# Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

## Part 6

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32797/index.md

ΙΑΓΟΣ Λοιπόν νομίζεις, στρατηγέ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν το νομίζω, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Τι; ένα μυστικόν φιλί;

ΟΘΕΛΛΟΣ Φιλί της ανομίας!

ΙΑΓΟΣ Ή με τον φίλον της γυμνή να ήναι 'ς το κρεββάτι μιαν ώραν ή πλειότερον, χωρίς κακόν 'ς τον νουν των;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εις το κρεββάτι, και γυμνοί, χωρίς κακόν 'ς τον νουν των; Είναι ψευτιά! Τον διάβολον μ' αυτά θα τον γελάσουν; Εκείνοι πώχουν αρετήν και κάμνουν τέτοιον πράγμα, τους σκανδαλίζει ο Σατανάς την αρετήν που έχουν, και σκανδαλίζουν τον Θεόν με τα καμώματά των!

ΙΑΓΟΣ Εάν δεν κάμουν τίποτε, είναι μικρόν το κρίμα. αλλ' αν εις την γυναίκα μου ένα μαντίλι δώσω ...

ΟΘΕΛΛΟΣ Αι, τι;

ΙΑΓΟΣ Της το εχάρισα, κι' αφού είν' ιδικόν της, εις όποιον θέλει δύναται κ' εκείνη να το δώση.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και την τιμήν 'ς το χέρι της την έχει. Να την δώση κ' εκείνην;

ΙΑΓΟΣ Είναι η τιμή αόρατος ουσία· πολλοί οπού την έχασαν περνούν ότι την έχουν. Πλην το μαντίλι...

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω Θεέ! ας το ελησμονούσα! Μου είπες...(Επανέρχεται εις την ενθύμησίν μου 'σαν κόρακας που έρχεται εις σπίτι μολυσμένον, σημάδι της καταστροφής!) (29) Μου είπες, το μαντίλι το είδες εις τα χέρια του;

ΙΑΓΟΣ Το είπα! τι με τούτο;

ΟΘΕΛΛΟΣ Είναι κακόν!

ΙΑΓΟΣ Κι' αν έλεγα πως είδα να σου κάμη το άδικον; Κι' αν έλεγα πως ήκουσα να λέγη... Υπάρχουν και παληάνθρωποι, που αν το καταφέρουν, (ή με κυνήγημα πολύ, ή και ξελόγιασμά της), και απατήσουν και χαρούν την αγαπητικήν των, το θεωρούν 'σαν τίποτε να φλυαρούν κατόπιν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Σου είπε τίποτε αυτός;

ΙΑΓΟΣ Και βέβαια μου είπε· αλ' όμως θα σου ορκισθή, ότι δεν είπε λέξιν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είπε;

ΙΑΓΟΣ Ότι έκαμε... Τι έκαμε δεν 'ξεύρω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι; τι;

ΙΑΓΟΣ Ότι εχάρηκε...

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνην; Αι;

ΙΑΓΟΣ Εκείνην, — μ' εκείνην, — όπως αγαπάς.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εχάρηκε μ' εκείνην! Εχάρηκεν εκείνην! Εχάρηκε μ' εκείνην, θα ειπή εδιασκέδασε. Την εχάρηκε. Φρίκη! Το μαντίλι! Να το ομολογήση! Το μαντίλι!... Να τον κάμω να το ομολογήση και κρέμασμα! Πρώτα κρέμασμα και έπειτα ας το ομολογήση! Ανατριχιάζω να το συλλογίζωμαι! Δεν είναι φυσικόν να βλέπη κανείς εις τ' όνειρόν του την σκιάν, χωρίς να υπάρχη το πράγμα. Δεν είναι λόγια οπού με κάμνουν άνω κάτω... Πιστ!... Μύταις, αυτιά, και χείλη!... Πώς γίνεται; Το μαντίλι!.. Να το ομολογήση!... Το μαντίλι!... Ω διάβολε!

(Πίπτει καταγής λειποθυμισμένος.)

ΙΑΓΟΣ Φαρμάκι, δούλευε! Ιδού, πώς οι κουτοί γελιούνται. Ιδού ο τρόπος να χαθή μιας γυναικός τιμίας και όνομα κ' υπόληψις, χωρίς αυτή να πταίη. — Δεν με ακούεις, στρατηγέ; Ω στρατηγέ! Οθέλλε!

(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Αι, Κάσιε!

ΚΑΣΙΟΣ Τι έπαθε;

ΙΑΓΟΣ Επιληψίαν έχει. Είναι δευτέρα προσβολή· και χθες του ήλθεν άλλη.

