# Ο Βίος του Χριστού

## Part 17

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Ο ασθενής απεκρίθη: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω ίνα, όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει και λαμβάνει την ίασιν».

Ο Ιησούς τότε είπεν αυτώ:

— «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον και περιπάτει».

Τούτο επροφέρθη με τόνον εις ον ουδείς και ουδέν ηδύνατο να παρακούση. Ο τρόπος του Λαλούντος, η φωνή Του, η εντολή Του, εδόνησαν ως ηλεκτρικός σπινθήρ όλον το σώμα του παραλυτικού, το εξησθενημένον διά πολλών κακοπαθειών και αμαρτιών. Μετά τριακονταοκτώ έτη καταπτώσεως, ο άνθρωπος εν ακαρεί ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατόν του, και ήρχισε να περιπατή. Εν χαρμοσύνω εκπλήξει εκύτταξε κύκλω διά να ίδη και ευχαριστήση τον άγνωστον ευεργέτην του· αλλά το πλήθος ήτο πυκνόν, και ο Ιησούς θέλων να διαφύγη την ανωφελή έξαψιν της περιεργείας, ήτις τον εθεώρει ως θαυματουργόν μόνον, έφυγεν απαρατήρητος, «εξένευσεν, όχλου όντος».

Και όμως πολλά ζηλότυπα όμματα ερρίφθησαν τάχιστα επί του ανθρώπου. Όσον η εσωτερική δύναμις μιας θρησκείας είνε νεκρά, τόσω μεγαλειτέρα σπουδαιότης αποδίδεται εις τους εξωτερικούς τύπους της. Προσκόλλησις εις τους τύπους και αδιαφορία, σχολαστική λεπτολογία και απόλυτος απιστία, είνε συσχετικά, και πάντοτε ακμάζουσιν εκ παραλλήλου. Ούτω συνέβαινεν ως προς τον Ιουδαϊσμόν εις τας ημέρας του Χριστού. Ο ζων ενθουσιασμός του ήχε σβύσει· η υψηλή πίστις είχεν εκπέσει· οι προφήται είχον παύσει να προφητεύουν· οι ποιηταί είχον παύσει να ψάλλουν· οι ιερείς δεν ενεδύοντο πλέον δικαιοσύνην· οι όσιοί του ήσαν σπάνιοι. Η αξίνη έκειτο προς την ρίζαν του δένδρου, και ο οπός του εχρησίμευε μόνον να τρέφη μυκητοειδή παραφυάδα τελετών και παραδόσεων.

Και ούτω συνέβη η τήρησις του Σαββάτου, ήτις σκοπόν είχε να εξασφαλίση διά τους κεκμηκότας ανθρώπους ανάπαυσιν πλήρη αγάπης και ευσπλαγχνίας, είχε, καταστή εθνικόν ξόανον, γυμνόν έθιμον περιβεβλημένον με ματαίους και ανοήτους περιορισμούς. Σήμερον ακόμη, οι Εβραίοι της Γερμανίας, φέρ' ειπείν, το έχουσιν ως αμαρτίαν να κρατώσι ράβδον εν ημέρα Σαββάτου. (6)

Όταν μία θρησκεία εκπέση εις δεισιδαιμονίαν, χωρίς να έχη χάσει την πολιτικήν της ισχύν, τότε γίνεται τυραννικωτέρα και πλέον φιλύποπτος εις την καταδίωξιν και την ιχνηλασίαν της αιρέσεως. Τον θεραπευθέντα παραλυτικόν τάχιστα περιεκύκλωσε πλήθος εξεταστών. Τον εκύτταζον μετ' εκπλήξεως και αγανακτήσεως.

«Είνε Σάββατον δεν είνε νόμιμον να σηκώνης τον κράββατόν σου».

Ιδού μία επ' αυτοφώρω παράβασις του Νόμου των! Μήπως είς άνθρωπος κατά τας περιπλανήσεις εις την έρημον δεν ελιθοβολήθη διότι συνέλεγε ράβδους εν Σαββάτω; Μήπως ο προφήτης Ιερεμίας δεν είπε ρητώς: «Προσέχετε εαυτοίς, και μη βαστάζετε φορτίον εν Σαββάτω;»

