# Ο Βίος του Χριστού

## Part 27

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Δεν ηδύναντο ειμή να είνε θλίψις εις τοιαύτην αναχώρησιν από τοιαύτης σκηνογραφίας. Και όμως το θείον πνεύμα του Ιησού δεν ηδύνατο επί μακρόν να κυριεύηται υπό καταναλισκούσης θλίψεως. «Εν εκείνη τη ώρα ηγαλλιάσατο ο Ιησούς τω πνεύματι». Και είπεν. «Εξομολογούμαι Σοι, Πάτερ, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις· ναι, ο Πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν Σου». Και τότε, εν αυτή τη ώρα της χαρμονής και της εκστάσεως, εξεστόμισε τας τρυφερωτάτας εκείνας λέξεις τας εξενεχθείσας ποτέ εν γλώσση ανθρωπινή, ως πρόσκλησιν του Θεού προς τα τέκνα Του εν τη πασχούση οικογενεία της ανθρωπότητος, «Δεύτε προς Με οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ' υμάς, και μάθετε απ' Εμού ότι πράος ειμι, και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών».

Και αν η αληθής χαρά πρέπει να είνε αυστηρά και αγνή και αμιγής και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού. Τους προέτρεψε δε μάλλον διότι τα ονόματά των ενεγράφησαν εν τοις ουρανοίς.

Προσέτι δε εχάρη τω πνεύματι διότι απορριφθείς υπό των Γραμματέων και Φαρισαίων, ηγαπάτο και ελατρεύετο υπό τελωνών και αμαρτωλών. Οι πτωχοί τους οποίους ευηγγελίζετο, οι τυφλοί ων τους οφθαλμούς είχεν έλθη ν' ανοίξη, οι ασθενείς τους οποίους είχεν έλθει ν' ιατρεύση, οι απολωλότες τους οποίους αποστολήν είχε να ζητήση και να σώση, όλοι ούτοι συνέρρεον μετ' εγκαρδίου ευγνωμοσύνης προς τον Καλόν Ποιμένα, τον Μέγαν Ιατρόν. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, ως συνήθως, εγόγγυζον, αλλά τι τούτο προς τους χαίροντας ακροατάς; Προς τους κοπιώντας και πεφορτισμένους ελάλει εν πάση ποικίλη μορφή ελπίδος, ευλογίας και παραμυθίας. Διά της παραβολής της Πτωχής Χήρας τους εδίδαξε το χρέος της πίστεως και το βέβαιον της αμοιβής εις την άπαυστον και ένθερμον προσευχήν. Διά της παραβολής του αλαζόνος, ευυπολήπτου, νηστεύοντος, ελεούντος, αυτάρκους Φαρισαίου, όστις ανελθών ίνα προσευχηθή εις το Ιερόν, απήλθεν οίκαδε ολιγώτερον δεδικαιωμένος ή ο ταλαίπωρος Τελώνης, όστις μίαν μόνον κραυγήν εξέπεμπεν ενώ ίστατο τύπτων το στήθος και ταπεινών τους οφθαλμούς, τους εδίδαξεν ότι ο Θεός καλλίτερον αγαπά την εν ταπεινώσει μετάνοιαν ή την κομπάζουσαν αγαθοεργίαν, και ότι πνεύμα συντετριμμένον και καρδία τεταπεινωμένη είνε κρείττων θυσία εις τον Θεόν. Ου μόνον δε τούτο, αλλά τους έκαμε να αισθανθώσιν ότι είνε προσφιλείς τω Θεώ, ότι, καίτοι πλανώμενα τέκνα, είνε τέκνα Του. Και διά τούτο εις τας παραβολάς του Απολωλότος προβάτου και της Απολομένης Δραχμής επιπροσέθηκε την του Ασώτου υιού.

