# Ποιήματα - Τόμος Πέμπτος - Φασουλής Φιλόσοφος

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32741/index.md

Όταν ιδής των άλλων τας φρένας να μεθύση αρνείσαι εις εκείνους και κοκοβιού μυαλά, αλλ' αν ποτέ κι' απάνω 'στόν σβέρκο σου καθίση για κοκοβιό νομίζεις αυτόν που σε γελά.

Εκείνη δι' εκείνον κι' εκείνος δι' εκείνην... την βλέπει 'στούς αστέρας, την βλέπει 'στήν σελήνην, κι' ενώ πετά μαζί της προς ιδεώδη χώραν κι' ο νους και η ψυχή του αλλοφρονεί και φλέγεται, εκείνη ποιος ειξεύρει αν κατ' αυτήν την ώραν δεν 'βρίσκεται εις μέρος, πούν' εντροπή να λέγεται.

36

Τείναι κι' αυτός ο Έρως!.. ασφάλειαν δεν έχεις κι' αν πας Χατζής να γίνης εις τα Ιεροσόλυμα... ως Σούτσου Οδοιπόρος οπίσω του θα τρέχης ως πού να ξεθυμάνης εις ένα γεννοβόλημα.

Όσο τυφλός κι' αν είναι, όσο κι' αν είναι νάνος, εμπρός του τύφλα νάχη παν αγαθόν επίγειον... κι' εγώ θαρρώ πως στέκει 'ψηλός σαν Καραπάνος και της ζωής ιδρόνει να βρη το Ισοζύγιον.

Πικρόχολος τοξότης, αλλά και τι γλυκός!... αν δε κι' ο Έρως βίον δεν μας χαρίζη άλυπον, όμως για να 'μιλήσω σαν μαθηματικός εκείνος μένει μόνον πηλίκον και κατάλοιπον.

37

Λατρεία προς τον Έρωτα με όσα κι' αν του ψάλλω, κι' ο Πάππας 'στήν εικόνα του γονατιστός ας στέκεται, και δι' εμέ καλλίτερον δεν είναι σύμπλεγμ' άλλο παρ' όταν ένας Σάτυρος με Νύμφην περιπλέκεται.

Αν δε μ' αυτόν φιλοσοφώ, αλλ' όμως τον φοβούμαι, κι' αν τύχ' εις ύδατα πηγής να εγκατοπτρισθώ δεν ξέρω πως τον Νάρκισσον αμέσως ενθυμούμαι και τρέμω την ιδίαν μου μορφήν μην ερασθώ.

38

Εμπρός! εμπρός... λυγίζεστε, κιχλίζετε, γελάτε, ω γύναια παμπόνηρα, σκιρτώντα, δε και πηδηκτά πλησίον μου ελάτε ωσάν σκιαί και όνειρα.

Και πρώτη πρώτ' η Δαλιδά να έλθη από σας, που του Σαμψώνος έκοψε τας τρίχας τας χρυσάς, τυφλόν δε και παράλυτον και παίγνιον της μοίρας εις τας εχθράς τον έρριψε των Φιλισταίων χείρας.

Τον Ιωσήφ τον πάγκαλον κυττάζω μ' απορίαν να φεύγη την σφαδάζουσαν του Πετεφρή κυρίαν, κι' αυτή χυμά επάνω του με γλαρωμένα μάτια και του παγκάλου γίνεται το φόρεμα κομμάτια.

Εμπρός μου βλέπω κύπτουσαν και την Βηρσαβεέ, που τον Δαυίδ οπίσω της τον έσυρεν ως πτώμα, κι' ο Προφητάναξ έκραζε «συγχώρει με, Θεέ, το πνεύμα είναι πρόθυμον, αλλ' ασθενές το σώμα».

Ω Σαμαρείτις, είδωλον και ξόανον ωραίον, η δροσερά σου λάγηνος τα χείλη μου ας βρέξη, κι' ειπέ γελώσα κι' εις εμέ καθώς 'στόν Ναζωραίον πως άνδρα δεν εγνώρισες, ενώ επήρες έξη.

Μαγδαληνή, που έσκυψες 'στού κόσμου τον σωτήρα, κι' ενώπιόν μου σκύψε, και με δακρύων ποταμούς και μ' αλαβάστρων μύρα κι' εμού τους πόδας νίψε.

Εμπρός, προβαίνετε και σεις, που το παραγλεντίσατε με τας παραλυσίας, αλλ' όταν τα γεράματα σας 'πήραν εζητήσατε τον στέφανον οσίας.

Ηρωδιάς χορεύτρια, η κοιμωμέν' εις κρίνα, γυρεύεις επί πίνακος την κάραν του Προδρόμου, αλλά κι' εγώ προς χάριν σου, Σιλφίς και Μπαλαρίνα, δεν δυσκολεύομαι πολύ να κόψω το ξερό μου.

