# Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

## Part 9

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32305/index.md

7. Our potency made good, take thy reward.

Τας πρώτας _τέσσαρας_ λέξεις του στίχου τούτου τινές μεν των σχολιαστών εξηγούσιν ως εξής: «Προς διεκδίκησιν της »δυνάμεώς μου». Έτεροι δε ούτως: Εκείνοι, εις τους οποίους »παρεχώρησα την δύναμιν και την εξουσίαν μου, μοι παραχωρούσιν εις την παρούσαν περίστασιν το δικαίωμα να κάμω εκ νέου χρήσιν αυτών. Ιδού λοιπόν η ανταμοιβή, την οποίαν σοι δίδω». — Έστω και τούτο μικρόν δείγμα των δυσκολιών, τας οποίας ο μεταφραστής ευρίσκει, ουχί μόνον εν τω κειμένω, αλλ' έστιν ότε και εν τοις σχολίοις αυτοίς.

8. «Ο Σαικσπείρος εύρε την σκηνήν ταύτην εν τω χρονογράφω, όθεν ηρύσθη την του δράματος υπόθεσιν, διετήρησε δ' αυτήν άνευ επεξηγήσεων. Αλλ' εάν επεξήγησίς τις απαιτήται, ευρίσκεται ευκόλως αύτη εν τω κειμένω του ποιήματος. Η εξέτασις, εις ην ο γέρων βασιλεύς υποβάλλει τας θυγατέρας αυτού, είναι ιδιοτροπία εκ των συνήθων εις τους μαθόντας να κυβερνώσι δεσποτικώς τας οικογενείας αυτών και να υπακούωνται πάντοτε. Αλλά δεν επιδέχονται επεξήγησιν ή αιτιολόγησιν αι ιδιοτροπίαι. Αύται προέρχονται εκ ψυχικής τινος διαθέσεως συνήθους εις τους εξασκούντας απόλυτον κυριαρχίαν, είτε βασιλείς είναι ούτοι υπό κολάκων περικυκλούμενοι είτε γυναίκες ωραίαι υπό θαυμαστών λατρευόμεναι. Και η σιωπή αυτή της Κορδηλίας δεν φαίνεται τοσούτον απορίας αξία, άμα εκληφθή ως απόρροια του χαρακτήρος αυτής, ως τεκμήριον κρυφίας τινός και περιεσταλμένης ευαισθησίας, ταυτοχρόνως δε και ως ένδειξις της φυσικής αυτής αξιοπρεπείας, ήτις δεν ανέχεται το ψεύδος και την κολακείαν. Υπό τοιαύτην θεωρουμένη έποψιν η πρώτη αύτη του δράματος σκηνή, ήτις κατά πρώτον φαίνεται ίσως απίθανος, αναδεικνύεται πιθανή και ευπαράδεκτος. Άλλως η τοιαύτη της υποθέσεως εισαγωγή είναι αναγκαία, η δε πρώτη αύτη σκηνή περιέχει εν σπέρματι την όλην της τραγωδίας υπόθεσιν. Τω όντι, η διαγωγή του Ληρ είναι η αφετηρία της εν τη οικογενεία αυτού διχονοίας και διαστάσεως. Το λάθος, εις το οποίον περιέπεσε, γίνεται της κακοτυχίας αυτού πρόξενον. Αυτός ούτος, ουχί η Ειμαρμένη, προετοιμάζει την ιδίαν καταστροφήν διά της ανυψώσεως των ενόχων και διά της προγραφής της αθωότητος.... Εάν ήτο υπομονητικώτερος και οξυδερκέστερος ο Ληρ, εάν δεν εξήπτετο, εάν διέκρινεν απαθώς την αλήθειαν, εάν διεγίγνωσκε την καρδίαν των θυγατέρων αυτού, ήθελε προλάβει την συμφοράν, ήτις επέρχεται. Αλλά τυφλούται υπό του πάθους, το δε πάθος τιμωρείται... Ειθισμένος ανέκαθεν εις την κολακείαν, απαιτεί δουλικήν παρά πάντων αφοσίωσιν, αγανακτεί δε και εξάπτεται, ότε λόγοι ειλικρινείς τω απευθύνονται. Δεν εννοεί οποία τα αληθή του πατρός καθήκοντα, και εξάπτει των θυγατέρων αυτού τας επιθυμίας διά της πληρωμής, την οποίαν υπόσχεται εις την στοργήν αυτών. Απαιτών δε παρ αυτών ενδείξεις αγάπης, κινδυνεύει να μη διακρίνη την ειλικρίνειαν από της υποκρισίας. (Mezières, Shakspeare, ses oeuvres et ses critiques).