Ναι, αλλά διατί; Διότι το Σάββατον ήτο διάταξις φιλάνθρωπος, σκοπόν έχουσα να σώση τους εργάτας και τους καταπιεζομένους από βίον ακαταπαύστου εργασίας· διότι ήτο ουσιώδες να σωθώσιν οι γεωργοί από την υπέρογκον εργασίαν, ήτις θ' απητείτο επ' αυτών εν έθνει κατατρυχομένω από το βαρύ αμάρτημα της πλεονεξίας· διότι η εξαίρεσις μιας ημέρας εκ των επτά προς ιεράν ανάπαυσιν ήτο απείρου αξίας διά τον πνευματικόν βίον καθόλου. Αύτη ήτο η έννοια της Τετάρτης Εντολής. Κατά ποίαν έννοιαν παρεβιάζετο αύτη αν είς άνθρωπος διά θαύματος ήθελε να φέρη οίκαδε το κλινίδιον, το οποίον ήτο ίσως το μόνον πράγμα το οποίον εκέκτητο; Ότι ο άνθρωπος πράγματι παρεβίαζεν ήτο όχι ο νόμος του Θεού, αλλά τα ελεεινά συμπεράσματα της τετριμμένης λεπτολογίας των, της παγεράς παραδόσεώς των, ήτις σοβαρώς είχεν αποφανθή ότι το Σάββατον υποδήματα με καρφία δεν έπρεπε να φορή τις, επειδή ήσαν βάρος, αλλ' υποδήματα χωρίς καρφία, και ότι είς άνθρωπος ηδύνατο να φέρη ένα άρτον, αλλ' ότι δύο άνθρωποι δεν έπρεπεν ομού να τον κρατώσι, και ούτω καθεξής, μέχρι των άκρων της απεραντολογίας, και της τυραννικής ατοπίας των.

«Ο ποιήσας με υγιή (απήντησεν ο άνθρωπος), Εκείνος μοι είπεν, Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

«Τις ούτος;» τον ηρώτησαν. Παρατηρήσατε την μοχθηρίαν των Ιουδαίων εκείνων· δεν τον ερωτώσι «τις ο ποιήσας σε υγιή», αλλά, «τις ο ειπών σοι, Άρον σου τον κράββατον και περιπάτει;» Τούτο είνε πολύ κακόν πρόσταγμα το οποίον σοι έδωκε. Δεν σηκώνουν κράββατον εν ημέρα Σαββάτου.

Τόσω ολίγον, κατά τα φαινόμενα, μέχρι του καιρού εκείνου, ήτο το πρόσωπον του Ιησού εν γένει γνωστόν εις τα προάστεια της Ιερουσαλήμ, ή άλλως τόσον αμβλεία υπήρξεν η προσοχή του ανθρώπου ενώ ο Ιησούς ωμίλει αυτώ, ώστε πράγματι δεν είξευρε τις ήτο ο ευεργέτης του! Αλλά το επληροφορήθη ολίγω, ύστερον. Μετέβη εις το ιερόν, ίσως διά να ευχαριστήση τον Θεόν ότι ανέκτησε την υγείαν του, κ' εκεί ο Ιησούς τον είδε και έδωκεν αυτώ μίαν απλήν νουθεσίαν: «Ίδε, υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».

Ίσως η νουθεσία εδόθη επειδή ο Χριστός έβλεπε την αναξίαν φύσιν του ανθρώπου· όπως και αν έχη, υπάρχει τι το αποτρόπαιον εις το 15ον εδάφιον. «Απήλθεν ο άνθρωπος και είπε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς ην ο ποιήσας αυτόν υγιή». Δυνατόν, καίτοι όχι πολύ πιθανόν, ότι ενόει να μεγαλύνη το όνομα Εκείνου όστις είχεν επιτελέσει τοιούτο κραταιόν έργον· αλλ' επειδή πρέπει να εγνώριζε κάλλιστα την οργίλην διάθεσιν των Ιουδαίων, καθόσον δεν ακούομεν λέξιν περί της ευγνωμοσύνης του, ούτε αν εδόξασε τον Θεόν — και καθότι μάλιστα πρέπει να ήτο σαφές προς αυτόν ότι ο Ιησούς υπ' ευσπλαγχνίας μόνον παρεκινήθη να πράξη το θαύμα, και έσπευσε ν' αποφύγη την δημοσιότητα — πρέπει να ομολογήσωμεν, ότι εκ πρώτης όψεως η διαγωγή του ανθρώπου φαίνεται ότι υπήρξεν ευτελής και τείνουσα προς καταγγελίαν του ευεργέτου του διά να σωθή αυτός από την καταφοράν ότι έλυσε το Σάββατον, σχεδόν ακατονόμαστων κράμα ευτελούς συκοφαντίας και χαμερπούς αχαριστίας. Προφανώς η νουθεσία του Ιησού ήτο αναγκαιοτάτη, αν δε ορθώς κρίνομεν τον άνθρωπον, υπήρξεν όλως αλυσιτελής.

Διότι αι συνέπειαι υπήρξαν δυσάρεστοι, επλήρωσαν δε πικρίας το υπόλοιπον της επιγείου ζωής του Χριστού. Χωρίς να κατασυγώσιν από τας αποδείξεις της τρυφεράς συμπαθείας Του, μήτε να συγκινηθώσιν από την θαυματουργόν Του δύναμιν, οι Ιουδαίοι εξετασταί εκήρυξαν αληθή πόλεμον προς υπεράσπισιν όλων των λεπτολογιών των εθίμων των. «Ήρξαντο καταδιώκειν τον Ιησούν ότι τοιαύτα εποίει εν τω Σαββάτω».

