# Ο Βίος του Χριστού

## Part 14

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/33396/index.md

Ουχί άπαξ ούτε διά μόνον εν τη ιστορία του κόσμου ο Θεός εφάνη ότι άφησε τους μεγίστους θεράποντάς Του να πιώσι μέχρι τρυγός την κύλικα της δοκιμασίας και του μαρτυρίου πριν ή στεφανώσωσι αυτούς οριστικώς με στέφανον δόξης ακήρατον. Αλλ' εις ουδένα η πειθαρχική αύτη παιδεία ήλθε κατά τρομερώτερον τρόπον ή εις τον Άγ. Ιωάννην. Διότι εφαίνετο ολιγωρούμενος ου μόνον υπό του Θεού άνω, αλλά και υπό του ζώντος Υιού του Θεού επί της γης. Ο Ιωάννης ετήκετο εις την ειρκτήν του Ηρώδου, και ο Ιησούς εν τη χαρμοσύνω απλότητι της πρώτης εν τη Γαλιλαία διδασκαλίας Του εκήρυττεν εις φαιδρά πλήθη μεταξύ των κρίνων του αγρού ή από των κυμάτων της λίμνης της τερπνής. Ω, διατί ο Πατήρ του εν τω ουρανώ και ο φίλος του επί της γης να τον αφήσουν να τήκηται ούτω; Μη η ζωή του δεν ήτο οσία; μη η λειτουργία του δεν υπήρξε πιστή; μη η μαρτυρία του δεν ήτο αληθής; Ω, διατί Εκείνος, ον εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου, δεν κατετίβαζε πυρ εξ ουρανού να καύση τα άνομα εκείνα τείχη; Μεταξύ τόσων θαυμάτων δεν Του επερίσσευεν έν προς χάριν του ταλαιπώρου συγγενούς Του, όστις είχεν έλθη προ προσώπου Του διά να κατασκευάση την οδόν Του έμπροσθέν Του; Μεταξύ τόσων λόγων ελέους και συμπαθείας ένα μόνον δεν ηδύνατο να είπη δι' εκείνον όστις είχεν εκφέρει την φωνήν εκείνην του βοώντος εν τη ερήμω; Διατί ο νεαρός Υιός του Δαυίδ να μη διασαλεύση διά σεισμού τα θεμέλια των ειρκτών εκείνων της Ιδουμαίας, ή μίαν μόνον να στείλη εκ των δώδεκα λεγεώνων των Αγγέλων Του προς απελευθέρωσιν του Προδρόμου και φίλου Του, έστω και διά να τον επαναφέρη και πάλιν εις την έρημον μοναξίαν του, ν' αποθάνη εκεί ελεύθερος μεταξύ των θηρίων, μακράν της ατίμου τυραννίας του Ηρώδου του αιμομίκτου και μοιχού; Τι το άπορον, επαναλέγομεν, αν το όμμα του εν κλωβώ αετού ήρχισε να θολώνη!

«Συ ει ο ερχόμενος ή άλλον προσδοκώμεν;»

Ο Ιησούς δεν απήντησεν απ' ευθείας εις την ερώτησιν. Επέτρεψεν εις τους απεσταλμένους να ίδωσι με τους ιδίους οφθαλμούς των τινά εκ των έργων περί ων μόνον ήκουον μέχρι τούδε, και είτα, κατ' αναφοράν προς το ΞΑ' κεφάλαιον του Ησαΐου, παρήγγειλεν αυτοίς να είπωσι προς τον Ιωάννην ότι τυφλοί αναβλέπουσι, και χωλοί περιπατούσι, και λεπροί καθαρίζωνται, και κωφοί ακούουσι, και νεκροί εγείρονται· προ πάντων δε και υπέρ παν άλλο, ότι πτωχοί ευαγγελίζονται· και είτα, δυνάμεθα να φαντασθώμεν μετά πόσον βαθείας τρυφερότητος προσέθηκε. «Και μακάριος ος αν μη σκανδαλισθή εν Εμοί». Μακάριος τουτέστιν, εκείνος όστις πιστεύη εις Εμέ και εν τω διωγμώ και τη θλίψει· όστις πιστεύση ότι γνωρίζω μέχρι τέλους την θέλησιν του Πέμψαντός Με και πώς και πότε να τελειώσω το έργον Του.

