσεως το έπακρον της φρικώδους ατιμίας) θ α σ τ α υ ρ ω θ ή· και ότι τη τρίτη ημέρα θ’ αναστή πάλιν. Αλλ' αι καρδίαι των ήσαν πλήρεις ελπίδων περί της δόξης του Μεσίου· ήσαν τόσον προκατειλημμένοι με την πεποίθησιν ότι τώρα η βασιλεία του Θεού έμελλε να έλθη εν όλη αυτής τη λαμπρότητι, ώστε η προφητεία παρήλθε δι' αυτούς ως κενός ήχος· δεν ηδύναντο ουδέ ήθελον να εννοήσωσι.

Δεν δύναται να υπάρξη εκπληκτικώτερον σχόλιον περί της ανικανότητός των εις το νοήσαι το τι έλεγεν αυτοίς ο Ιησούς ή το γεγονός ότι, μικρώ ύστερον, και κατά την αυτήν οδοιπορίαν, επήλθεν η πλέον άκαιρος και ουδέν το πνευματικόν έχουσα απαίτησις την οποίαν αναγράφουν οι Ευαγγελισταί. Με ήθος μυστικότητος και εχεμυθίας, η Σαλώμη, μία των διακονουσών τω Χριστώ, μετά των δύο υιών της Ιακώβου και Ιωάννου, οίτινες ήσαν εκ των μάλλον προεχόντων Αποστόλων Του, ήλθον προς Αυτόν μετά προσκυνήσεων, και Τον ικέτευον να τους υποσχεθή μίαν εύνοιαν. Ηρώτησε ποίον το αίτημά των· και τότε η μήτηρ, ομιλούσα διά τους θερμοκαρδίους και φιλοδόξους υιούς της, Τον παρεκάλεσεν ίνα εν τη βασιλεία Του ούτοι καθίσωσιν ο είς εκ δεξιών Του και ο έτερος εξ ευωνύμων Του. Ο Ιησούς υπέφερε πραέως την ιδιοτέλειαν ταύτην και την πλάνην των. Εζήτουν εν τη τυφλώσει των την θέσιν εκείνην, την οποίαν, ολίγας ημέρας ύστερον έμελλον να ίδωσι κατεχομένην εν αισχύνη και αγωνία υπό των δύο εσταυρωμένων ληστών! Αι φαντασίαι των εβασανίζοντο από δώδεκα θρόνους. Αι σκέψεις Του ήσαν περί τριών σταυρών. Εκείνοι ονειροπόλουν επίγεια στέμματα. Αυτός τοις είπε περί Ποτηρίου πικρίας και περί Βαπτίσματος εν αίματι, «Δύνασθε πιείν το ποτήριον ό εγώ πίνω, και βαπτισθήναι το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι;» Εννοούντες ίσως καλλίτερον τώρα, τολμηρώς απήντησαν «Δυνάμεθα»· και τότε τους είπεν έτι τούτο και μέλλουσι να πράξωσιν, αλλά το να καθίσωσιν εκ δεξιών και εξ αριστερών Του ανήκεν εις εκείνους εις ους ητοιμάσθη υπό του Ουρανίου Πατρός Του. Ο θρόνος, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, είναι των πόνων έπαθλον, ουκ επιθυμίας δώρον· δικαιοσύνης γέρας, ουκ αιτήσεως χάρισμα.