Μεσσαλίνα, παστρικό του Νέρωνος κουμάσι, που 'πείραζε τα νεύρα σου παν απρεπές κι' ανήθικον, την άσπιλόν σου αρετήν η Ρώμη ας θαυμάση, όταν εις τρώγλας μαίνεσαι μαζί με κάθε πίθηκον.

Ω Λουκρητία, ήλιε των Βοργιών χρυσέ, ειπέ μου, σε παρακαλώ, 'στήν πίστι σου, 'στό φως σου, πώς έπνιξε 'στόν Τίβεριν εξ έρωτος προς σε τον εραστήν σου κι' αδελφόν ο Πάππας αδελφός σου,

Λαίδυ Μακβέθ, σκολόπενδρα, οπού διψάς το στέμμα με ρύπους αμαρτίας, σε βλέπω την πορφύραν σου να πορφυρώνης μ' αίμα του Δούγκαν της Σκωτίας.

Συ Μήδεια, κατάκοψε, χωρίς ποσώς να φρίττης, τα μέλη του Αψύρτου, και ας τα φάγη κυημά ο Βασιλεύς Αιήτης, πατήρ σου και πατήρ του.

Ω Κλυταιμνήστρα, πρόβαινε μετά μακρών κρηδέμνων και των θεραπαινών σου, και δείξε μου πώς έσπαιρεν ο Άναξ Αγαμέμνων υπό το φάσγανόν σου.

Ελένη Σπαρτιάτισσα, Μαρκόλφα της Ελλάδος, ανάπτ' η παρειά μου... εσύ αιματοκύλισες 'στούς δρόμους της Τρωάδος το γένος του Πριάμου.

Ξανθίππη, κάθε νεύρον μου η θέα σου ταράττει, όταν σκεφθώ, κυρά, πώς άδειαζες 'στήν κεφαλήν εκείνην του Σωκράτη δοχεία ρυπαρά.

Ω Κλεοπάτρα, σύλλαβε τον χάχα τον Ρωμαίον εντός χρυσού δικτύου, κι' ας τον ιδώ νικώμενον και φεύγοντα δρομαίον την άκραν του Ακτίου.

Προβαίνετε, προβαίνετε με μειδιώντα χείλη, προβαίνω δε κι' εγώ, και μίαν μίαν από σας φορών το πετραχήλι την εξομολογώ.

Τα αιμοβόρα πάθη σας και την ακολασίαν τελείως συγχωρώ, αν και δεν έχω άνωθεν προς τούτο εξουσίαν, αλλ' ούτε ειμπορώ.

Ας κύψω έντρομος κι' εγώ εμπρός εις τας Ανάσσας της αληθούς τρυφής, κι' ας πέσω σφάγιον κι' εγώ υπό τα φάσγανά σας εις αίματα βαφείς.

Εις λήθην ρίπτω του λοιπού τα αίσχη σας τανόσια και δεν ταναδιφώ, μα δώσετε και προς εμέ τα χείλη σας ταμβρόσια το νέκταρ να ροφώ.

Ας λάμπη δε το βλέμμα σας καθώς Αποσπερίτης, Αυγερινός και Σείριος, κι' ας είμαι Σαρδανάπαλος και χαύνος Συβαρίτης και μαλθακός Ασσύριος.

Του πυρετού μου έρχονται κακαίς ανατριχίλαις... μην ανατείλης, χαραυγή, μη σιωπάτε, κούκοι, κι' ελάτε, περδικόστηθαις και μαρμαροτραχήλαις, κι' ας φέρ' η Μάκβεθ ναργιλέ κι' η Δαλιδά τσιμπούκι.

Αλλ' όχι, φύγετε μακράν... ποθώ να ησυχάσω από κτηνώδη πάθη... μακράν μου πριν εκνευρισθώ και πριν της ώρας χάσω ταυγά με το καλάθι.

Σεις ειμπορείτε, γύναια, ν' αρπάσετε το δόρυ κι' από τον Τελαμώνιον, και να γενούν τα σκέλη του ωσάν κονδυλοφόροι προς αίσχος σας αιώνιον.

39

Ενώ εσπούδαζα ποτέ βατράχους ανατέμνων εμπρός μου τράγος με ορμήν επέρασε μεγάλην, κι' ευθύς 'στην μετεμψύχωσιν ο νους μου 'πήγε πάλιν και είπα «να! των Μυκηνών ο μέγας Αγαμέμνων».

Μίαν ημέραν θερινήν, ενώ με οίστρον λαύρον εφανταζόμην κρύσταλλα και φως Βορείου Σέλαος, χρυσόκερων αντίκρυσα κατέναντί μου ταύρον και είπα «να! κι' ο αδελφός του πρώτου ο Μενέλαος»

40

Τον Σοπεγχάουερ ζητώ και πάσαν ώραν μελετώ τα όσα ψάλλει γαυριών εις την φυλήν των κυριών.

Δεν ήτον άνθρωπος σκαιός να στρίβουν τα μυαλά του... ας αναπαύση ο Θεός τα σάπια κόκκαλά του.