Απαντών δε εις την κατηγορίαν ταύτην απήγγειλε την υψηλήν διδαχήν την οποίαν ευρίσκομεν εν τω πέμπτω κεφαλαίω του κατά Ιωάννην. Αν αύτη απηγγέλθη εν τω ναώ, ή ενώπιον επιτροπής τινος του Συνεδρίου, δεν γνωρίζομεν αλλ' όπως και αν έχη, οι μεγάλοι Ραββίνοι και οι αρχιερείς οίτινες Τον εκάλεσαν ενώπιόν των διά να Τον τιμωρήσωσιν επί αθετήσει του Σαββάτου κατεπλάγησαν και ετρόμαξαν, αν και πικρώς εξεμάνησαν, προς τους λόγους ους ήκουσαν.

Τον είχον φέρει ενώπιον των διά να Τον νουθετήσωσι, και αι νουθεσίαι έπεσαν επ' αυτούς. Επεθύμουν ίσως να διδάξωσι και να επιπλήξωσι, και είτα μετά συγκαταβάσεως εφάπαξ να συγχωρήσωσι, και ιδού! Εκείνος, συγκιρνά δι' αυτούς το μεγαλείον της διδασκαλίας με την αυστηρότητα της συμπαθούς επιτιμήσεως.

Εκάθισαν περί Αυτόν μεθ' όλων των πομπών του αξιώματός των, διά να Τον τρομάξουν ως υποδεέστερον, και ιδού! τρέμουσι και τρίζουσι τους οδόντας, καίτοι δεν τολμώσι να ενεργήσωσιν, ενώ Εκείνος με λέξεις ως φλόγα πυρός εισερχομένας εις τους αρμούς και τον μυελόν, με λέξεις εμπλεωτέρας σοφίας και μεγαλειότητος ή εκείναι αίτινες κατήλθον εν μέσω των κεραυνών του Σινά, διεκδικεί το φοβερόν αξίωμα του Υιού του Θεού.

Και ούτω η απόπειρα όπως εντυπώσωσιν επ' Αυτόν τους μικρολόγους κανόνας των και τας τετριμμένας τελετάς των, όπως Τον διδάξωσι περί του απηγορευμένου του ποιείν θαύματα εν ημέρα Σαββάτου — ίσως όπως Τον τιμωρήσωσι διά το μέγα τόλμημα του να διατάξη ένα άνθρωπον να σηκώση τον κράββατον του, εντελώς απέτυχε. Διά των πρώτων λέξεων Του εκθέτει την υλοφροσύνην των και την αμάθειάν των. Εκείνοι εν τη αδυναμία των είχον νομίσει περί του Σαββάτου ως εάν ο Θεός έπαυσε να εργάζηται κατ' αυτό επειδή είχε κουρασθή. Εκείνος τους λέγει ότι η αγία εκείνη ανάπαυσις είνε ευεργετική ενεργητικότης. Εφρόνουν προφανώς, όπως φρονούσι πολλοί και σήμερον, ότι ο Θεός παρητήθη και μετέδωκεν είς τινας αφώνους δυνάμεις την δημιουργόν ενέργειάν Του. Εκείνος τους λέγει, ότι ο Πατήρ Του έως άρτι εργάζεται· και Αυτός, γινώσκων τον Πατέρα Του, και αγαπώμενος υπ' Αυτού, εργάζεται μετ' Αυτού, και μέλλει να ποιήση μεγαλείτερα έργα ή εκείνα όσα είχε ποιήσει μέχρι τούδε. Ήδη εζωοποίει το πνευματικώς νεκρόν, και ημέρα θα έλθη εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις θ' ακούσωσι την φωνήν Του. Ήδη εχαρίζετο αιωνίαν ζωήν εις πάντας τους πιστεύοντας εις Αυτόν· μετέπειτα η φωνή Του θ' ακουσθή εις την τελευταίαν εκείνην κρίσιν των ζώντων και των νεκρών, την οποίαν ο Πατήρ Του παρέδωκεν εις χείρας Του.

Αξιοσημείωτος είνε εν τη περικοπή ταύτη του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (ήτις αναγινώσκεται συνήθως εν τη ακολουθία των νεκρών), η διάκρισις η γενομένη μεταξύ του «οι τα αγαθά π ο ι ή σ α ν τ ε ς» και του «οι τα φαύλα π ρ ά ξ α ν τ ε ς». Οι πρώτοι είνε οι αυτουργοί των αγαθών εκείνων πράξεων αίτινες δεν δύνανται ν' αποθάνουν, οι δεύτεροι είνε δούλοι και θύματα παντός του απατηλού και του παροδικού εν τω προσκαίρω κόσμω.

