# Οθέλλος Σαικσπείρου Τραγωδίαι Μέρος Β'

## Part 5

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32797/index.md

ΙΑΓΟΣ (επιστρέφων). Να σ' εξορκίσω, στρατηγέ, τολμώ, αυτό το πράγμα να μείνη τώρα ως εδώ. Μη το παρασκαλίζης. Περίμενε και πρόσεχε. Μη βία. Αν και πρέπη την θέσιν του ο Κάσιος και πάλιν να την λάβη, — διότι είναι ικανός κι' αξίζει να την έχη, — αν αγαπάς, μου φαίνεται καλόν να τ' αναβάλης, ώστε να λάβης αφορμήν να τον παρατήρησης κ' εκείνον και τους τρόπους του. Την προσοχήν σου έχε· αν η γυναίκα σου ζητή να λάβη τον βαθμόν του, με ζωηρότητα πολλήν κι' ανυπομονησίαν, από αυτό θα φωτισθής πολύ. Αλλ' εντοσούτω, μη βάζης βάσιν, στρατηγέ, 'ς τους ιδικούς μου φόβους, καθώς ελπίζω 'ς τον Θεόν ότι δεν έχουν βάσιν, και άφησέ την ήσυχην εκείνην. Σ' εξορκίζω!

ΟΘΕΛΛΟΣ Ησύχασε· θα κρατηθώ.

ΙΑΓΟΣ Σε προσκυνώ και πάλιν.

(Αναχωρεί.)

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτός ο άνθρωπος πιστός και τιμημένος είναι, κ' ηξεύρει να παρατηρή με γυμνασμένον 'μάτι τ' ανθρώπινα καμώματα. — Εάν την πιάσω ψεύτραν, την αλυσίδα που μ' αυτήν με δένει θα την κόψω, κι' αν μου κοπή και η καρδιά μαζή, και θα την 'ρίξω εις τ' ανεμογυρίσματα της Τύχης! (21) Μήπως είναι διά το μαύρον χρώμα μου; (22) Ή επειδή μου λείπει η γλώσσα και το φέρσιμον των δουλομαθημένων; Ή επειδή κατηφορώ 'ς των χρόνων την κοιλάδα; Κι' αρκεί αυτό; Με απατά! Και άλλο δεν μου μένει, παρά να την σιχαίνωμαι! Ω βάσανον του γάμου! Αυτά τα πλάσματα κανείς να τα θαρρή 'δικά του, και όμως η αγάπη των 'δική του να μην ήναι! Χίλιαις φοραίς καλλίτερα να ήμουν μολυντήρι (23) κ' εις τα υγρά μιάσματα μιας φυλακής να 'ζούσα, παρά εις ό,τι αγαπώ, εγώ ν' αφίνω άλλον και μίαν τρίχα να χαρή! Ιδού· αυτά παθαίνουν οι άρχοντες! Καλλίτερα περνούν οι τιποτένιοι. Αλλά την Μοίραν δεν 'μπορεί κανείς να την ξεφύγη. Τα κέρατα 'ς το μέτωπον εκείνη μας χαράζει από την πρώτην μας στιγμήν!... Ιδού η Δυσδαιμόνα.

(Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η ΑΙΜΙΛΙΑ)

Αν μ' απατά!.. . Τότ' ο Θεός γελά τον εαυτόν του! Δεν το πιστεύω!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Άνδρα μου, τι έγεινες; Το γεύμα και οι προσκαλεσμένοι σου νησιώται σε προσμένουν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Πταίω εγώ.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι έπαθες; τι τρέμει η φωνή σου; Καλά δεν είσαι;

ΟΘΕΛΛΟΣ Με πονεί εδώ, — το μέτωπόν μου.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Είναι διότι 'ξαγρυπνάς. Θα σου περάση τώρα. Να σου το δέσω άφησε σφικτά. Θα σε περάση αμέσως.

(Προτείνει να του δέση την κεφαλήν.)

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι σου είναι μικρόν δεν φθάνει.

(Το ρίπτει καταγής.)

Παραίτησέ το· έννοια σου. Έλα μαζή μου μέσα.

(Εξέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ, και η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ. Η ΑΙΜΙΛΙΑ λαμβάνει εις χείρας το πεσόν χειρόμακτρον.)

ΑΙΜΙΛΙΑ Καλά οπού μου έτυχε να εύρω το μαντίλι· το πρώτον δώρον είν' αυτό που έλαβ' απ' τον Μαύρον. Ο άνδρας μ' ο παράξενος χίλιαις φοραίς μου είπε να της το κλέψω και καλά. Πλην τ' αγαπά εκείνη, διότι της εσύστησε ποτέ να μη το χάση· το αγαπά και πάντοτε επάνω της το έχει, και το φιλεί, και του λαλεί. Το σχέδιον θα πάρω, να κάμω απαράλλακτον μ' αυτό, να του το δώσω. Τι να το θέλη; Ο Θεός (κι' όχι εγώ) το ξεύρει. Αλλά την φαντασίαν του ας την ευχαριστήσω.

(Εισέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Α! είσαι συ; Τι γίνεσαι; Κάτι εδώ μονάχη;

ΑΙΜΙΛΙΑ Μη γρύναις σε παρακαλώ, και θα σου δώσω κάτι...

ΙΑΓΟΣ Εσύ εμένα; Από σε δεν περιμένω άλλο παρά. ..

ΑΙΜΙΛΙΑ Παρά;

ΙΑΓΟΣ Λόγια κουτά.

ΑΙΜΙΛΙΑ Έχεις να' πης και άλλο; Τι δίδεις, αν σου έφερα εκείνο το μαντίλι ...

ΙΑΓΟΣ Ποίον μαντίλι;

ΑΙΜΙΛΙΑ Ποίον, αι; Εκείνο το μαντίλι, το πρώτον πρώτον χάρισμα που έδωσε ο Μαύρος 'ς την Δυσδαιμόναν, και που συ τόσαις φοραίς μου είπες να της το κλέψω.

ΙΑΓΟΣ Το 'κλεψες;

ΑΙΜΙΛΙΑ Το άφησε να πέση, κ' εκεί ευρέθηκα κοντά και το επήρα. Να το· το βλέπεις;

ΙΑΓΟΣ Δος μου το εδώ. Ιδού καλή γυναίκα!

ΑΙΜΙΛΙΑ Τι θα το κάμης; Διατί τόσον πολύ το θέλεις, που να το κλέψω μ' έβαζες;

ΙΑΓΟΣ Δος μου το.

(Το αρπάζει εκ των χειρών αυτής.)

Τι σε μέλει;

ΑΙΜΙΛΙΑ. Εάν δεν ήναι σοβαρός ο λόγος που το θέλεις, δος μου το 'πίσω. Η πτωχή! Ο νους της θα της φύγη όταν ιδή πως το 'χασε.

ΙΑΓΟΣ Να κάμης πως δεν 'ξεύρεις πού είναι. Μου χρειάζεται. Τραβήξου. Άφησέ με.

(Απέρχεται η ΑΙΜΙΛΙΑ.)

ΙΑΓΟΣ Θα' πάγω εις τον Κάσιον ν' αφήσω να μου πέση, και να το εύρη έπειτα εκείνος το μαντίλι. Του ψύλλου τα πηδήματα 'ς εκείνον που ζηλεύει του φαίνοντ' ευαγγέλια, τεκμήρια τα έχει. Κάτι θα έβγη απ' αυτό. Εις την ψυχήν του Μαύρου δουλεύει το φαρμάκι μου κ' έγεινε άλλος τώρα. Είναι οι μαύροι στοχασμοί αληθινόν φαρμάκι· Όποιος το πίνει, 'ς την αρχήν την πίκραν δεν την νοιώθει· πλην όταν φθάση και χυθή 'ς το αίμα του ανθρώπου, ωσάν θειάφι την καρδιάν την καίει. — Δεν το είπα;

(Έρχεται μακρόθεν ο ΟΘΕΛΛΟΣ.)

Έρχεται. — Ούτ' η θερειακή, ούτε ο μανδραγόρας, ούτ' όλα τα υπνωτικά και ιατρικά του κόσμου δεν ημπορούν πλέον ποτέ τον ύπνον να σου δώσουν, που χθες γλυκοκοιμήθηκες.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! Άπιστη 'ς εμένα!

ΙΑΓΟΣ Μη, στρατηγέ· ησύχασε και άφησέ τα τώρα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Τραβήξου! Φύγε! Μ' έβαλες 'ς τον φάλαγγα επάνω! Καλλίτερα κανείς πολύ να ήν' απατημένος, παρά να υποπτεύεται ολίγον.

ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι μ' έμελαν οι έρωτες που μ' έκλεπτεν εμένα; Δεν έβλεπα, δεν ήξευρα, αλλά και δεν 'πονούσα. Καλά 'κοιμούμουν, έτρωγα, 'γελούσα, κ' ευθυμούσα. Εκείνος που τον έκλεψαν, ενόσω δεν γνωρίζει ότι του έγεινε κλοπή, κλεμμένος δεν λογιέται.

ΙΑΓΟΣ Πολύ με κακοφαίνεται ν' ακούω τέτοια λόγια.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μακάρι όλη η φρουρά κ' οι στρατιώται όλοι το εύμορφόν της το κορμί να είχαν δοκιμάσει, κ' εγώ να μη το ήξευρα μονάχα! — Τώρα 'πάγει, 'πάγει ο ήσυχός μου νους και η ανάπαυσίς μου, και των πολέμων η βοή, και των σπαθιών η λάμψις, και όσα κάμνουν αρετήν τον έρωτα της δόξης! 'Παν τ' άλογα που χλημηντρούν, κι' ο ήχος των σαλπίγγων, τα τύμπανα οπού καρδιάν 'ς τους στρατιώτας δίδουν, και το παγιαύλι που τ' αυτιά ξεσχίζει, κ' αι σημαίαι, κι' όλ' η χαρά, και η πομπή, κ' η δόξα του πολέμου! Και σεις θανάτου μηχαναί που με τον λάρυγγά σας του αθανάτου του Διός τους κεραυνούς μιμείσθε! 'Παν όλα! Τώρα τίποτε δεν μέλει τον Οθέλλον!