Είπον ήδη ολίγα περί της παραβολής ταύτης, αλλά θα μοι συγχωρηθή να προσθέσω ενταύθα ότι, ουδέποτε βεβαίως εν τη ανθρωπίνη γλώσση τοσούτος και τοιούτος θησαυρός, ή μάλλον κόσμος ολόκληρος αγάπης, σοφίας και τρυφερότητος συνεπτύχθη εις τόσον ολίγας αθανάτους λέξεις. Εκάστη γραμμή, εκάστη απόχρωσις της εικόνος είνε έμπλεως υπερφυούς καλλονής. Η τολμηρά και κενόδοξος απαίτησις του πτωχού νέου δι' ό,τι θα ηδύνατο ν' απολαύση εκ της ζωής, η από της πατρώας οικίας αναχώρησις, η εις μακράν χώραν αποδημία, ο βραχύς σπασμός της απολαύσεως εκεί, ο ισχυρός λιμός εν τη χώρα εκείνη, η πρόωρος εξάντλησις παντός ό,τι θα ηδύνατο να καταστήση την ζωήν ευγενή και αγαστήν, η επακολουθήσασα άβυσσος του εξευτελισμού και της πτωχείας, η περιφρονητική ολιγωρία την οποίαν ηναγκάζετο να υποφέρη παρά των πολιτών της χώρας την οποίαν είχε προκρίνει της ιδίας πατρίδος του, το πώς ήλθεν εις εαυτόν και ανελογίσθη παν ό,τι είχεν αφήσει οπίσω του, η επάνοδος η εν συντριβή καρδίας και εν ταπεινώσει και μετανοία, το πώς ο πατήρ του τον είδε μακρόθεν και πώς κατενύγη και ευσπλαγχνίσθη επί τον πτωχόν τούτον άσωτον, η θορυβώδης χαρά της όλης οικίας επ' αυτώ όστις ήτο αγαπητός και απολωλώς και είχεν επανέλθη νυν εις την εστίαν, η άδικος ζηλοτυπία και το ευτελές παράπονον του πρεσβυτέρου υιού, και τέλος η κατακλείς εκείνη της παραβολής, ως εν υψηλή μελωδία:

«Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού ει, και τα εμά πάντα σα εστι. Ευφρανθήναι δε και χαρήνει έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»· όλα ταύτα όντως είνε θεία τις επιτομή της πλάνης του ανθρώπου και της αγάπης του Θεού, οποίαν ουδέ ους ανθρώπου ήκουσέ ποτε αλλαχού. Βάλετε από το έν μέρος της πλάστιγγος όλα όσα ο Κομφύκιος, ο Βούδδας, ο Ζωροάστρης και ο Σωκράτης έγραψαν ή είπαν, βάλετε από το άλλο μέρος μόνην την παραβολήν του Ασώτου, και θα ίδητε πού θα βαρύνη η πλάστιγξ. Η παραβολή αύτη είνε η θεία προσαρμογή εις τας ανάγκας του ανθρώπου.

Ούτως η μεγάλη πορεία επλησίαζε βαθμηδόν εις το τέρμα της. Η φοβερά επισημότης, η σκιά, ούτως ειπείν, της επερχομένης καταδίκης, το υπονοούμενον «πολύ αργά», χαρακτηρίζουσι την αφήγησιν ταύτην ην διετήρησεν ημίν μόνος ο ιερός Λουκάς. Φαίνεται ως ν' ακούωμεν απ' αρχής μέχρι τέλους έν ημιτόνιον της βαθείας εκείνης περιπαθείας την οποίαν είχεν εκφράσει ο Χριστός: «Έχω βάπτισμα βαπτισθήναι· και πώς κωλυθήσομαι έως αν πληρωθή τούτο». Ήτο λύπη δι' όλην την διακοπείσαν ειρήνην και την οργίλην αντίδρασιν την οποίαν το έργον Του θα επροκάλει επί της γης, και το αίσθημα ότι ήτο παρασκευασμένος να βαπτισθή (ήτοι να βυθισθή) εις την εκούσιον αγωνίαν της ήδη εξαναφθείσης φλογός. Και τούτο φαίνεται να εξέπληξε τα πνεύματα όλων των ακουόντων Αυτού. Ούτοι είχον προσδοκίαν, έμφοβον ή χαρμόσυνον κατά την κατάστασιν της ιδίας συνειδήσεώς των, μεγάλου τινός. Νέα τις φανέρωσις, αποκάλυψις διαλογισμών εκ καρδιών ανθρώπων, επέκειτο ήδη. Τέλος οι Φαρισαίοι έλαβον θάρρος να Τον ερωτήσωσι, «Πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού;» Υπήρχεν ανυπομονησία και υλοφροσύγη τις, ίσως και δόσις σαρκασμού, εις το ερώτημα, ωσανεί έλεγον, «Πότε όλον το κήρυγμα και η προπαρασκευή αύτη λαμβάνει πέρας, και ο καιρός της ενεργείας έρχεται;» Η απόκρισίς Του, ως συνήθως, υπεδείκνυεν ότι η άποψίς των ήτο όλως σφαλερά. Η έλευσις της βασιλείας του Θεού δεν ηδύνατο να εξακριβωθή διά της περιέργου εκείνης επισκοπήσεως εις ην επεδίδοντο ούτοι. Ψευδόχριστοι και ψευδοδιδάσκαλοι δυνατόν να έκραζον «ίδε ώδε» και «ίδε εκεί», αλλ' η βασιλεία αύτη ήτο ήδη εν τω μέσω αυτών. Η απάντησις αύτη ήρκει διά τους Φαρισαίους, αλλά προς τους μαθητάς Του προσέθηκε ρήματα εμπερικλείοντα την πληρεστέραν εξήγησιν. Και αυτοί εντελώς δεν κατενόουν ότι η βασιλεία είχεν έλθει ήδη. Οι οφθαλμοί των ητένιζον εις τα εμπρός εν απλήστω προσδοκία ενδόξου τινός μέλλοντος· αλλ' εις το μέλλον, όσον ένδοξον και μονήρης, πόσον άφατος και άρρητος και ανεκλάλητος πρέπει να ήτο η χαρά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, όστις ήλθε ίνα δώση εις πάντας τους αγαπώντας Αυτόν, από του νυν και έως του αιώνος, χαράν ην «ουδείς αίρει απ' αυτών», χαράν ην ο κόσμος ούτε να δώση ούτε ν' αφαιρέση δύναται!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. Τα καθ' οδόν

