# Ο Βίος του Χριστού

## Part 19

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Αλλ' απήντησεν εις τους γογγυσμούς, καθώς πάντοτε έπραττε, δι' εντονωτέρας, πληρεστέρας, σαφεστέρας ανακηρύξεως αυτής της αληθείας την οποίαν εκείνοι απέρριπτον. Ούτω είχε πράξει προς τον Νικόδημον· ούτω είχε διδάξει την Σαμαρείτιν· ούτω είχεν απαντήσει εις τους διδασκάλους του Ναού οίτινες τον κατηγόρουν επί αθετήσει του Σαββάτου. Αλλ' ο δειλός Ραββίς και η πλάνης γυνή έδειξαν αρκετήν πίστιν ώστε να εμβλέψωσι βαθύτερον εις τους λόγους Του, και ταπεινώς να ζητήσωσι την έννοιάν των, και ούτω να οδηγηθώσιν εις την αλήθειαν. Ουχ ούτως οι ακροαταί ούτοι. Ο Θεός τους είχεν ελκύσει προς τον Χριστόν, και ούτοι απέρριψαν την δωρεάν Του. Ότε ο Ιησούς υπέμνησεν αυτούς ότι το μάννα δεν ήτο ζωηδότειρα ουσία, επειδή οι πατέρες των είχον φάγη εκ τούτου και απέθανον, αλλ' ότι αυτός ήτο ο άρτος της ζωής, εκ του οποίου όλοι οι εσθίοντες θα ζήσωσιν εις τον αιώνα· και όταν εν εκπληκτικωτέρα ακόμη γλώσση προσέθηκεν, ότι ο άρτος τον οποίον θα έδιδε θα ήτο η σαρξ Αυτού διά την ζωήν του κόσμου, τότε, αντί να ζητήσωσι την βαθείαν έννοιαν των λεγομένων, ηγανάκτων και εμάχοντο ερωτώντες, «Πώς δύναται ούτος δούναι ημίν την σάρκα Αυτού φαγείν;»

Ούτως ήσαν σαρκικοί, και να είνε τις σαρκικός είνε θάνατος. Δεν επεζήτουν την αλήθειαν, και αύτη επί μάλλον αφηρείτο απ' αυτών. «Από του μη έχοντος, και ο έχει αρθήσεται απ' αυτού». Με γλώσσαν ακόμη εμφαντικωτέραν, ο Ιησούς είπεν αυτοίς, «Εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του Ανθρώπου, και πίητε Αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς»· και πάλιν· «Ο εσθίων εκ του άρτου τούτου ζήσεται εις τον αιώνα».

Είνε αβέβαιον αν, αποκαλών Εαυτόν Υιόν του Ανθρώπου, ο Κύριος ενόει Β ε ν Α δ ά μ, ήτοι αντιπρόσωπον της Ανθρωπότητος (καθώς λέγει και ο Παύλος, «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος εξ ουρανού), η Β α ρ Ε ν ώ ς. Το εβραϊκόν Ε ν ώ ς σημαίνει τον άνθρωπον εν τη ασθενεία Του. Πιθανώς ο τίτλος εσήμαινεν εν ταυτώ τον αντιπρόσωπον της Ανθρωπότητος εν τε τη ασθενεία και τη τιμή αυτής.

Αναμφιβόλως οι λόγοι ήσαν δύσκολοι. Ο θάνατος και το πάθος του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και το μυστήριον της Ευχαριστίας Του, εν ώ πνευματικώς και αυτουσίως εσθίομεν Αυτού την σάρκα και πίνομεν Αυτού το αίμα, μας κατέστησεν ικανωτέρους να καταλαμβάνωμεν το νόημα των λόγων Του. Εάν ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου επέχυσε δι' ημάς αφθονώτερον φως επί της εννοίας των λεγομένων Του, ενυπήρχεν όμως εις τα ρήματα αρκετή δόσις σαφήνειας όπως επιλάμψη εις πάντα προσέχοντα ακροατήν η μεγάλη αλήθεια, η συνήθης ήδη προς αυτούς από του Νόμου των, ότι «Ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι Θεού». Οι λόγοι Του, παρατηρεί ο Άγιος Αυγουστίνος, ήσαν τραχείς μόνον εις τους τραχείς, και απίστευτοι μόνον εις τους απίστους. Το μάθημα το οποίον ήθελε να τους διδάξη ήτο τούτο, ότι η αιώνιος ζωή είνε ο Υιός του Θεού. Ηδύναντο να ασπασθώσιν ή ν' απορρίψωσι την αλήθειαν την οποίαν απεκάλυπτεν εις τας συνειδήσεις των, αλλά δεν θα υπήρχε δυνατή δικαιολογία διά την δήθεν ανικανότητά των όπως εννοήσωσι την σημασίαν της.