9. Το τελευταίον του χάρισμα, ο έστιν η παραχώρησις της προικός της Κορδηλίας εις τας δύο μεγαλειτέρας αδελφάς.

10. Επικαλείται ο Εδμόνδος την φύσιν, καθ'ό φυσικός υιός, ό έστι νόθος. Η δ' έκφρασις _φυσικός υιός_ δεν δύναται να θεωρηθή ως νεωτερισμός παρ' ημίν, αφού προ του 700 μ. Χ. ο Ιωάννης Μαλαλάς αποκαλεί φυσικούς παίδας τους μη γνησίους.

11. Ενταύθα κατά τους Άγγλους σχολιαστάς χλευάζει ο ποιητής την αδεξίαν πλοκήν των αρχαίων αγγλικών κωμωδιών, εν αις τα του δράματος πρόσωπα εισάγονται ατέχνως και άνευ λόγου επί της σκηνής, οπόταν ο ποιητής έχη χρείαν της παρουσίας αυτών.

12. «Οι σχολιασταί, καθ'ό μη ασχολούμενοι περί την μουσικήν, εθεώρησαν το χωρίον τούτο ως ανεπίδεκτον επεξηγήσεως. Αλλ' εξ αυτού μαρτυρείται ότι ο Σαικσπείρος εγίνωσκε την αξίαν των μουσικών τούτων φθόγγων, η συναρμογή των οποίων είναι κατά τοσούτον κακόηχος, ώστε απηγορεύετο ρητώς υπό των παλαιών μουσικοδιδάσκαλων. Mi contra fa est diavolus, έλεγον οι περί μουσικής συγγράψαντες μοναχοί. Οι φθόγγοι ούτοι παριστώσι λοιπόν σειράν κακοφωνίας, προς την οποίαν παραβάλλει ο Εδμόνδος την επί του βίου επιρροήν των εκλείψεων και των λοιπών φαινομένων. (Εκ σημειώσεως του Dr Burney).

13. «Ο Σαικσπσείρος εκορύφωσεν, ό,τι στυγερόν υπήρχεν ήδη εν τω μύθω του βασιλέως Ληρ, διά της επεκτάσεως της αρχικής πλοκής. Εις την ιστορίαν του Ληρ προσέθηκε το επεισόδιον του Γλόστερ αρυσθείς τούτο από του έργου του Άγγλου Sidney, του επιγραφομένου Arcadia. Η καταστροφή και ετέρας οικογενείας, αι δολοπλοκίαι, δι' ων ο άστοργος νόθος επιβουλεύεται και πατέρα και αδελφόν, η άδικος του Γλόστερ οργή κατά του αθώου αυτού υιού, ταύτα πάντα προστίθενται εις την άδικον του Ληρ καταφοράν κατά της νεωτέρας των θυγατέρων του και εις τα δεινοπαθήματα, άτινα παρά των δύο αδελφών εκείνης υποφέρει... Την διπλήν ταύτην πράξιν ο Σαικσπείρος εντέχνως συνέπλεξέν εις έν, επαυξήσας διά της συνδέσεως ταύτης την ωμότητα του όλου. Ένεκα του έρωτος αμφοτέρων των αδελφών προς τον νόθον του Γλόστερ υιόν, η Γονερίλη επιβουλεύεται τον σύζυγον, δηλητηριάζει δε την αδελφήν αυτής. Και ο φόνος δε της Κορδηλίας και ο θάνατος του γηραιού Ληρ είναι του Εδμόνδου επίσης έργα. Αι πολλαπλαί δ' αύται οικογενειακαί πλεκτάναι λαμβάνουσι διαστάσεις ευρυτέρας, ως εκ των πολιτικών διαπληκτισμών, μεθ' ων συνέχονται.