Οι δέκα, όταν έμαθον περί Του συμβάντος φυσικά ηγανάκτησαν κατά της λαθραίας ταύτης αποπείρας των δύο αδελφών, όπως τύχωσι δι' εαυτούς ασφαλών πρωτείων, εις την οποίαν προέβησαν χωρίς μηδέ να υποπτεύωσιν ότι τα πρωτεία ταύτα τα οποία εζήτουν θα ήσαν διά τον μεν τα πρεσβεία εν τω μαρτυρίω, διά τον δε παράτασις κακοπαθείας εν τω προσκαίρω κόσμω. Τούτο θ’ απεκαλύπτετο εν καιρώ προς αυτούς, πλην και τώρα ο Ιησούς συνεκάλεσε πάντας, και τους εδίδαξε, καθώς τοσάκις τους είχε διδάξει, ότι η υψίστη τιμή επιτυγχάνεται διά της βαθυτάτης ταπεινώσεως. Όστις ήθελε να είνε μέγας μεταξύ αυτών ώφειλε να είνε πάντων διάκονος· όστις ήθελε να είνε πρώτος, έπρεπε να είνε δούλος. Οι δοκούντες άρχειν των εθνών, κατακυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. Ουχ ούτω δε έσται ημίν, τοις εμοίς μαθηταίς, ότι πτωχός θέλων υπάρχω. Εν τη βασιλεία των ουρανών ο δεσπότης πάντων οφείλει να είνε πάντων διάκονος, όπως και ο Υψιστος Δεσπότης κατανάλωσε την ζωήν Του εις τα ταπεινότερα διακονήματα, και ήτο έτοιμος να δώση αυτήν λύτρον αντί πολλών.

Καθώς επροχώρουν προς την Ιεριχώ, το πλήθος των προσκυνητών, εγίνετο επί μάλλον πυκνότερον περί Αυτόν. Έφθασαν κατά την 7 ή 8 του εβραϊκού μηνός Νισάν (Μαρτίου) εις τα περίχωρα της περιωνύμου ταύτης πόλεως, ήτις είνε τανύν άθλιον αραβικόν χωρίον, πλην ήτο τότε ακμαία και πολυάνθρωπος πόλις, κειμένη επί χλοεράς οάσεως, πλουσία μέλιτος και μελισσοβοτάνου και μυροβαλάνου, και αμφιλαφής και δροσοστάλακτος. Πλησίον εκεί που της πόλεως εκάθητο Βαρτίμαιος ο τυφλός, ο υιός του Τιμαίου, επαιτών μετά τινος συντρόφου της δυστυχίας του, και καθώς ήκουσαν τον θόρυβον του πλήθους του διερχομένου, και ερωτήσαντες έμαθον ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται, έκραξαν μεγάλη τη φωνή, «Ιησού, υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς»· Το πλήθος απεδοκίμασε την κραυγήν ταύτην ως αναξίαν της μεγαλειότητος Εκείνου όστις έμελλε τανύν να εισέλθη εις Ιερουσαλήμ ως ο Μεσσίας του έθνους Του. Αλλ' ο Ιησούς ήκουσε την κραυγήν και η καρδία του συνεκινήθη. Εστάθη ακίνητος, και διέταξε να τους καλέσωσι πλησίον Του. Το πλήθος τότε είπε προς τον Βαρτίμαιον: «Θάρσει, έγειραι, φωνεί σε», εκείνος δε απέρριψε τον επενδύτην του, ανεπήδησε, και ωδηγήθη προς τον Ιησούν. «Τι θέλεις ποιήσω σοι;» τον ηρώτησεν ο Σωτήρ «Ραββουνί, ίνα αναβλέψω». «Πορεύου, η πίστις σου σέσωκέ σε». Έψαυσε τους οφθαλμούς αυτού και του συντρόφου του, και με υγιείς οφθαλμούς ηκολούθησαν μετά του πλήθους δοξάζοντες τον Θεόν.