Αλλ' αν πολλά ηλάλαζε κακόλογα ο σκύλος, τρις της ημέρας άλλαζε ασπρόρρουχα ο φίλος.

41

Ο πάλαι Πυγμαλίων, γνωστός 'στήν οικουμένην, ηγάπησε γυναίκα εις πέτραν σκαλισμένην, και τόσον ερωτεύθη, οπού την παρεκάλει να ζωντανέψη μ' όλα τα πέτρινά της κάλλη, ως που ζωή γεμάτη κι' η πέτρα εσηκώθη κι' εκείνος εζουρλάθη και την εστεφανώθη.

Κι' εζήλευε μαζί της σαν άγριος Οθέλλος, αλλ' όμως ο ερίφης την έπαθε 'στό τέλος, και είπε τότε μόνος «καλά κι' εγώ να πάθω, και πρέπει από τώρα και 'στό εξής να μάθω πως αν με κάθε ξύλο 'μπορεί να γίνη Γιάννης, μα κι' όποια πέτρα κόψης και μια γυναίκα κάνεις».

42

Νάφθας ατμούς ανέπνευσα κι' εμέθυσα και είπα : «γιατί σαν κότα κάποτε κι' εγώ να μην κλωσσώ, και να μη ζουν οι άνθρωποι σε μια και άλλη τρύπα καθώς εδίδασκε ποτέ ο κύριος Ρουσσώ;

Γιατί εκείνο που σ' εμάς νομίζετ' ευπρεπές αλλού δεν το νομίζουν; γιατί με όσα λέγονται 'στόν τόπο μας 'ντροπαίς αλλού δεν κοκκινίζουν;

Γιατί οπόταν έξαφνα η σύνευνός σου πρήσκεται και εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν ευρίσκεται, μαζί της δεν εντρέπεσαι να 'βγαίνης 'στόν περίπατον κι' αυτή θαρρεί το φούσκωμα εγκαύχημά της ύπατον;

Γιατί οπόταν λέγεσαι Ηγούμενος Μονής δεν σ' επιτρέπουν συνωδός κυρίας να γενής, και μόνον όταν κλείνεσαι μονάχος 'στόν οντά σου σεμνή ελέους αδελφή προσεύχεται κοντά σου;

Γιατί κι' ο μέγας Σαλομών, ανήρ και νου και ρώμης, πολλάς Ρεβέκκας έτρεφε υπείκων εις τον Πλάστην, ο δε Ηλιογάβαλος της περικλύτου Ρώμης και από μίαν άλλαζε Ρωμαίαν καθ' εκάστην;

Γιατί ποτέ δεν έχομεν δι' όλα γνώμην μίαν κι' όπως εγώ δεν σκέπτεται κι' ο νους του Οττεντότου, και την τιμήν μου θεωρεί εκείνος ατιμίαν, κι' ο ένας λέγει το μακρύ κι' ο άλλος το κοντό του;

Γιατί μ' αυτό που σκέπτομαι δεν συμφωνεί το άλλο; γιατί δεν είναι φύλλα δυο και πρόσωπα παρόμοια; γιατί καθώς ο Έρασμος νυχθημερόν να ψάλλω εις της μωρίας την Θεάν μωρότατα εγκώμια;

Και μια φωνή μ' απήντησε «μην είσαι φαφλατάς, κι' αυτά 'στόν κόσμον γίνονται για νάχης να 'ρωτάς».

43

Μια 'μέρα που δεν είξευρα τι διάβολο να κάνω τα δάκρυά μου σε βαθύ εστράγγισα ποτήρι, και μια και δυο 'στόν Χημικό τα 'πήγα Χρηστομάνο και κάνε μου, παρακαλώ, του είπα, το χατήρι να ταναλύσης και να 'βρης πώς είναι καμωμένα, για να μην κλαίω 'στό εξής κι' εγώ εις τα χαμένα,

Κι' ο Χημικός μ' απήντησε «αυτά, ξερό κεφάλι, δεν είναι άλλο τίποτε παρά χλωρούχον κάλι».

Ορίστε και τα δάκρυα, που άφθονα τα χύνεις, οπόταν κόμμ' αντίπαλον βυζαίνει την πατρίδα, και συ απ' έξω κάθεσαι και ξεροκαταπίνεις και γίνονται για το ψωμί τα μάτια σου γαρίδα.

Ορίστε και τα δάκρυα κι' οι τόσοι κοπετοί!... και να θαρρώ το κλάψιμο πως είναι κάτι τι; Αν έζης σήμερα και συ, κλαψάρ' Ιερεμία, γέλοιο τρελλό θα σούκανε το κλάμμα η Χημεία.

44

Τείναι κι' αυτό το σώμα μας, που ζη και αποθνήσκει!.. οστά, πλευραί και τένοντες και μυς και σωληνίσκοι, και, νωτιαίοι μυελοί με μυελούς προμήκεις, κι' άλλα τοιαύτα πράγματα εκστάσεως και φρίκης.

