# Ο Βίος του Χριστού

## Part 16

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Επάνοδος εις Καπερναούμ — Ο παραλυτικός καταβιβαζόμενος διά της στέγης. — «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — Η οργή των Φαρισαίων. — Περί νηστείας ζήτημα. — Ο νέος οίνος και ο παλαιός.

Ίσως ήτο μεσημβρία της αυτής ημέρας, όταν ο Ιησούς επέστρεψεν πάλιν εις την κοιλάδα της Γεννησαρέτ. Οι λαοί ανεγνώρισαν το ιστίον του επιστρέφοντος πλοίου, και πολύ πριν φθάση εις την όχθην, τα πλήθη συνηθροισμένα τον επερίμεναν και τον υπεδέχθησαν ευφροσύνως.

Πρώτον ο Ιησούς επεσκέφθη την Καπερναούμ, ήτις εθεωρείτο νυν ως ιδία Αυτού πόλις. Μετέβη εις την οικίαν, πιθανώς την του Πέτρου, την οποίαν συνήθως μετεχειρίζετο οσάκις διέτριβεν εις Καπερναούμ. Εκεί το πλήθος συνέρρευσεν αναρίθμητον, κ' εγέμισε την οικίαν και την αυλήν, ώστε ούτε εις την θύραν ηδύνατό τις να πλησιάση. Αλλ' υπήρχεν είς δυστυχής πάσχων, είς παραλυτικός επί κρεββάτου, όστις επεθύμει εκ παντός τρόπου να πλησιάση. Και οι τέσσαρες οι βαστάζοντες αυτόν, βλέποντες ότι δεν ηδύναντο να φθάσωσιν εις τον Ιησούν διά μέσου του πλήθους, ανήλθον εις την οροφήν, χθαμαλήν καθώς αι των οικιών της Ανατολής, και ανοίξαντες ρωγμήν εις την στέγην, δι' άρσεως των κεράμων, κατεβίβασαν διά σχοινιών τον κράββατον μετά του παραλυτικού, ακριβώς εις το μέρος όπου εκάθητο ο Ιησούς.

Ο άνθρωπος εσιώπα έντρομος, αλλ' ο Ιησούς ευχαριστηθείς από την τόλμην και την πίστιν την οποίαν εμαρτύρει η πράξις, είπεν αυτώ: «θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Ο Κύριος είχε παρατηρήσει ήδη πρότερον την δυσμενή εντύπωσιν την οποίαν επροξένουν οι εκπληκτικοί ούτοι λόγοι εις τους παρισταμένους. Πάλιν παρετήρησε τούτο εις τα βλέμματα τα οποία αντήλλαξαν οι παρόντες Γραμματείς, και από το ήθος του προσώπου των. Αλλά την φοράν ταύτην επροκάλεσεν ο ίδιος την προσοχήν εις τους λόγους Του, και διά θαύματος τους εδικαιολόγησε. «Τι ούτος λαλεί βλασφημίας;» έλεγον προς αλλήλους οι Φαρισαίοι. Τι είνε ευκολώτερον, τους είπεν ο Χριστός, να είπη τις εις τον παραλυτικόν «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», ή να είπη, «Έγειραι και περιπάτει;» Δεν δύναται πας τις να είπη το πρώτον χωρίς να είνε δυνατόν να είπη αν αι αμαρτίαι εσυγχωρήθησαν ή όχι; αλλά τις δύναται να είπη το δεύτερον, και να επιφέρη αποτέλεσμα διά του λόγου του, χωρίς δύναμιν άνωθεν; Εάν δύναμαι δι' ενός λόγου να θεραπεύσω τον παραλυτικόν τούτον, δεν είνε προφανές ότι πρέπει να είμαι Είς, όστις έχει και εξουσίαν επί της γης να συγχωρή αμαρτίας;

Την ερώτησιν ήκουσαν οι Φαρισαίοι εν σιωπή, προκατειλημμένοι και ισχυρογνώμονες· αλλά στραφείς και πάλιν προς τον παραλυτικόν, ο Ιησούς είπεν αυτώ: «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον, και περιπάτει». Πάραυτα η ρώμη επεδόθη εις το παράλυτον σώμα, η ειρήνη εις την καταβεβλημένην ψυχήν. Ο άνθρωπος ιάθη. Ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατον, εφ' ου έκειτο, και ενώ το πλήθος εν καταπλήξει του ήνοιγε τώρα διέξοδον, απήλθεν οίκαδε δοξάζων τον Θεόν. Και το πλήθος, όταν ήρχισε να διασπείρεται, εξέφερον προς αλλήλους επιφωνήματα εκπλήξεως μετά φόβου μεμιγμένης. — «Παράδοξα είδομεν σήμερον! Ουδέποτε ούτως είδομεν»!