Υπήρχε διδασκαλία ήτις είνε, και σκοπόν έχει να είνε, ου μόνον παιδαγωγική, αλλά και δοκιμαστική· Τοιούτον υπήρξε το αντικείμενον του λόγου τούτου. Όπως το εννοήσωσιν ορθώς απητείτο αγών, ου μόνον της νοήσεως, αλλά και της βουλήσεως, είχε σκοπόν να θέση τέρμα εις τας ιδιοτελείς και παχυλάς εννοίας και ελπίδας περί εγκοσμίου βασιλείας του Μεσσίου. Όχι δε μόνον το πλήθος και οι άρχοντες, αλλά και οι ίδιοι μαθηταί Του εσκανδαλίσθησαν εκ των λόγων. Και διά τούτο ο Σωτήρ, όταν κατέλιπον την Συναγωγήν και απήλθον κατ' ιδίαν, ελάλησε προς τους μαθητάς Του, και εξήγησεν Αυτοίς ότι, όχι μόνον κατά γράμμα, αλλά κατά πνευματικωτέραν εκδοχήν έπρεπε να εκληφθώσιν οι λόγοι Του. «Το πνεύμα εστι το ζωοποιούν· η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. Τα ρήματα α λαλώ υμίν πνεύμα εστι και ζωή εστι». Διατί άρα εύρον τους λόγους Του τόσον σκληρούς; Λέγει αυτοίς· διότι τινές εξ αυτών δεν επίστευον· διότι, ως είχεν ήδη ειπεί εις τους Ιουδαίους, το πνεύμα της πίστεως είνε δώρημα και χάρις του Θεού, και την δωρεάν ταύτην οι γογγυσταί εκείνοι απέριπτον, και κατά της χάριτος ταύτης εμάχοντο και νυν έτι.

Φαίνεται ότι υπάρχει υπαινιγμός τις προς τον Ιούδαν τον Ισκαριώτην εις τους λόγους τούτους· και είνε πιθανόν ότι, από της στιγμής ταύτης, ότε αι παχυλαί ιδέαι περί κοσμικής βασιλείας του Μεσσίου διεσκεδάσθησαν σκοπίμως υπό του Χριστού, απογοητευθείς ο μέλλων προδότης ήρχισε να τείνη προς την προδοσίαν.

Και από του χρόνου τούτου πολλοί εκ των οπαδών Του εγκατέλιπον τον Ιησούν. Και μεταξύ του πλήθους η ζωή του θα ήτο μοναχικωτέρα από τούδε, επειδή ολιγώτεροι θα υπήρχον οι γνωρίζοντες και αγαπώντες Αυτόν. Με καρδίαν βαθέως τεθλιμμένην, Εκείνος απηύθυνε προς τους Δώδεκα την συγκινητικήν ερώτησιν:

&«Μη και υμείς θέλετε υπάγειν;»&

Τότε η καρδία του Σίμωνος Πέτρου ενθέρμως ωμίλησε και δι' όλους τους λοιπούς. «Κύριε, έκραξε, προς τινα πορευσόμεθα; &Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις.& Και εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν ότι Συ ει ο Άγιος του Θεού».

Ήτο μεγάλη ομολογία, αλλά κατά την πικράν εκείνην στιγμήν η καρδία του Ιησού ήτο βαρέως τεθλιμμένη, και μόνον απήντησεν: «Ουχ υμάς τους δώδεκα εξελεξάμην, και είς εν υμίν διάβολος;»

Η έκφρασις ήτο τρομερός ισχυρά, καίτοι δε ύστερον εγνώσθη ότι ενόει τον Ιούδαν, αμφίβολον είνε αν τότε εγίνωσκόν τινες τούτο, εκτός αυτού του προδότου.