ΙΑΓΟΣ Τι λέγεις; Είναι δυνατόν, ω στρατηγέ;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αχρείε! Σε θέλω την γυναίκα μου να μου την δείξης πόρνην! Θέλω απόδειξιν να ιδούν τα 'μάτια μου! Ακούεις;

(Τον αρπάζει από τον λαιμόν).

Αλλέως, μα την άπλαστην ψυχήν μου, θα σε κάμω να προτιμάς καλλίτερα να ήσουν ένας σκύλος, ή 'ς την οργήν που 'ξύπνησες νάχης να δώσης λόγον!

ΙΑΓΟΣ Εις τούτο κατηντήσαμεν λοιπόν;

ΟΘΕΛΛΟΣ Να μου το δείξης! Κι' αν δεν το ιδώ, τουλάχιστον απόδειξιν να φέρης, αλλά χωρίς χαραγματιάν, ή άνοιγμα, ή τρύπαν απ' την οποίαν να χωρή καμμιά αμφιβολία! Ακούεις; ή άλλοίμονον 'ς εσένα!

ΙΑΓΟΣ Στρατηγέ μου!

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνην αν συκοφαντής κ' εμένα βασανίζης, μη κάμης πλέον προσευχήν, συνείδησιν μην έχης, ταις φρίκαις όλαις σώρευσε 'ς την κεφαλήν της φρίκης κάμε την γην να 'ξιππασθή, τον ουρανόν να κλαίη, διότι τότε ξεπερνάς τον Άδην, κολασμένε!

(Απολύει τον ΙΑΓΟΝ απωθών αυτόν.)

ΙΑΓΟΣ Καλέ! Θεέ μου φύλαγε! Τι πράγμα! Άνδρας είσαι; Ψυχήν δεν έχεις, ούτε νουν; Α! ο Θεός μαζή σου. Να σε δουλεύω έπαυσα. — Ανόητος που είμαι! Να! Έχε τιμιότητα, να σου την κάμνουν κρίμα. Ο κόσμος είν' αλλόκοτος! Ο κόσμος ας το μάθη, δεν ωφελεί να ήναι τις και τίμιος και ίσιος. Το μάθημα μ' ωφέλησε. Δεν θέλω πλέον φίλον, αφού με τόσην προσβολήν πληρόνετ' η φιλία.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μη φεύγης. Όχι. Τίμιος πρέπει να ήσαι, Ιάγο.

ΙΑΓΟΣ Θα ήμαι μόνον γνωστικός. Η τιμιότης τρέλλα, και χάνεται ο κόπος της.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μα τον Θεόν, πιστεύω πως είναι η γυναίκα μου πιστή, και πως δεν είναι. Πιστεύω τίμιος εσύ πως είσαι, και δεν είσαι. Θέλω σημάδι να ιδώ! — Το όνομά μου ήτον (24) λευκόν 'σάν της Αρτέμιδος την όψιν, κ' είναι τώρα κατάμαυρον και σκοτεινόν ωσάν το πρόσωπόν μου! — Σκοινί αν έχη, ή φωτιάν, μαχαίρι ή φαρμάκι, ή ποταμούς και πνίξιμον, δεν θα το υποφέρω! Θέλω να το βεβαιωθώ.

ΙΑΓΟΣ Σε τρώγ' η ζήλεια βλέπω. Πολύ λυπούμαι, στρατηγέ, αν σ' έδωσα αιτίαν. Ήθελες να βεβαιωθής.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ήθελα; Όχι. Θέλω!

ΙΑΓΟΣ Και ημπορείς. Άλλ' όμως πώς; πώς να σε βεβαιώσω; Τι θέλεις; Απ' επάνω των να βλέπης και να χάσκης; Να τους ιδής να...

ΟΘΕΛΛΟΣ Θάνατος και Κόλασις!

ΙΑΓΟΣ Νομίζω ότι θα ήναι δύσκολον αυτό να σου το δείξω. Τι διάβολον! Πώς γίνεται ν' αφήσουν άλλα 'μάτια τα μυστικά των να ιδούν και τα καμώματά των; Λοιπόν τι θέλεις; Τι να 'πώ; Πώς να σε καταπείσω; Είναι αδύνατον αυτό να το ιδής, κι' αν ήσαν ωσάν τους τράγους βιαστικοί, ζεστοί 'σάν τους πιθήκους, ή λυσασμένοι κι' άγριοι 'σάν λύκοι, ή κι' αν ήσαν κτήνη χονδρά, 'σάν άνθρωπον κουτόν αφού μεθύση. Αν όμως συμπεράσματα και πειστικά σημάδια που οδηγούν ολόισια 'ς την θύραν της αλήθειας είν' αρκετά, τότ' ημπορώ αυτά να σου τα δείξω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Σημάδι της απάτης της, που να φωνάζη, θέλω!