Εκατέρα των δύο απανθρώπων θυγατέρων διά στυγερών ενεργειών μηχανάται να συνενώση υφ' εαυτήν το διχοτομηθέν βασίλειον, ενώ επαπειλείται τούτο έξωθεν υπό της Γαλλίας. Αι δε μυστικαί συνεννοήσεις της Κορδηλίας μετά των Βρεττανών αρχόντων γίνονται αφορμή της τυφλώσεως του Γλόστερ και της ως εκ τούτου πάλιν σφαγής του δουκός της Κορνουάλλης. Πάσαι δε αύται αι ωμότητες και θηριωδίαι αποτελούσι το δράμα τούτο φρικωδέστερον απάντων των υπό του Σαικσπείρου γραφέντων. (Gervinus, εν τω προμνημονευθέντι συγγράμματι).

14. «Επί της βασιλίσσης Ελισάβετ οι καθολικοί εθεωρούντο, ουχί άνευ λόγου, ως εχθρικώς προς την κυβέρνησιν αυτής διακείμενοι. Ένθεν ελέγετο παροιμιωδώς: «Είναι τίμιος άνθρωπος και δεν τρώγει ψάρι». Ο έστι: «Είναι αγαθός πολίτης και διαμαρτυρόμενος το θρήσκευμα». (Αγγλική σημείωσις).

15. Σατυρίζει ενταύθα ο ποιητής την κατ' εκείνην την εποχήν επικρατούσαν εν Αγγλία κατάχρησιν των μονοπωλίων και την εν τη βασιλική ακολουθία διαφθοράν καθότι πολλοί των αυλικών συνηταιρίζοντο μετά των αποκτώντων προνόμια μονοπωλίων.

16. «Οι γελωτοποιοί, τους οποίους συνήθως εισάγει επί της σκηνής ο Σαικσπείρος, είναι βεβαίως πιστά απεικονίσματα των εξ επαγγέλματος συγχρόνων αυτού γελωτοποιών, οίτινες ήσαν αναντιρρήτως άνδρες πλήρεις ζωηρότητος και ευφυίας. Καίτοι δυνάμενοι τα πάντα ελευθέρως να λέγωσιν, ώφειλον όμως φυσικώ τω λόγω να προσέχωσιν, όπως μη προσκρούσωσιν, όπου ήτο κίνδυνος να παροργίσωσι τους κυρίους αυτών, και να υποκρύπτωσιν υπό αστεϊσμούς την ελευθεροστομίαν. Προς τούτο ανεμίγνυον πιθανώς εις τους λόγους αυτών ρητά ή στίχους εξ ασμάτων γνωστών, όπως κολάσωσιν ή καλύψωσι την δριμύτητα των απαντήσεων αυτών. Ούτω δ' εξηγείται η φαινόμενη συχνάκις ασυναρτησία εις τας εκφράσεις των γελωτοποιών του Σαικσπείρου. (Sir J. Reynolds).

17. Ο Ληρ ενθυμείται ίσως ενταύθα την απειλήν της Γονερίλης, «ό,τι ως χάριν σου ζητεί 'μπορεί και να το πάρη».

18. Παραλείπω ενταύθα δύο στίχους υπό του γελωτοποιού λεγομένους. Απελογήθην εις προηγουμένας σημειώσεις διά τας τοιαύτας αποσιωπήσεις.

19. Ο Σαικσπείρος ελησμόνησεν, ότι τα του δράματος συμβαίνουσιν εις χρόνους ειδωλολατρείας, ότε δεν υπήρχον βαπτιστικοί. Αλλ' αι τοιαύται ανακολουθίαι δεν είναι ασυνήθεις παρ' αυτώ.