Αγροικία των Σαμαρειτών. — Το πάθημα των Υιών της Βροντής. — Επιτίμησις του Ιησού. — Πέραν του Ιορδάνου. — Οι Δέκα Λεπροί. — Η αχαριστία. — «Οι δε εννέα πού;»

Οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν την ακριβή οδόν την οποίαν έλαβεν ο Ιησούς ως απήλθε της Γενησαρέτ. Αλλ' επειδή πιθανώς απέφυγε την Ναζαρέτ, με τας βαθέως ευτυχείς και βαθέως θλιβεράς αναμνήσεις της, δυνατόν να διέβη την γέφυραν της μεσημβρινής άκρας της λίμνης, και ούτω να έφθασεν εις την πεδιάδα Εσδραελών, αφού δε διέτρεξε ταύτην, θα έφθασεν εις την σειράν των ορέων την αποτελούσαν το βορεινόν όριον της Σαμαρείας. Παρά τους πρόποδας της πρώτης ανωφερείας τούτων κείται η πολίχνη Εγγανίν, ήτοι Κρήνη Κήπων. Τούτο θα ήτο το πρώτον Σαμαρειτικόν χωρίον εις το οποίον θα έφθασε, κ' εκεί, ως φαίνεται, έστειλε δύο αποστόλους του να ετοιμάσωσι δι' Αυτόν. Κατά τους μεν οι δύο ούτοι ήσαν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οίτινες και θα ησθάνοντο ζωηρότερον την προσβολήν της απορρίψεώς Του. Οι κάτοικοι του χωρίου (οίτινες μέχρι της σήμερον διακρίνονται επί αφιλοξενία, κατά τας μαρτυρίας των περιηγητών) απέσχον να δεχθώσιν Αυτόν. Προηγουμένως, όταν διήλθε διά της Σαμαρείας μεταβαίνων εις τα βόρεια, εύρε τους Σαμαρείτας ου μόνον προθύμους να δεχθώσιν, αλλά φιλοτιμουμένους να παρατείνωσι την παρουσίαν Του παρ' αυτοίς, και απλήστως έχοντας όπως ακούσωσι τους λόγους Του. Αλλά τώρα αι περιστάσεις διέφερον. Πρώτον Αυτός επορεύετο νυν προς την πόλιν την οποίαν εμίσουν και τον Ναόν τον οποίον κατεφρόνουν, και δεύτερον συνοδεύετο, ουχί υπ' ολίγων Αποστόλων, αλλ' υπό μεγάλου πλήθους, οίτινες Τον προέπεμπον ως Προφήτην και Μεσσίαν. Αν το Γαριζίν και όχι η Ιερουσαλήμ ήτο το τέρμα της πορείας Του, το πράγμα πολύ θα διέφερε δι' αυτούς, αλλά τώρα εξήπτετο το μίσος των κατά των Ιουδαίων. Και αν τοιαύτα ήσαν τα αισθήματα του Εγγανίμι, δήλον κατέστη ότι κίνδυνος και ανωφελής προσπάθεια θα ήτο πάσα απόπειρα όπως διέλθη διά του κέντρου της Σαμαρείας. Ο Ιησούς άρα μετέβαλε τον δρόμον Του, και επέστρεψε πάλιν προς την κοιλάδα του Ιορδάνου. Απορριφθείς εν Γαλιλαία· αποκρουσθείς εν Σαμαρεία, άνευ γογγυσμού κατεύθυνε τα βήματά Του προς την Περαίαν.