ΚΑΣΙΟΣ Δεν τρίβεις τα μηλίγγια του;

ΙΑΓΟΣ Μη τον ταράξης. Όχι. Καλλίτερα το βύθος του τον δρόμον του να κάμη. Αν ταραχθή, το στόμα του αφρίζει, και κατόπιν μία μανία φοβερά του έρχεται... Σαλεύει. Απομακρύνσου μιαν στιγμήν. Αμέσως θα συνέλθη. Και όταν φύγη απ' εδώ να σου μιλήσω έχω κάτι πολύ σημαντικόν.

(Αποσύρεται ο ΚΑΣΙΟΣ.)

Πώς είσαι, στρατηγέ μου; Εκτύπησες την κεφαλήν; πονεί;

ΟΘΕΛΛΟΣ Με περιπαίζεις;

ΙΑΓΟΣ Να περιπαίξω; ποιος; εγώ; Μα την ζωήν μου, όχι! Να υποφέρης σ' ήθελα την τύχην σου 'σαν άνδρας.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ο άνδρας πώχει κέρατα ζώον και τέρας είναι.

ΙΑΓΟΣ Γεμάτη τέρατα λοιπόν η κάθε χώρα είναι, γεμάτη ζώα λογικά.

ΟΘΕΛΛΟΣ Το εξωμολογήθη;

ΙΑΓΟΣ Σε θέλω άνδρα, στρατηγέ. Δεν συλλογείσαι, ότι όποιος γενάτος εμπλεχθή εις τον ζυγόν του γάμου, 'μπορεί σκυμμένος να τράβα ζευγαρωτά μ' εσένα; Πόσαις χιλιάδες άνθρωποι πλαγιάζουν κάθε βράδυ εις μολυσμένα στρώματα, και τα θαρρούν 'δικά των! Πάλιν καλλίτερα εσύ! — Είναι διαβόλου πλάνη, περίγελως του Σατανά, να σφίγγης μίαν βρώμαν εις αγκαλιάν συζυγικήν, κι' αγνήν να την νομίζης! Όχι· ας 'ξεύρω κάθε τι. Κι' αν 'ξεύρω τι μου κάμνει, τότε κ' εγώ θα' ξεύρω καν τι πρέπει κ' εις εκείνην.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εσύ 'σαι άνδρας γνωστικός, αληθινά.

ΙΑΓΟΣ Αν θέλης κρύψου εδώ· πλην κύτταξε υπομονήν να έχης. Ενώ εσύ εκείτεσο 'ς την λύπην βυθισμένος, (πραγμ' άτοπον κι' αταίριαστον εις άνδρα 'σάν εσένα,) ήλθεν ο Κάσιος εδώ. Τον έδιωξα αμέσως, με τρόπον του εξήγησα το λιγοθύμισμά σου, και τον επαρακάλεσα να επιστρέψη πάλιν να του λαλήσω. Μ' έταξε, ότι θα έλθη. Κρύψου, και βλέπε τον 'ς το πρόσωπον, τι μορφασμούς θα κάμη, τι νεύματα, τι σχήματα. Διότι θα τον βάλω να ξαναπή απ' την αρχήν την ιστορίαν όλην, το πώς, και πού, πόσαις φοραίς, και πότε, κι' από πότε με την γυναίκα σου μαζή τα 'ταίριαξε, και πότε θα ξαναρχίση. Κύτταζε το κάθε κίνημά του. Αλλά, να ζης, υπομονή! Αλλέως θα με κάμης να λέγω πως τα έχασες κι' ότι δεν είσαι άνδρας.

ΟΘΕΛΛΟΣ Άκουσε, Ιάγο· θα μ' ιδής· υπομονή δεν λείπει, πλην κ' αιμοβόρον θα μ' ιδής. Ακούεις;

ΙΑΓΟΣ Δεν πειράζει· πλην 'ς τον καιρόν του κάθε τι. Αν αγαπάς τραβήξου.

(Αποσύρεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και κρύπτεται)

ΙΑΓΟΣ Θα φέρω εις τον Κάσιον την ομιλίαν τώρα της Βιάγκας. Η κυρά αυτή πουλεί την ευμορφιάν της και αγοράζει το ψωμί και τα φορέματά της. Αλλά διά τον Κάσιον τρελλαίνετ' η αθλία, καθώς αυτών των γυναικών το 'χει συχνά η Μοίρα· πολλοί τα χάνουν δι' αυταίς, κι' αυταίς δι' ένα μόνον. Κι' ο Κάσιος κάθε φοράν π' ακούση τ' όνομά της δεν ημπορεί να κρατηθή από τα γέλοια. — Νάτος

(Εισέρχεται ο ΚΑΣΙΟΣ.)