ΙΑΓΟΣ Α! τούτο το υπούργημα διόλου δεν μ' αρέσει. Αλλ' όμως αφού έγεινε κ' έως εδώ εμβήκα, από ανοησίαν μου κι' από πολλήν φιλίαν, ας ήναι. — Με τον Κάσιον επλάγιασα εσχάτως· αλλ' επειδή πονόδοντος φρικτός μ' ετυραννούσε, ολόνυκτα 'ς το πλάγι του δεν έκλεισα το 'μάτι. Είν' άνθρωποι που την ψυχήν τόσον ρηχά την έχουν, πού ό,τι έχουν εις τον νουν, 'ς τον ύπνον το φωνάζουν. Ο Κάσιος είν' απ' αυτούς. Εκεί πού εκοιμάτο τον ήκουσα που έλεγε: «Γλυκειά μου Δυσδαιμόνα! τον έρωτά μας πρόσεχε κανείς να μη τον 'νοιώση.» Και ύστερα μου ήρπασε και μ' έσφιγγε το χέρι κ' εφώναζε: Αγάπη μου! — και μ' εθερμοφιλούσε, 'σάν νάθελ' απ' τα χείλη μου φιλιά να ξερριζώση. Κ' εκεί μ' εσφικταγκάλιασε κ' εστέναξε, και είπε: Κατηραμέν' η Μοίρα σου που σ' έδωκε 'ς τον Μαύρον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω φρίκη, φρίκη!

ΙΑΓΟΣ Πλην αυτό εις τ' όνειρόν του ήτο.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αλλ' όμως είν' ενθύμησις πραγμάτων περασμένων, κι' ας ήναι όνειρον. Πολύ, πάρα πολύ σημαίνει.

ΙΑΓΟΣ Και ίσως κι' άλλα πράγματα μ' αυτό ξεκκαθαρίσουν, που τώρα φαίνονται θολά.

ΟΘΕΛΛΟΣ Θα την καταξεσχίσω!

ΙΑΓΟΣ Μη! Έχε γνώσιν. Τίποτε δεν είδαμεν ακόμη, και ίσως δεν σου έπταισεν εκείνη. — Δεν μου λέγεις, είδες ποτέ σου να κρατή 'ς το χέρι της μαντίλι, που έχει χαμοκέρασα 'ς ταις άκραις κεντημένα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Της το εχάρισα εγώ. Το πρώτον χάρισμά μου.

ΙΑΓΟΣ Αυτό δεν το εγνώριζα· πλην με μαντίλι τέτοιον (και είμαι βεβαιότατος της γυναικός σου ήτο), τον Κάσιον τα γένεια του τον είδα να σκουπίζη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αν ήν' αυτό!...

ΙΑΓΟΣ Αν ήν' αυτό ή άλλο ιδικόν της, τότ' εναντίον της λαλεί κι' αυτό κοντά εις τ' άλλα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! Διατί χίλιαις ζωαίς ο σκύλος να μην έχη! Η μία μόνη δεν αρκεί εις την εκδίκησίν μου! Α! Τώρα την αλήθειαν την βλέπω, Ιάγο!...Ιάγο, ιδέ με· εις τον άνεμον πετώ τον ερωτά μου. Επέρασε. — Απ' τα βαθειά του άδου έλα τώρα μαύρη Εκδίκησις! Και συ Αγάπη, εις το Μίσος παράδοσε τα στέφανα και το θρονί που είχες εις την καρδιάν μου. Φούσκωσε και συ βαρύ μου στήθος, κ' είσαι γεμάτον έχιδναις!

ΙΑΓΟΣ Ησύχασε ολίγον.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ω! αίμα! αίμα! αίματα!

ΙΑΓΟΣ Ησύχασε ολίγον. Ίσως αλλάξ' η γνώμη σου.

ΟΘΕΛΛΟΣ Ποτέ! ποτέ μου, Ιάγο! Ωσάν του Πόντου το γοργόν και παγωμένον ρεύμα, οπού αιώνια κυλά 'ς την Προποντίδα κάτω κ' εις τον Ελλήσποντον, χωρίς να οπισθοδρομήση, και η 'δική μου η οργή παρόμοια θα τρέξη χωρίς ποτέ της να σταθή κι' οπίσω να κυττάξη, χωρίς ποτέ να ξαναϊδή του έρωτος γαλήνην! Ποτέ, — ως που την δίψαν της βαθειά να την χορτάση με φοβεράν εκδίκησιν!