Αλλ' η βαθεία αποθάρρυνσις η εκ της αρνήσεως ταύτης του να δεχθώσιν Αυτόν ανεμίχθη εις το πνεύμα του Ιακώβου και του Ιωάννου με σφοδράν αγανάκτησιν. Έμπλεοι λοιπόν των ελπίδων της βασιλείας του Μεσσίου, ήτις επίστευον ότι νυν ήτο εις ακμήν ν' ανακηρυχθή, οι δύο αδελφοί επεθύμησαν να ίδωσι μίαν εκδίκησιν εξ ουρανού, όπως ούτω στερεωθή, η πίστις των οπαδών, η αρξαμένη ν' αποθαρρύνεται έκ τοιαύτης αμέσου απωθήσεως. «Κύριε, θέλεις προστάξωμεν του κατελθείν πυρ εξ ουρανού, και καταναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησε;» Τι το άπορον, λέγει ο Άγιος Αμβρόσιος, αν οι Υιοί της Βροντής κεραυνούς επεζήτουν; Και αυτή η φλέγουσα ορμητικότης των εφαίνετο να ευρίσκη δικαιολογίαν ου μόνον εν το παραδείγματι του Ηλιού, αλλ' εν τη συγκυρία ότι το γεγονός εν αυτή τη Σαμαρεία συνέβη. Ήτο άρα αναγκαιότερον προς προσωπικήν υπεράσπισιν ενός Προφήτου ή προς διεκδίκησιν της τιμής του Μεσσίου και των συνοδών Αυτού; Αλλ' ο Ιησούς στραφείς επετίμησεν αυτοίς. Ο ουρανός του Θεού εχρησίμευε δι' άλλα πράγματα ή διά κεραυνούς. «Ουκ οίδατε υμείς, είπε, τίνος πνεύματός εστε.» Δεν είχον κατανοήσει την διαφοράν ήτις εχώριζε το Σινά και το Καρμήλιον όρος από το Θαβώρ και τον Γολγοθάν. Αυτός είχεν έλθη ίνα σώση, ουχί ίνα απολέση· και αν τινές ήκουον τους λόγους Του και δεν επίστευον, Αυτός δεν τους έκρινε. Και ούτω, χωρίς έν ρήμα οργής, απήλθεν εις άλλην κώμην· και αναντιρρήτως, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όστις εν τω μεταξύ είχε γνωρίσει τίνος πνεύματος ήτο, ανεπόλησε τους λόγους τούτους του Χριστού, όταν συναπήλθε μετά του Πέτρου εις Σαμάρειαν, όπως στηρίξη τους προσηλύτους, και απονείμη εις αυτούς το δώρον του Αγίου Πνεύματος.

Ίσως ήτο κατά την περίστασιν ταύτην (διότι βεβαίως ουδεμία ευκαιρία θα ήτο προσφορωτέρα ή η δοθείσα εκ της ταχείας ταύτης και βαναύσου αποπομπής) ότε ο Ιησούς, στραφείς προς τα πλήθη, τα οποία Τον συνώδευον, απήγγειλε προς αυτά την ομιλίαν εν η ενοθέτει αυτά ότι όλοι όσοι θέλουν να γείνωσι μαθηταί Του οφείλουν να έλθωσι προς Αυτόν χωρίς να περιμένουν αμοιβάς επιγείους, αλλά να περιμένουν αποξένωσιν από του κόσμου και εναντίωσιν. Οφείλουν να εγκαταλίπωσιν εν ανάγκη πάντα γήινον δεσμόν, να λάβωσι δε τον σταυρόν και να Τον ακολουθήσωσι. Παράδοξος γλώσσα, της οποίας την πλήρη σημασίαν ύστερον μόνον έμαθον εκείνοι! Καλλίτερον να μη Τον ακολουθήσωσι, παρά να Τον ακολουθήσωσι χωρίς να είνε παρεσκευασμένοι εις την πλήρη θυσίαν των εγκοσμίων. «Ουδείς δύναται Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

Επειδή και η Γαλιλαία και η Σαμάρεια εκλείσθησαν ήδη εις Αυτόν, εξηκολούθησε τον δρόμον Του εις την Πέραν του Ιορδάνου χώραν. Εκεί συγκινητικώτατον γεγονός συνέβη. Εις τα περίχωρα μιας κώμης, θλιβερά, παραπονετική κραυγή έπληξε τα ώτα Του, και αναβλέψας είδε δέκα ανθρώπους λεπρούς, ηνωμένους εν κοινότητι θανασίμου ταλαιπωρίας. Ούτοι ευρίσκοντο μακράν έξω, διότι δεν ετόλμων να πλησιάσωσιν, επειδή η προσέγγισίς των ήτο μίασμα, και ήσαν υπόχρεοι να ειδοποιώσιν όλους τους πλησίον ερχομένους, διά της σπαραξικαρδίου κραυγής. Τ α μ έ, Τ α μ έ! (Ακάθαρτος! ακάθαρτος!) Ενυπήρχέ τι εις τον ζωντανόν εκείνον θάνατον της λεπρότητος, το οποίον πάντοτε φαίνεται ότι εκίνει την καρδίαν του Κυρίου εν ακαρεί εις συμπάθειαν. Και ποτέ τούτο δεν συνέβη ζωηρότερον παρά τώρα. Μόλις ήκουσε την ελεεινήν κραυγήν των, «Ιησού, Διδάσκαλε, σπλαγχνίσθητι εφ' ημάς»» και, χωρίς να σταματήση σχεδόν ή να τους πλησιάση εγγύτερον, έκραξε μεγαλοφώνως προς αυτούς. «Υπάγετε, δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Εκείνοι εγνώριζον την σημασίαν του προστάγματος τούτου, εγνώριζον ότι τους παρήγγελλε να τρέξουν να ζητήσουν από τον ιερέα την αναγνώρισιν της ιάσεώς των, εις πίστωσιν της επανορθώσεώς των εις παν έθος και προνόμιον του ανθρωπίνου βίου. Ήδη εις τον ήχον της κραταιάς εκείνης φωνής, ησθάνθησαν ρεύμα υγιούς ζωής, ανακτηθείσης ρώμης, και καθαρωτέρου αίματος σφύζοντος εις τας φλέβας των και καθώς εβάδιζον ήσαν καθαρισμένοι ήδη.