Πολλοί ψευδείς και κίβδηλοι μαθηταί Τον εγκατέλιπον. Μήτοι αι λέξεις αύται είχον ευμενή σκοπόν να δώσωσιν αφορμήν εις την σκληράν ψυχήν του Ισκαριώτου, ώστε πριν βυθισθή εις βαθυτέραν ενοχήν, να Τον εγκαταλίπη; Εάν ούτως έχη, η νουθεσία απερρίφθη. Εν θανασίμω αμαρτία εναντίον της ιδίας συνειδήσεώς του, ο Ιούδας επέμενε να επισωρεύση δι' εαυτόν οργήν, «εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως του δικαίου κρίματος του Θεού».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'. Η λύσσα των εχθρών του Χριστού

«Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — «Φάγος και οινοπότης». — «Οι μαθηταί σου ου νηστεύουσι». — «Μετά τελωνών και αμαρτωλών». — «Έλεον και ου θυσίαν». — Ο Άσωτος υιός. — Διατί αθετεί το Σάββατον; — Οι στάχυς των σπορίμων. — Η διαγωγή του Δαυίδ — «Ει έξεστιν αγαθοποιείν εν Σαββάτω». — Αι άνιπτοι χείρες. — «Ου τα εισερχόμενα αλλά τα εξερχόμενα».

Καίτοι ο λόγος τον οποίον αρτίως διεξήλθομεν απετέλεσε σημαντικήν περίοδον εις το κήρυγμα του Κυρίου, και από τούδε εις το εξής τα νέφη σωρεύονται πυκνότερα εναντίον Του, δεν πρέπει όμως να υποτεθή ότι αύτη ήτο η πρώτη φορά, και εν Γαλιλαία ακόμη, καθ' ην η έχθρα κατά του προσώπου Του και της διδασκαλίας Του φανερά ανεπτύχθη.

Πρώτον, τα πρωιμώτερα ίχνη της αμφιβολίας και αστοργίας επήγασαν από την έκφρασιν την οποίαν πολλάκις μετεχειρίσθη; «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Τας λέξεις ταύτας απηύθυνε προς την γυναίκα την αμαρτωλόν και προς τον παράλυτον. Και κατά τας δύο περιστάσεις η εκφώνησις αύτη διήγειρεν έκπληξιν και αποδοκιμασίαν. Εις την οικίαν του Σίμωνος, όπου θαύμα δεν συνέβη, ο Ιησούς αντικατέστησε την φράσιν δι' άλλης. Αλλά κατά την ίασιν του παραλυτικού, φανερός γογγυσμός ηγέρθη μεταξύ των Γραμματέων και Φαρισαίων, κ' εκεί αποκαλύψας πλειότερον εκ του αληθούς μεγαλείου Του, ο Ιησούς, διά της δυνάμεως του ποιείν θαύματα, διεξεδίκασε το δικαίωμά Του όπως συγχωρή αμαρτίας.

Το επιχείρημα ήτο αναντίρρητον, διότι ου μόνον η κρατούσα δοξασία εσχέτιζε πάσαν ασθένειαν μετά της αμαρτίας, αλλά και γενικώς υπεστηρίζετο υπό των ραββίνων ότι «ουδείς άνθρωπος θεραπεύεται από της ασθενείας του μέχρις ου όλαι αι αμαρτίαι Του συγχωρηθώσιν. Ήτο άρα εν πλήρει συμφωνία με τας δοξασίας των ότι Εκείνος όστις διά «της ιδίας εξουσίας Του ηδύνατο να ιατρεύη ασθενείας, ηδύνατο προσέτι διά της ιδίας εξουσίας Του ν' απαγγέλλη την άφεσιν. Είνε αληθές ότι εδυσκολεύοντο να εννοήσουν ή ίασιν ή συγχώρησιν μεταδιδομένην διά τοιούτων ανωμάλων μέσων, και άνευ των παραφέρνων των θυσιών και των ιερατικών επεμβάσεων. Αλλ' όμως παρά πάντα ταύτα έμενε το γεγονός ότι αι ιάσεις πράγματι ετελούντο, και ενώπιον χιλιάδων μαρτύρων. Ησθάνθησαν άρα ότι το έδαφος τούτο της αντιδράσεως ήτο αστήρικτον, και σιωπηλώς εγκατελείφθη. Το να λέγωσιν ότι υπήρχε «βλασφημία» εις τας εκφράσεις Του θα εχρησίμευε μόνον εις το ν' αναδείξη εν μείζονι λαμπρότητι το ότι υπήρχε θαύμα εις τας πράξεις του.