Αυτός εμαρτύρει απλώς περί Εαυτού; Ήσαν τρεις ισχυροί μάρτυρες οίτινες είχον μαρτυρήσει και εμαρτύρουν περί Αυτού· ο Ιωάννης, τον οποίον, αφού επί βραχύ τον εθαύμασαν, ύστερον απέρριψαν· ο Μωυσής, τον οποίον εκαυχώντο ότι ακολουθούσι, και δεν τον ενόουν· ο Θεός αυτός, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι λατρεύουσιν, αλλ' ουδέποτε είδον ούτε εγνώρισαν. Αυτοί ούτοι έστειλαν προς τον Ιωάννην και ήκουσαν την μαρτυρίαν του· αλλ' Αυτός δεν είχε ανάγκην της μαρτυρίας ανθρώπου, την μνημονεύει δε μόνον προς χάριν των, επειδή προς καιρόν ηθέλησαν να εγκαλλωπισθώσιν εις τον λύχνον του θείου φωτός, τον μέγαν εκείνον προφήτην. Αλλ' είχε πολύ υψηλοτέραν μαρτυρίαν από την του Ιωάννου, την μαρτυρίαν θαυματουργού δυνάμεως, εξασκουμένης όχι καθώς οι προφήται είχον εξασκήσει αυτήν, εν τω ονόματι του Θεού, αλλ' εν τω ιδίω Αυτού ονόματι, επειδή ο Πατήρ Του τοιαύτην εξουσίαν είχε δώσει εις την χείρα Του. Τον Πατέρα εκείνον αυτοί δεν τον εγνώριζον· το φως Του το είχον εγκαταλείψει χάριν του σκότους· τον λόγον Του χάριν της ιδίας των νοθείας και αμαθείας· και απέριπτον Εκείνον τον οποίον απέστειλεν. Αλλ' υπήρχε και τρίτη μαρτυρία. Εάν δεν εγνώριζον τίποτε περί του Πατρός, τουλάχιστον εγνώριζον, ή ενόμιζον ότι γνωρίζουν τας Γραφάς. Αι Γραφαί ήσαν εις τας χείρας των· είχον αριθμήσει αυτά τα γράμματα τούτων· και όμως απέρριπταν Αυτόν, περί ου αι Γραφαί εμαρτύρουν. Δεν ήτο πρόδηλον ότι αυτοί, οι δίκαιοι, οι ευσεβείς, οι μικρολόγοι, οι ιερείς, οι θρησκευτικοί άρχοντες του έθνους των, δεν είχον την αγάπην του Θεού εν εαυτοίς, αφού ούτως απέρριπτον τον προφήτην Του, τον λόγον Του, τα έργα Του, τον Υιόν Του;

Και ποίος ο πυρήν της πικρίας ο εν αυτοίς, όστις παρήγεν όλον τούτον τον πικρόν καρπόν; Δεν ήτο η έπαρσις; Πώς ηδύναντο να πιστεύσωσιν οι ζητούντες τιμήν παρ' αλλήλων, και όχι την τιμήν την παρά του Θεού μόνον; Εντεύθεν συνέβη ν' απορρίπτουν τον Ελθόντα επ' ονόματι του Πατρός Του, ενώ ήσαν και θα είνε πρόθυμοι να γίνωνται θύματα παντός ψευδομεσσίου, όπως του Ιούδα και του Θευδά και του Βαρ-Κοχεβά (εις την Ιουδαϊκήν ιστορίαν υπήρξαν υπέρ τους εξήκοντα τοιούτοι), όστις ήλθεν επί τω ιδίω αυτού ονόματι.

Και όμως δεν ήθελε να κατηγορήση αυτούς προς τον Πατέρα· είχον άλλον κατήγορον, τον Μωυσήν, εις ον επίστευον. Ναι, τον Μωυσήν, εις του οποίου τα σμικρότατα ρήματα επηγγέλλοντο ότι υπακούουν — επί των μάλλον τετριμμένων εντολών του Νόμου, του οποίου είχον σωρεύσει όρη όλα φορτίων παραδόσεως και σχολίων, και εις αυτόν ηπίστουν και παρήκουον. Εάν επίστευον τον Μωυσήν θα επίστευον τον Λαλούντα μετ' αυτών, διότι ο Μωυσής περί Αυτού έγραψεν, αλλ' εάν ούτως ηπείθουν εις τα γράμματα, τα οποία επετήδευον ότι τιμώσι, πώς θα ηδύναντο να πιστεύσουν εις τα ρήματα, τα οποία ήκουον μετά λύσσης και μίσους.