Φοβερώτατον δεινόν είνε η νόσος εκείνη, και άμετρος ήτο η ευεργεσία η γενομένη υπό του Χριστού εις εκείνους τους πάσχοντας. Θα ενόμιζέ τις ότι ούτοι θα έτρεχον υπερνικώντες παν πρόσκομμα όπως πέσωσιν εις τους πόδας του ιατήρος και Τον ευχαριστήσωσι. Ποία άρα ιδιοτέλεια, ποία Ιουδαϊκή κενοδοξία, ποία ιερατική επέμβασις, ποία νέα και χειροτέρα λέπρα αισχράς αχαριστίας, τους παρεκώλυσεν; Αγνοούμεν. Γνωρίζομεν μόνον ότι εκ δέκα θεραπευθέντων, είς μόνος επέστρεψε, και ούτος Σαμαρείτης. Παρά τα μεθόρια των δύο χωρών είχον συναθροισθή, ως ο αφρός εις τα όρια του κύματος και της άμμου, η αθλιότης αμφοτέρων· αλλ' ενώ οι εννέα Ιουδαίοι υπήρξαν ατίμως αχάριστοι, ο είς, ο Σαμαρείτης, υπέστρεψεν και μεγάλη τη φωνή εδόξασε τον Θεόν, και έπεσε παρά τους πόδας Αυτού, ευχαριστών Αυτώ. Η καρδία του Ιησού, καίτοι εξοικειωθείσα προς την αχαριστίαν, πάλιν συνεκινήθη υπό του καταφώρου τούτου δείγματος. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν, (ηρώτησεν εν οδυνηρά εκπλήξει), οι δε εννέα, πού; Ουχ ευρέθη ο αποδώσων δόξαν τω Θεώ, ειμή ο αλλογενής ούτος;» Ήτο ως να έπιπτον όλαι αι ευεργεσίαι αύται εις βαθύν σιγηλόν τάφον. Η φωνή της ταλαιπωρίας των είχεν εξεγείρει εν ακαρεί την ηχώ του ελέους Του· αλλά η θαυματουργός ευποιία των οικτιρμών Του, καίτοι διαπερώσα αυτήν την φυσικήν ύπαρξίν των, δεν διήγειρεν ευγνωμοσύνην εις τας γηίνους και λεπράς καρδίας των.

Ουχ ήττον ο αλλογενής ούτος δεν επέστρεψεν εις μάτην, ουδέ θα μείνη η σπανία αρετή της ευγνωμοσύνης του αβράβευτος. Όχι το σώμα του μόνον, αλλ' η ψυχή Του έμελλε να καθαρισθή διά των λόγων του Σωτήρος:

«Εγερθείς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. Διδασκαλίαι καθ’ οδόν

Συζητήσεις περί Σαββάτου. — Η Χαμαί Συγκύπτουσα. — Ο υδρωπικός. — Αυτάρκεια των Φαρισαίων. — Έριδες περί πρωτοκαθεδρίας. — Η παραβολή του Δείπνου του Γάμου. — Φιλαργυρία των Φαρισαίων. — Ο Πλούσιος και ο Λάζαρος. — Ο Καλός Σαμαρείτης. — Επάνοδος των Εβδομήκοντα. — Το πτώμα και οι Αετοί.

Και κατά την τελευταίαν ταύτην οδοιπορίαν, ο Κύριος δεν διέφυγε τους ελέγχους, την αντίδρασιν, τας ενστάσεις, ενί λόγω τον Φαρισαϊσμόν των Φαρισαίων και των ομοίων ταυτοίς. Αι περιστάσεις αίτινες τους παρώργιζον εναντίον Του ήσαν αι αυταί οποίαι είχον υπάρξει καθ' όλον το στάδιόν Του — ακριβώς εκείναι, καθ' ας το παράδειγμά Του ήτο υψηλότατον και η διδασκαλία Του ευεργετικωτάτη — τουτέστιν η εκτέλεσις εν Σαββάτω έργων ελέους, και η μετά τελωνών και αμαρτωλών αναστροφή.