(Γονατίζει).

Ιδού οπού τ' ομνύω, κ' οι μαρμαρένιοι Ουρανοί επάνω 'κει ας ήναι οι μάρτυρες του όρκου μου.

ΙΑΓΟΣ (γονατίζων). Μη σηκωθής ακόμη. — Ω φώτα, σεις που λάμπετε αιώνια επάνω, και σεις ολόγυρα 'ς την γην αόρατα στοιχεία, να ήσθε μάρτυρες! Ιδού, εδώ αφιερόνει ο Ιάγος σώμα και ψυχήν, νουν και καρδιάν και χέρι εις του Οθέλλου την τιμήν κ' εις την εκδίκησίν του! Ας διατάξη! πρόθυμος εγώ θα υπακούσω, ό,τι κι' αν ήν' η προσταγή· και σκοτωμός να ήναι!

ΟΘΕΛΛΟΣ Την θέλω την αγάπην σου· και το ευχαριστώ μου δεν είναι λόγια. Δέχομαι το φιλικόν σου τάγμα, κι' αμέσως τώρα σου ζητώ να μου το ξεπληρώσης. Εις τρεις ημέραις απ' εδώ, ν' ακούσω να μου λέγης ότι ο Κάσιος δεν ζη.

ΙΑΓΟΣ Θα γείνη όπως θέλεις· απέθανε ο φίλος μου· αλλά - ας ζη εκείνη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Η βρώμα, η αναίσχυντη! Κατάρα να την εύρη! Έλα μαζή μου. Ήθελα τρόπον ταχύν να εύρω τον δαίμονα τον εύμορφον αυτόν να τον σκοτώσω. Έλα· πηγαίνωμεν. Εσύ εις το εξής θα ήσαι υπασπιστής μου.

ΙΑΓΟΣ Εις ζωήν και θάνατον 'δικός σου.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Δ' .

Η αυτή σκηνογραφία. (Εισέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ, η ΑΙΜΙΛΙΑ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ηξεύρεις του λόγου σου που καταλύει ο υπασπιστής, ο Κάσιος;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Δεν τολμώ να σου ειπώ πού καταλεί, Κυρά μου. (25)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Και διατί, άνθρωπε;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Διότι αυτός είναι αξιωματικός, και αν μάθη, ότι λέγω πως καταλεί, θ' αρπάξω κατακεφαλιαίς.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Έλα, έλα· πού κατοικεί;

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Ό,τι σου ειπώ σε γελώ, αφού δεν ηξεύρω πού κατοικεί.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πήγαινε, κ' ερώτησε να το μάθης.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Θα κάμω ερωταποκρίσεις, καθώς τον παππάν εις την κατήχησιν.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εύρε τον και ειπέ του να έλθη εδώ. Ειπέ του, ότι ωμίλησα του ανδρός μου, και ελπίζω όλα να διορθωθούν.

ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ Αυτά πού λέγεις τώρα τα χωρεί νους ανθρώπου, και θα κάμω τα δυνατά μου να σου τα καταφέρω.

(Εξέρχεται).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πού τάχα να το έχασα νομίζεις το μαντίλι;

ΑΙΜΙΛΙΑ Κ' εγώ δεν 'ξεύρω.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πίστευσε, να χάσω το πουγγί μου είχα καλλίτερα πολύ, όλον φλωριά γεμάτον Καλά οπού ο άνδρας μου κακόν 'ς τον νουν δεν βάζει, ούτε το έχει φυσικόν 'ς την ζήλειαν να ξεπέφτη· ειδέ θα είχεν αφορμήν να έμβη 'ς υποψίαν.

ΑΙΜΙΛΙΑ Τι; δεν ζηλεύει;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ποιος; αυτός; Μου φαίνεται ο Ήλιος, εκεί που εγεννήθηκε, του 'ρούφησ' από μέσα κάθε χυμόν τέτοιας λογής.

ΑΙΜΙΛΙΑ Να· έρχεται. Ιδέ τον.

(Εισέρχεται ο ΟΘΕΛΛΟΣ).

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν τον αφίνω ήσυχον εάν δεν προσκαλέση τώρα τον Κάσιον εδώ. — Αυθέντα μου, πώς είσαι;

ΟΘΕΛΛΟΣ Καλά, γυναίκα μου. Και συ πώς είσαι, Δυσδαιμόνα; (Δεν ημπορώ να κρύπτωμαι!)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πολύ καλά, Οθέλλε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δος μου το χέρι σου εδώ. — Τι απαλόν που είναι.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν είδ' ακόμη γηρατειά και λύπην δεν γνωρίζει.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτό θα 'πή, καλή καρδιά και απλοχεροσύνη. Ζεστόν ζεστόν, και απαλόν, κ' υγρόν. Το χέρι τούτο θέλει ταπείνωσιν ψυχής, μετάνοιαν, νηστείαν, και κάκωσιν του σώματος, και συντριβήν καρδίας· διότι ένας δαίμονας ιδροπερεχυμένος είν' εδώ μέσα, και ζητεί να επαναστατήση. Καλόκαρδον και ανοικτόν το χέρι τούτο είναι.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τούτο 'μπορείς να το ειπής, διότι την καρδιάν μου το χέρι σου την έδωκεν αυτό.