Το κάθε του χαμόγελον τον Μαύρον θα τρελλαίνη, κ' η τυφλωμένη ζήλεια του στραβά θα εκλαμβάνη κάθε του νεύμα ή ματιάν. — Υπασπιστά πώς είσαι;

ΚΑΣΙΟΣ Καλά να ήμαι ημπορώ ενώ μ' αυτόν τον τίτλον με χαιρετάς; Μ' εσκότωσε η στέρησίς του, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Τον έχεις, αν με το καλόν την Δυσδαιμόνας πιάσης.

(Χαμηλή τη φωνή.)

Αν ήτο εις της Βιάγκας σου το χέρι να τον λάβης, τελειωμένην την δουλειάν την είχες.

ΚΑΣΙΟΣ (γελών). Η καϋμένη!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Ήρχισε κι' όλα να γελά.

ΙΑΓΟΣ Δεν μ' έτυχε ποτέ μου γυναίκα τόσον ν' αγαπά, όσον αυτή εσένα.

ΚΑΣΙΟΣ Η κατεργάρα! Μ' αγαπά τω όντι· το πιστεύω.

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Δεν το αρνείται, και γελά.

ΙΑΓΟΣ Ακούεις, Κάσιέ μου.

(Συνομιλεί μετ' αυτού κρυφίως).

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Του λέγει τώρα να τα 'πή. Εμπρός, εμπρός! Ωραία!

ΙΑΓΟΣ Κηρύττει και διαλαλεί πως θα στεφανωθήτε. Σκοπόν το έχεις;

ΚΑΣΙΟΣ (γελών). Χα! χα! χα!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Σ' αρέσει; Αι; σ' αρέσει!

ΚΑΣΙΟΣ Να την στεφανωθώ! Μίαν νυκτογυρίστραν! Μη μ' έχης δα, ότι τα έχω χαμένα όλως διόλου. Χα, χα, χα!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Ω βέβαια! ω βέβαια! Γελά όποιος κερδίζει.

ΙΑΓΟΣ Αλήθεια σου λέγω· εβγήκε λόγος, ότι την στεφανόνεσαι.

ΚΑΣΙΟΣ Ομίλει με τα σωστά σου, παρακαλώ.

ΙΑΓΟΣ Να μην ήμαι άνθρωπος, αν δεν το ήκουσα.

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν). Κ' εμένα μ' εξεβγάλετε; Καλά!

ΚΑΣΙΟΣ Η μαϊμού τα έβγαλεν αυτά! Η αγάπη της την επλάνεσε και θαρρεί, ότι θα την πάρω γυναίκα μου· όχι βέβαια ιδική μου υπόσχεσις.

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Ο Ιάγος νεύμα μ' έκαμε· Θ' αρχίση να τα λέγη.

ΚΑΣΙΟΣ Τώρα ήτον εδώ. Όπου ευρεθώ, νά σου την κατόπιν μου! Προχθές ήμουν εις την ακρογιαλιάν με μερικούς Βενετούς, και έξαφνα παρουσιάζεται η λωλή και χύνεται επάνω μου...

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Και κράζει: ω αγάπη μου! αυτό λέγει η έκφρασίς του.

ΚΑΣΙΟΣ Και μ' αγκαλιάζει, σειστή και κουνιστή, και αρχίζει τα κλαύματα, και με τραβά και με σκουντά ... Χα, χα, χα!

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Τώρα λέγει, πώς τον έσυρε εις το κρεββάτι μου. Ά! την μύτην σου την βλέπω, αλλά πού είναι ο σκύλος εις τον οποίον θα την πετάξω;

ΚΑΣΙΟΣ Μα την αλήθειαν, πρέπει πλέον να την παραιτήσω.

ΙΑΓΟΣ Κύτταξ' εμπρός μου. Να την κ' έρχεται.

(Εισέρχεται η ΒΙΑΓΚΑ).

ΚΑΣΙΟΣ Τέτοια Αλωπού μοσχομυρωδάτη!... Τι θέλεις και με κυνηγάς;

ΒΙΑΓΚΑ Να σε κυνηγήση ο Διάβολος και η μάνα του! Τι μαντίλι ήτον εκείνο που μου έδωσες; Ανόητη εγώ να το πάρω! Να σου αντιγράψω το σχέδιον! Ποίον τα πουλείς, ότι το ηύρες εις το σπίτι σου, και ότι δεν ηξεύρεις ποίος το άφησεν εκεί; Σου το εχάρισε καμμία βρώμα, και μου το δίδεις εμένα να σου το αντιγράψω! Να, δος το εις την φιληνάδα σου. Όπου κι' αν το ηύρες, σχέδιον εγώ δεν σου βγάζω!

ΚΑΣΙΟΣ Τι είν' αυτά Βιάγκα μου γλυκειά; Τι είν' αυτά; Τι είν' αυτά;

ΟΘΕΛΛΟΣ (καθ' εαυτόν.) Μα τον Θεόν! Το μαντίλι μου είναι τούτο.