Ευκόλως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, αν και ουδέν περισσότερον μας λέγεται, ότι οι μαθηταί δεν απεχώρησαν χωρίς ν' ακούσωσι παρά του Ιησού και άλλους λόγους ιδιαιτέρας στοργής και παραμυθίας διά τον μέγαν δεσμώτην· λόγια τα οποία θα ήσαν «ως γλυκέα υπέρ μέλι τω στόματι» εκείνου όστις υπέφερε την πείναν εις την έρημον, και πολυτιμότερα πηγής ύδατος εν γη αυχμώση. Και μόλις οι μαθηταί απεμακρύνθησαν, ότε Εκείνος εξέφερεν εν γλώση ευρύθμου καλλονής τον αξιομνημόνευτον έπαινον, ότι ο Ιωάννης ήτο όντως η Φωνή εν τη αυγή της νέας ημέρας, ο μέγιστος των κηρύκων του Θεού, ο Ηλίας όστις, κατά το τελευταίον ρήμα της αρχικής προφητείας έμελλε να προπορευθή της ελεύσεως του Μεσσίου και να ετοιμάση την οδόν Αυτού.

«Τι εξήλθετε εις την έρημον θεάσασθαι; Κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις ημφιεσμένον; Ίδετε, οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων εισίν. Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Προφήτην; Ναι, λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου. Ότι ούτος εστι περί ου γέγραπται. Ιδού Εγώ αποστέλλω τον άγγελόν Μου προ προσώπου Σου, ος κατασκευάσει την οδόν Σου έμπροσθέν Σου».

«Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού».

Είτα προσέθηκεν ότι, καίτοι ο Ιωάννης είνε ο τελευταίος και ο μέγιστος εν τη Παλαιά Διαθήκη, «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού εστι».

Ο Ιωάννης είχεν έλθη μη εσθίων μήτε πίνων, και έλεγον; Δαιμόνιον έχει. Ο Υιός του Ανθρώπου είχεν έλθη εσθίων και πίνων, και έλεγον: Ίδε άνθρωπος φάγος και οινοπότης τελωνών φίλος και αμαρτωλών. Πλην εις το τέλος πληρούνται πάντοτε οι λόγοι της Σοφίας: «Ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού, οι άφρονες; Τον βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. Πώς δε κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστι;»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'. Η αμαρτωλός και ο Φαρισαίος

Σίμων ο Φαρισαίος. — Η κλαίουσα γυνή. — Η παραβολή των οφειλωτών. — Άφεσις αμαρτιών. — Ήτο αύτη η Μαγδαληνή Μαρία;

«Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα, μύρον εκκενωθέν όνομά σου».

Και τα λόγια τούτα του Άσματος των Ασμάτων έμελλον να πληρωθώσι· την ημέραν εκείνην εν τω Ιησού — όστις είνε το ζων μύρον, και το όνομα Αυτού, όνομα Μεσσίου κεχρισμένου εν ατιμήτω μύρω, ευωδιάζει πνευματικώς εις τους αιώνας ευωδίαν άρρητον. Κατά την διήγησιν του Λουκά, φαίνεται ότι ο Ιησούς την αυτήν ημέραν, ίσως εις Ναΐν ή εις Μάγδαλα, εδέχθη πρόσκλησιν παρ' ενός των Φαρισαίων, καλουμένου Σίμωνος.

Μέχρι τούδε ο Ιησούς δεν είχεν έλθη εις φανεράν ρήξιν προς το Φαρισαϊκόν κόμμα, και ίσως οι οπαδοί τούτου να εφαντάσθησαν, ότι θα ηδύνατο να φανή ωφέλιμος εις τους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς των. Φαίνεται ότι ο Σίμων ούτος είχε περισσοτέραν περιέργειαν να ίδη και ν' ακούση τον Ιησούν ή φιλοφροσύνην να τον δεξιωθή. Όλα τα συνήθη γνωρίσματα της φιλοξενίας, ψυχρώς παρελείφθησαν. Ούτε ύδωρ υπήρχε προς πλύσιν των ποδών, ούτε ασπασμός δεξιώσεως επί της παρειάς, ούτε λιπασμός ελαίου διά την κόμην, ουδέν άλλο ειμή ψυχρά τις αποδοχή είς τινα κενήν θέσιν παρά την τράπεζαν, ώστε ο κεκλημένος να θεωρήση ότι λαμβάνει μάλλον τιμήν ή απονέμει.

Κατά τους χρόνους της ενσάρκου Παρουσίας του Κυρίου οι Ιουδαίοι, ίσως προσλαβόντες το έθιμον από των Περσών, είχον εγκαταλείπει το σταυροποδητεί καθήσθαι εις το δείπνον, και ανεκλίνοντο, ως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, επί κλιντήρων, παρά τραπέζας σχεδόν του αυτού ύψους με τας εν χρήσει παρ' ημίν σήμερον. Θα ίδωμεν εν τοις ύστερον ότι και το Πάσχα εβρώθη εν τη στάσει ταύτη. Το δε έθιμον του αποβάλλειν τα πέδιλα παρά την θύραν, λόγον έχει την μη μίανσιν των ταπήτων, ως προωρισμένων διά τας γονυκλισίας και τας προσευχάς.