Ήτο αναγκαίον ν' αναπαυθώσιν εν Ιεριχώ πριν εισέλθωσιν εις την βραχώδη και επισφαλή εκείνην φάραγγα, και απετέλει συνεχή ανωφέρειαν έξ ωρών έως της Ιερουσαλήμ, από 600 μέχρι τρισχιλίων ποδών υπεράνω της επιφανείας της Μεσογείου. Αι δύο πλέον ευδιάκριτοι τάξεις της Ιεριχώ ήσαν ιερείς και τελώναι· και επειδή ήτο ιερατική πόλις, ευλόγως έπρεπε να προσδοκάται ότι ο Βασιλεύς, ο υιός του Δαυίδ, ο διάδοχος του Μωυσέως, θα ετύγχανεν υποδοχής εν τη οικία απογόνου τινός του Ααρών. Αλλ' ο τόπος ένθα ο Ιησούς προείλετο να λάβη αναψυχήν απεφασίσθη υπό άλλων περιστάσεων. Υπήρχεν εν τη πόλει ολόκληρον σμήνος τελωνών, οίτινες είχον εγκατασταθή εκεί χάριν της εισπράξεως του φόρου έκ τινος είδους βαλσάμου παραγομένου εν τω τόπω, και προς διακανονισμόν της εισαγωγής και εξαγωγής μεταξύ της ρωμαϊκής επαρχίας και των κτήσεων του Ηρώδου του Αντίπα. Είς εκ τούτων, αρχιτελώνης, ήτο ανήρ ονόματι Ζακχαίος (υποκοριστικόν του «Ζαχαρίας»), διπλασίως μισητός εις τον λαόν, και διότι ήτο Ιουδαίος, και διότι εξετέλει τα χρέη του τόσον πλησίον της Αγίας Πόλεως. Ο άνθρωπος ούτος είχε βαθείαν επιθυμίαν να ίδη με τους οφθαλμούς του ποίος τις ήτο ο Ιησούς· αλλ' επειδή ήτο μικρός το ανάστημα, δεν ηδύνατο εντός του συνωθισμού του πλήθους να τον ίδη. Έτρεξε λοιπόν εμπρός, καθώς ο Ιησούς διήρχετο διά της πόλεως, και ανέβη εις έν δένδρον συκομορέας το οποίον εσκίαζε την οδόν, υπό το δένδρον τούτο ο Ιησούς θα διέβαινε, και ο τελώνης θα είχε καιρόν να ίδη καλώς Εκείνον όστις, μόνος εν τω έθνει Του, ου μόνον δεν εδείκνυε τυφλόν και φανατικόν μίσος κατά της τάξεως των τελωνών, αλλ' είχεν εύρη μεταξύ των τελωνών ακροατάς απλήστους, και είχεν ανυψώσει ένα τούτων εις τάξιν Αποστόλου. Ο Ζακχαίος Τον είδε καθώς επλησίαζε, και πόσον πρέπει να έπαλεν η καρδία του εκ χαράς και ευγνωμοσύνης, όταν ο Μέγας Προφήτης, ο ωμολογημένος Μεσσίας του έθνους του, εστάθη υπό το δένδρον, ανέβλεψε, και καλέσας αυτόν ονομαστί, είπε: «Ζακχαίε, κατάβηθι· σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι». Ο Ζακχαίος έμελλεν ου μόνον να Τον ίδη, αλλ' εκείνος ήθελε να έλθη και να δειπνήση μετ' αυτού, και να μείνη παρ' αυτώ· ο ένδοξος Μεσσίας ξένος του μισητού τελώνου! Μετ' ανυποκρίτου χαράς επήδησεν ο Ζακχαίος από τους κλώνους της συκομορέας, και έδειξε την οδόν εις την οικίαν του. Αλλ' οι γογγυσμοί του πλήθους υπήρξαν βαθείς και ομόθυμοι. Δεν θα ήτο πολύ σεμνοπρεπέστερον δι' Αυτόν να καταλύση είς τινα ιερέως οικίαν, αφού ήσαν τόσοι ιερείς εν Ιερεχώ, όσοι και εν Ιερουσαλήμ, ή εις την οικίαν του τελώνου; Ή αν οι ιερείς ήσαν απεχθείς προς Αυτόν, όπως συνήθως είνε προς πάντα μέγαν προφήτην και αληθή μεταρρυθμιστήν, δεν εξέλεγε τουλάχιστον κανέν