Μία των Σαββατικών συζητήσεων συνέβη έν τινι Συναγωγή. Ο Ιησούς φαίνεται ότι σπανίως εισήλθεν εις Συναγωγάς κατά την περίοδον ταύτην. Την ημέραν ταύτην εκάθητο μεταξύ των άλλων εν τη Συναγωγή μία πτωχή γυνή, ήτις επί δεκαοκτώ έτη, ήτο χαμαί συγκύπτουσα, υπό πνεύματος ασθενείας. Η συμπαθής καρδία του Ιησού δεν ηδύνατο να παρίδη την άφωνον επίκλησιν της παρουσίας της. Την εκάλεσε προς Εαυτόν, και ειπών αυτή. «Γύναι, απολέλυσαι από της ασθενείας σου», επέθηκεν επ' αυτήν τας χείρας. Πάραυτα ησθάνθη το θαυματουργόν αποτέλεσμα, και ο κορμός της εδυναμώθη και ανωρθώθη, και ήρχισε να ευχαριστή τω Θεώ.

Αλλ' αι ευχαριστίαι της διεκόπησαν διά της αμαθείας και της αγανακτήσεως του αρχισυναγώγου. Εκεί, προ των οφθαλμών του, και χωρίς να ζητήση την άδειαν αυτού, όστις ήτο ο άρχων της Συναγωγής, μία γυνή, έν μέλος της Συναγωγής του, είχε την αυθάδειαν να θεραπευθή! Οπλισθείς με τα ευνοούμενα ρητά του, και εν πάση τη σοβαρότητι της επισήμου υποκρισίας, εγείρεται και επιτιμά το όλως αθώον πλήθος, λέγων ότι ήτο βεβήλωσις του Σαββάτου το να θεραπεύωνται κατά την ιεράν ταύτην ημέραν, ενώ ηδύναντο πολύ καλά να θεραπεύωνται εν πάση άλλη εκ των έξ ημερών της εβδομάδος! Βεβαίως η επιτίμησίς του ουδέν άλλο ηδύνατο να σημαίνη ειμή ότι, «εάν τις θέλη να σας ιατρεύση εν ημέρα Σαββάτου, οφείλετε ν' αποποιηθήτε τούτο», ή άλλως, «σεις οι ασθενείς μη έρχεσθε εις την Συναγωγήν το Σάββατον, μη τυχόν ευρεθή τις και σας ιατρεύση». Και τας παρατηρήσεις ταύτας δεν έχει ούτε το θάρρος ν' απευθύνη προς τον Ιησούν Αυτόν, ούτε την ειλικρίνειαν ν' απευθύνη προς την πτωχήν θεραπευθείσαν γυναίκα, αλλά τας απευθύνει προς τους πολλούς οίτινες υπήρξαν απλοί θεαταί!

Όλη η σειρά των Ευαγγελίων δεν μας διηγείται άλλο παράδειγμα τόσον αλόγου επεμβάσεως. Και ο πλάγιος και ύπουλος τρόπος του προυκάλεσε την έκφρασιν της αγανακτήσεως του Κυρίου, ειπόντος, «Υ π ο κ ρ ι τ ά!» Ο Ιησούς πολλάκις είχε δείξει εις τους Φαρισαίους του έθνους Του ότι αι σκέψεις των περί του Σαββάτου το υπεβίβαζον από θείου ευεργετήματος εις απαίσιον δουλείαν. Προς τους Ραββίνους της Ιερουσαλήμ είχε δικαιολογήσει Εαυτόν δι' εκκλήσεως εις τον ίδιον χαρακτήρα και την εξουσίαν Του, ως υπεστηρίχθη αύτη διά της τριπλής μαρτυρίας Ιωάννου του Βαπτιστού, των Γραφών, και Αυτού του Πατρός, όστις εμαρτύρει περί Αυτού διά της εξουσίας ην είχε δώσει Αυτώ. Προς τους Φαρισαίους της Γαλιλαίας είχεν αναφέρει τα άμεσα προηγούμενα της Γραφής, ή είχεν απευθύνει έκκλησιν βασιζομένην επί του κοινού αισθήματος και της δυνάμεως της διορατικότητός των. Αλλ' η αμβλυτέρα και ολιγώτερον ησκημένη διάνοια των κατοίκων τούτων της Περαίας χώρας δυνατόν να μη εννόει ή την ουσιώδη αγάπην και ελευθερίαν την οποίαν εμπεριέχει ο δεσμός του Σαββάτου, ή την υπερτέραν εξουσίαν του Χριστού ως Κυρίου του Σαββάτου. Ήτο κανείς εξ αυτών όστις θ' άφηνε την βουν του, ή την όνον του να διψά, και δεν θα την έλυε να υπάγη εις την βρύσιν να την ποτίση εν ημέρα Σαββάτου; Ταύτην δε, θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, την οποίαν είχε δέσει ο Σατανάς επί έτη δεκαοχτώ, δεν έπρεπε να την λύση εν ημέρα Σαββάτου ο των ψυχών και των σωμάτων Ιατρός; Προς το επιχείρημα τούτο του Χριστού ησχύνθησαν οι Αντίπαλοι, και εχάρη ο λαός διά τα έργα του ελέους τα δαψιλευόμενα προς χάριν του.