Η ωραία και συγκινητική σκηνή ήτις συνέβη εν τη οικία του Σίμωνος, δύναται να εννοηθή μόνον αναλογιζομένων ότι, καθώς ανέκειντο οι δαιτυμόνες επί των κλιτύρων περί τας τραπέζας, οι πόδες των ήσαν εστραμμένοι προς πάντα θεατήν ιστάμενον έξω του κύκλου των ομοιοτραπέζων.

Ο καθολικός νόμος της φιλοξενίας υποχρεοί τον ανατολίτην να ζη με ανοικτάς θύρας, και πας τις δύναται εν πάση ώρα να εισέλθη εις τα δώματά του. Αλλ' εις την περίστασιν ταύτην υπήρξε πλάσμα τι το οποίον συνεκέντρωσε θάρρος να εισχωρήση εις την οικίαν ταύτην, απρόσκλητον άμα και όχι ευπρόσδεκτον. Μία πτωχή, κηλιδωμένη, έκπτωτος γυνή, γνώριμος εν τω τόπω διά τον κακόν βίον της, μαθούσα ότι ο Ιησούς εδείπνει εν τη οικία του Φαρισαίου, απετόλμησε να εισέλθη εκεί εν μέσω πλήθους άλλων επισκεπτών, φέρουσα αλάβαστρον πλήρες μύρου. Εύρεν Εκείνον ον εζήτει εν τω τρικλινίω του Σίμωνος και καθώς ίστατο ταπεινώς όπισθεν Του και ήκουε τους λόγους Του, και ανελογίζετο ποίος ήτο Εκείνος και έως πού είχε πέσει αυτή, ανελογίζετο την άμωμον καθαρότητα του νέου Προφήτου, και την ιδίαν αυτής επαίσχυντον ζωήν, ήρχισε να κλαίη, και τα δάκρυά της έπιπτον επί τους γυμνούς πόδας Του, εφ' ους έκυψεν επί μάλλον και μάλλον όπως κρύψη την αισχύνην αυτής.

Ο Φαρισαίος θα οπισθοδρόμει μετά φρίκης προς την αφήν, έτι περισσότερον προς το δάκρυ της τοιαύτης· θα απέμασσε το μόλυσμα και θα απεδίωκεν την επείσακτον μετ' αράς. Αλλ' η γυνή αύτη ησθάνθη αυθορμήτως ότι ο Ιησούς δεν θα εφέρετο προς αυτήν ούτω· ησθάνθη ότι το υψίστως αναμάρτητον είνε άμα και το βαθύτητα συμπαθές. Ίσως είχεν ακούσει τους χαριτοβρύτους εκείνους λόγους οίτινες δυνατόν να ελέχθησαν αυθημερόν. «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Και έλαβε θάρρος επειδή δεν επετιμήθη· και ούτω κατανοήσασα ότι, ό,τι και αν έπραττον οι άλλοι, ο Κύριος δεν την εμίσει ούτε την απεστρέφετο, επλησίασεν εγγύτερον προς Αυτόν, και, κλίνασα τα γόνατα, ήρχισε με τους μακρούς λυτούς βοστρύχους της κόμης της ν' απομάσση τους πόδας τους οποίους είχον υγράνη τα δάκρυά της, και είτα να καλύπτη αυτούς με ασπασμούς, και τέλος, θραύουσα το αλάβαστρον, να καταχέη το πολύτιμον νάρδον επί των ποδών Αυτού.

Η θέα της λυσικόμου ταύτης γυναικός, το αίσχος της ταπεινώσεώς της, η αγωνία της μεταμελείας της, το πολύδακρυ των οφθαλμών της, η θυσία του μύρου εκείνου, θα ηδύναντο να κινήση και λιθίνην καρδίαν εις συμπάθειαν. Αλλ' ο Σίμων, ο Φαρισαίος, απέβλεψε προς τούτο μετά παγεράς αποδοκιμασίας. Η έκκλησις εις έλεος εκ μέρους της θρηνούσης δεν τον συνεκίνησε. Δεν ήτο αρκετόν δι' αυτόν ότι ο Ιησούς υπέφερεν, ώστε το δύστηνον πλάσμα να Του ασπασθή και να Του αρωματίση τους πόδας, χωρίς να λαλήση προς αυτήν ουδέ λέξιν ενθαρύνσεως ακόμη. Εάν ήτο προφήτης, έπρεπε να γνωρίση ποίου είδους γυνή ήτο αύτη· και αν εγνώριζε, θα την απώθει μετ' αγανακτήσεως, ως θα έπραττε και ο Σίμων αυτός. Η απλή πρόσψαυσίς της απήτει επίσημον κάθαρσιν. Έν μόνον σημείον παρ' Αυτού, και ο Σίμων μετά πολλές χαράς θα απέβαλλε τον τοιούτον μολυσμόν από της σκέπης της στέγης του.