20. Παραλείπω ενταύθα φράσεις τινάς, των οποίων οι υπαινιγμοί μένουσι και εν τω Αγγλικώ κειμένω ανεξήγητοι. Ως προς τας υβριστικάς δε λέξεις ομολογώ και ενταύθα, ότι ατελώς ηδυνήθην, και εν μέρει μόνον, να εξελληνίσω το πλούσιον του Κεντ λεκτικόν.

21.Τοιαύτη, λέγει Άγγλος σχολιαστής, ήτο η κοινή περί αλκυόνων δοξασία, ότι δηλαδή κατά την πνοήν του ανέμου ρυθμίζουσι την πτήσιν αυτών.

22. Και ενταύθα και αλλαχού την λέξιν stocks μετέφρασα διά του _φάλαγγας_· αλλ' ο φάλαγγας δεν είναι ακριβώς το αντίστοιχον του Αγγλικού stocks. Τούτο μεν ήτο μηχανή ξυλίνη έχουσα οπάς, εντός των οποίων εκλείοντο οι πόδες ή αι χείρες τε και οι πόδες του καταδίκου. Ο δε φάλαγγας είναι δοκός, επί των δύο της οποίας άκρων εδένετο σχοινίον, δι' ου περιεκλείοντο οι πόδες του εις ραβδισμόν υποβαλλομένου· ώστε δεν εχρησίμευε συνήθως ως ποδοκάκη, απλώς σφίγγουσα τους πόδας (καθώς το αγγλικόν Stocks), αλλ' ως μηχανή κρατούσα τους πόδας προς ραβδισμόν. Επροτίμησα όμως πάσης άλλης την λέξιν ταύτην, ως συνηθεστέραν εις τας ακοάς ημών, ο δε αναγνώστης ας παραδεχθή τον φάλαγγα ενταύθα ως βασανιστήριον απλούν άνευ του επεισοδίου του ραβδισμού.

23. Αναφέρεται τούτο εις παροιμίαν, περισωθείσαν εις τας αγγλικάς συλλογάς και σημαίνουσαν, ότι από του καλού μεταβαίνει τις εις το κακόν.

24. Θαύμα λέγει, ότι περιήλθεν εις χείρας αυτού η επιστολή της Κορδηλίας, μαθούσης τα της κεκρυμμένης, της σκοτεινής αυτού ζωής (of my obscured course).

25. Βedlam beggars. To φρενοκομείον Bedlam (κατά παραφθοράν από Bethlem), το ονομαστότερον των εν Αγγλία, ήτο επί Σαικσπείρου στενόχωρον και ανεπαρκές τους πόρους ως προς τον αριθμόν των εις αυτό προσερχομένων ασθενών. Οι ανίατοι και αβλαβείς εξ αυτών απεπέμποντο λοιπόν εκ του φρενοκομείου, περιεφέροντο δε τήδε κακείσε δίκην επαιτών αλλόκοτα φέροντες ενδύματα και άδοντες, όπως ελκύσωσι την συμπάθειαν των φιλελεημόνων. Έφερον δε επί μεν του αριστερού βραχίονος κρίκον σιδηρούν, ως σημείον της προελεύσεώς των, από δε του τραχήλου εκρέματο κέρας βοός, βούκινον, επέχον τόπον φιάλης. Οι τοιούτοι παράφρονες επαίται επωνομάζοντο κοινώς poor Tom, το δε όνομα τούτο φέρει εν τω δράματι ο Έδγαρ, ενόσω κρύπτεται υπό τοιούτον σχήμα. Αλλά το όνομα τούτο «ο πτωχός Θωμάς», δεν ήθελε μεταβιβάσει εις ελληνικά ώτα την του αγγλικού έννοιαν.

26. Παίζει ενταύθα ο γελωτοποιός με τας λέξεις dollars και dolours. Καθ' όσον αφορά την δυσκολίαν της μεταφράσεως των αγγλικών λογοπαιγνίων, ίδε και εν «Ρωμαίω και Ιουλιέτα» σημείωσιν 20.