Από της οικίας, ίσως διά να δυνηθώσι περισσότεροι ν' ακούσωσιν, ο Ιησούς φαίνεται ότι εξήλθεν επ' ολίγον εις την όχθην, κ' εκείθεν, αφού εδίδαξεν, ήλθεν εις την οικίαν του Ματθαίου, εν η ο τελώνης, όστις ήτο νυν Απόστολος, είχε παρασκευάσει μέγα συμπόσιον αποχαιρετισμού προς τους φίλους του. Επειδή υπήρξε τελώνης ο ίδιος, φυσικόν ήτο πολλοί τούτων να ήσαν τελώναι και αμαρτωλοί, απόβλητοι της κοινωνίας, αντικείμενα μίσους και περιφρονήσεως. Και όμως ο Ιησούς και οι μαθηταί Του παρεκάθισαν μετ' αυτών εις το δείπνον. Τόσον ελευθέριος αγάπη επροξένησε βαθείαν δυσαρέσκειαν εις δύο σώματα ανθρώπων ή δύο ομάδας, τους Φαρισαίους και τους μαθητάς του Ιωάννου. Εις τους πρώτους, κυρίως διότι η επαφή αύτη προς ανθρώπους αμελούς και επιληψίμου βίου ηθέτει όλας τας παραδόσεις της υψηλόφρονος λεπτολογίας των· εις τους δευτέρους, επειδή η πρόθυμος αύτη αποδοχή των προσκλήσεων εις δείπνα εφαίνετο εναντία εις τας έξεις του ασκητικού βίου των. Ο Ιησούς πιθανώς ήκουσε τι εψιθύριζον εναντίον Του. Υπήρχε τι χαρακτηριστικόν εις τον τρόπον κάθ' ον εγίνετο η επίκρισις. Οι Φαρισαίοι, αμφιβάλλοντες ακόμη περί του αληθούς χαρακτήρος του Ιησού, προφανώς πτοούμενοι από την παρουσίαν Του, τρομάζοντες από το μεγαλείον Του, και μη τολμώντες ακόμη να έλθωσιν εις φανεράν προς Αυτόν ρύξιν, εξέσπων όλην την δυσθυμίαν των επί των μαθητών Του, ερωτώντες αυτούς: — Διατί ο Διδάσκαλός σας τρώγει και πίνει μαζύ με τους τελώνας και αμαρτωλούς;

Οι απλοϊκοί το πνεύμα Απόστολοι ήσαν βεβαίως ανίκανοι να λύσωσιν αυτών την απορίαν. Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα αντεμετώπισε την ένστασιν, και είπεν εις τους μεμψιμοίρους τούτους σεμνολόγους, ότι δεν ήλθε να καλέση τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς. Δεν ήλθε διά το εν τη μάνδρα ποίμνιον, αλλά διά το πρόβατον το απολωλός. Διά να ευαγγελισθή εις τους πτωχούς, διά να εφαπλώση το έλεός Του επί τους απολωλότας, διά τούτο κατεσκήνωσεν εν τοις ανθρώποις. Η διδασκαλία Του έμελλε να είνε «ως υετός επί χόρτων, και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην». Τότε ανέφερε την φράσιν ενός των προφητών, του Ωσηέ, και τους είπε «να υπάγουν να μάθουν», αυτοί, οίτινες εκαυχώντο ότι τόσα γνωρίζουν, τι σημαίνει το, «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Ίσως ποτέ έως τότε δεν τους είχεν έλθη εις τον νουν ότι η αγάπη ήτις συγκαταβαίνει μετά των αμαρτωλών επί σκοπώ να τους κερδήση εις την μετάνοιαν είνε αρεστοτέρα τω Θεώ υπέρ χιλιάδας κριών και μόσχων.