Ο Φαρισαίος δεν εξεστόμισε τας σκέψεις ταύτας, αλλ' η ψυχρά στάσις του και η περιφρονητική εκφρασις του προσώπου του, έδειξαν ό,τι εν τη καρδία του συνέβαινεν. Ο Κύριος εγνώρισε τας σκέψεις του, αλλά δεν απεδοκίμασε παραχρήμα την ανελεήμονα διάθεσίν του. Διά να επισύρη την γενικήν προσοχήν εις τους λόγους Του, εστράφη προς τον ξενίζοντα.

«Σίμων, έχω τι σοι ειπείν»:

«Λέγε, διδάσκαλε».

«Δανειστής είχε δύο χρεωφειλέτας· ο πρώτος ώφειλε πεντακόσια δηνάρια, ο έτερος πεντήκοντα· επειδή δε ουδέν είχον αποδούναι, αφήκεν αυτοίς άπαντα. Ειπέ μοι, πότερος τούτων αγαπήσει αυτόν το πλείον;»

Ο Σίμων δεν είχεν την ελαχίστην έννοιαν αν το ζήτημα είχεν ελαχίστην αναφοράν προς εαυτόν· όσην είχε και ο Δαυίδ, ότε απέφηνε τόσω ελευθέραν κρίσιν επί της παραβολής του Νάθαν.

«Υπολαμβάνω, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σίμων, ότι ω τα πλείονα εχαρίσατο».

«Ορθώς έκρινας», είπεν ο Χριστός. Και τότε ευθύς ήλθεν η εφαρμογή της μικράς παραβολής, της συντεθειμένης εν τη ρυθμική ταύτη εκφράσει του αντιθετικού παραλληλισμού, της οποίας ο Κύριος συχνήν εποιείτο χρήσιν εις τας υψηλοτέρας διδασκαλίας Του, και ήτις επενήργει, καθώς και η ποιητική γλώσσα των προφητών των, επί τα ώτα των ακροωμένων. Ει και ο Σίμων δυνατόν να μη είδε το κέντρον της παραβολής, ίσως η μετανοούσα, διά της γοργοτέρας μαντικής της συντετριμμένης καρδίας, το είδε. Αλλ' οποία υπήρξεν η συγκίνησίς της όταν Εκείνος, όστις μέχρι τούδε δεν είχε δώσει προσοχήν εις αυτήν, τώρα εστράφη προς ταύτην, και επιστήσας την προσοχήν όλων των παρόντων εις το ταπεινόν σχήμα της, καθώς εκάθητο επί του εδάφους, κρύπτουσα με τας δύο χείρας και με τους λυτούς πλοκάμους της την σύγχυσιν του προσώπου της, εφώνησε προς τον έμπληκτον Φαρισαίον:

«Σίμων! βλέπεις την γυναίκα ταύτην;

«Εισήλθον σου εις την οικίαν· ύδωρ ουκ επέχεας επί τους πόδας μου· αύτη δε τοις δάκρυσιν αυτής ένιψέ μου τους πόδας, και ταις θριξίν αυτής απέμαξεν αυτούς.

«Φίλημα ου μοι έδωκας· αλλ' αύτη, αφ' ης ώρας εισήλθον, ουκ επαύσατο καταφιλούσά μου τους πόδας.

«Ελαίω την κεφαλήν μου ουκ ήλειψας· αύτη δε μύρω ήλειψέ μου τους πόδας.

«Διά τούτο λέγω ημίν, αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι πολύ ηγάπησεν· ω δε ολίγον αφεθήσεται, ολίγον αγαπά».

Και τότε, ως πλουσίαν επωδόν χαριεστάτης μουσικής, προσέθηκεν, όχι πλέον προς τον Σίμωνα, αλλά προς την πτωχήν αμαρτωλόν, τας λέξεις του ελέους. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».

«Οσάκις αναλογίζομαι το συμβεβηκός τούτο, έλεγε Γρηγόριος ο Μέγας, έχω περισσοτέραν διάθεσιν να κλαύσω παρά να κηρύξω επ' αυτού».

Οι λόγοι του Κυρίου ήσαν διαρκώς νέα αποκάλυψις προς πάντας τους ακούοντας, και αν δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ πολλών ενδείξεων εν τοις Ευαγγελίοις, φαίνεται συχνή να επηκολούθησε μετ' αυτούς, εις τας πρωίμους ημέρας του κηρύγματός Του, σιωπή βαθείας εκπλήξεως, ήτις βραδύτερον, μεταξύ εκείνων οίτινες τον απέρριπτον, ερρήγυτο εις δριμείας μομφάς ή εις γογγυσμούς οργίλους. Κατά το στάδιον τούτο του έργου Του, η γοητεία του φόβου εκείνου, η προερχομένη εκ της αγάπης και της καθαρότητός Του, και εκ της ενδοτέρας εκείνης θειότητος ήτις έλαμπεν εις την στάσιν Του και ήχει εις την φωνήν Του, δεν είχε θραυσθή ακόμη. Μόνον εις τας κρυφίας σκέψεις των οι δαιτυμόνες, μάλλον, φαίνεται, εν εκπλήξει ή εν οργή, απετόλμησαν να αμφισβητήσωσι την ήρεμον ταύτην αξίωσιν επί ιδιότητα πλέον ή επίγειον. Μόνον εις τας καρδίας των σιωπηλώς ηρώτων: Τις είνε ούτος, όστις και αμαρτίας συγχωρεί;