Δεύτερον, η κατηγορία ότι ήτο «φάγος και οινοπότης», η διατηρηθείσα ημίν διά της μνείας Αυτού του Κυρίου, ήτο λίαν καταφώρως ψευδής ώστε να μη αρκή να εξεγείρη πρόληψιν εναντίον Εκείνου όστις, ει και δεν ησπάσθη τον ασκητικόν βίον του Ιωάννου, έζησεν όμως εν άκρα λιτότητι, και απλώς έπραττεν ό,τι και οι λεπτολογώτατοι των Φαρισαίων, δεχόμενος προσκλήσεις εις δείπνα, όπου συνεχώς εύρισκε νέας ευκαιρίας όπως διδάσκη και αγαθοποιή. Η συκοφαντία πράγματι ανετράπη όταν ο Σωτήρ έδειξεν ότι η γενεά εκείνη ήτο ομοία με παιδάρια ιδιότροπα και διεστραμένα, τα οποία εις τίποτε δεν ηδύναντο να ευχαριστηθώσι, αφού κατηγόρουν τον Ιησούν επί ακρασία, διότι δεν απέφυγεν έν αβλαβές γεύμα, και τον Ιωάννην επί κατοχή δαιμονίου, διότι αντετάχθη κατά της κοινωνικής διαφθοράς του αιώνος.

Τρίτον, και εις την ένστασιν, «Διατί οι μαθηταί σου ου νηστεύουσι;» δεν φαίνεται να επέμειναν πολύ. Ο Ιησούς είχε δείξει το παράδειγμα της εγκρατείας διά της τεσσαρακονθημένου νηστείας, και πάντοτε διά των έργων και της διδασκαλίας Του υπέδειξεν ότι «Ουκ έστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και άσκησις συν αγιασμώ».

Τέταρτον, μεγαλητέραν αντίδρασιν εκίνησεν η υπό του Χριστού εκλογή του Ματθαίου ως ενός των Αποστόλων, και η ανοχή ην πάντοτε έδειξε προς τους τελώνας και αμαρτωλούς. Πας λεπτολόγος Ιουδαίος εθεώρει ως επικατάρατον το πλήθος του έθνους του, το μη γνωρίζων τον Νόμον. «Ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον Νόμον επικατάρατοί εισι». Και καθώς πας Ιουδαίος εθεώρει τον εθνικόν κόσμον μεθ' υπερτάτης περιφρονήσεως, ούτω και η φατρία των άγαν ζηλωτών εθεώρουν τους αμελεστέρους αδελφούς των ως όντας ολίγον τι καλλιτέρους των εθνικών. Και όμως ιδού Άνθρωπος όστις ανεμιγνύετο ελευθέρως και οικείως μετά των τελωνών και αμαρτωλών! Το δε χείριστον, υπέφερεν ώστε γυναίκες από τας οποίας είχεν εκβάλη επτά δαιμόνια, να Τον συνοδεύωσιν εις τας οδοιπορίας Του, και πόρναι να λούωσι τους πόδας Του με δάκρυα! Πόσον διάφορος των Φαρισαίων, οίτινες ισχυρίζοντο ότι υπήρχε μολυσμός εις την απλήν αφήν εκείνων οι οποίοι είχον αυτοί απλώς θιχθή υπό του βεβήλου όχλου, είχον δε διατυπώσει ως κανόνα ότι ουδείς ώφειλε να δεχθή ξένον εις την οικίαν του αν απλώς τον υπώπτευεν ως αμαρτωλόν!