Η προς τους μαθητάς του Ιωάννου απόκρισις ήτο ολιγώτερον αυστηρά τον τόνον. Οι μαθηταί του τότε εν τω δεσμωτηρίω Ιωάννου «ήσαν» τας ημέρας εκείνας, «νηστεύοντες», και επεθύμουν να μάθουν διατί Αυτός και οι μαθηταί Του δεν ενήστευον. Θα ηδύνατο να τους είπη ότι η νηστεία είνε πράγμα ωφέλιμον, και υποχρεωτικόν, εάν τις αισθάνεται ότι δι' αυτής ταπεινοί και καταβάλλει κάτι τι πονηρόν εις την φύσιν του, αλλ' όμως άχρηστον και επιβλαβές, εάν συντελή μόνον εις υπερηφανίαν και εις περιφρόνησιν των άλλων. Ηδύνατο και να είπη ότι, κατά τους ιδίους προφήτας των, νηστεία δεν είνε μόνον η αποχή από των βρωμάτων, αλλ' η αποχή από πονηρών πράξεων και λογισμών. Αλλ' επροτίμησεν, αναφερόμενος εις το ρήμα του ιδίου διδασκάλου των, ειπόντος ότι δεν ήτο αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου, και ότι ο αληθής Νυμφίος ήτο Εκείνος όστις ήρχετο μετ' αυτόν, να τους ερωτήση απλώς: «Μη δύνανται οι υιοί του νυμφώνος νηστεύειν οπότε μετ' αυτών εστιν ο Νυμφίος;» Και είτα, εμβλέψας γαλήνιος εις την βαθείαν άβυσσον του μέλλοντος, ήτις ηνοίγετο ενώπιόν Του, είπε ρήμα το οποίον (ει και κατ' εκείνον τον χρόνον ουδείς πιθανώς το ενόησεν) υπήρξεν ίσως η πρωιμωτέρα πρόρρησις ην εξέφερε περί του σταυρικού θανάτου, όστις τον επερίμενεν: «Αλλ' ελεύσονται ημέραι όταν απαρθή απ' αυτών ο Νυμφίος; και τότε νηστεύσουσιν εν εκείναις ταις ημέραις». Είτα προτέθηκε και δύο άλλας παραβολικάς εκφράσεις· την μίαν περί «ράκους αγνάφου» μη επιρραπτομένου επί ενδύματος παλαιού· και την άλλην περί οίνου νέου μη εγκλειομένου εις ασκούς παλαιούς. Δι' όλων τούτων ο Κύριος ημών εξήρε και πάλιν το φιλάνθρωπον και συγκαταβατικόν της ιδίας μεθόδου Του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'. Εις την οικίαν του Ματθαίου (συνέχεια)

Ο Ιάειρος. — Η αιμορροούσα. — Αι θρηνωδοί. — Έγερσις της θυγατρός του Ιαήρου. — Οι παρήκοοι τυφλοί.

Ο Ιησούς ησχολείτο ακόμη εις την ευμενή διδασκαλίαν, ήτις επήγασεν από το ερώτημα των μαθητών του Ιωάννου, όταν άλλο συμβεβηκός επήλθε, το οποίον ήγαγεν εις τρία αλλεπάλληλα εκ των μεγίστων θαυμάτων του επιγείου βίου Του.

Είς αρχισυνάγωγος, αξίωμα το οποίον αι Εβραίοι μεγάλως ετίμων, ήλθε προς τον Ιησούν εν άκρα ταραχή. Δεν είνε απίθανον ότι ο αρχισυνάγωγος ούτος, υπήρξεν είς εκ της πρεσβείας, ήτις είχε συνηγορήσει παρά τω Ιησού υπέρ του εκατοντάρχου — προσηλύτου υφ' ου είχε κτισθή η Συναγωγή. Εάν ούτως έχη, θα εγνώριζεν εκ πείρας την δύναμιν Εκείνου τον οποίον επεκαλείτο. Πεσών εις τους πόδας Του με διακοπτομένας λέξεις του λέγει ότι το θυγάτριόν του, το μόνον του θυγάτριον, αποθνήσκει, απέθανεν· αλλ' όμως, εάν θέλη μόνον Αυτός να έλθη και να ψαύση αυτήν με την χείρα Του, θα ζήση. Με την τρυφερότητα ήτις δεν ηδύνατο ποτε να κωφεύση εις την κραυγήν πενθούντος, ο Ιησούς ηγέρθη παρευθύς από της τραπέζης και απήλθε μετ' αυτού, ακολουθούμενος ου μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό πλήθους πυκνού, το οποίον είχε παραστή εις την σκηνήν. Και καθώς επορεύετο ο λαός εν τη απληστία του συνωθείτο περί Αυτόν.