Γνωρίζομεν μετά πόσης θανασίμου αδημονίας ηκούσθησαν οι λόγοι ούτοι. Ουδέποτε πρότερον ο Χριστός είχεν ομιλήσει τόσον εναργώς. Φαίνεται ως εάν εν τη Γαλιλαία είχε θελήσει ίνα, η αλήθεια η αφορώσα Αυτόν ανατείλη ως βαθμιαία ηώς επί τας ψυχάς εκείνων οίτινες ήκουον την διδασκαλίαν Του και έβλεπον τα έργα Του· αλλ' ωσανεί εν Ιερουσαλήμ, όπου το κήρυγμά Του υπήρξε βραχύτερον, και οι οπαδοί Του ολιγαριθμότεροι, και οι πολέμιοι Του ισχυρότεροι, και τα έργα της δυνάμεώς Του σπανιώτερα, είχεν αποφασίσει να καταστήση αναπολογήτους τους προκρίτους και άρχοντας του λαού, αποκαλύπτων παραχρήμα εις τας εκπλήκτους ακοάς των την φύσιν της υποστάσεώς Του. Ευκρινέστερον τούτου δεν ηδύνατο να ομιλήση. Εκείνοι Τον είχον καλέσει ενώπιόν των, όπως εξηγήση διατί ηθέτει το Σάββατον· αντί να δικαιολογήση την πράξιν Του, καθώς έπραξεν ενίοτε εν Γαλιλαία, δεικνύων ότι ο υψηλότερος και ηθικός νόμος της αγάπης υπερέχει και μηδενίζει τον χθαμαλώτερον νόμον της εις το γράμμα προσηλώσεως και υποταγής· αντί να δείξη ότι είχε πράξει εν τω πνεύματι εν ώ οι μέγιστοι των αγίων ανδρών είχον πράξει προ Αυτού, και οι μέγιστοι των προφητών εδίδασκον, κηρύττει ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου», ως Υιός και διερμηνευτής Εκείνου όστις είχε ποιήσει το Σάββατον, και όστις καθ' όλην την κραταιάν πορείαν της Φύσεως και της Προνοίας εξηκολούθει να εργάζηται κατ' αυτό.

Εδώ άρα υπήρχον δύο θανάσιμοι κατηγορίαι κατά του Προφήτου τούτου της Ναζαρέτ· ήτο βεβηλωτής του Σαββάτου· ήτο και βλάσφημος κατά του Θεού των. Το πρώτον έγκλημα ήτο αρκούσα αιτία πολέμου και διωγμού· το δεύτερον ήτο υπεραρκούσα δικαιολογία επιμόνων προσπαθειών, όπως επιφέρωσι τον θάνατον Του. «Εδίωκον... και εζήτουν αποκτείναι Αυτόν».

Αλλά προς το παρόν δεν ίχυον να πράξωσι τίποτε· ηδύναντο μόνον να λυσσώσιν εν οργή ματαία, να τρίζωσιν οδόντας και να τήκωνται. Οιαδήποτε αν ήτο η αφορμή, άχρι τούδε δεν ετόλμων να ενεργήσωσι. Δύναμις ανωτέρα της ιδικής των τους περιέστελλεν. Η ώρα του θριάμβου των δεν είχεν έλθη ακόμη· μόνον από της στιγμής ταύτης εξήλθεν εναντίον Του από των καρδιών των ιερέων εκείνων και Φαρισαίων ανέκκλητος απόφασις θανάτου.

Τούτων ούτως εχόντων, ήτο ανωφελές και επιζήμιον δι' Αυτόν να μένη εν Ιουδαία, όπου πάσα ημέρα ήτο ημέρα κινδύνου από τους ισχυρούς τούτους συνωμότας. Δεν ηδύνατο πλέον να μένη εν Ιερουσαλήμ διά το εγγίζον Πάσχα, αλλ' ώφειλε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν. Επέστρεψε δε μετά εναργούς προβλέψεως του αφεύκτου τέλους· εν πλήρει γνώσει ότι αι ώραι του φωτός, εν αις ηδύνατο έτι να εργάζεται έφθινον ολονέν, επερχομένης σκοτίας, και ότι το λοιπόν του έργου Του έμελλε να τελεσθή με το αίσθημα, ότι ο θάνατος επεκρέματο επί της θείας κεφαλής Του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'. Η αποτομή του Βαπτιστού

Επάνοδος εις Γαλιλαίαν. — Ηρώδης ο Αντίπας. — Η Ηρωδιάς. — Το συμπόσιον. — Σαλώμη η ορχηστρίς. — Το αίτημά της. — Η σφαγή του Προδρόμου. — Αι τύψεις του Ηρώδου και το τέλος του.

«Είθε μη ώμοσας, Ηρώδη άνομε· ει δε και ώμοσας μη ευώρκησας», είπεν είς των εγκωμιαστών της Ανατολικής Εκκλησίας. Αναμφιβόλως την σφαγήν του Βαπτιστού είχεν εν τω νω και ο Άγγλος ποιητής Σαιξπήρος ότε έγραφεν: «Είνε μεγάλη αμαρτία το να ομόση τις προς αμαρτίαν, αλλά μεγαλειτέρα αμαρτία το να τήρηση αμαρτωλόν όρκον».