Ένα κεφάλι απ' εμπρός και απ' οπίσω ράχη, μια μύτη με πτερύγια και κοίλωμα σχιστό, κι' άμα σ' αρχίση έξαφνα το διαβολοσυνάχι σου λεν «με της υγείαις σου» και λες «ευχαριστώ».

Ένας λαιμός, που χωρατά καθόλου δεν σηκόνει, κάτι σαγόνια, μάγουλα, και γένεια και μουστάκι, και κάτι μάτια με φακούς, που τα στραβόν' η σκόνη, και πας 'στόν Διαμαντόπουλο και 'στόν Αναγνωστάκη.

Κάτι ποδάρια έπειτα με γόνατα και σκέλη κι' όμως κανείς ελεύθερα δεν πάει όπου θέλει, και δυο ξεράδια 'στά καλά των άλλων να ταπλώνης, και δάκτυλα για να μετράς και για να φασκελώνης.

Μια γλώσσα για να λες καλά και κλέη προηγούμενα, για να τσακίζη κόκκαλα κι' αν βάλη γλωσσοδέτη, και κάτι δόντια, που πονούν εις τα καλά καθούμενα, και πηλαλείς 'στόν Μπάμπανο και εις τον Κασσαβέτη.

Αμυγδαλαί και σταφυλαί και σιελώδης ύλη κι' αυτιά με τύμπανα, λοβούς, κοχλίας δίχως κέρατα, που μπενοβγαίνουν εις αυτά πεταλωμένοι ψύλλοι και μυίγαις κι' αλογόμυιγαις και άλλα τέτοια τέρατα.

Φλέβες, ιδρώς, επιδερμίς, κι' αδένες ένα πλήθος, και μικροβίων υπ' αυτά μεγάλη ευτοκία, και αρτηρίαι πάμπολλαι και μια καρδιά και στήθος, που κάθε τόσο γίνεται βασάνων κατοικία.

Και φλέβες αγωνίζονται με τόσας αρτηρίας περί της διαθρέψεως και της κυκλοφορίας, κι' απάνω κάτ' ορμητικόν το αίμα σου πηγαίνει, χωρίς ποσώς να εννοής με τούτο τι συμβαίνει.

Νεφρά, σηκότια, κι' άντερα κι' υγρά πολλά και σπλήνες, χυλός, χολή, και πάγκρεας κι' εντερικοί σωλήνες, κι' ένα στομάχι έπειτα ως είδος τι κυψέλης για να χωνεύη εύκολα κι' εκείνα που δεν θέλεις.

Τα όπισθέν μας σχήματος σφαιροειδούς τυμπάνου, και παν εκ τούτων εκβληθέν η γη ταπορροφά, κατόπιν δε το ξανατρώς υπό μορφήν λαχάνου, ανδράκλας, πράσσου, ρίγανης, κολοκυθοκορφά.

Συστατικά προς χώνευσιν και κένωσιν ποικίλα, και τόσ' αγγεία στρογγυλά, τριχοειδή και κοίλα, και κάτι άλλα πράγματα κι' ανώνυμα και κρύφια, που σαν τα βλέπης σούρχεται και σκέψις και κατήφεια.

Η κύστις, πόνους φέρουσα ενίοτε δεινούς, εκ ταύτης δε ποτίζεται των Αθηνών η χώρα, και τέλος πάντων η ψυχή κι' ο παντοκράτωρ νους, με τον οποίον σκέπτομαι αυτά που γράφω τώρα.

45

Πού να είσαι, ω ψυχή μου;... δεν σ' ευρίσκω πουθενά, και με κάνεις να θυμώνω και να πέρνω τα βουνά. Πού να κάθεσαι, ψυχή μου; απ' εμπρός ή απ' οπίσω; όσο σ' ένα κι' άλλον τοίχο το ξερό μου κι' αν κτυπήσω, δεν 'μπορώ να καταλάβω μήτ' εγώ μηδέ κανείς αν εσύ το αίμα είσαι ή το αίμα συ κινείς.

Μήπως είσαι νους, ως γράφει ο σοφός Αριστοτέλης; αλλ' αν είσαι νους και μόνον πώς δεν κάνεις ό,τι θέλεις; μη, ως λέγει ο Σενέκας, είσαι σώμα θέλον θρέψιν; αλλ' αν είσαι σώμα μόνον πώς με φέρεις προς την σκέψιν;

Είσαι δούλη της σαρκός μας ή του σώματος κυρία; ένα τάχα μέρος μόνον χωριστόν αποτελείς, ή χωρίζεσαι εις δύο, ή χωρίζεσαι εις τρία, όπως γράφει και κηρύττει ο Μακράκης ο πολύς;

Αν ενίοτε μαζί σου απιστώ και αμφιβάλλω, μα πιστεύω πότε πότε πως υπάρχεις δίχως άλλο· κι' αν υπάρχης, ω ψυχή μου, πού θα πας σαν τα κορδώσω και το πνεύμα μου 'στάς χείρας του Κυρίου παραδώσω;