ΟΘΕΛΛΟΣ Γενναίον χέρι! Ήτο καιρός που την καρδιάν την έδιδε το χέρι. Το πράγμα τώρα ήλλαξε· καρδιαίς δεν έχει, χέρια!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Σ αυτά δεν έχω τι να 'πώ· δεν τα καταλαμβάνω. Ειπέ μου, τι μου έταξες;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι σ' έταξα, πουλί μου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Εμήνυσα τον Κάσιον να έλθη να τα 'πήτε.

ΟΘΕΛΛΟΣ Μία κακή καταρροή με καταβασανίζει. Μου δίδεις το μαντίλι σου;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ιδού, καλέ μου άνδρα.

ΟΘΕΛΛΟΣ Εκείνο που σ' εχάρισα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Επάνω μου δεν το' χω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Δεν το 'χεις;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Όχι, άνδρα μου, αλήθεια δεν το έχω.

ΟΘΕΛΛΟΣ Αυτό δεν το 'καμες καλά. Εκείνο το μαντίλι μια γύφτισσα την μάναν μου το έχει χαρισμένον. Μάγισσα ήτο, κ' ήξευρε σχεδόν ν' αναγινώσκη κάθε κρυμμένον λογισμόν και είπε της μητρός μου, ότι ενόσω το κρατεί, θα ήν' αγαπημένη και θα' χη τον πατέρα μου εις τα θελήματά της υποταγμένον κι' αν ποτέ το χάση ή το χαρίση, αμέσως θα την σιχαθούν τα 'μάτια του πατρός μου. και νέους έρωτας αλλού εκείνος θα ζητήση. Κ' εκείνη όταν 'πέθανε μου το 'δωσε και μ' είπε, όταν θελήσ' η Μοίρα μου γυναίκα ν' αποκτήσω να το χαρίσω εις αυτήν. Το έδωσα εσένα, και έχε το πολύτιμον ωσάν τα δυο σου 'μάτια! Εάν το χάσης, ή αλλού το δώσης, είναι κρίμα που μεγαλείτερον ποτέ δεν γίνεται!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι λέγεις!

ΟΘΕΛΛΟΣ Αλήθεια! Εις το ύφασμα εκείνο έχει μάγια. Μία Σιβύλλα, που 'ς την γην εμέτρησε τον Ήλιον διακόσια γυρίσματα να κάμη 'ς την ζωήν της, εις έξαψιν προφητικήν το έχει κεντημένον. Από σκουλήκια ιερά εβγήκε το μετάξι, και η βαφή από καρδιαίς παρθένων μουμιασμέναις.(26)

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι λέγεις; Είναι δυνατόν;

ΟΘΕΛΛΟΣ Αληθινά σου λέγω· να το προσέχης το λοιπόν καλά.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Μακάρι τότε να μη το είχα ιδεί ποτέ!

ΟΘΕΛΛΟΣ Και διατί;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι έχεις, και μου λαλείς τόσον σκληρά κι' απότομα;

ΟΘΕΛΛΟΣ Εχάθη; Ομίλει· τι το έκαμες; τι έγεινε; πού είναι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ελέησόν με ο Θεός!

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι είπες;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Δεν εχάθη· αλλά και αν εχάνετο;

ΟΘΕΛΛΟΣ Τι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Λέγω δεν εχάθη.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να μου το δείξης! Φέρε το!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ 'Μπορώ, πλην όχι τώρα.- Τα κάμνεις εξεπίτηδες ν' αλλάξης ομιλίαν. Την θέσιν του 'ς τον Κάσιον ξανάδοσέ την πάλιν.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να φέρης το μαντίλι σου! — Κάτι κακόν θα γείνη!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω έλα, κι' άλλον 'σάν αυτόν δεν θαύρης.

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Παρακαλώ, τον Κάσιον ειπέ μου...

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτόν που 'ς την αγάπην σου την τύχην του βασίζει, και τόσον εκινδύνευσε μαζή σου..

ΟΘΕΛΛΟΣ Το μαντίλι!

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλήθεια, το παράκαμες.

ΟΘΕΛΛΟΣ Να φύγης απ' εμπρός μου!

(Αναχωρεί βιαίως).