Πρέπει να είχε πλήρη θλίψεως την ανθρωπίνην καρδίαν Του ο Σωτήρ, όταν επέστρεψεν εις την Γαλιλαίαν. Εις την ιδίαν Του αφανή Ναζαρέτ είχεν απορριφθή βιαίως· τώρα απερρίφθη όχι ολιγώτερον αποφασιστικώς εν Ιεροσολύμοις υπό των αρχόντων του ιδίου έθνους Του. Επέστρεφεν εις ατμόσφαιραν συσκοτιζομένην ήδη υπό των νεφών της επιτεινομένης αντιδράσεως· και μόλις είχεν επιστρέψει, όταν εις την ατμόσφαιραν ταύτην, ως πρώτη δόνησις θανασίμου κώδωνος σημαίνοντος καταστροφήν, ήλθεν η είδησις φοβερού μαρτυρίου. Ο θεοφεγγής και φαεινός λύχνος εσβέσθη αίφνης εις το αίμα. Ο μέγας Πρόδρομος, ο μείζων εν γεννητοίς γυναικών, ο Προφήτης, και προφήτου περισσότερος, ανοσίως εσφάγη.

Ηρώδης ο Αντίπας, της Γαλιλαίας ο τετράρχης, ήτο ασθενής και άθλιος ηγεμών, οίος ητίμασέ ποτε τον θρόνον καταδυναστευομένης χώρας. Σκληρός, άπληστος και φιλήδονος, ως ο πατήρ του, ήτο, ανομοίως προς εκείνον, ασθενής εν πολέμω και κλονούμενος εν ειρήνη. Παρ' αυτώ, ως συμβαίνει εις πολλούς χαρακτήρας επιφανείς επί της ιστορικής σκηνής, απιστία και δεισιδαιμονία εκ παραλλήλου έβαινον. Αλλ' ο τρόμος ενόχου συνειδήσεως δεν τον έσωζεν από των κακούργων παραφορών βιαίας θελήσεως. Ήτο άνθρωπος παρ' ω απετελέσθη το χείριστον κράμα των χαρακτήρων Ρωμαίου, Ασιάτου και Έλληνος.

Κατά τινα εν Ρώμη διατριβήν, όπου απήλθεν ίσως διά να συλλυπηθή τον Τιβέριον επί τω θανάτω του υιού του Δρούσου, εφιλοξενήθη υπό του ετεροθαλούς αδελφού του, Ηρώδου «Φιλίππου», όχι του τετράρχου όστις έφερε το Φίλιππος ως κύριον όνομα, αλλ' ετέρου υιού του μεγάλου Ηρώδου, όστις είχεν αποκληρωθή και έμενεν ιδιωτεύων εν Ρώμη. Εκεί συνελήφθη εις τας παγίδας της Ηρωδιάδος, συζύγου του αδελφού του· και αντήμειψε την φιλοξενίαν ης έτυχεν απαγαγών την γυναίκα. Οι Ηρώδαι ήσαν εξ αρχής αιμομίκται. Η Ηρωδιάς θυγάτηρ ούσα του Αριστοβούλου, ήτο ου μόνον νύμφη, αλλ' ανεψιά του Αντίπα. Είχε γεννήσει ήδη εις τον σύζυγόν της κόρην, ήτις είχε μεγαλώσει. Ο Αντίπας είχεν ήδη σύζυγόν την θυγατέρα του Αρέθα, ηγεμόνος της Αραβίας, και ούτε αυτός ούτε η Ηρωδιάς ήσαν πλέον νέοι. Ο Αντίπας υπεσχέθη να διαζευχθή την νόμιμον σύζυγόν του και να την νύμφευε.

Αι ελαφροτέραι των κακιών μας γίνονται όργανα προς τιμωρίαν μας. Από της στιγμής ταύτης ήρχισε διά τον Ηρώδην Αντίπαν σειρά θλίψεων και ατυχιών, ήτις απέληξεν ύστερον εις ανηλεή εξορίαν και εις άδοξον θάνατον. Η Ηρωδιάς κατέστη απ' αρχής ο κακός δαίμων της οικίας. Η ηγεμονίς η Αράβισσα, χωρίς να περιμείνη το διαζύγιον, έφυγεν εν αγανακτήσει εις τα απρόσιτα όρη της Πετραίας Αραβίας, πλησίον του πατρός της. Εκείνος, δικαίως αγανακτήσας, διέρρηξε πάσαν σχέσιν προς τον γαμβρόν του, και ακολούθως εκήρυξε πόλεμον κατ' αυτού, εν ώ εξεδικήθη νικήσας αυτόν κατά κράτος.