Ο Ιησούς εγνώρισε τους ενδομύχους δισταγμούς των· πλην είχε προφητευθή περί Αυτού ότι ου μη ερίση ουδ' ου μη κράξη, ουδ' η φωνή Αυτού ακουσθήσεται εν ταις οδοίς· και περιωρίσθη μόνον ν' αποπέμψη την γυναίκα. «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην». Και εις ειρήνην αναμφιβόλως επορεύθη, εις την ειρήνην του Θεού την υπέρ πάσαν έννοιαν, εις την ειρήνην ην ο Ιησούς δίδει, ήτις δεν είνε ως ο κόσμος δίδει.

Εις το γενικόν μάθημα το οποίον η ιστορία της διδάσκει θα επανέλθωμεν εν τοις ύστερον, διότι είνε μάθημα το οποίον απετέλεσε κεντρικήν διδασκαλίαν της αποκαλύψεως του Χριστού. Εννοώ το μάθημα ότι ιδιοτελής υποκρισία είνε εις το όμμα του Θεού μισητή όσον κατάφωρος αμαρτία· το μάθημα ότι η ζωή αμαρτωλής και αμετανοήτου σεμνοτυφίας δύναται να είνε όχι ολιγώτερον θανάσιμος από την ζωήν της αισχύνης της φανεράς.

Αρχαία παράδοσις, ιδίως κρατούσα εν τη Δυτική Εκκλησία, παράδοσις ήτις καίτοι αβέβαιος, δεν φαίνεται απολύτως απίθανος, λέγει ότι η γυνή αύτη ήτο η Μαρία η Μαγδαληνή, αφ' ης ο Ιησούς «εκβεβλήκει επτά δαιμόνια». Την παράδοσιν αναφέρουν μεταξύ των παλαιών πατέρων της Δυτικής Εκκλησίας ο Αμβρόσιος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και Γρηγόριος ο Μέγας.

Ο εξορκισμός ούτος (η εκβολή των επτά δαιμονίων) θα ήτο εντελώς σύμμορφος με την συνήθη εβραϊκήν φρασεολογίαν, εάν η έκφρασις είχεν εφαρμοσθή εις αυτήν, συνεπεία εμπαθούς φύσεως και εκλύτου βίου. Οι ταλμουδισταί πολλά φλυαρούσι περί αυτής, περί του πλούτου της, περί της καλλονής της, περί του αίσχους της, περί του συζύγου της και των εραστών της. Πλην ό,τι αληθώς γνωρίζομεν περί της Μαγδαληνής εκ της Γραφής, είνε ο ενθουσιασμός εκείνος της αφοσιώσεως και της ευγνωμοσύνης, όστις την έκαμε ν' αφιερωθή ψυχή και καρδία εις την υπηρεσίαν του Σωτήρος της. Εις το κεφάλαιον του Λουκά το ακόλουθον μετά την σκηνήν εκείνην του μύρου και των δακρύων, μνημονεύεται το πρώτον μεταξύ των γυναικών αίτινες ηκολούθησαν τον Κύριον και δυνατόν εν τη διηγήσει του συμβεβηκότος του εν τη οικία του Σίμωνος το όνομά της επίτηδες να παρελείφθη.