Εν αρχή του κηρύγματός Του ο Ιησούς, μετά τρυφεράς ειρωνείας, είχεν απαντήσει εις την κατηγορίαν, μνημονεύσας την βαθείαν εκείνην έκφρασιν του Ωσηέ, όταν τους έστειλε να υπάγουν να μάθουν το τι σημαίνει: «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Είπε προσέτι αυτοίς, «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ' οι κακώς έχοντες». Κατά τας οψιμωτέρας ημέρας Του, όταν επορεύετο εις Ιεροσόλυμα, οι εχθροί εκείνοι και πάλιν «διεγόγγυζον» λέγοντες «Ούτος ο άνθρωπος μετά αμαρτωλών εσθίει και πίνει». Τότε ο Ιησούς απήντησε και εδικαιολόγησε τους τρόπους Του, και σαφέστερον απεκάλυψε το έλεος την αγάπην του Θεού προς τους μετανοούντας. Τούτο δε έπραξε διά των τριών ωραιοτάτων παραβολών του Απολωλότος Προβάτου, της Απολεσθείσης Δραχμής, και, προ πάντων, της του Ασώτου Υιού. Ληφθείσαι εκ των απλουστάτων στοιχείων της καθημερινής πείρας, αι παραβολαί αύται, και η τελευταία μάλιστα, αναδείκνυον, εις ανιούσαν κλίμακα τρυφερότητος, τα βαθύτατα μυστήρια της θείας συμπαθείας, την χαράν την γινομένην εν τω ουρανώ, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι.

Εις το απολωλός βλέπομεν τον μωρόν και ανάλγητον αμαρτωλόν. Εις απολομένην δραχμήν, τον αμαρτωλόν τον φέροντα το αποτύπωμα της θείας εικόνος, αλλά κείμενον απολωλότα, άχρηστον και αγνοούντα την ιδίαν αξίαν του. Εις τον άσωτον υιόν, βλέπομεν τον αμαρτωλόν τον εν γνώσει και συνειδήσει.

Πού αλλού, εις όλην την βιβλιοθήκην της ανθρωπίνης φιλολογίας, δύναται να ευρεθή τι τόσον εκλάμπρως γλαφυρόν, τόσον φαεινώς διαυγές, τόσον ανάπλεων απείρου τρυφερότητος· τόσον πιστόν εις την εικόνα την οποίαν παρέχει των συνεπειών της αμαρτίας, και όμως τόσον πλήρες ελέους εις την ελπίδα την οποίαν εμπνέει προς διόρθωσιν και επιστροφήν, όσον η μικρά αύτη διήγησις; Πώς συνοψίζει τας παραμυθίας της θρησκείας και τας κακοπαθείας του βίου! Πάσα αμαρτία και τιμωρία, πάσα μετάνοια και συγγνώμη, ως άριστα διαγράφονται διά των ολίγων τούτων λέξεων. Αι ριζικαί διαφοραί ιδιοσυγκρασίας και κλίσεως, αίτινες χωρίζουσι τας διαφόρους τάξεις των ανθρώπων, η νόθος ανεξαρτησία ανησύχου ελευθέρας θελήσεως, η προτίμησις των απολαύσεων του παρόντος υπέρ τας ελπίδας του μέλλοντος, η πόρρω περιπλάνησις από της καθαράς και ειρηνικής χώρας, ήτις είνε αυτή η εστία μας, όπως εκπέση ο υιός εκείνος εις παν πάθος το οποίον σκορπίζει και φθείρει τα σπανιώτατα δώρα της ζωής, η βραχεία εξακολούθησις των αγρίων εκείνων σπασμών της απηγορευμένης ηδονής, η δάκνουσα πείνα, η φλέγουσα δίψα, η απεγνωσμένη δουλεία, η ανέκφραστος και ασυμπαθής κατάπτωσις ήτις αφεύκτως θα επακολουθήση, πού εζωγραφήθησαν όλα ταύτα τα μυριάκις επαναληφθέντα γνωρίσματα της αμαρτίας και της λύπης, αν και εδώ ζωγραφούνται με ολίγας γραμμάς μόνον, υπό αβροτέρας και αληθεστέρας χειρός; Απαραμίλλως εικονίζονται εις την εικόνα του άφρονος εκείνου υιού απαιτούντος προώρως την μερίδαν την οποίαν απαιτεί από τα αγαθά του πατρός του· αποδημούντος εις χώραν μακράν σπαταλούντος την ουσίαν του δι' ασώτου βίου· υποφέροντος εξ ενδείας εν τω ισχυρώ λιμώ· ηναγκασμένου να εκπέση εις την ατιμίαν του βόσκειν χοίρους και ποθούντος να γεμίση την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι. (Σημειωτέον ότι οι Εβραίοι είχον τόσην αποστροφήν εις τους χοίρους, ώστε ούτε τους ωνόμαζον, αλλά δι' ευφημισμού τους εκάλουν δ α β ά ρ α κ χ έ ρ, ήτοι, «άλλο πράγμα».) Και ύστερον πώς ήλθεν εις τον εαυτόν του, πώς ενθυμήθη τους μισθίας του πατρός του, οίτινες επερίσσευον άρτων, και αυτός απέθνησκε της πείνης, πώς επέστρεψεν οίκαδε, πώς εξωμολογήθη εν αγωνία και συντριβή — όλη αύτη η ασύγκριτος κλίμαξ ήτις, ως φωνή εξ ουρανού, τόσας εκατοντάδας μυριάδων καρδιών εκίνησεν εις μετάνοιαν και δάκρυα.