ΑΙΜΙΛΙΑ Αυτός ο άνδρας θα μου 'πής ζηλιάρης πως δεν είναι;

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αυτό ποτέ άλλην φοράν, ποτέ μου, δεν το είδα! Πρέπει να είχε μαγικό τω όντι το μαντίλι, και ήτο δυστυχία μου μεγάλη να το χάσω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Ούτ' ένας χρόνος ούτε δυο τον άνδρα δεν τον δείχνουν. Οι άνδρες όλ' είναι κοιλιά, κι' όλαις ημείς τροφή των· μας τρώγουν όσον που πεινούν· μας διώχνουν αν χορτάσουν. Ο άνδρας μου κι' ο Κάσιος. (27)

(Εισέρχονται ο ΙΑΓΟΣ κι' ο ΚΑΣΙΟΣ.)

ΙΑΓΟΣ Δεν έχει άλλον τρόπον· εκείνη μόνον ημπορεί... Ιδού! τι ευτυχία! Ομίλησέ της· πήγαινε, ειπέ της τα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Τι κάμνεις; Τι νέα έχεις, Κάσιε;

ΚΑΣΙΟΣ Κυρία μου, και πάλιν τα ίδια έχω να ειπώ και να παρακαλέσω. Βοήθησέ με την ζωήν την πρώτην μου να εύρω, και ν' αποκτήσω από σε την παλαιάν αγάπην εκείνου, οπού σέβομαι με όλην την ψυχήν μου. Μ' εσκότωσ' η αναβολή. — Εάν το πταίσιμόν μου τόσον το έχη τρομερόν και τόσον μέγα, ώστε ούτ' εκδουλεύσεις παλαιαί, ούτε παρούσα λύπη, ούτ' ο σκοπός μου 'ς το εξής καλλίτερος να γείνω, την εύνοιάν του δεν 'μπορούν να την εξαγοράσουν, ας το γνωρίζω τούτο καν. — Κέρδος κι' αυτό θα ήναι, διότι την απόφασιν τουλάχιστον θα πάρω, κ' εις άλλους δρόμους θα ζητώ να μ' ελεήσ' η Τύχη.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον ω Κάσιε, καλέ και τρις καλέ μου, δεν έχει τώρα πέρασιν η μεσολάβησίς μου· ο κύριός μου σήμερα δεν είναι κύριός μου, και ούτε θα εγνώριζα πως είν' αυτός ο ίδιος, αν με την γνώμην του μαζή του ήλλαζε κ' η όψις. Να μην ιδώ απ' τον Θεόν καλόν, εάν δεν είπα ό,τι ημπορούσα διά σε, και αν δεν είπα τόσα, ώστ' εναντίον μου σκληρά εξέσπασ' η οργή του. Έχε ακόμ' υπομονήν ό,τι ημπορώ θα κάμω· θα κάμω περισσότερον παρά που θα' τολμούσα και δι' εμένα. Με αυτό λοιπόν ευχαριστήσου.

ΙΑΓΟΣ Ο στρατηγός εθύμωσε;

ΑΙΜΙΛΙΑ Έφυγε μόλις τώρα, και άνω κάτω έφυγε και καταθυμωμένος.

ΙΑΓΟΣ Εθύμωσε! Πώς γίνεται; Τον είδα, το κανόνι να του σκορπά 'ς τον άνεμον κομμάτια τους στρατούς του, και μέσ' από τα χέρια του 'σαν Δαίμονας ν' αρπάζη τον αδελφόν του! Πώς! Αυτός να ήναι θυμωμένος; Κάτι θα τρέχη σοβαρόν. Να τον ιδώ πηγαίνω. Κάτι θα ήναι φοβερόν, αν ήναι θυμωμένος.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω, πήγαινε, παρακαλώ.

(Απέρχεται ο ΙΑΓΟΣ.)

Ναι τίποτε του Κράτους θα ήναι, — είτε είδησις από την Βενετίαν, ή θ' ανεκάλυψεν εδώ κρυφήν συνωμοσίαν, και τούτο θα εθόλωσε τον νουν του. Και καθένας αν τον βαρύνουν συλλογαίς εις τα μικρά ξεσπάνει· διότι αν το δάκτυλον ολίγον μας πονέση, και τ' άλλα μέλη τα γερά αισθάνονται τον πόνον. (28) Δεν είν' οι άνθρωποι Θεοί, ας μη το λησμονούμεν· κι' ούτε κανένας απαιτεί τους άνδρας να τους βλέπη να ήναι πάντα πρόσχαροι, καθώς εις ταις χαραίς των. Αλήθεια, μάλωμα πολύ μου πρέπει, Αιμιλία· είχα παράπονον κρυφόν εις την ψυχήν μου μέσα, (τι στρατιώτης απειθής και άτακτος που είμαι), ότι μ' εφέρθηκε κακά· αλλά το βλέπω τώρα, ότι τον ψευδομαρτυρώ αν τον κατηγορήσω.