Δυνατόν εν τούτοις η γυνή η αμαρτωλός να ήτο άλλη παρά την Μαρίαν την εκ Μαγδάλων, και ν' απήλθεν όπως εύρη την ειρήνην, την οποίαν ο Χριστός υπεσχέθη εις την τεταραγμένην αυτής συνείδησιν, εν βίω εγκλείσεως, μελετώσα εν σιωπή περί της ελεήμονος συγχωρήσεως του Κυρίου. Αλλ' όμως εις την συνείδησιν των πολλών θα ταυτίζεται μέχρι τέλους των χρόνων με την Μαγδαληνήν Μαρίαν, της οποίας αυτό το όνομα μετέβη εις όλας τας πεπολιτισμένας γλώσσας ως συνώνυμον της δεκτής μετανοίας και της συγχωρηθείσης αμαρτίας. Ο περιηγητής όστις, οδοιπορών εν μέσω των αβρών αρωμάτων πολλών ανθοφόρων φυτών παρά τας όχθας της Γεννησαρέτ, φθάνει εις τον κατηρειπιωμένον πύργον και τον ερημικόν φοίνικα τα οποία σημειούσι το αραβικόν χωρίον Ελ Μετζέλ ακουσίως θ' αναπολήση την παλαιάν ταύτην παράδοσιν περί εκείνης, της οποίας η εφάμαρτος καλλονή και η βαθεία μετάνοια κατέστησαν τόσον περίφημον το όνομα των Μαγδάλων· καίτοι δε αι ολίγαι άθλιαι αγροτικαί καλύβαι είναι ρυπαραί και ετοιμόρροπαι, και οι κάτοικοι ζώσιν εν αμαθεία και πολλή ευτελεία, μετ' ενδιαφέροντος και συγκινήσεως θ' αποβλέψη εις τοπίον όπερ ανακαλεί εις την μνήμην του μίαν των περιφανεστέρων αποδείξεων ότι ουδείς, ούτε ο μάλιστα έκπτωτος και μάλιστα περιφρονούμενος, θεωρήται ως απόβλητος υπ' Εκείνου ούτινος έργον ήτο να ζητήση και σώση το απολωλός. Ίσως εις τον μυρωμένον αέρα της Γεννησαρέτ, εις την λαμπρότητα του στερεώματος υπεράνω της κεφαλής του, εις την μελωδίαν του κελαδήματος των πτηνών ήτις πληροί τον αέρα, εις τον εαρινόν πλούτον του πορφυρού ανθού όστις επιστέφει τας πηλίνους εκείνας καλύβας, θα ίδη τύπον της θείας ευσπλαγχνίας και αγάπης, ήτις είνε αϊδίως πλουσία, ώστε να περιβάλλη με την χάριν του ουρανίου κάλλους τα ερείπεια της πάλλαι ολόφρονος και βεβηλομένης ζωής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'. Πώς έζη εν Γαλιλαία

Ο Ιησούς και οι οπαδοί του. — Η πρόσοψίς Του. — Βίος πτωχείας, εργασίας, λύπης και αγίας χαράς.

«Το πάθος του Χριστού (λέγει ο Άγ. Αθανάσιος ο Μέγας) ημών απάθεια εστι· και το δάκρυον Αυτού χαρά ημετέρα».

Εις την περίοδον ταύτην του πρωίμου κηρύγματος ανήκουσιν αι αποστολαί και αι πορείαι εκείναι, αι περιφοραί ανά τας πόλεις και τας κώμας της Γαλιλαίας, όπου εδίδασκε, κ' εκήρυττε και ηλέει, ως μνημονεύεται συχνά εις τα τρία πρώτα Ευαγγέλια. Ήτο δε το λαμπρότατον επεισόδιον της ζωής Του. Ας σταθώμεν νοερώς παράπλευρα και ας ίδωμεν Αυτόν να διέρχηται, και, εν πάση ταπεινότητι και ευλαβεία, ας αναπαραστήσωμεν προς ημάς αυτούς όσον οίον τε ζωηρότερον ποίος τις άνθρωπος ήτο.

Ας υποθέσωμεν άρα ότι αναμιγνυόμεθα με τα πλήθη εκείνα, τα οποία κατά τους χρόνους τούτους παρεφύλαττον και έτρεχον κατόπιν Του, και ας προσβλέψωμεν εις Αυτόν καθώς προσέβλεπον εκείνοι, όταν έζη ως άνθρωπος επί της γης.

Ευρισκόμεθα εις την μικράν εκείνην πεδιάδα την απλουμένην μεταξύ των ορέων Ζαβουλών και Νεφθαλί, μεταξύ των χωρίων Κεφρ Κενά και Κανά Ελ Ζουλίλ. Μεγάλη έκτασις ληίων και ασταχύων μας περιβάλλει πέριξ, και τα αναρίθμητα λαμπρά άνθη ανθούσι πολύ πλουσιώτερα ή εις τα ημέτερα κλίματα. Η οδός εφ' ης ιστάμεθα φέρει προς την ακτήν, ένθεν δε ένθεν προς την λίμνην της Γαλιλαίας. Η χώρα είνε ερατεινή με όλην την ερασμιότητα εαρινής ημέρας εν Παλαιστίνη· αλλ' αι καρδίαι του απλήστου, εξημμένου πλήθους εν μέσω του οποίου ιστάμεθα, υφ' ενός απορροφητικού λογισμού κατεχόμεναι δεν επαισθάνονται την καλλονήν της· τινές τούτων είνε τυφλοί και άρρωστοι και κωφοί, και δεν γνωρίζουν αν σήμερον είς δάκτυλος ελέους, έν ρήμα ιάσεως, έστω και η αφή του κρασπέδου του μεγάλου τούτου αγνώστου Προφήτου καθώς διέρχεται, δυνατόν να αλλοιώσουν και να φαιδρύνουν όλην την ύπαρξίν των την μέλλουσαν. Και απωτέρω οπίσω, εις μικράν απόστασιν από του πλήθους, ιστάμενοι μεταξύ των σπαρτών, και δίδοντες είδησιν εις όλους τους παροδίτας διά της κραυγής, Ταμέ, Ταμέ! «Ακάθαρτος! ακάθαρτος»! ευρίσκονται φοβεραί τινες και ηκρωτηριασμέναι μορφαί, τους οποίους μετά φρίκης αναγνωρίζομεν ως λεπρούς.