Θα ηδύναντο ίσως να είπωσιν. Αφού ήτο δεδεμένη επί δεκαοκτώ έτη, βεβαίως θα ημπορούσε να περιμένη μίαν ημέραν περισσότερον. Αλλ' όστις αγαπά τον πλησίον του ως εαυτόν οφείλει μάλλον να είπη: Όχι, ούτε στιγμήν περισσότερον πρέπει να υποφέρη, αφού δύναμαι τώρα να τον βοηθήσω!

Και άλλο συμβεβηκός μνημονεύεται, το οποίον έδωκεν αφορμήν εις συζητήσεις περί του Σαββάτου. Έν των Σαββάτων εκλήθη ο Ιησούς εις την οικίαν άρχοντός τινος των Φαρισαίων. Η πρόσκλησις είνε γείνη και πάλιν εκ φιλοπραγμοσύνης ή εκ κακοβουλίας. Καθ' όλον το γεύμα επετηρείτο υπό εχθρικού και εταστικού πνεύματος. Οι Φαρισαίοι εξετέλουν μετά παραδειγματικής επιμελείας το έργον της θρησκευτικής κατασκοπείας. Μεταξύ των απροσκλήτων επισκεπτών οίτινες, κατά τον ανατολικόν τρόπον, ίσταντο κατά την διάρκειαν του δείπνου και έβλεπον (καθώς μέχρι της σήμερον συμβαίνει) ήτο άνθρωπός τις πάσχων εξ υδρωπικίας. Φαίνεται δε ότι ετοποθετήθη εκεί επίτηδες φαρισαϊκή βουλή ή όπως δοκιμασθή η προθυμία του Χριστού εις το σεβασθήναι τας Σαββατικάς προλήψεις των, ή όπως αποτύχη (!) η θαυματουργική Του δύναμις εις το ιάσασθαι νόσον μάλλον πεπαλαιωμένην και ολιγώτερον ευχείρωτον ή πάσαν άλλην. Αλλ' ο Ιησούς προέλαβε τας πανούργους μηχανορραφίας της φαρισαϊκής πανδαισίας, και ηρώτησεν αυτούς το απλούν ερώτημα:

«Έστι νόμιμον θεραπεύειν εν Σαββάτω;»

Δεν ήθελον να είπωσι Ναι, αλλά δεν ετόλμων να είπωσιν όχι. Η σιωπή των άρα ήτο η πλήρης δικαιολογία Του. Η ερώτησίς Του και η ανικανότης των εις το ν' απαντήσωσι ήτο απόλυτος έκβασις της διαμάχης υπέρ Αυτού. Όθεν έλαβε τον άνθρωπον, τον εθεράπευεε, και τον απέπεμψε.

Και είτα εδανείσθη, ως και άλλοτε, επιχειρήματα εκ της ιδίας πείρας των. «Τις εξ υμών θα έχει υιόν ή και βουν, όστις να εμπέση εις φρέαρ, και θα τον αφήση να πνιγή εν ημέρα Σαββάτου;» Η ευτελής σκευωρία των απέληξε μόνον εις αδέξιον σιωπήν, και δεν ήσαν αρκετά γενναίοι ώστε ν' αναγνωρίσωσι την ήτταν των.

Ο Ιησούς δεν ηξίωσε περισσότερον να ενδιατρέψη επί υποκειμένου το οποίον εις το πνεύμα παντός αδόλου ακροατού είχε διευκρινηθή διά πάντοτε. Έστρεψε δε την προσοχήν των προς άλλα μαθήματα. Ο ύδρωψ της πεφυσιωμένης αυταρεσκείας των ήτο νόσος πολύ πλέον δυσίατος της του πάσχοντος τον οποίον είχον μεταχειρισθή όπως παγιδεύσωσιν Αυτόν. Μόλις το γεύμα ητοιμάσθη, και ηγέρθη μεταξύ της εγκρίτου εταιρείας έρις περί πρωτοκαθεδρίας. Ουδέν δεικνύει τρανώτερον την ουσιώδη κενότητα της Φαρισαϊκής θρησκείας ή η μεγάλη έπαρσις και αλαζονεία της. Ο ραββίνος Συμεών ο Σετάχ, κληθείς ποτε υπό βασιλέως εις δείπνον, εκάθισεν αυθαιρέτως μεταξύ του βασιλέως και της βασιλίσσης, εδικαιολόγησε δε την πράξιν του ειπών ότι γέγραπται εν βίβλω Ιησού υιού Σειράχ, «ύψωσον σοφίαν και υψώσει σε, και καθίσει σε μετά ηγεμόνων».