Εκεί ηκούσθη μία φωνή ήτις έφθασεν εις τας ακοάς του, και ετάραξε την συνείδησίν του, και ήτις δεν ηδύνατο ευκόλως να κατασιγασθή. Ήτο η μεγάλη φωνή του Βαπτιστού. Πώς ο Ηρώδης ήλθε το πρώτον εις σχέσιν προς αυτόν, αγνοούμεν. Πιθανόν ότι τον είχε συλλάβη επί τη προφάσει ότι η διδασκαλία του, και τα πλήθη τα συρρέοντα προς αυτόν, έτεινον να διακυβεύσωσι την δημοσίαν ασφάλειαν. Ο Ηρώδης έπασχεν από είδος δεισιδαίμονος περιέργειας, ήτις τον έκαμνε να σπεύδη επτοημένως ν' ακούση τας θρησκευτικάς αληθείας, τας οποίας διά της καθημερινής ζωής του τόσον καταφώρως περιβίαζεν. Εκάλεσε τον Ιωάννην ενώπιόν του. Ως νέος Ηλίας ενώπιον άλλου Αχαάβ, φέρων το εκ τριχών καμήλου ένδυμα και την δερματίνην ζώνην του, ο αυστηρός ερημίτης, όστις είχεν υπερβή τους όρους της φύσεως, αλλ' είξευρε να «συντηρή τους θεσμούς της δικαιοσύνης» προς τους κοινούς ανθρώπους, έστη άφοβος ενώπιον του αιμομίκτου βασιλέως. Οι λόγοι του έπεσον ως πεπυρακτωμένος σίδηρος επί της σκληράς εκείνης και παγεράς συνειδήσεως. Ο Ηρώδης εταράχθη ουκ ολίγον, και ήτο έτοιμος να υποστή άλλας θυσίας προς χάριν του Ιωάννου. Αλλ' έν μόνον δεν ηδύνατο να πράξη, και τούτο ήτο να παραιτήση ή τον ένοχον έρωτα, ή ν' αποπέμψη την αλαζόνα γυναίκα, ήτις διεύθυνε την ζωήν του, αφού είχε καταστρέψει την ειρήνην του. «Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου», είπε καθαρά ο Προφήτης, ουδέ και των άλλων εγκλημάτων του Ηρώδου εφείσθη.

Άλλοι άνθρωποι είχον ηπίους λόγους διά τα αμαρτήματα των ηγεμόνων· αλλ' εις την πυρίνην ψυχήν του Βαπτιστού, την κρατυνθείσαν διά της μακράς ασκήσεως εν τη ερήμω, δεν υπήρχε φόβος της ανθρωπίνης βασιλείας, ούτε συγκατάβασις προς τερατώδες αμάρτημα. Και τότε οι αυλικοί του Ηρώδου είδον το παράδοξον θέαμα, τον βασιλέα να τρέμη ενώπιον του δεσμώτου. Αλλ' ο Ιωάννης είξευρε πόσον ολίγην εμπιστοσύνην έπρεπε να τρέφη τις εις ψυχήν καταβιβρωσκομένην από κυριεύον αμάρτημα· και αφού Εκείνος τον οποίον εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου δεν ετέλεσε θαύμα δυνάμεως προς απελευθέρωσίν του, είνε πιθανόν ότι ο ίδιος επερίμενε τον θάνατόν του.

Έως τώρα, όμως, η δειλία ή η σχετική ευσυνειδησία του Ηρώδου Αντίππα προεφύλαττον τον Προφήτην από το άσπονδον μίσος της μοιχαλίδος. Αλλά τέλος ό,τι αύτη δεν κατώρθωσε να επιτύχη διά της ικεσίας το εκέρδησε διά της πανουργίας. Εγνώριζε καλώς ότι και από του δεσμωτηρίου η φωνή του Ιωάννου δυνατόν να ήτο ισχυροτέρα από τας επιδράσεις της φθινούσης καλλονής της, επερίμενε δε την ευκαιρίαν, ήτις δεν εβράδυνε να παρουσιασθή.

Ο Ηρώδης, την ημέραν των γενεθλίων του ητοίμασε δείπνον εις τους αυλικούς και τους μεγιστάνας του παλατιού, δείπνον πολυτελές εντός των μεγαλοπρεπών αιθουσών του.

Αλλ' η Ηρωδιάς είχε προβλέψει διά τον βασιλέα απροσδόκητον και λίαν ελκυστικήν τέρψιν, το θέαμα της οποίας ήτο βέβαιον ότι θα εγοήτευε δαιτημόνας ως τους ιδικούς του. Ορχησταί και ορχιστρίδες ήσαν περιζήτητοι τότε. Το πάθος του να θεώνται το είδος τούτο της πολλάκις επιβλαβούς παραστάσεως, φυσικά είχεν εισχωρήσει εις τας Σαδδουκεϊκάς και ημιεθνικάς αυλάς των Εδωμιτών τούτων των αρπάγων, και Ηρώδης ο Μέγας είχε κτίσει εντός του παλατίου του θέατρον διά τους ορχηστάς της θυμέλης. Πολυτελές συμπόσιον της εποχής δεν εθεωρείτο ποτέ τέλειον αν δεν επεραίνετο διά τινος βαναύσου μιμικής παραστάσεως· και βεβαίως ο Ηρώδης είχε προβλέψει περί τούτου. Αλλά δεν είχε προβλέψει διά τους κεκλημένους του την σπανίαν πολυτέλειαν να ίδωσι μίαν ηγεμονίδα — ανεψιάν του, εγγόνην Ηρώδου του Μεγάλου, και απόγονον επομένως του αρχιερέως Σίμωνος και της γραμμής των Μακκαβαίων ηγεμόνων — να τους τιμήση εκπίπτουσα η ιδία εις θεατρικήν όρχησιν. Και όμως όταν το συμπόσιον ετελείωσεν, όταν οι δαιτημόνες είχον εμπλησθή βρωμάτων και οίνου, η Σαλώμη, η θυγάτηρ της Ηρωδιάδος, εις το έαρ τότε της λαμπράς καλλονής της, εσηκώθη κ' εχόρευσεν, ως χορεύουν αι ορχηστρίδες της σκηνής, εις το μέσον των εκλελυμένων και οινοβαρών συμποσιαστών. «Εισελθούσα ωρχήσατο, και ήρεσε τω Ηρώδη και τοις συνανακειμένοις αυτώ». Κ' εκείνος, ως άλλος Ξέρξης, εν τω λήρω της οινοφλυγίας του, ώμοσε προς την ευτυχή κόρην, επί παρουσία των κεκλημένων του, ότι θα έδιδεν αυτή ό,τι αν εζήτει, «μέχρις ημίσους της βασιλείας» του.