ΒΙΑΓΚΑ Αν σου αρέση να δειπνήσης απόψε μαζή μου, κόπιασε. Αν δεν σου αρέση, έλα όταν αγαπάς.

(Αναχωρεί).

ΙΑΓΟΣ Το κατόπιν της! Το κατόπιν της!

ΚΑΣΙΟΣ Δεν ημπορώ να κάμω διαφορετικά. Ειδέ, δεν το έχει τίποτε να βάλη ταις φωναίς μέσα εις τους δρόμους.

ΙΑΓΟΣ Θα δειπνήσης μαζή της;

ΚΑΣΙΟΣ Το έχω σκοπόν.

ΙΑΓΟΣ Καλά. Ίσως έλθω κ' εγώ να σ' εύρω εκεί· διότι έχω να σου 'μιλήσω.

ΚΑΣΙΟΣ Έλα σε παρακαλώ. Έρχεσαι;

ΙΑΓΟΣ Πήγαινε, πήγαινε. Καλά!

(Αναχωρεί ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΟΘΕΛΛΟΣ (προχωρών επί της σκηνής.) Πώς να τον σκοτώσω, Ιάγο;

ΙΑΓΟΣ Τον είδες πώς έπαιρνε εις το αστείον την αισχρότητά του;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! Ιάγο!

ΙΑΓΟΣ Και το μαντίλι το είδες;

ΟΘΕΛΛΟΣ Το ιδικόν μου ήτο;

ΙΑΓΟΣ Το ιδικόν σου, μα το χέρι τούτο! Και ιδέ πώς την έχει την ανόητην την γυναίκα σου. Του χαρίζει το μαντίλι της, και αυτός το δίδει εις την λεγάμενήν του.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ήθελα να τον έχω εννέα χρόνους να τον σκοτόνω. — Τέτοια εύμορφη γυναίκα, τέτοια νόστιμη, τέτοια γλυκειά γυναίκα!

ΙΑΓΟΣ Αυτά να τα λησμονήσης τώρα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι! Να σαπίση και να χαθή και να κολασθή — απόψε! Δεν έχει ζωήν! Όχι! Η καρδιά μου έγεινε πέτρα· την κτυπώ και μου πονεί το χέρι. — Ω! Δεν έχει ο κόσμος πλάσμα γλυκύτερον. Της ήξιζε να κάθηται εις ενός βασιλέως πλευρόν και να προστάζη!

ΙΑΓΟΣ Αυτά δεν είναι λόγια δι' εσένα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να χαθή! Λέγω μόνον το τι είναι. Τόσον επιτήδεια εις το κέντημα! Και πώς ετραγωδούσε! Ω! Και αρκούδαις ημέρονε το τραγούδημά της. Και τόσον ξυπνητή και προκομμένη!

ΙΑΓΟΣ Τόσον χειρότερα, λοιπόν, δι' εκείνην.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, χίλιαις, χίλιαις φοραίς χειρότερα! Και τόσον γλυκειά συμπεριφορά.

ΙΑΓΟΣ Γλυκειά με το παρεπάνω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Έχεις δίκαιον. Και όμως τι κρίμα, Ιάγο! Ω Ιάγο, τι κρίμα!

ΙΑΓΟΣ Αν σου αρέση η ανομία της, δος της την άδειαν να εξακολουθήση. Αφού εσένα δεν σε πειράζει, ποίος έχει να παραπονεθή;

ΟΘΕΛΛΟΣ Θα την κάμω κομμάτια! Να με κερατώση εμένα!

ΙΑΓΟΣ Εντροπή της!

ΟΘΕΛΛΟΣ Και με ποίον; με τον αξιωματικόν μου!

ΙΑΓΟΣ Ακόμη μεγαλειτέρα εντροπή της!

ΟΘΕΛΛΟΣ Εύρε μου φαρμάκι, Ιάγο, — απόψε ...Δεν θ' αλλάξω λόγια μαζή της, μήπως μου γυρίση και πάλιν την γνώμην το κορμί της και η ευμορφιά της... Απόψε, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Μη με φαρμάκι. Πνίξε την εις το κρεββάτι της· το κρεββάτι το οποίον σου εμόλυνε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά, καλά! Μου έρχεται αυτή η δικαιοσύνη. Πολύ καλά!

ΙΑΓΟΣ Διά τον Κάσιον, εγώ επάνω μου τον παίρνω. Κοντά εις τα μεσάνυκτα έχεις ν' ακούσης κι' άλλα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εξαίρετα! πολύ καλά!

(Σάλπιγγες έξωθεν).