Ο Ιησούς ήρχισε να τους διδάσκη ότι, εν τη βασιλεία του Θεού, ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται, ο δε υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται. Ακολούθως δε, λαβών αφορμήν έκ τινος παρατηρήσεως ενός των δαιτημόνων, διηγήθη την παραβολήν ταύτην. Βασιλεύς τις είχε στείλη πολλάς προσκλήσεις εις μέγα συμπόσιον, αλλ' όταν ήλθεν η ώρα, εύρε παντού γενικήν άρνησιν. Ο είς είχε το κτήμα του να καλλιεργήση, άλλος ησχολείτο να πωλή και ν' αγοράζη και δεν ηυκαίρει, τρίτος τις είχεν οικιακάς αναπαύσεις και δεν ηδύνατο. Τότε ο βασιλεύς, απορρίψας εν τη οργή του τους ανευλαβείς τούτους σχολαίους κεκλημένους, διέταξε τους δούλους του να υπάγουν εις τας οδούς και τας ρύμας της πόλεως, και να εισαγάγωσι τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς· και όταν τούτο έγινε, και έμενεν ακόμη χώρος, τους έπεμψε να καλέσωσι τους αστέγους αλήτας.

Η εφαρμογή εις όλους τους παρόντας ήτο προφανής. Ο εθνικός και ο τελώνης, η πόρνη και ο αμαρτωλός, ο εργάτης και ο επαίτης, ούτοι όλοι δυνατόν να είνε πολυπληθέστεροι εν τη βασιλεία του Θεού ή ο Γραμματεύς με την κομπορρήμονα μάθησίν του και ο Φαρισαίος με το πλατύ φυλακτήριόν του. «Λέγω γαρ υμίν (προσέθηκεν εν τω ιδίω Αυτού προσώπω, όπως εισαγάγη το ηθικόν νόημα αμεσώτερον εις τας καρδίας των) ότι ουδείς των ανδρών τούτων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου... Πολλοί μεν εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί».

Διδασκαλίαι ως αύται εξηκολούθουν καθ' όλην ταύτην την περίοδον της επιγείου παρουσίας Του. Η αρτίως μνημονευθείσα παραβολή ήτο αποδοκιμασία ου μόνον κατά της αποκλειστικότητος των Φαρισαίων, αλλά κατά της φιλοκοσμίας και της φιλαργυρίας των. Άλλοτε, όταν ο Κύριος εδίδασκε πρωτίστως τους μαθητάς Του, διηγήθη προς αυτούς την παραβολήν του αδίκου οικονόμου, όπως δείξη αυτοίς την ανάγκην της επιμελείας και της πίστεως, της φρονήσεως και της σοφίας, εις το διαχειρίζεσθαι ούτως πως τας υποθέσεις του βίου, ώστε να μη απολέσωσιν ύστερον την κληρονομίαν του αιωνίου πλούτου. Αδύνατον δε ήτο να είνε τις άμα κοσμηκός και πνευματικός, να δουλεύη Θεώ και Μαμμωνά.

Ει και ο Χριστός ωμίλει κυρίως προς τους Αποστόλους, των Φαρισαίων τινές φαίνεται ότι παρίσταντο και Τον ήκουσαν· και είνε χαρακτηριστικόν γεγονός ότι η διδασκαλία αύτη, υπέρ πάσαν άλλην, φαίνεται να εκίνησεν απροκαλύπτους τους χλευασμούς των. Ήρχισαν να φέρωνται προς Αυτόν μετά φανεράς και υβριστικής περιφρονήσεως. Και διατί; Διότι ήσαν Φαρισαίοι, και όμως ηγάπων τα χρήματα. Και «εξεμυκτήριζον Αυτόν», ως λέγει ο ιερός Λουκάς. Δεν είχον αυτοί λύσει το πρόβλημα του να συνδιαλλάξωσι καλώς και τον πρόσκαιρον και τον αιώνιον κόσμον; Τις ηδύνατο ν' αμφιβάλλη περί της εντελούς ασφαλείας των εις το μέλλον; ή και περί της βεβαιότητος ότι θ' αξιωθώσι και εις τον άλλον κόσμον της πρωτοκλισίας και την πρωτοκαθεδρίας την οποίαν επιδίωκον εις τον κόσμον αυτόν; Δεν ήσαν άρα αυτοί ζώντα μαρτύρια του ατόπου της υποθέσεως ότι η αφιλοχρηματία είνε ασυμβίβαστον με την φιλοθεΐαν;