Αλλά μεταξύ του πλήθους, του περικλείοντος αναμφιβόλως καί τινας των Φαρισαίων και των μαθητών του Ιωάννου, με τους οποίους είχεν ομιλήσει, καθώς καί τινας των τελωνών και αμαρτωλών μεθ' ων είχε συμφάγη, υπήρχεν έν πρόσωπον το οποίον δεν προσειλκύσθη υπό περιεργείας διά να ίδη τι ηδύνατο να γείνη διά τον άρχοντα της Συναγωγής. Ήτο μία γυνή, ήτις ήτο «εν ρύσει αίματος επί έτη δώδεκα», νόσω κακή και λίαν θλιβερή. Μάτην είχε δαπανήσει την ουσίαν αυτής εις τους ιατρούς, τώρα δε ήθελε να δοκιμάση δωρεάν πλησίον του Μεγάλου Ιατρού. Ίσως, εν τη αμαθεία της, το έπραττε διότι δεν είχε πλέον χρήματα να δώση, ίσως συνεστέλλετο ως γυνή και ένεκα του είδους της ασθενείας της· αλλά, δι' οιανδήποτε αφορμήν, απεφάσισεν, ούτως ειπείν, να κλέψη απ' Αυτού άγνωστος την θεραπείαν. Και ούτω με την δύναμιν και την επιμονήν της απελπισίας, επάλαισεν εις το πυκνόν εκείνο πλήθος, εωσότου ήλθεν αρκετά πλησίον ώστε να Τον θίξη εκ τον νώτων· και έδραξε το κράσπεδον του ιματίου Του, με τρέμουσαν χείρα, αισθανθείσα δε ευθύς την ίασιν, ωπισθοχώρησεν εν μέσω του πλήθους, απαρατήρητος υπό τον άλλων, πλην όχι υπό του Χριστού. Αισθανθείς ο Κύριος ότι ιαματική δύναμις εξήλθεν απ' Αυτού, αναγνωρίσας την μαγνητικήν επαφήν της πίστεως, εστάθη και ηρώτησε: «Τις μου ήψατο των ιματίων;» Υπήρχέ τι το ανυπόμονον εις την απάντησιν του Πέτρου, ότι εν μέσω τόσου συνωθισμού ήτο άτοπος τάχα η ερώτησις. Αλλ' ο Ιησούς εμβλέπων εις πολλά πρόσωπα τον επληροφόρησεν, ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του συνωθισμού της περιεργείας και της επαφής της πίστεως, και όταν τέλος το βλέμμα Του έπεσεν επί την πτωχήν γυναίκα, εκείνη, αισθανθείσα ότι έπταισε ζητούσα να κλέψη την ίασιν την οποίαν Εκείνος ευμενής θα έδιδεν, ήλθεν ενώπιόν Του τρέμουσα, και πεσούσα εις τους πόδας Του είπεν όλην την αλήθειαν. Η γυναικεία της συστολή και ο φόβος ελησμονήθησαν εν τη επιθυμία να εξιλεώση το σφάλμα της. Αναμφιβόλως εφοβείτο την οργήν Του, επειδή ο Νόμος εκέλευεν, ότι η ψαύσις μιας ασθενούς επροξένει ακαθαρσίαν αγνισμού δεομένην, Αλλ' όμως η αφή εκαθάρισεν αυτήν, δεν εμόλυνεν Εκείνον. Ο Σωτήρ δεν ωργίσθη, αλλά είπεν αυτή: «Θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκε σε· πορεύου εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου».

Διά του ονόματος θ ύ γ α τ ε ρ, δεν φαίνεται εις τα ιερά κείμενα να προσηγόρευσεν άλλην γυναίκα ο Χριστός. Η δε παράδοσις λέγει ότι η γυνή αύτη ήτο η Βερονίκη, εκ Καισαρείας της Φιλίππου, όπου εσώζετο και χαλκούν άγαλμα παριστόν την αιμόφρουν απτομένην του κρασπέδου του Ιησού, όπερ άγαλμα κατεστράφη κατά διαταγήν Ιουλιανού του Παραβάτου.

Το συμβεβηκός πρέπει να επέφερε μικράν βραδύτητα, και, καθώς είδομεν, εις την αγωνίαν του Ικάρου πάσα στιγμή ήτο κρίσιμος. Αλλ' ούτος, δεν ήτο ο μόνος πάσχων όστις είχε δικαιώματα επί το έλεος του Σωτήρος· κ' επειδή δεν εξέφερε παράνομον, είνε προφανές ότι η λύπη δεν τον κατέστησεν ιδιοτελή και άδικον. Αλλά την στιγμήν ταύτην έφθασεν εις των οικείων του λέγων: «Η θυγάτηρ σου απέθανε· μη σκύλλε τον Διδάσκαλον». Ήτοι μη ενόχλει αδίκως Αυτόν. Τούτο δε φαίνεται ότι το είπε μετ' ειρωνείας.

Το άγγελμα δεν απηυθύνετο προς τον Ιησούν, αλλ' ούτος δεν ηθέλησε να το ακούση, και μετά συμπαθούς επιθυμίας όπως απαλλάξη ματαίας αγωνίας τον πατέρα, είπεν αυτώ: «Μη φοβού, μόνον πίστευε». Τάχιστα έφθασαν εις την οικίαν, και εύρον αυτήν κατεχομένην υπό των θρηνωδών γυναικών και τον αυλητών, των οποίων ο τεχνητός και μισθωτός αλαλαγμός ύβριζε το άφωνον και ειλικρινές πένθος και το μεγαλείον του θανάτου. Πιθανός το προσποίητον τούτο πένθος ήτο λίαν αντιπαθές εις τον Χριστόν. Σταθείς εις την θύραν διά ν' απαγορεύση όπως μη τις εκ του πλήθους Τον ακολουθήση εισήλθεν εις την οικίαν μετά τριών μόνον εκ των μαθητών Του, του Πέτρου και Ιακώβου και Ιωάννου. Η πρώτη φροντίς Του υπήρξε να κατασιγάση τον μάταιον θόρυβον. «Δεν απέθανεν, είπε, το παιδίον (η κόρη ήτο δωδεκαέτις), αλλά κοιμάται». Και τότε οι παρεστώτες τον επεριγέλασαν! Ο Χριστός μετ' αγανακτήσεως απέπεμψε τους εμμίσθους θρηνωδούς. Ησυχίας γενομένης, έλαβε μεθ' εαυτού τον πατέρα και την μητέρα της παιδίσκης και τους τρεις Αποστόλους Του, και εισήλθον εις τον νεκρώσιμον θάλαμον. Είτα ψαύσας την κρύαν μικράν χείρα εφώνησε τας δύο εκείνας ριγηλάς λέξεις:

«Ταλιθά κούμι!» (Η παις, εγείρου), και τότε το πνεύμα της επέστρεψε, και η παιδίσκη ηγέρθη και περιεπάτησε. Τότε οι γονείς «εξέστησαν εκστάσει μεγάλη», ο δε Ιησούς εκέλευσεν, όπως δώσωσιν αυτή να φάγη, και συνέστησεν αυτοίς εχεμυθίαν διά το γεγονός.

Καθώς εξήρχετο εκείθεν ο Ιησούς, δύο τυφλοί τον ηκολούθησαν κράζοντες. «Υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς». Ήδη ο Χριστός είχεν αρχίσει να περιστέλλη, ούτως ειπείν, το αυθόρμητον των θαυμάτων Του. Είχεν επιτελέσει υπεραρκούντα όπως μαρτυρήση την αποστολήν Του, συνέφερε δε οι άνθρωποι να δώσωσι μεγαλειτέραν προσοχήν εις την θείαν διδασκαλίαν Του παρά εις τας προσκαίρους ιάσεις Του. Ούτε είχε κυρώσει μέχρι τούδε την άκαιρον και πρόωρον χρήσιν του τίτλου «Υιός Δαυίδ», τίτλου όστις, εάν τον απεδέχετο δημοσία, δυνατόν να παρηνώχλει την υψίστην αποστολήν Του, με το να έφερεν εις στάσιν προς χάριν Του εναντίον της ρωμαϊκής εξουσίας. Χωρίς να δώση προσοχήν εις τους δύο ανθρώπους ή εις την κραυγήν των, απήλθεν εις την οικίαν εν η έμενε· και μόνον αφού Τον ηκολούθησαν εντός της οικίας, εδοκίμασε την πίστιν των διά της ερωτήσεως. «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Εκείνοι απήντησαν, «Ναι, Κύριε». Τότε έψαυσε τους οφθαλμούς των λέγων, «Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν». Και οι οφθαλμοί των ηνοίχθησαν. Καθώς πολλοί άλλοι, τους οποίους εθεράπευσε, παρημέλησαν την προσταγήν Του όπως μη το αποκαλύψωσιν.

Είνε δυνατόν ν' απατώμεν ημάς αυτούς· είνε δυνατόν να προσφέρωμεν εις τον Χριστόν φαινομένην υπηρεσίαν διά της παρακοής εις τας ιδίας εντολάς Του, να Τον λυπώμεν θέλοντες δήθεν να Τον τιμήσωμεν. Πλην με το μέτρον τούτο δυνατόν να μετρώνται οι άνθρωποι, όχι ο Θεός. Η υπακοή εις τον Θεόν είνε μεγαλειτέρα πάσης άλλης αρετή και θυσία. Οι φλύαροι εκείνοι, οίτινες εκοινολόγησαν το συμβεβηκός, συνετέλεσαν μόνον να διαταράξωσι, κατά το ανθρώπινον, την ησυχίαν Του και να επιταχύνωσι τον θάνατόν Του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'. Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα

Αποστολή των Δώδεκα. — Αι προς αυτούς οδηγίαι. — Εορτή των Ιουδαίων. — Η παρουσία του Ιησού.

Όστις εμελέτησε μετά προσοχής τα ιερά Ευαγγέλια δυνατόν να παρετήρησεν ευκρινώς εν τω βίω του Χριστού, τας επομένας περιστάσεις.

Πρώτον, ότι ο άκακος ενθουσιασμός της χαρμοσύνου υποδοχής μεθ' ου ο Χριστός και οι λόγοι Του και τα έργα Του εγίνοντο το πρώτον δεκτά ανά τα βόρεια της Γαλιλαίας, βαθμηδόν, αλλ' εν βραχεί χρόνω, υπεχώρησεν εις υποψίαν, αποστροφήν, ως και έχθραν εκ μέρους μεγάλων και ισχυρών του λαού μερίδων.

Δεύτερον, ότι ο εξωτερικός χαρακτήρ, καθώς και οι τόποι της αποστολής του Κυρίου πολύ ηλλοιώθησαν μετά την σφαγήν Ιωάννου του Βαπτιστού.