ευπόληπτον πρόσωπον διά να Τον φιλοξενήση; Ο Βασιλεύς, εν τω μέσω των περιπαθών οπαδών Του, να καταλύση εις την οικίαν ανθρώπου του οποίου αυτό το επάγγελμα ήτο σύμβολον της εθνικής ταπεινώσεως και της ρωμαϊκής δεσποτείας! Αλλά το ευμενές βλέμμα και το χαριτόβρυτον ρήμα του Ιησού ήξιζον διά τον Ζακχαίον περισσότερον ή όλοι οι μορμυρισμοί και αι ύβρεις του πλήθους. Ο Τελώνης ησθάνθη βαθύτατα την τιμήν την οποίαν του έκαμεν ο Μεσσίας, και εφιλοτιμήθη να φανή, κατά το δυνατόν, άξιος αυτής. Σταθείς δε εν τω μέσω του πλήθους είπεν, ουχί προς αυτούς, οίτινες τον περιεφρόνουν, αλλά προς Εκείνον, όστις είχε συγκαταβή προς αυτόν: «Ιδού, το ήμισυ των αγαθών μου, Κύριε, δίδωμι πτωχοίς, και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Αύτη η μεγάλη θυσία, η δημοσία εξομολόγησις και δημοσία επανόρθωσις εδόθη ως ενέχυρον προς τον Κύριόν του ότι η χάρις Του επί ματαίω δεν έγεινεν. Ούτω η αγάπη ήνοιξε δι' απλής επιψαύσεως τας ογκουμένας εκείνας πηγάς της μετανοίας, τας οποίας η καταφρόνησις θα ετήρει κλειστάς διά πάντοτε! Ουδέν συμβεβηκός της θριαμβευτικής πορείας Του ηδύνατο να δώση εις τον Κύριόν μας βαθυτέραν και αγιωτέραν χαράν. Δεν ήτο η αποστολή Του να ζητήση και να σώση το απολωλός; Τότε είπε: «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω γέγονε, επειδή και ούτος (κατά πνευματικήν έννοιαν) υιός Αβραάμ εστι».

Όπως δείξη αυτοίς πόσον σφαλεραί ήσαν αι προσδοκίαι υφ' ων εξήπτοντο νυν, πόσον πεπλανημέναι, φέρ' ειπείν, ήσαν αι αρχαί καθ' ας αρτίως είχον καταδικάσει αυτόν διότι εδέχθη την φιλοξενίαν του Ζακχαίου, ήρχισεν (ή κατά το δείπνον εν τη οικία του τελώνου, ή πιθανώτερον αφού πάλιν εξεκίνησεν) να τους διηγήται την παραβολήν των Ταλάντων. Δανισθείς συμβάντα τα οποία γνωστά είχε καταστήσει αυτοίς η ιστορία της Ηρωδιανής οικογενείας, διηγήθη πως άρχων τις όστις (καθώς Ηρώδης ο Αρχέλαος) είχεν αποδημήσει εις χώραν μακρινήν όπως λάβη έν βασίλειον, και είχε παραχωρήσει εις έκαστον των δούλων του έν ποσόν χρημάτων όπως το μεταχειρισθώσιν επωφελώς μέχρι της επανόδου Του· οι πολίται τον εμίσουν και έπεμψαν πρεσβείαν κατόπιν του όπως κατορθώσωσι την απόρριψίν του. Αλλά μεθ' όλον τούτο η βασιλεία του επεκυρώθη, και ήλθεν οπίσω διά να τιμωρήση τους εχθρούς του, και ανταμήψη τους δούλους του αναλόγως προς την πίστιν των. Είς άπιστος υπηρέτης, αντί να μεταχειρισθή το τάλαντον το δοθέν αυτώ, το είχε κρύψει, και το επέστρεψε μετ' αδίκου και υβριστικού παραπόνου περί της αυστηρότητος του κυρίου του. Ο άνθρωπος ούτος αφηρέθη το τάλαντον, και τούτο εδόθη εις τον αξιώτερον εκ των καλών και πιστών υπηρετών· ούτοι αντημείφθησαν μεγαλοπρεπώς, ενώ οι αποστατούντες πολίται προσήχθησαν και εσφάγησαν.