Τα σχόλια του πλήθους δεικνύουν ότι πολλαί διάφοροι αφορμαί τους έφεραν επί το αυτό. Τινές είν' εκεί εξ ενδιαφέροντος, ένιοι εκ περιεργείας, άλλοι εκ της χυδαίας κολλητικότητος του ενθουσιασμού, τον οποίον οι ίδιοι, δεν δύνανται να εξηγήσωσι. Θαυμάσιαι διηγήσεις περί Αυτού, περί του ελέους Του, περί της δυνάμεώς Του, περί των χαριτοβρύτων λόγων Του περί των σθεναρών πράξεών Του μεταβαίνουσιν από στόμα εις στόμα, μεμιγμέναι αναμφιβόλως με υποψίας και με συκοφαντίας. Είς ή δύο Γραμματείς και Φαρισαίοι παρόντες, ιστάμενοι ολίγον παράμερα από το πλήθος, υποψιθυρίζουσι προς αλλήλους την αμηχανίαν, την αγανάκτησιν, την ανησυχίαν των.

Αίφνης επί του ανωφερούς εδάφους, εις ουχί μεγάλην απόστασιν, φαίνεται νέφος κονιορτού, το οποίον προσημαίνει συνοδίαν προσεγγίζουσαν· και έν νεαρόν μειράκιον εκ Μαγδάλων ή Βηθσαϊδά, αδιαφορούν προς τους υπεροπτικούς ελέγχους των Φαρισαίων, δεικνύει προς τα εκεί και τρέχει εν εξάψει κραυγάζον: «Μάλκα Μεσσιχά! Μάλκα Μεσσιχά»! (ο Βασιλεύς ο Μεσσίας!), το οποίον και από στόμα παιδός ακόμη πρέπει να ετάχυνε τους παλμούς των καρδιών απλοϊκού όχλου εν Γαλιλαία.

Και τώρα η συνοδία πλησιάζει. Είνε μικτή συρροή νέων και γερόντων, εκ χωρικών το πλείστον συνισταμένη, αλλά και μετ' άλλων εξ ανωτέρας τάξεως εγκατεσπαρμένων εις τα νώτα της τα αραιά. Εδώ είς σύνοφρυς Φαρισαίος, εκεί ανέτως ενδεδυμένος Ηρωδιανός, ψιθυρίζων πρός τινα Έλληνα έμπορον ή Ρωμαίον στρατιώτην τα ειρωνικά σχόλιά του περί του ενθουσιασμού του πλήθους. Πλην ούτοι είνε οι ολίγοι, και σχεδόν παν όμμα του μεγάλου εκείνου πλήθους διαρκώς στρέφεται προς Ένα ιστάμενον εις το κέντρον του χωριστού ομίλου, τον οποίον το πλήθος περικυκλοί.

Κατέμπροσθεν της ομάδος ταύτης βαίνουσί τινες των νεωστί εκλεχθέντων Αποστόλων, άλλοι δε όπισθεν, μεταξύ των οποίων υπάρχει τις του οποίου το βλέμμα δεν φαίνεται, όσον των άλλων, ήσυχον και καθαρόν. Ένιοι εξ εκείνων οίτινες ίστανται θεώμενοι ψιθυρίζουσιν, ότι ούτος είνε κάποιος Ιούδας Ισκαριώτης, σχεδόν ο μόνος οπαδός του Ιησού όστις δεν είνε Γαλιλαίος. Ολίγον απωτέρω, όπισθεν των λοιπών Αποστόλων, υπάρχουσι τέσσαρες ή πέντε γυναίκες, άλλαι πεζαί, άλλαι επί ημιόνων, μεταξύ των οποίων, καίτοι καλυπτραφορουσών εν μέρει, τινές αναγνωρίζουσι την ποτέ πλουσίαν και εκλελυμένην, νυν δε μετανοούσαν Μαρίαν την Μαγδαληνήν και την Σαλώμην, την γυναίκα του αλιέως Ζεβεδαίου· και άλλην ανωτέρας θέσεως και πλούτου, την Ιωάνναν, την γυναίκα, πιθανώς την χήραν, του Χονζά, του επιτρόπου Ηρώδου του Αντίπα.