Τρίτον, ότι το άγγελμα του φόνου, ομού μετά της αναπτύξεως σφοδράς αντιδράσεως, και η συνεχής παρουσία Γραμματέων και Φαρισαίων από της Ιουδαίας, όπως επιτηρώσι την διαγωγήν Του και ιχνηλατώσι τας κινήσεις Του, φαίνονται να είνε σύγχρονα με επίσκεψιν εις Ιεροσόλυμα, μη μνημονευμένην υπό των Συνοπτιστών (Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά), αλλά προφανώς ταυτιζομένην με την ανώνυμον εορτήν την μνημονευομένην εν κεφαλαίω Ε', εδ. 1, του Ιωάννου.

Τέταρτον, ότι η ανώνυμος αύτη εορτή πρέπει να συνέπεσε περίπου με την περίοδον του κηρύγματός Του εις ην έχομεν φθάσει τανύν.

Της εορτής ταύτης προηγήθη άλλο συμβεβηκός· η αποστολή του Δώδεκα.

Περί το τέλος των αποστολικών περιπλανήσεων, κατά την διάρκειαν των οποίων συνέβησαν τινα των προειρημένων, ο Ιησούς εις την θέαν του πλήθους ησθάνθη βαθυτάτην συμπάθειαν. «Και ιδών εσπλαγχνίσθη επ' αυτούς, ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Ήσαν προσέτι όμοιοι με σπαρτά ώριμα, αλλ' αθέριστα δι' έλλειψιν εργατών. Και εκέλευσε τους μαθητάς Του να παρακαλέσωσι τον Κύριον του θερισμού όπως πέμψη εργάτας εις την συγκομιδήν Του. Ευθύς ύστερον, αφού Αυτός διέτρεξεν ήδη όλην την Γαλιλαίαν, έπεμψεν αυτούς ανά δύο και δύο όπως ενισχύσωσι το κήρυγμά του και εκτελέσωσιν έργα ελέους εν τω ονόματι Του.

Πριν ή αποστείλη αυτούς, ως εικός, έδωκεν αυτοίς τας αναγκαίας οδηγίας. Προς το παρόν ώφειλον να περιορίσωσι την εκτέλεσιν της εντολής των εις τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ και να μη επεκτείνωσι ταύτην εις Σαμαρείτας ή εθνικούς. Το θύμα του κηρύγματός των ώφειλε να είνε η προσέγγισις της βασιλείας των ουρανών, έμελλε δε αφθόνως να υποστηριχθή δι' έργων δυνάμεως και ευποιίας. Δεν έπρεπε να φέρωσι τίποτε μεθ' εαυτών· ούτε πήραν δι' άρτον· ούτε βαλάντιον διά χρήματα· ούτε ενδύματα προς αλλαγήν· ούτε υποδήματα οδοιπορίας αντί των συνήθων πεδίλων των· ούτε να προμηθευθώσι ράβδον διά την πορείαν, εκτός αν είχον ήδη· η αποστολή των, καθώς όλαι αι μέγισται και ανυσιμώταται αποστολαί όσας εγνώρισεν ο κόσμος, έπρεπε να είνε απλή και αυτάρκης. Η συνήθης εν τη Ανατολή ξενία θα ήρκει δι' αυτούς. Άμα εισερχόμενοι εις πόλιν, θα διευθύνοντο εις πάσαν οικίαν εν αυτή, όπου θα είχον λόγους να πιστεύσουν ότι θα εγένοντο ευπρόσδεκτοι, και θα εχαιρέτιζον αυτήν με τον συνήθη χαιρετισμόν ε ι ρ ή ν η υ μ ί ν. Εάν οι υιοί της ειρήνης ήσαν εκεί, η ευλογία θα ήτο λυσιτελής· εάν όχι, θα επέστρεφεν εις τας ιδίας κεφαλάς των. Εάν τους απέρριπτον, έπρεπε ν' αποτινάσσωσι και την κόνιν από των ποδών των εις μαρτυρίαν, ότι πιστώς ελάλησαν, και ότι αποβάλλουσι πάσαν ευθύνην διά την μέλλουσαν κρίσιν.

Αι πάνσοφοι αύται οδηγίαι του Κυρίου είνε απαραίτητοι και νυν διά τους ιεραποστόλους, όσοι θέλουσι να είνε φρόνιμοι. Ελέχθη μετά δηκτικής ειρωνείας ότι οι σημερινοί ιεραπόστολοι βάλλουσιν όλα τα δυνατά των, πρώτον διά ν' ανακαλύψωσιν όλας των λαών τας προλήψεις και τα έθιμα, και δεύτερον διά να προσβάλωσι και πολεμήσωσι ταύτα. Αναμφιβόλως τούτο οφείλεται εις ζήλον ου κατ' επίγνωσιν. Αλλά δεν έπραττεν ούτω ο Άγιος Παύλος, όστις ωμίλησε προς τους Αθηναίους φιλοφρονέστατα και διαλλακτικώτατα, και έζησεν επί τρία και ήμισυ έτη εν Εφέσω, χωρίς μηδέ άπαξ να προσβάλη ή να υβρίση τους λάτρεις της Αρτέμιδος.