Είσαι άυλος, ψυχή μου, και την ύλην συντηρείς κι' ως τοιαύτη 'στά κεφάλια των ανθρώπων δεν χωρείς, ή εξ ύλης συγκειμένη πάσαν ύλην κυβερνάς και τους πόθους παροξύνεις και τας σκέψεις μας γεννάς;

Όλα πρόβλημα και γρίφος κι' όλα λόγια 'στόν αέρα... ε! σοφοί, δεν μ' απαντάτε;., την κακή ψυχρή σας 'μέρα. Κι' όμως τόση βασιλεύει αρμονία θαυμαστή, που κι' ο δύσπιστος πιστεύει κι' ο πιστεύων δυσπιστεί.

46

Και τείσαι, άνθρωπε μωρέ, που φλυαρείς εμπρός μου, αν με τα ζώα τα λοιπά παραβληθής του κόσμου;

Έχεις την χαίτη λειονταριού και το κεντρί της σφήκας; έχεις πτερά του παγονιού και του στρουθοκαμήλου, ή του προβάτου το μαλλί, το γάλα της κατσίκας, τα δόντια του ελέφαντος, το στόμα κροκοδείλου;

Έχεις το χιλιμίντρισμα εκείνο της φοράδας; έχεις λαγού περπατησιά και κάβουρα ποδάρια, ή του ξιφία την ουρά, ή καν της σουσουράδας, ή καν της πίνας το φαγί και τα μαργαριτάρια;

Έχεις αυτιά του γαϊδουριού, της κουκουβάγιας μάτι, ή της χελώνας το καυκί και τζίτζικα λαρύγγι, κι' οπόταν θέλης ειμπορείς, βρε άνθρωπε σακάτη, να βγάλης από μέσα σου ιπποποτάμου ξύγκι;

Μπορείς να πέσης 'στό νερό από 'ψηλά σαν γλάρος και το μακρύ το ράμφος σου μαρίδες να ρουφήση; 'μπορείς και συ ν' αλατισθής καθώς ο μπακαλιάρος κι' από ταλάτι το πολύ να γίνης στοκοφίσι;

'Μπορείς σκουλήκι ενταυτώ και πεταλούδα νάσαι κι' από το σάλιο σου να 'βγή μεταξωτή λουρίδα, ή, όπερ σπουδαιότερον, 'μπορείς ν' αποκοιμάσαι μ' ένα ποδάρι κρεμαστός καθώς την νυκτερίδα;

'Μπορείς να ζης χωρίς βρακιά, παπούτσια και φωκόλα, ή τρία καν πηδήματα να κάνης σαν ζαρκάδι; 'μπορεί από τα σπλάγχνα σου να έβγη καμμιά κόλλα, χαβιάρι, αυγοτάραχο, ή της μουρούνας λάδι;

'Μπορεί από το δέρμα σου να 'δούμε μια διφθέρα, σαμούρια, γούναις, στρώματα, παπλώματα, καπόταις; 'μπορείς καθώς τον κόκορα μονάχα σε μια 'μέρα να χωρατεύης μ' εκατό τριάντα πέντε κόταις;

'Μπορείς και συ να χώνεσαι 'στης τρύπαις σαν ποντίκι, ή να πετάς σαν κότσυφας, σαν σπίνος, σαν ορτύκι; 'μπορείς ποτέ τα όσα τρως, βρε άνθρωπε τεμπέλη να τα μασσάς σαν μέλισσα και να τα βγάζης μέλι;

Ου! να χαθής, κηφηναριό... 'στών μελισσών το σμήνος εσύ ζηλεύεις μοναχά την θέσιν του κηφήνος, και θέλεις πάντα χάρισμα να τρώγης 'στήν κυψέλην, οπόταν είσαι μάλιστα γιγαντομάχος Έλλην.

Με όλην την σοφίαν σου, την τόσον πνευματώδη, δεν ειμπορείς 'στά σύννεφα και μια φωληά να κτίσης, μηδέ να βγάλης κέρατα σαν τράγος ή σαν βώδι, και μοναχά ως σύζυγος 'μπορεί να ταποκτήσης.

Ό,τι μικρόν και αφανές η πτέρνα σου πατεί γελά με τα καμώματα της λογικής αγέλης, κι' αν 'πης κι' εις ένα μύρμηκα 'στόν κόσμον τι ζητεί, θα σ' απαντήση αυθαδώς «αμμέ και συ τι θέλεις;»

Ένα κουνούπι ζωηρό εκάθισε μια 'μέρα σ' ενός βωδιού το κέρατο κι' εσφύριζ' εκεί πέρα, κι' είπε το βώδι με ψυχρόν Εγγλέζου χαρακτήρα «και όταν ήλθες κι' έφυγες χαμπάρι δεν σ' επήρα».