«Και εγερθείς επορεύθη προς τον πατέρα αυτού. Έτι δε αυτού πόρρω απέχοντος, ο πατήρ είδε και εσπλαγχνίσθη επ' αυτόν, και δραμών έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν! Είπε δε αυτώ ο υιός, Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ τοις οικέταις. Ενέγκατε την στολήν την καλήν και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον επί την δεξιάν αυτού και πέδιλα εις τους πόδας· και θύσαντες τον μόσχον τον σιτευτόν φαγόντες ευφρανθώμεν· ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».

Και εκ πρώτης όψεως ήθελε φανή ότι εδώ έμελλε να τελειώση η παραβολή ως εν μουσική αγγελικής κινύρας. Και εδώ θα ετελείωνεν αν το μυστήριον της ανθρωπίνης κακίας ήτο άλλο παρ' ό,τι είνε. Αλλά το συμπέρασμα της σχετίζεται αμεσώτερον προς τας περιστάσεις αίτινες την προυκάλεσαν. Οι οργίλοι γογγυσμοί των Φαρισαίων και Γραμματέων είχον δείξει εις πόσην άγνοιαν διετέλουν, εν τη πωρώσει και τη υπερηφανία της καρδίας των, ότι, εις το όμμα του Θεού, το δάκρυ ενός αληθώς μετανοούντος αμαρτωλού είνε αμετρήτως πολυτιμότερον ή η άστοργος τυπικότης χιλίων Φαρισαίων. Ολίγον υπώπτευον ότι η μετάνοια δύναται να φέρη την πόρνην και τον τελώνην εις στενωτέραν προς τον Δημιουργόν των ή η πολύπονος επιτήδευσις μυρίων φορτικών και σεβασμίων υποκρισιών. Και διά τούτο ο Ιησούς προσέθηκε πως ο υιός, ο πρωτότοκος υιός εισήλθε, και ηγανάκτησε προς τον θόρυβον της χαράς, και ωργίσθη επί τη προθύμω εκείνη συγγνώμη, και εμέμφθη την φιλόστοργον καρδίαν του πατρός, και εξετραγώδησε τας αμαρτίας του αδελφού του, και έδειξεν όλην την ανελεημοκακίαν καρδίας ήτις είχεν εκλάβη την ευπρέπειαν την εξωτερικήν ως ιερόν έρωτα.

Ψυχολογικαί και δραματικώταται είνε αι εκφράσεις του πρωτοτύπου, του κατά Λουκάν. Εκείνο το ι δ ο ύ, με το οποίον αρχίζει ο πρωτότοκος την αποστροφήν του· το «εγώ τοσαύτα έτη δουλεύω», «εμοί ουκ έδωκας ερίφιον», το «ούτος ο υιός σου» (αντί να είπη ο α δ ε λ φ ό ς μ ο υ), το «ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών», δεν αποδίδονται ευκόλως εις ουδεμίαν των νεωτέρων γλωσσών.