Έως εδώ ο Κύριος υπέδειξεν αυτοίς τα χρέη της πιστής φιλίας, της αβράς φιλοφροσύνης, της εν αυταπαρνήσει απλότητος, ως πρώτους ουσιώδεις όρους κατορθούσης αποστολής. Προέβη δε να ενισχύση αυτούς εναντίον των αφεύκτων δοκιμασιών του αποστολικού έργου των.

Ώφειλον να είνε φρόνιμοι ως οι όφεις (οι οποίοι, όταν κινδυνεύωσι, προφυλάττουσι την κεφαλήν των ως λίαν τρωτήν) και ακέραιοι ως αι περιστέραι (αίτινες είναι ειρηνικαί και άχολοι). «Ιδού Εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων».

Ενταύθα, λέγει αρχαία παράδοσις, ηρώτησεν ο Πέτρος; «Εάν ουν διασπαράξωσιν οι λύκοι τα αρνία;» Ο δε Ιησούς απεκρίθη: «Μη φοβήσθωσαν τα αρνία τους λύκους μετά το αποθανείν αυτά». Και ευθύς προσέθηκε, τα αναφερόμενα εν Ευαγγελίοις: «Μη φοβείσθε από των αποκτεινόντων το σώμα την δε ψυχήν ου δυναμένων αποκτείναι, φοβείσθε δε μάλλον τον έχοντα εξουσίαν μετά το αποθανείν υμάς εμβαλείν εις την Γέενναν του πυρός». Είτα προείπεν αυτοίς ότι έμελλον να προσαχθώσιν ενώπιον συνεδρείων, και να μαστιγωθώσιν εν ταις Συναγωγαίς (οι προϊστάμενοι των Συναγωγών είχον εξουσίαν να τιμωρώσι διά μάστιγος), και να σταθώσιν ενώπιον δικαστηρίων, και όμως, άνευ αγωνιώδους προμελέτης, το πνεύμα θα εδίδασκεν αυτούς τι ν' απολογηθώσιν. Η διδασκαλία της ειρήνης έμελλε να μεταβληθή διά των μοχθηρών παθών των ανθρώπων εις πολεμικήν κραυγήν μανίας και μίσους, και δυνατόν ν' απηλαύνοντο και να έφευγον από προσώπου των εχθρών των από πόλεως εις πόλιν. Αλλ' ώφειλον να υπομείνωσι μέχρι τέλους, διότι πριν διατρέξωσι τας πόλεις του Ισραήλ ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται. Η έλευσις αύτη σημαίνει εδώ την πτώσιν του Ιουδαϊσμού, και την ίδρυσιν πνευματικής βασιλείας του Χριστού επί της γης, την οποίαν τινές των Αποστόλων επέζησαν να ίδωσι.

Τελευταίον τους ενουθέτησε και τους ενίσχυσεν, αναμνήσας ό,τι Αυτός υπέφερε και πως επολεμείτο. Ας μη φοβώνται. Ο Θεός όστις προνοεί διά τα στρουθία, ο Θεός, υφ' ου και αι τρίχες της κεφαλής των είνε ηριθμημέναι, ο Θεός όστις βαστάζει εις τας χείρας Του τας εξόδους ου μόνον της ζωής και του θανάτου, αλλά της αιωνίου ζωής και του αιωνίου θανάτου, είνε μετ' αυτών· θα αναγνωρίση εκείνους οίτινες ανεγνώρισαν τον Υιόν Του, και θ' αρνηθή εκείνους οίτινες Τον ηρνήθησαν. Και αυτοί οι οικείοι των, οι γονείς και αδελφοί των, θα τους καταγγείλωσι και θα τους παραδώσωσιν. Αλλά και αυτοί θα είνε όπως Αυτός ήτο εν τω κόσμω· ο δεχόμενος αυτούς δέχεται Αυτόν· και όστις θα χάση την ζωήν του δι' Αυτόν, Εκείνος πράγματι θα την κερδήση· Και ότι ποτήριον ψυχρού ύδατος διδόμενον εις ένα των ταπεινών τούτων των ελαχίστων, θα έχη την αμοιβήν του.

Ελεήμων και σοφή ήτο η πρόβλεψις ότι έπρεπε ν' απέλθωσιν ανά δύο εις την αποστολήν. Τούτο τους καθίστα ικανούς να συνδιαλέγωνται και να συμβοηθώνται εναπληρούντες τας ελλείψεις αλλήλων. Αναμφιβόλως οι αδελφοί και οι φίλοι απήλθον σύνδυο· ο πυρ πνέων Πέτρος και ο θεωρητικός Ανδρέας· οι Υιοί της Βροντής, ο είς ευδόκιμος και επιβάλλων, ο έτερος ευφράδης και ευαίσθητος· η ομαίμων πίστις και το άδολον του Φιλίππου και του Βαρθολομαίου· ο βραδύς αλλ' αφωσιωμένος Θωμάς μετά του σύννου και ευλαβούς Ματθαίου· ο Ιάκωβος μετά του αδελφού του Ιούδα· ο ζηλωτής Σίμων διά ν' ανάψη με τον ένθεον ζήλον του το σκοτεινόν, κυμαινόμενον, άπελπι πνεύμα του προδότου Ιούδα.