Τι σάλπιγγες σημαίνουν;

ΙΑΓΟΣ Της Βενετίας τίποτε...Ο Λοδοβίκος είναι· του Δόγη φέρνει μήνυμα· μαζή κ' η Δυσδαιμόνα.

(Εισέρχονται ο ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ, η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και συνοδεία).

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Καλώς σε ηύρα, στρατηγέ γενναίε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλώς ήλθες.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ο Δόγης και οι άρχοντες χαιρετισμούς σου στέλλουν.

(Τω εγχειρίζει φάκελλον)

ΟΘΕΛΛΟΣ Τον υψηλόν των ορισμόν ασπάζομαι με σέβας.

(Ανοίγει τον φάκελλον και αναγινώσκει).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι νέα; Λέγ' εξάδελφε, καλέ μου Λοδοβίκε.

ΙΑΓΟΣ Αυθέντα μου σε χαιρετώ. Μετά χαράς σε βλέπω· 'ς την Κύπρον καλώς ώρισες.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ευχαριστώ σε, Ιάγο, Τι κάμνει ο υπασπιστής, ο Κάσιος;

ΙΑΓΟΣ Υπάρχει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εξάδελφέ μου, μεταξύ αυτού και του ανδρός μου Έγεινε χάλασμα κακόν. Εσύ θα τους το 'σιάσης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Είσαι βεβαία δι' αυτό;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ (αναγινώσκων). «Και πρέπει να πράξης ό,τι γράφομεν αφεύκτως, εάν θέλης»...

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Εσένα δεν ωμίλησε. Τα γράμματα διαβάζει. Ο Κάσιος κι' ο άνδρας σου τα έχουν χαλασμένα;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ναι, δυστυχώς. Και ήθελα παραπολύ, — διότι τον Κάσιον τον αγαπώ, — να τους συμφιλιώσω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Φωτιά και λαύρα!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Άνδρα μου;

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ τα λογικά σου είσαι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, (προς τον Λοδοβίκον). Εθύμωσε;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Τα γράμματα φοβούμαι τον συγχύζουν, διότι φέρνουν προσταγήν οπίσω να γυρίση, και εις την θέσιν του εδώ τον Κάσιον ν' αφήση.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! πίστευσε, το χαίρομαι...

ΟΘΕΛΛΟΣ Αληθινά;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα:

ΟΘΕΛΛΟΣ Χαίρομαι που 'σαι παλαβή!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Οθέλλε μου, τί έχεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω Σατανά!

(Την ραπίζει)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν τ' άξιζα!

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ω! Δεν θα το πιστεύσουν 'ς την Βενετίαν, κι' αν ειπώ με όρκους πως το είδα! Ήτο πολύ. Συγχώρησιν να της ζητήσης. Κλαίει.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τα δάκρυα σου, Σατανά, 'ς την γην εάν φυτρόνουν, κάθε που πέφτει σταλαγμός, κροκόδειλος γεννάται! Να μη σε ιδούν τα μάτια μου!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αν σε πειράζω φεύγω.

(Αποσύρεται).

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Αληθινά υπήκοη γυναίκα! Στρατηγέ μου, παρακαλώ σε, κάμε με την χάριν να την κράξης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εδώ, κυρά.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ (επιστρέφουσα.) Αυθέντα μου.

ΟΘΕΛΛΟΣ (προς τον Λοδοβίκον.) Τι θέλεις να την κάμης;

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Ποίος; εγώ;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εζήτησες οπίσω να γυρίση. Ω! να γυρίση δύναται, και πάλιν να γυρίση, και να πηγαίνη 'ς τα εμπρός, και να ξαναγυρίση. Ω! και να κλαίη δύναται, να κλαίη· κι' όπως είπες είναι υπήκοη πολύ, υπήκοη γυναίκα! Πολύ υπήκοη! — Εμπρός· το κλαύσιμον μη παύης. — Ως προς αυτό... — Καμόνεται καλά την λυπημένην! — Οι άρχοντες με προσκαλούν 'ς την Βενετίαν. — Φύγε· Όταν σε θέλω σε μηνώ. — 'Σ τους ορισμούς των κλίνω, και όσον το ταχύτερον αναχωρώ. — Κρημνίσου!

(Αναχωρεί η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ.)

Ο Κάσιος την θέσιν μου θα λάβη. Πλην απόψε παρακαλώ, αν αγαπάς, μαζή μου να δειπνήσης. 'Σ την Κύπρον καλώς ώρισες. — Ω! πίθηκοι και τράγοι! (30)

(Εξέρχεται)

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Αυτός ο άνθρωπος εδώ είν' ο γενναίος Μαύρος, που καύχημα και στήριγμα τον έχ' η Βενετία; Αυτή εδώ είν' η ψυχή που δεν καταπονείται; Αυτό είναι τ' αδάμαστον το στήθος, το οποίον ούτε κλονίζει συμφορά ούτε πληγόνει τύχη;

ΙΑΓΟΣ Δεν είν' ο ίδιος άνθρωπος.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Αλλ' είναι 'ς τα σωστά του; Μη του εσάλευσε ο νους;

ΙΑΓΟΣ Είναι αυτός που είναι. Φωνήν δεν έχω να ειπώ το τι φρονώ. Μακάρι να ήτον όπως έπρεπε... αν δεν ήν' όπως πρέπει.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Να δείρη την γυναίκα του!