Αλλ' Εκείνος τον οποίον όλα τα όμματα αναζητούσιν είνε εις αυτό το κέντρον της συναθροίσεως· καίτοι δε εις τα δεξιά Του είνε ο Πέτρος ο από Βηθσαϊδά, και εις τα αριστερά Του η νεωτέρα μορφή του Ιωάννου, όλα όμως τα βλέμματα Αυτός μόνος τα απορροφά.

Δεν είνε ημφιεσμένος μαλακά ιμάτια εν βύσσω και πορφύρα, όπως οι αυλικοί του Ηρώδου, ή οι μαλθακοί φίλοι του Πιλάτου του Πραίτωρος. Δεν φέρει το λευκόν εφώδ του Λευίτου ούτε τα μακρά ιμάτια του Γραμματέως. Περί το μέτωπον και τον βραχίονά Του δεν κρέμανται τα φυλακτήρια, τα οποία τόσον επλάτυνον οι Φαρισαίοι· καίτοι δε υπάρχει εις πάσαν γωνίαν του ενδύματός Του η παρυφή και η κυανή ταινία την οποίαν επιβάλλει ο Νόμος, αύτη δεν φορείται κατά το επιδεικτικόν μέγεθος το επιτηδευόμενον υπ' εκείνων οίτινες συνείθιζον να «μεγαλύνωσι τα κράσπιδα των ιματίων αυτών». Φέρει το σύνηθες ένδυμα του καιρού Του και της πατρίδος Του. Δεν είνε απολύτως ασκεπής την κεφαλήν, όπως τον παριστώσιν οι ζωγράφοι, διότι το να οδοιπορή ασκεπής με τον καύσωνα της Παλαιστίνης θα ήτο αδύνατον, αλλ' απλούν λευκόν μανδήλιον φέρει περί την κόμην. Πλατύ κυανούν ιμάτιον τον καλύπτει, κάτωθεν δε τούτου φαίνεται ο μάλλινος άρραφος υφαντός χιτών Του, όστις περιδένεται διά ζώνης περί την οσφύν, και τον περιβάλλει όλον από του λαμού μέχρι των πεδίλων. Αλλά τα απλά ενδύματα δεν κρύπτουσι τον Βασιλέα· καίτοι δε εις την στάσιν Του δεν υπάρχει τίποτε εκ της αυτοσυνειδήτου αλαζονείας του Ραββί, όμως εις την φυσικήν ευγένειαν και την απέριττον χάριν Του, υπάρχει τι το οποίον εν αρκεί ακαρεί ν' αναχαιτίση πάσαν δριμείαν γλώσσαν και να καταπλήξη πάντα πονηρόν λογισμόν.

Και η όψις του; Είνε άνθρωπος μεσαίου αναστήματος, τριακοντούτης περίπου, επί του προσώπου του οποίου η καθαρότης και το θέλγητρον της νεότητος είνε συγκεκραμένα με την εμβρίθειαν και το αξιοπρεπές της ανδρικής ηλικίας. Η κόμη Του, την οποίαν η παράδοσις παρέβαλε με το χρώμα του οίνου, χωρίζεται εις το μέσον του μετώπου, και κυματίζει περί τον τράχηλον. Οι χαρακτήρες του είνε ωχρότεροι και ελληνικωτέρου τύπου ή όσον τα ηλιοκαή και ελαιόχρωα πρόσωπα των αξέστων αλιέων οίτινες είναι οι Απόστολοί Του· αλλά καίτοι οι χαρακτήρες ούτοι προφανώς εμαράνθησαν υπό της λύπης — καίτοι είνε πρόδηλον ότι οι οφθαλμοί εκείνοι, των οποίων το απερίγραπτον βλέμμα φαίνεται ν' αναγινώσκη τα απόκρυφα των καρδιών, συχνά εβράχησαν από δάκρυα — όμως ουδείς άνθρωπος του οποίου η ψυχή να μη διεβρώθη υπό της αμαρτίας και ιδιοτελείας δύναται να προσβλέψη άτρομος εις την θείαν έκφρασιν του γαληνίου εκείνου προσώπου. Ναι, Αυτός είνε περί ου ο Μωυσής και οι προφήται ελάλησαν, Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Υιός της Μαρίας και Υιός του Δαυίδ, ο Υιός του Ανθρώπου και Υιός του Θεού. Οι οφθαλμοί μας είδον τον Βασιλέα εις το κάλλος Του. «Και εθεασάμεθα την δόξαν Αυτού, δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». Και αφού τον είδομεν, δυνάμεθα ευκόλως να εννοήσωμεν πώς, καθώς Αυτός ωμίλει, μία τις γυνή εκ του όχλου, επάρασα φωνήν είπε: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασα Σε, και μαστοί ους εθήλασας!» «Μενούν γε, απήντησεν Εκείνος, με λέξεις πλήρεις βαθέος και γλυκέος μυστηρίου, μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».