Αν ειμπορής, βρε άνθρωπε, 'πές του και συ αυτά, όταν 'στ' αυτιά σου νηστικό σφυρίζωντας πετά· με σφύριγμα και δάγκωμα κακά σε ξημερόνει, αν δεν σκεφθής δελτάριον ν' ανάψης Ζαμπιρόνη.

Βλέπεις αυτόν τον μπούρμπουλα, τον αφανή 'στό χώμα, που με τα πόδια του κυλά την μια και άλλη βρώμα; μεγάλης έτυχε ποτέ 'στήν Αίγυπτον λατρείας ως του Ηλίου σύμβολον, δυνάμεως κι' ανδρείας.

Και ύστερα κορδόνεσαι και θεωρείς ως δώρον και το μυαλό της κεφαλής και το μυαλό της ράχης, συ, του Δαρβίνου η μαϊμού, συ, δίπουν μαστοφόρον, συ, άνθρωπε θαυμάσιε, που κακό ψόφο νάχης.

47

Βρέχε, ουρανέ, και νερό να ρίξης οπού να μας πνίξης.

Βρόντα, κεραυνέ, κι' ας ανάψ' η σφαίρα όλη πέρα πέρα.

Δίσκε της ημέρας, που ζωή μας είσαι, πάγωσε και σβύσε.

Και αυτής της σφαίρας πας φλογίζων Πόλος ας παγώση όλος.

Πλήρης εκ φωτός νέος κόσμος λάμπει ως χρυσή τις κάμπη.

Μα γεννά κι' αυτός φιλοσόφους κλαίοντας κι' έτσι πάει λέωντας.

48

Τείναι κι' αυτός ο Φασουλής;... καθείς θα ερωτά... ακούσατε περί αυτού να σας ειπώ αυτά.

Και πρώτον ως φιλόσοφος τι σύστημα πρεσβεύει και πότε σοβαρεύεται και πότε χωρατεύει κανείς καλά δεν εννοεί... Μειλίχιος φιλόσοφος, αλλ' όμως και φρικτός, το σύστημά του ήλιος και ζόφος της νυκτός, αγγέλων κι' όφεων πνοή.

Φύσις διπλή, μετέχουσα της γης και του απείρου, και όπως οι σχολιασταί του τραγωδού Σαιξπήρου περί του Χάμλετ συζητούν και άραις μάραις ψάλλουν, τοιουτοτρόπως και γι' αυτόν καμπόσοι θ' αμφιβάλλουν αν ως ο Χάμλετ τον τρελλόν συχνά επροσποιείτο, ή αν τοιούτος πάντοτε με τα σωστά του ήτο.

Ως άνθρωπος εις τους πτωχούς πεντάρα δεν δανείζει, αλλ' ούτε ως παράσιτος τους έχοντας σκοτίζει, πρεσβεύων σαν τον Σααδή πως αν δανείζης 'στούς μικρούς κι' από τρανούς δανείζεσαι φίλον ποτέ δεν αποκτάς και 'γρήγορ' αφανίζεσαι, κι' ένας δεν τρέχει να σε 'δή.

Αλλ' αν αυτήν του την αρχήν φυλάττη στερεάν εν τούτοις όμως δέχεται πλουσίων δωρεάν, και ψωροϋπερήφανος δεν φαίνεται τραχύς, κι' επεύχεται νυχθημερόν εξ όλης του ψυχής ως Κροίσοι πάντες να πλουτούν κι' αυτός να είναι ψώρα κι' ευγνωμονών να χαίρεται τα ζείδωρά των δώρα.

Ως νοικοκύρης βλάσφημα υποτραυλίζει έπη, οπόταν σφουγγαρίσματα 'στό σπητικό του βλέπη, μπουγάδες και σκουπίδια... μήτε ποτέ 'στήν αγορά πηγαίνει να ψουνίση κι' ούτε κανείς 'στό σπήτι του τον είδε να γυρίση με δύο κουνουπίδια.

Ως σύζυγος, αν και πολύ περί πολλά τυρβάζη και της σοφίας η σπουδή συχνότατα τον βάζη σε χίλιαις τόσαις συλλογαίς, τελεί πιστώς τα χρέη του ως ήμερον αρνίον και ακραδάντως πέποιθε πως κάθε του τεκνίον δεν είναι κλάσμα συμμιγές.

Ως Έλλην δε και ποιητής καθόλου δεν ξεχάνει μήτε το «Έλληνες εσμέν» του λάλου Δεληγιάννη, μηδέ και το Τρικούπειον ρητόν θα λησμονήση πως η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση, προ πάντων δε του Κότταρη το «κλιέφτω, κλιέφτεις, κλιέφτει», που τους Ρωμηούς, οιστρηλατεί κι' εις όλους βάζει νέφτι.