ΙΑΓΟΣ Μα την αλήθειαν, τούτο δεν ήτο κάμωμα σωστόν. Και όμως ας 'μπορούσα να σου ειπώ, πως απ' αυτό χειρότερα δεν έχει.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Του έγεινε συνήθεια; Ή μήπως εξ αιτίας του γράμματος που έλαβε του ήναψε το αίμα;

ΙΑΓΟΣ Αλλοίμονον, αλλοίμονον! 'Σ εμένα δεν αρμόζει και ούτε πρέπει να ειπώ τι είδα και τι 'ξεύρω. Θα τον ιδής, και περιττά τα λόγια τα 'δικά μου. Τα ίδια του καμώματα θα σου τον μαρτυρήσουν· Φθάνει να δώσης προσοχήν και θα ιδής τι κάμνει.

ΛΟΔΟΒΙΚΟΣ Πολύ λυπούμαι εις αυτόν να έβγω γελασμένος.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Β' .

Θάλαμος εν τω φρουρίω (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και η ΑΙΜΙΛΙΑ.)

ΟΘΕΛΛΟΣ Λοιπόν δεν είδες τίποτε;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ούτ' ήκουσα, ούτ' είδα, ούτ' υπωπτεύθηκα ποτέ.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι, πλην μαζή τους είδες, εκείνην και τον Κάσιον.

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλά κακόν δεν είδα, κ' ήκουσα κάθε συλλαβήν και κάθ' αναπνοήν των.

ΟΘΕΛΛΟΣ Κρυφά δεν εψιθύρισαν ποτέ;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποτέ, αυθέντα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Και δεν σε έστειλαν ποτέ να μακρυνθής;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποτέ των!

ΟΘΕΛΛΟΣ Να φέρης τα χειρόφτια της, ή φυσερόν, ή άλλο;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποτέ, ποτέ!

ΟΘΕΛΛΟΣ Παράδοξον!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αυθέντα, βεβαιώσου είν' η γυναίκα σου πιστή. Την παίρνω 'ς την ψυχήν μου. Αν άλλο υποπτεύεσαι, από τον νουν σου βγάλ' το και άδικα κολάζεσαι. Αν το 'βαλε 'ς τον νουν σου κανένας άνθρωπος κακός, κατάρα να τον εύρη! Ναι, η κατάρα πώδωσε ο Πλάστης εις τον όφιν! Αν τιμημένη και σεμνή δεν ήν' αυτή, ποιος άνδρας θα λογισθή καλότυχος; Και ποιαν σεμνήν γυναίκα δεν θα λερώση διαβολή;

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Πέ της εδώ να έλθη. Πήγαινε.

(Εξέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ).

Είπεν αρκετά. Αλλ' όμως ποια μαυλίστρα τα ίδια δεν θα έλεγε; Εξεύρει την δουλειάν της η πόρνη, — τα αισχρά κρυφά να κλειδομανταλόνη. Και κάμνει ταις μετάνοιαίς της, και κάμνει τον σταυρόν της! Την είδα να καμόνεται!

(Επιστρέφει η ΑΙΜΙΛΙΑ μετά της ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑΣ).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυθέντα μου, τι θέλεις;

ΟΘΕΛΛΟΣ Έλα, πουλάκι μου, εδώ.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι είν' ο ορισμός σου;

ΟΘΕΛΛΟΣ Θέλω τα 'μάτια σου να ιδώ. 'Σ το πρόσωπον ιδέ με.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι φαντασία σου φρικτή;

ΟΘΕΛΛΟΣ (προς την Αιμιλίαν.) Να 'πας εις την δουλειάν σου, εσύ κυρά, και άφινε μονάχα τα ζευγάρια. Κλείσε την θύραν. — Κράξε χμ, ή βήξε όποιος έλθη. Την τέχνην σου! την τέχνην σου! Με ήκουσες; Να φεύγης!

(Εξέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ.)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Σ τα γόνατά μου σου ζητώ να μου ειπής τι έχεις; Μίαν μανίαν εννοώ 'ς τα λόγια οπού λέγεις, αλλ' όμως δεν τα εννοώ τα λόγια.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν μου λέγεις ποια είσαι συ;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΟΑ Αυθέντα μου, η σύζυγός σου είμαι· η σύζυγός σου η πιστή και αφοσιωμένη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Έλα, ορκίσου το λοιπόν ορκίσου και κολάσου, μη γελασθούν οι δαίμονες, που 'μοιάζεις τους αγγέλους, και να σ' αρπάξουν φοβηθούν 'ς την Κόλασιν. Ορκίσου, διά να διπλοκολασθής, πως είσαι τιμημένη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! το ηξεύρει ο Θεός!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ναι, ο Θεός το 'ξεύρει, πως είσαι 'σαν την Κόλασιν και άπιστη και ψεύτρα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Με ποιόν είμ' άπιστη; με ποιον; Πώς; Άπιστη πώς είμαι;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αχ, Δυσδαιμόνα, άφες με' φύγ' απ' εμένα· φύγε!

(Κλαίει.)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον! Ώρα κακή που είν' αυτή! Τι κλαίεις; Μην είμ' εγώ η αφορμή διά τα δάκρυά σου; Αν τύχη κ' υποπτεύεσαι πως την ανάκλησίν σου την έκαμ' ο πατέρας μου, εγώ 'ς αυτό τι πταίω; Εσύ αν δεν τον αγαπάς, δεν θέλω να τον 'ξεύρω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν την ψυχήν μου ήθελε να μου την δοκιμάση ο Ουρανός με βάσανα, αν ήθελε να βρέξη εις την γυμνήν μου κεφαλήν καθ' εντροπήν και πίκραν, να με βυθίση αν ήθελε 'ς την πτώχειαν ως τα χείλη, κ' εμέ και τας ελπίδας μου εις την σκλαβιάν να θάψη, κάπου, 'ς τα βάθη της ψυχής, θα είχα πού να εύρω σταλαγματιάν υπομονής. Αλλά να καταντήσω τώρα εγώ, (ω συμφορά!) το σταθερόν σημάδι, οπού η καταφρόνησις το χέρι θα σηκόνη να δείχνη, με το δάχτυλον το αργοκινημένον!... Πλην το υπέφερα κι' αυτό! Ας ήναι, — ναι, ας ήναι! Αλλά, εκεί που έβαλα να τρέφετ' η καρδιά μου, έχει απ' όπου προσδοκώ να ζω ή ν' αποθάνω, την βρύσιν όθεν χύνεται το ρεύμα της ζωής μου, ή που στειρεύει, — απ' εκεί να με αποτινάξουν! Ή στέρναν να την έχω 'γώ διά βρωμοβατράχους να ζευγαρόνωνται εκεί και να γεννοβολούνται!... Ω! Άλλαξε την όψιν σου, υπομονή, και γίνου από αφράτον Χερουβήμ με δροσερά χειλάκια, γίνου αγριοπρόσωπη και μαύρη 'σάν τον Άδην!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ελπίζω ο αυθέντης μου διά τιμίαν μ' έχει

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω, ναι· 'σάν μυίγαν μακελειού 'ς το καλοκαίρι μέσα, που μόνον με το φύσημα γγαστρόνεται... Ω άνθος, χαριτωμένον κ' εύμορφον και γλυκομυρωδάτον, τόσον που αν σε μυρισθή κανείς 'λιγοψυχίζει, ω! να μην είχες γεννηθή ποτέ, ποτέ!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Η μαύρη, τι κρίμα είναι πώκαμα, χωρίς να το γνωρίζω;

ΟΘΕΛΛΟΣ 'Σ αυτό το κάτασπρον χαρτί, το εύμορφον βιβλίον πώς έγεινε νάχη κανείς να γράψη μέσα: «πόρνη»! Τι κρίμα, λέγει, έκαμε! Τι κρίμα! — Δημοσία! Θα μ' άναπταν τα μάγουλα 'σάν φλογερά καμίνια να καύσουν κάθε εντροπήν και να την κάμουν στάκτην, αν είχα στόμα να ειπώ τι έκαμες! Τι κρίμα; Κρίμα, που τα ρουθούνια του ο Ουρανός τα φράζει, και η Σελήνη κρύπτεται, κι' ο ασελγής Αέρας που ό,τι απαντά φιλεί, εχώθη εντροπιασμένος μέσα 'ς τα τάρταρα της γης, μη τύχη και τ' ακούση! Τι κρίμα, λέγει, έκαμε! Ξεντροπιασμένη πόρνη!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μα τον Θεόν με αδικείς!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι; μη δεν ήσαι πόρνη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! Να μην ήμαι χριστιανή αν ήμαι τέτοιον πράγμα! Εάν διά τον άνδρα μου αυτό εδώ το σκεύος να το κρατώ αμόλυντον κι' ανέγγικτον, — αν τούτο πόρνη δεν λέγεται, κ' εγώ δεν είμαι τέτοια! Όχι!