ΑΙΜΙΛΙΑ Μακάρι να τον 'τάραξεν υπόθεσις του Κράτους, κι' όχ' υποψία του καμμιά ή ζήλεια δι' εσένα.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Αλλοίμονον, τι αφορμήν του έδωσα ποτέ μου;

ΑΙΜΙΛΙΑ Δεν συλλογίζετ' απ' αυτά διόλου ο ζηλιάρης· δεν του χρειάζετ' αφορμή κ' αιτία να ζηλεύση. Ζηλεύει μόνον, επειδή το έχει να ζηλεύη. Να μη το έχη μέσα του! Η ζήλεια είναι τέρας, οπού γεννάται μοναχόν και μόνον μεγαλόνει.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Ω! του Οθέλλου την ψυχήν από αυτό το τέρας να την φυλάγη ο Θεός!

ΑΙΜΙΛΙΑ Αμήν, αμήν, Κυρία.

ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ Πηγαίνω μέσα. — Κάσιε, εδώ περίμενέ με· εάν τον εύρω ήσυχον θα του ξαναμιλήσω, καθώς μ' επαρεκάλεσες. Θα κάμω δι' εσένα ό,τι ημπορέσω.

ΚΑΣΙΟΣ Ταπεινώς σ' ευχαριστώ, Κυρία.

(Απέρχονται η ΔΥΣΔΑΙΜΟΝΑ και η ΑΙΜΙΛΙΑ ) (Εισέρχεται η ΒΙΑΓΚΑ.)

ΒΙΑΓΚΑ Καλώς σε ηύρα, Κάσιε.

ΚΑΣΙΟΣ Συ είσαι; τι γυρεύεις έξω εδώ; τι γίνεσαι αγαπητή μου Βιάγκα; Τώρα ηρχόμην να σ' ιδώ, αγάπη μου, — αλήθεια.

ΒΙΑΓΚΑ Κ' εγώ ηρχόμην να' σ' ιδώ, εσένα, Κάσιέ μου. Επτά 'μερόνυκτα σωστά να με ιδής δεν ήλθες! Μιαν εβδομάδα! Εκατόν εξήντα τόσαις ώραις! και φαίνονται χίλιαις φοραίς μακρύτεραις αι ώραις, όταν δεν έχωμεν κοντά εκείνον π' αγαπούμεν· όχι, δεν έχουν μετρημόν!

ΚΑΣΙΟΣ Συμπάθησέ με, Βιάγκα· είχα μεγάλαις συλλογαίς αυτήν την εβδομάδα. Αλλά θα εύρω τον καιρόν να σου ταις ξεπληρώσω ταις ώραις οπού έλειψα. Να ζης, γλυκειά μου Βιάγκα, αντίγραψε το σχέδιον αυτό.

(Τη δίδει το χειρόμακτρον της Δυσδαιμόνας.)

ΒΙΑΓΚΑ Και πού το ηύρες; Είν' από χέρι, Κάσιε, από αγάπην νέαν. Τώρα το βλέπω διατί τόσον καιρόν δεν ήλθες. Α! μ' εβαρέθηκες; Καλά!

ΚΑΣΙΟΣ Έλα, γυναίκα, έλα· πέταξ' αυτούς τους στοχασμούς 'ς τα δόντια του διαβόλου, εκεί απ' οπού σ' έρχονται. Θα με ζηλεύσης τώρα, πως είναι τούτο χάρισμα απ' αγαπητικήν μου; Όχι, αλήθεια, Βιάγκα μου.

ΒΙΑΓΚΑ Λοιπόν, και τίνος είναι;

ΚΑΣΙΟΣ Ούτε ηξεύρω να σου' πώ. 'Σ το σπίτι μου το ηύρα· μου ήρεσε το κέντημα, και πριν μου το ζητήσουν (καθώς πιστεύω θα συμβή), να τ' αντιγράψω θέλω. Πάρε λοιπόν και βγάλε το. Και τώρα — άφησέ με.

ΒΙΑΓΚΑ Πώς να σ' αφήσω; διατί;

ΚΑΣΙΟΣ Διότι περιμένω τον στρατηγόν, και σύστασις δεν είναι δι' εμένα γυναικωμένον να μ' ιδή.

ΒΙΑΓΚΑ Και διατί, να ζήσης;

ΚΑΣΙΟΣ Όχι πως δεν σε αγαπώ.

ΒΙΑΓΚΑ Αλλ' ότι δεν με θέλεις. Έλα μαζή, παρακαλώ· συντρόφευσέ μ' ολίγον, κ' ειπέ μου αν θα σε ιδώ, πλην ενωρίς, απόψε;

ΚΑΣΙΟΣ Πολύ μακράν δεν ημπορώ νάλθω μαζή σου τώρα· εδώ να μείνω χρεωστώ. Θα σε ιδώ απόψε.

ΒΙΑΓΚΑ Αφού δεν γίνεται αλληώς, ας γείνη όπως θέλεις.

(Εξέρχονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α' .

Έμπροσθεν του φρουρίου. (Εισέρχονται ο ΟΘΕΛΛΟΣ και ο ΙΑΓΟΣ.)