49

Μ' εκούρασε πολλή φιλοσοφία, της γλώσσης η μεγάλη ευστροφία, και τόσαι ποικιλόμορφοι στροφαί, και τώρα προς στιγμήν θα σιωπήσω κι' αμέριμνος δι' όλα θα καπνίσω κανένα δυο τσιγάρα με καφφέ.

Κι' αφού από της σκέψεως τον κόπον το πνεύμα μου ολίγον ξεκουράσω, και πάλιν την σοφίαν των ανθρώπων εν στόματι μαχαίρας θα περάσω.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

[Ενώ καπνίζει νωχελώς ο τάλας Φασουλής εξαίφνης εμφανίζεται ο Μεφιστοφελής με κάτι κέρατα μικρά, με μαύρην προσωπίδα, και με μανδύαν ερυθρόν και κοπτεράν λεπίδα].

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Καλώς τον... τι μου γίνεσαι;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Καλά... και συ;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Επίσης... μα σαν τον Φάουστ μη θαρρής κι' εμέ πως θ' απατήσης με όνειρ' ακατάληπτα, με νύκτας Βαλπουργίας, με δαίμονας, τελώνια, και στυγεράς μαγείας. Το πνεύμα μας δεν το πλανά καμμία πλάνη πλέον, αι δε μαγείαι μαγισσών και μάγων ψωραλέων δυνάμεις απεδείχθησαν της φύσεως μεγάλαι υπάρχουσαι 'στόν άνθρωπον καθώς και τόσαι άλλαι.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Υπνωτισμός, μαγνητισμός, τηλαίσθησις και άλλα.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Η επιστήμη κάθεται 'στόν σβέρκο μας καββάλα κι' αι τέχναι της κατήντησαν σωτηριώδεις μάγισσαι κι' εις άλλας σφαίρας φωτεινάς το πνεύμα εσελάγισε. Εν τούτοις καλώς ώρισες, βρε Μεφιστοφελή, αν και η παρουσία σου ποσώς δεν μ' ωφελεί. Η δύναμίς σου τίποτα, τα μάγια κολοκύθια, και τώρα ξεφορτώσου με... μα δεν μου λες αλήθεια τι θέλουν 'στό κεφάλι σου αυτά τα σουβλερά; μήπως υπήρξες σύζυγος και συ καμμιά φορά;

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Λοιπόν με διώχνεις;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Κάθισε, αν αγαπάς, ολίγον κι' αν άλλο δεν σ' απασχολή συμφέρον κατεπείγον. Συ τώρα δεν παρίστασαι καταστροφής δαιμόνιον, συ της ερεύνης φαίνεσαι το πνεύμα το αιώνιον, οπού εις απροσπέλαστα μας σφενδονίζεις ύψη, χωρίς να είναι κίνδυνος η βίδα μας να στρίψη· αλλ' αν τολμήσης, Διάβολε, να πας και παραπέρα αμέσως άλλος Διάβολος σου πέρνει τον πατέρα.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Πολύ αβρόφρων φαίνεσαι και με υποχρεόνεις.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Α! μπα! δεν είναι τίποτε και μη μου καμαρώνης. Πάντα με σπρώχνει προς σπουδήν η δυσειδής σου θέα, αν και θυμώνω διαρκώς μ' αυτόν τον Προμηθέα, που με το πυρ των ουρανών διέλυσε τα σκότη και πρώτος επολέμησε τον νου μας να 'ξυπνήση, κι' αν 'τύχαινε 'στά χέρια μου το μαύρο του σηκότι θα τόδινα 'στόν μάγειρα να μου το τηγανίση.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Η έρευνα το πνεύμα σου σφοδρώς ας συνταράττη, και τας γυναίκας θα ιδής ν' ανακαλύψουν κάτι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Τώρα 'στήν πήτα 'πάτησες, βρε Μεφιστό, και στέκα για να μην έβγης ψεύτης... την μόνην ανακάλυψιν που θάκανε γυναίκα θα ήτον ο καθρέφτης.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Δεν πρέπει κατά γυναικών τοιαύτα ν' απαγγέλης... θαρρώ πως έχεις άδικον....

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Ας είναι... όπως θέλεις.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Εγώ σοφάς τας θεωρώ...

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Καθώς σ' αρέσει κρίνε, αλλά της γλώσσης έμπειρος της Τραπεζιτικής εγώ σου λέγω, Μεφιστό, πως η γυναίκα είναι κυκλοφορίας νόμισμα καταναγκαστικής· με άλλας λέξεις δηλαδή ολίγον καθαράς λιμοκοντόρος του καιρού και κάλπικος παράς.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Σκέψου πως είσαι σύζυγος...

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Ναι, είμαι, πλην μακάρι και συ σαν την γυναίκα μου να εύρισκες ζευγάρι.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Με της γυναίκες, Φασουλή, κατήφορον επήρες, μα δεν μου λες τι σούκαμαν κι' αυταίς η κακομοίραις;..

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Δεν μ' έβλαψαν εις τίποτε...