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν είσαι πόρνη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι, ή — να μη σωθή η ψυχή μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ Συμπάθησέ με το λοιπόν σ' επήρα δι' εκείνην την βρώμαν την παμπόνηρην από την Βενετίαν, που του Οθέλλου έγεινε γυναίκα.

(Προς την ΑΙΜΙΛΙΑΝ εισερχομένην.)

Συ κυρία, που κάμνεις την αντίθετην δουλειάν τ' Αγίου Πέτρου, και που φυλάγεις τα κλειδιά του Άδου, — 'σένα λέγω· ιδού διά τον κόπον σου· 'τελείωσ' η δουλειά μας· γύρισε τώρα το κλειδί και... λέξιν να μη' βγάλης!

(Εξέρχεται.)

ΑΙΜΙΛΙΑ Αλλοίμονον, τι είν' αυτά; τι έχει μέσ' τον νουν του;- Τι έπαθες Κυρία μου! Τι έπαθες Κυρία!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μισοκοιμούμαι· τίποτε.

ΑΙΜΙΛΙΑ Κυρία μου, τι έχει ο κύριός μου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος σου;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ο κύριός μου λέγω,

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και ποιον έχεις κύριον;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποιον; τον ιδικόν σου, γλυκειά κυρία μου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εγώ δεν έχω ιδικόν μου. Μη, Αιμιλία, μου λαλείς. Δεν ημπορώ να κλαύσω, και όμως άλλην δεν 'μπορώ απόκρισιν να δώσω, παρά με μόνον δάκρυα. — Παρακαλώ, απόψε τα νυμφικά σεντόνια μου να στρώσης. Μη ξεχάσης. Και κράξε μου τον άνδρα σου.

ΑΙΜΙΛΙΑ Να αλλαγή, αλήθεια!

(Εξέρχεται)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μ' αυτόν τον τρόπον να φερθή τ' αξίζω· ναι, τ' αξίζω. Ω! πώς εστραβοπάτησα και έδωσα αιτίαν να του περάση απ' τον νουν πως ημπορώ να πταίω;

(Επανέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ μετά τον ΙΑΓΟΝ.)

ΙΑΓΟΣ Τι αγαπάς, Κυρία μου; Τι έχεις;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν ηξεύρω. Όταν κανείς μωρόν παιδί να δασκαλεύση έχει, με εύκολα μαθήματα, με το καλόν αρχίζει. Κ' εμένα ας μ' εμάλονε με το καλόν διότι είμαι 'ς το μάλωμα παιδί.

ΙΑΓΟΣ Τι έτρεξε, Κυρία;

ΑΙΜΙΛΙΑ Καλέ, την εξεντρόπιασε, την είπε πόρνην, Ιάγο! (31) Τόσαις της έρριξε 'βρυσιαίς και τόσα χονδρά λόγια, που μια ευαίσθητη ψυχή ποτέ δεν υποφέρει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μ' αξίζει, Ιάγο, τ' όνομα;

ΙΑΓΟΣ Τι όνομα, Κυρία;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτό, που η γυναίκα σου σού λέγει πως με είπε ο άνδρας μου;

ΑΙΜΙΛΙΑ Να την ειπή μιαν πόρνην! Τέτοιον λόγον δεν θα 'λεγε ς' το ταίρι του ζητιάνος μεθυσμένος.

ΙΑΓΟΣ Και διατί να το ειπή;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν ξεύρω· πλην δεν είμαι τέτοια γυναίκα βέβαια!

ΙΑΓΟΣ Μη κλαίης, ω! μη κλαίης. Αλλοίμονον!

ΑΙΜΙΛΙΑ Παραίτησε τόσους που την 'ζητούσαν, αφήκε τον πατέρα της και φίλους και πατρίδα, διά να εξυβρίζεται! ...Πώς θέλεις να μην κλαίη;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ήτον της Μοίρας μου κι' αυτό!

ΙΑΓΟΣ Θα το μεταννοήση! Πλην πώς του εκαταίβηκε;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αχ, ο Θεός το 'ξεύρει.

ΑΙΜΙΛΙΑ Κακόν να μ' έλθη αν κανείς αχρείος κατεργάρης, κανένας επιτήδειος εις το να βάζη λόγια, κανένας ασυνείδητος κ' αισχρός δεν εφευρήκε αυτήν την βρωμοδιαβολήν διά σκοπούς 'δικούς του. Αν δεν ήν' έτσι, να χαθώ!

ΙΑΓΟΣ Πώς γίνεται; Δεν έχει 'ς τον κόσμον τέτοιον άνθρωπον. Αδύνατον!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αν ήναι τέτοιος κανείς, απ' τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη!