27. Ο, how this mother swells up toward my heart. Hysterica patio, ac. Περί της σημασίας της λέξεως mother και του λατινικού όρου, δι' ου ο Ληρ επεξηγεί αυτήν, και περί των επί Σαικσπείρου ιατρικών περί υστερισμού δοξασιών παραπέμπω εις τους Άγγλους σχολιαστάς τον αναγνώστην, μη ανευρίσκοντα ταύτα πάντα εν τω στίχω, δι ου απεπειράθην το αίσθημα μόνον του Ληρ να εκφράσω.

28. Η έννοια του γελωτοποιού είναι, ότι συγγενεύουσιν η ανόητος αγαθότης και η ανόητος κακία.

29. «Ιn his little world of man». Η έκφρασις αύτη υπαινίττεται την δοξασίαν, καθ' ην ο άνθρωπος είναι μικρόκοσμος συγκείμενος εκ στοιχείων παρεμφερών τω έξω κόσμω.

30. Ιδού η υπό του Άγγλου C. J. Vaughan εξελλήνισις του χωρίου τούτου, η τυχούσα το βραβείον Porson κατά τον εν έτει 1837 διαγωνισμόν εν τω πανεπιστημίω της Κανταβριγίας.

Ουκ εία, πνεύματ', αγρίου φυσήματος φείδεσδε μηδέν, μη ου διαρρήξαι γνάθους: στρόμβοι, ζάλαι τε, δυσχίμω πλημμυρίδι αυτοίσι ναούς αετοίς ποντίζετε· έτ' αιθαλούσσαι φροντίδος ξυμπράκτορες πρόδρομοι κεραυνών λαμπάδες δρυηκόπων, πολιόν τόδ' αμόν κράτα πρήθοιτ' αν' συ δε, βροντή τινάκτειρ' ευκύκλου σφυρηλάτει παχύν πόλον γης, και φύσεως τυπώματα διαρταμήσασ' έκχεον βλαστήματα όσ' εξέφυσ' άπιστον ανθρώπων γένος· μεστή γενού βρέμουσ' επίρρηξον δε πυρ, κάχλαζε δ' όμβρε· πυρ γαρ ούτε πνεύματα ουκ όμβρον ου βροντήματ' εκφύσας έχω. υμών κατέγνων ούποτ', ουκ, απιστίαν· τυραννίδι ούποτ' εισεχειρίσ'· ου τέκνοις υμάς ίσ' αντηύδων ποτ' ουδέ τούμπαλιν υπουργίαν εμοί τιν' αντοφείλετε. Προς ταύτ' επισκήπτοντες εμπλήσθητέ μοι τα δεινά· δούλοι δ' ενθάδ' υμίν έσταμεν, γέρων άναρθρος, άμορος, ητιμασμένος· καίτοι κικλήσκω δουλίους υπηρέτας, οι ξυν κακούργω παρθένων ξυνωρίδι ξυναρμόσαντες υψηγεννήτους μάχας του τηλικούδε κράτα λευκανθές τόδε υβρίζετ' αισχρώς· πώς γαρ ουκ αισχρόν τόδ' ην:

(Ίδε Greek and Latin Prize poems of the University of Cambridge from 1814 to 1837).

31. Ο Σαικσπείρος δεν ελησμόνησεν ενταύθα ότι ο Μερλίνος, κατά τον Geoffroy of Monmouth, παρ' ου ηρύσθη, ως είρηται, και της τραγωδίας ταύτης την υπόθεσιν, ανήκει εις εποχήν μεταγενεστέραν της του Ληρ, εις την βασιλείαν δηλονότι του βασιλέως Αρθούρου. Ο μάγος Μερλίνος ελέγετο υιός πατρός δαίμονος και μητρός θνητής. Συνώδευε δε τον βασιλέα Αρθούρον εις τας ιπποτικάς περιπλανήσεις του και διά των γοητειών αυτού τον εβοήθει, όπως εξέρχηται νικητής εκ των ποικίλων αγώνων του.