Η κόρη έτρεξε προς την μητέρα και την ηρώτησε: «Τι να ζητήσω;» Τούτο ακριβώς επερίμενεν η Ηρωδιάς, και θα ηδύνατο να ζητήση εσθήτας ή πολυτίμους λίθους ή παλάτια ή ότι τοιαύτη γυνή αγαπά. Αλλ' ως πνεύμα οποίον το ιδικόν της η εκδίκησις ήτο γλυκυτέρα του πλούτου ή της υπερηφανίας. Δυνάμεθα να φαντασθώμεν μετά ποίας αγρίας κακίας υπέβαλε την απάντησιν, «Την κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού». Και εισελθούσα ενώπιον του βασιλέως ευθύς μετά σπουδής (πόσον αξία μαθήτρια της μητρός της!) η Σαλώμη έκραξε: «Δος μοι ώδε εξαυτής επί πίνακι την κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού».

Ο τετράρχης ελυπήθη, εγένετο περίλυπος, λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. «Αλλά διά τους όρκους και τους συνανακειμένους εκέλευσε αποτμηθήναι την κεφαλήν». Περισσότερον εφοβήθη τας επικρίσεις των συμποτών του παρά την μέλλουσαν βάσανον όσης συνειδήσεως του είχε μείνη ακόμη. «Και αποστείλας ο βασιλεύς σπεκουλάτωρα, απεκεφάλισε τον Ιωάννην εν τη φυλακή». Και ούτω, κατά προσταγήν ακολάστου τυράννου, και κατ' εισήγησιν δύο ασελγών γυναικών, (7) ο πέλεκυς έπεσε και η κεφαλή του ευγενεστάτου των προφητών απετμήθη.

Κρυφή και εν τω σκότει διεδραματίσθη η σκηνή, και άν τινες την είδον, εσφραγισμένα ήσαν τα χείλη των· αλλ' ο δήμιος εξήλθεν εις το φως βαστάζων από της κόμης την ευγενή εκείνην κεφαλήν, κ' εκεί, εν τη ώχρα του προσφάτου θανάτου, ετέθη επί δίσκου από της βασιλικής τραπέζης. Το κοράσιον την έλαβε, και φρικώδης ως Μέγαιρα την έφερε προς την μητέρα της. Ας ελπίσωμεν ότι οι θλιβεροί εκείνοι χαρακτήρες θα εβασάνισαν τας ψυχάς αμφοτέρων μέχρι θανάτου.

Τι απέγεινε τότε η κεφαλή του Βαπτιστού δεν γνωρίζομεν. Η παράδοσις λέγει, ότι η Ηρωδιάς διέταζε να ριφθή ο ακέφαλος κορμός προς εδωδήν εις τους κύνας. Αλλ' έπεσεν επ' αυτήν ταχεία η εκδίκησις. Και όσον διά την θυγατέρα της, η παράδοσις αναφέρει ότι, ενώ διέβαινε παγωμένην λίμνην, αίφνης ο πάγος εθραύσθη, αυτή εβυθίσθη μέχρι του λαιμού εις το ύδωρ, η κεφαλή της έμεινεν άνω του πάγου, και απεκόπη διά της πιέσεως του πάγου. Δεν εκτελείται πάντοτε εν τούτω τω κόσμω η εκδίκησις του Θεού, αλλά δίδονται ενίοτε τοιαύτα παραδείγματα.

Οι μαθηταί του Ιωάννου (ίσως μετ' αυτών ήτο και Μαναείμ ο Εσσαίος, ο ομογάλακτος Ηρώδου του Αντίπα), ήραν το σώμα και έθαψαν αυτό. Μετά τούτο η πρώτη φροντίς των ήτο να έλθωσι προς τον Ιησούν και διηγηθώσιν Αυτώ, ένιοι τούτων ίσως με καρδίας πικράς, ότι ο φίλος και πρόδρομός Του, ο πρώτος όστις είχε μαρτυρήσει περί Αυτού, και περί ου Αυτός είχεν απαγγείλη τον μέγιστον έπαινον, εθανατώθη.