Κατά την απουσίαν των, ο Ιησούς εξηκολούθει το έργον Του μόνος, ίσως καθώς κατήρχετο βραδέως προς τα Ιεροσόλυμα. Διότι εις την περίοδον ταύτην φαίνεται ότι ανήκει το εδάφιον του Ιωάννου: «Μετά ταύτα ην εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα».

Φαίνεται δε ότι ο Ιησούς, έχων φίλους και θαυμαστάς πολλούς εις Ιεροσόλυμα και εις τα πέριξ, έμεινεν εν τω μεταξύ μεμονωμένως, περιμένων, την επάνοδον των μαθητών Του από το κήρυγμα. Ίσως έμενεν εις Βηθανίαν, όπου ως γνωστόν υπήρχε μία ευσεβής οικογένεια αγαπώσα Αυτόν και πιστεύουσα εις Αυτόν, η οικογένεια της Μάρθας και της Μαρίας, και Λαζάρου του αδελφού των.

Ποία ήτο η εορτή αύτη των Ιουδαίων, εν καιρώ της οποίας ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα (και την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν ονομάζει) αγνοούμεν, όπως αγνοούμεν και αν χάριν της εορτής, ή κατά συγκυρίαν, απήλθεν εκεί ο Χριστός. Αλλά δεν φαίνεται να ήτο ουδεμία των μεγάλων εορτών των Ιουδαίων, ούτε το Πάσχα, ούτε η Πεντηκοστή, ούτε η Σκηνοπηγία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'. Το θαύμα της Βηθεσδά

Η κολυμβήθρα Βηθεσδά. — Ίασις του Παραλύτου. — Ζηλότυποι ερωτήσεις. — Αθέτησις του Σαββάτου. — Η αχαριστία του θεραπευθέντος. — Οργή των αρχόντων. — Απόκρισις του Ιησού. — Επικίνδυνα αποτελέσματα.

Υπήρχεν εις Ιεροσόλυμα, πλησίον της Προβατικής Πύλης, μία δεξαμενή ήτις επιστεύετο ότι είχεν εκτάκτως ιαματικάς ιδιότητας. Αύτη εκαλείτο η κολυμβήθρα Βηθεσδά, ήτις δεν πρέπει να συγχέηται με την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, εκείνην εις ην ο Χριστός έστειλε τον εκ γενετής τυφλόν όπως νιφθή. Εις το πεντάγωνον οικοδόμημα το περιβάλλον κύκλω την Βηθεσδά υπήρχον πέντε στοαί, και εις ταύτας κατέκειτο πλήθος ασθενών, οίτινες επερίμενον πότε να κινηθή το ύδωρ. «Άγγελος γαρ του Θεού κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάραττε το ύδωρ· ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο».

Εναντίον των δύο τούτων εδαφίων του κατά Ιωάννην επέπεσε πλήθος πολύ κριτικών, συζητητών και απίστων, ως άλλο «πλήθος πολύ τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν». Αλλ' ημείς μη έχοντες την εξουσίαν να τους ρίψωμεν άκοντας εις την κολυμβήθραν, αντιπαρερχόμεθα, και παρακολουθούμεν απλώς τον Σωτήρα επισκεπτόμενον την Βηθεσδά. Εις τοιούτον τόπον, εις μέρος όπου υπήρχον κακοπάθειαι όπως ανακουφισθώσι, εκεί κατηύθυνε τα βήματά Του ο Αγαθός Ιατρός, και μάλιστα αφού ήτο Σάββατον. Ο Φαρισαϊσμός εφρόντιζε μόνον περί τελετών και προσφορών και λεπτολογίας τύπων· αλλ' ο Ιησούς εγνώριζεν ότι το αγαθοποιείν ήτο η θυσία εις ην ηρέσκετο ο Ουράνιος Πατήρ.

Μεταξύ των ασθενών έκειτο είς επί τριακονταοκτώ έτη παράλυτος. Ο Ιησούς προσέβλεψε τον άνθρωπον μετά βαθυτάτης ευσπλαγχνίας. Ήτο προφανές ότι και η θέλησίς του ασθενούς ήτο τόσον παραλυτική όσον σχεδόν και το σώμα του. Ο Ιησούς αποταθείς προς αυτόν είπε:

— «Θέλεις υγιής γενέσθαι;»