Όταν αναγινώσκωμεν την διήγησιν ταύτην, και μελετώμεν όλα όσα εμπερικλείει — τον άσωτον βίον και την μετάνοιαν του νεωτέρου υιού, εν αντιθέσει προς την πεπωρωμένην κακοβουλίαν και τον φθόνον του πρεσβυτέρου — δυνάμεθα από καρδίας να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν, ότι εκείνος, ο εξάγων καλόν εκ του πονηρού, μέλι εκ του φονευμένου λέοντος και ύδωρ εκ της ακροτόμου πέτρας, ηδύνατο και εκ του υλικού τούτου ν' αντλήση την θειοτάτην έκφρασιν πάσης αποκαλύψεως την παραβολήν του Ασώτου Υιού.

Η σχέσις του Ιησού προς τους Τελώνας και αμαρτωλούς εξηγήθη ούτω, καθώς και ο πλήρης ανταγωνισμός μεταξύ του πνεύματος Αυτού κ' εκείνης της πεφυσιωμένης θρησκοληψίας ήτις είνε η παραποίησις του αληθούς θρησκεύματος. Ο Ιουδαϊσμός των ημερών εκείνων υποκαθιστά κενούς τύπους και ανοήτους τελετάς αντί αληθούς ευθύτητος· υπελάμβανε την ανελεήμονα αποκλειστικότητα ως γνησίαν ευσέβειαν. Ήτο τόσον βαθέως υποκριτικός, ώστε να μη αναγνωρίζη την ιδίαν υποκρισίαν του. Ευχαριστεί τον Θεόν διά τας κακίας του τας οποίας ενόμιζεν ως αρετάς, κ' εφαντάζετο ότι Εκείνος θα ηρέσκετο εις λατρείαν εν ή ούτε ταπείνωσις υπήρχεν, ούτε αλήθεια, ούτε ευορκία, ούτε αγάπη. Εκείνοι οίτινες εφρόνουν ότι ήσαν τόσον πλούσιοι και ευθηνούντες εν αγαθοίς, ώφειλον να μάθωσιν ότι ήσαν ελεεινοί και τρισάθλιοι και τυφλοί και γυμνοί. Τα πρόβατα εκείνα, τα οποία εφαντάζοντο ότι δεν είχον πλανηθή, ώφειλον να εννοήσωσιν ότι το δύστηνον απολωλός πρόβατον θα ηδύνατο να προσαχθή εις την μάνδραν επί των ώμων του Ποιμένος του Καλού, μετά βαθυτέρας ακόμη φιλοστοργίας. Εκείνοι οι υιοί οι πρωτότοκοι είχον να μάθωσιν ότι το πνεύμα του Πατρός των ήτο τούτο, το συμπέρασμα της δεσποτικής παραβολής: «Ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο α δ ε λ φ ό ς σ ο υ ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.»