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Μ' αυτά που λες, κλαψάρη, εγώ θαρρώ πως έψησαν 'στά χείλη σου το ψάρι.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Δι' όσα κι' αν μου φλυαρής δεν δίνω μια δεκάρα... τα χείλη μου δεν έγιναν καμμιάς φουβού και σκάρα, αν δε τοιαύτα κατ' αυτών μ' ακούης ν' απαγγέλω μα πάντοτε τας αγαπώ και το καλό των θέλω, κι' αν, όπως τώρα χημικοί με βεβαιούν μεγάλοι, τα πύρινά μου δάκρυα χλωρούχον είναι κάλι, φαντάζομαι τα δάκρυα της γυναικός τι θάναι σαν βλέπη τα φουστάνια της πως άσχημα της πάνε, ή όταν είς εκ των πολλών Πριγκήπων 'στό Παλάτι δεν την χορεύη πού και πού και της γυρνά την πλάτη, ή όταν η βελόνα της το χέρι της τρυπήση, ή όταν σώνει και καλά γυρεύη να σε πείση περί της παρθενίας της, περί της πίστεώς της, με τα οποία καταντάς της Μιχαλούς χρεώστης.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Ελύσσαξε, βρε Φασουλή, το ασεβές σου στόμα.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Αλήθεια το παράκαμα κι' ας βάλω πλέον κόμμα.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Και τώρα σε παρακαλώ τι θέλεις παρ' εμού; πως είμαι παντοδύναμος ολίγον ενθυμού.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Διά την προθυμίαν σου πολύ σ' ευχαριστώ, αλλά δεν θέλω τίποτε, καϋμένε Μεφιστό. Ανέλυσα τον Έγελον, ανέλυσα τον Κάντιον, και κάθε άλλον σύμφωνον φιλόσοφον κι' ενάντιον, κι' οδούς με τούτους ώδευσα και σκολιάς κι' ευθείας και είδα τα κριτήρια εκεί της αληθείας και πάσαν ρίζαν κυβικήν του λόγου του ορθού και είπα «Πλάστα, φυλακήν τω στόματί μου θου». Και 'στόν Σπινόζα έτρεξα, τον Φίχτη και τον Μπίκτη, τον Σπένσερ και τον Βάκωνα και κάθε σκυλοπνίκτη, και γλώσσας ήκουσα πολλών και κοπτεράς κι' ευστρόφους, που την σοφίαν έκοπταν εμπρός μου σαν ψαλλίδι, και των Ρωμηών εδιάβασα τους νέους φιλοσόφους, τον Γειώργη τον Βυζιηνό και τον Ευαγγελίδη. Αν δ' επλανήθην 'στών σοφών την μαύρην ερημίαν ως πρόβατον απολωλός ως έλαφος διψώσα, μικράν δεν ηύρα όασιν, μηδέ πηγήν καμμίαν, να δροσισθή το στήθος μου κι' η φλογερά μου γλώσσα. Κι' εκ των ερήμων έρχομαι ως γέρων κεκυφώς κι' είν' έγκυον το πνεύμα μου με χίλιαις δυο ψευτιαίς, ανέσπερον εζήτησα και καταυγάζον φως, αλλ' εις το τέλος μ' άφησαν με της κολοφωτιαίς. Καθώς ο Φάουστ έπεσα 'στά φιλοσοφικά, κι' όμως τα πάντα έμειναν εκ νέου εμπροστά μου μυστηριώδη γράμματα και καβαλιστικά καθώς η Βίβλος η γνωστή του πάλαι Νοστραδάμου. Τας σκέψεις εξωνύχισα παντός σοφού αρτίου και τα περί θελήσεως εκείνα του Καντίου, που έξαφνα το στόμα του 'μπορούσε να το κλείση κι' επί καιρόν εις άνθρωπον ποσώς να μη 'μιλήση, αλλ' όταν είδα μια φορά χονδρό περιβολάρη να δέρνη το γαϊδούρι του με δυνατό στηλιάρι κι' αυτό από την θέσιν του να μη σαλεύη βήμα εφώναξα 'στόν Κάντιον «τα όσα γράφεις κρίμα! .. » την θέλησίν σου προς αυτήν την θεωρείς ισόπαλον; » εσύ σφαλάς το στόμα σου διότι συ το θέλεις, » κι' ο γάιδαρος ξυλίζεται αλύπητα με ρόπαλον » κι' εν τούτοις βήμα εμπροστά δεν πάει ο τεμπέλης».

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Μ' αυτά κι' αυτά, βρε Φασουλή, θα χάσης το μυαλό σου, και τους Καντίους μούντζωσε, αν θέλης το καλό σου.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ Κι' αν τους μουντζώσω, Μεφιστό, κι' αν τους ξεφορτωθώ θαρρείς με το ξεφόρτωμα πως θα ελαφρωθώ; και μόνος μου χωρίς αυτούς θα μουρμουρίζω πάλιν.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ Καθώς ο Φάουστ 'στής ζωής αφήσου την κραιπάλην.