Αλλ' όσον και ήτο καταφανές ότι το πνεύμα του Χριστού και το πνεύμα του Φαρισαίου αντέκειντο αδιαλλάκτως προς άλληλα, μέχρι τούδε οι εχθροί του Χριστού δεν ηδυνήθησαν να βλάψωσι την επίδρασίν Του ή να περιστείλωσι το έργον Του. Το να συγχωρή, διά του αυτού λόγου όστις ιάτρευε τας νόσους, τας αμαρτίας εξ ων επίστευον ότι όλαι αι νόσοι προέρχονται, το να συμμετέχη κοινωνικών εορτών, το να αναστρέφηται μετά τελωνών και αμαρτωλών, όλα ταύτα δεν ηδύναντο να ερμηνευθώσιν ως παραβάσεις του Νόμου. Αλλά μία βαρυτέρα κατηγορία, επιμονώτερον επαναλαμβανομένη, σφοδρότερον υποστηριζομένη, υπελείπετο, η κατηγορία ότι παρέβαινε τους νόμους του Μωυσέως διά της μη τηρήσεως του Σαββάτου. Τούτο επροξένησε κατάπληξιν, αδημονίαν, μανίαν, δίψαν εκδικήσεως, ήτις κατεδίωζε τον Χριστόν μέχρι του σταυρού. Διότι το Σάββατον ήτο θεσμός όχι μόνον μωσαϊκός αλλ' αρχέτυπος, και κατέστη το μάλλον διακριτικόν και το μάλλον εμπαθώς τηρούμενον εξ όλων των δογμάτων, τα οποία εχώριζον τους Ιουδαίους από των εθνικών ως ιδιαίτερον λαόν. Ήτο ενταυτώ το σημείον των αποκλειστικών προνομίων των και το κέντρον της αγόνου τυπολατρείας των. Όχι μόνον ετηρείτο εν τω ουρανώ, πριν υπάρξωσιν άνθρωποι, αλλ' ο λαός του Ισραήλ δι' αυτό έγεινε, λέγει το Ταλμούδ, διά να τηρή το Σάββατον. Μήπως δεν τηρείται θαυμασίως και υπ' αυτού του Σαββατιαίου λεγομένου ποταμού της Αγίας Πόλεως; Εσεμνύνοντο διότι επροτίμησαν να χάσουν μάχας, να κατακοπώσιν υπό των εχθρών των, ν' αφίσωσιν την Ιερουσαλήμ κινδυνεύουσαν, όπως μη λύσωσι το Σάββατον. Κατά τον άγαν σχολαστικόν ραββίνον Σαμμαΐ ουδείς εν Σαββάτω ώφειλε να βοηθήση τον ασθενή ή να παρηγορήση τον τεθλιμμένον. Και αυτή η διατήρησις της ζωής ήτο παράβασις του Σαββάτου. Το Σάββατον ώφειλον και οι πτωχοί να εστιώνται τρις, αλλά χωρίς ν' ανάπτωσι πυρ μήτε να μαγειρεύωσιν. Αφ' ετέρου το να φονεύση τις κώνωπα είνε το αυτό ως να φονεύση κάμηλον. Και η Μεγάλη Συναγωγή εξέδωκε τριακονταεννέα διατάξεις και απειραρίθμους παραδιατάξεις όσον αφορά την τήρησιν του Σαββάτου. «Δεν πρέπει εν Σαββάτω να διαβαίνης ποταμόν επί καλοβάθρων, διότι πράγματι φέρεις τα καλόβαθρα. Γυνή δεν πρέπει να φέρη ταινίας εν Σαββάτω, εκτός αν είνε ερραμέναι εις την εσθήτα της. Αν έχη τις ψευδείς οδόντας δεν πρέπει να τους φέρει εν Σαββάτω. Άνθρωπος πάσχων εξ οδονταλγίας δεν πρέπει να πλύνη το στόμμα του με όξος, αλλά να το κρατή εις το στόμα του και να το καταπίνη. Δύο γράμματα της αλφαβήτου δεν πρέπει να γράψη τις. Ο ασθενής δεν πρέπει να στείλη να ζητήση ιατρόν εν Σαββάτω. Ράπτης δεν πρέπει να εξέλθη με την βελόνην του την νύκτα της Παρασκευής, μήπως την λησμονήση επάνω του, και ούτω λύση το Σάββατον φέρων την βελόνην. Αλέκτωρ δεν πρέπει να φέρη ταινίαν περί το σκέλος του εν ημέρα Σαββάτου, κτλ κτλ.

Και όμως, ιδού Άνθρωπος αξιών ότι είνε προφήτης, και περισσότερον προφήτου, όστις εσκεμμένως έθετεν εκποδών, καθώς εφαίνετο αυτοίς, την προαιώνιον αγιότητα της ημέρας ταύτης των ημερών! Και ο προσεκτικός αναγνώστης των Ευαγγελίων θα εκπλαγή βλέπων οπόση μερίς της έχθρας την οποίαν ο Κύριος ημών προεκάλει, ου μόνον εν Ιερουσαλήμ, αλλά και εν Γαλιλαία και τη πέραν του Ιορδάνου χώρα, περί μόνον το κεφάλαιον τούτο εστρέφετο. Επτά ιάσεις εν Σαββάτω ιστορούνται, και άλλαι μνημονεύονται, εν τοις Ευαγγελίοις.