32. Ούτω περίπου και ο Μπεμβόλιος παρηγορεί τον Ρωμαίον (ίδε σελ. 17, έκδ. Γ', 1896). Ούτω δε και ο ποιητής του Ακρίτα (στ. 243),

«Πόνος γάρ ο σφοδρότερος αμαυροί τον ελάσσω

33. Υποτίθεται, κατ' Άγγλον σχολιαστήν, ότι διά της εκφωνήσεως ταύτης ο Έδγαρ εννοεί, ότι τα ύδατα εκάλυψαν την γην εις τοσούτον βάθος· αλλ' ίσως η _μια' μιση οργυιά_ είναι το ανάστημα του δαιμονίου, το οποίον δήθεν διώκει αυτόν.

34. Διά να βάλωσιν αυτόν εις πειρασμόν ν' αυτοχειριασθή.

35. Εμυθολογείτο ότι οι πελεκάνες έτρεφον τα νεογνά αυτών διά του ιδίου αίματος· συνήθως δε ο πελεκάν φέρεται ως παράδειγμα πατρικής ή μητρικής στοργής, ενώ ενταύθα ο ποιητής φέρει τα νεογνά αυτού ως παράδειγμα παιδικής αστοργίας.

36. Ο Έδγαρ εν τω κειμένω λέγει. Pillicock sat on Pillicock hill.

Κατά δε τους σχολιαστάς, τω ήλθον εις την μνήμην οι στίχοι ούτοι ως εκ της λέξεως pelican (πελεκάν), την οποίαν ο Ληρ επρόφερεν. Επροσπάθησα ν' αναπληρώσω αυτούς δι' αντιστοιχούσης τινός ασυναρτησίας, ήτις είναι αναγκαία, όπως δικαιώση την επομένην του γελωτοποιού παρατήρησιν.

37. Sessa, εκ του ισπανικού cessa=ησύχασε.

38. Βλέπει μακρόθεν τον Γλόστερ ερχόμενον και κρατούντα δάδα.

39. Παραλείπω ενταύθα στίχους τινάς υπό του Έδγαρ λεγομένους και εις αρχαίας αγγλικάς προλήψεις αναγομένους.

40. Ταύτα και διάφορα άλλα επίθετα (ανεπίδεκτα μεταφράσεως το επ' εμοί), αποδιδόμενα υπό του Έδγαρ εις τον _βασιλέα του Σκότους_, ανευρίσκονται εις σύγγραμμα εκδοθέν τω 1603 μ. Χ. και επιγραφόμενον Declaration of Popish Impostures. Επειδή δε εκ του βιβλίου τούτου ηρύσθη, ως εικάζεται, τα επίθετα ταύτα ο Σαικσπείρος, εξάγεται ότι δεν έγραψε την τραγωδίαν «ο Βασιλεύς Ληρ» προ του 1603 έτους.

41. Υποτίθεται ότι ο Ληρ βλέπει ασκαρδαμυκτί το θρανίον, το οποίον εν τη παραφροσύνη αυτού εκλαμβάνει αντί της Γονερίλης· ο δε Έδγαρ αποτεινόμενος προς το ίνδαλμα λέγει: Βλέπε τον και συ ασκαρδαμυκτί, ως δύο παιδία, ότε αμιλλώνται παίζοντα τοιουτοτρόπως, ποίον θ' αναγκάση το άλλο να πρωτογελάση.

42. Αναγκάζομαι και ενταύθα να παραλείψω οκτώ στίχους, περιέχοντας ονοματολόγιον παντοειδών κυνών.

43. Παρεδέχθην τον σχηματισμόν τούτον, Δούβρον, ως τον συνηθέστερον εις ώτα ελληνικά. Κατά το γεωγραφικόν του Smith λεξικόν, τα λατινικόν του Dover όνομα είναι Dubris. Ο ημέτερος Νίκανδρος Νούκιος ονομάζει αυτό, αλλ' αγνοώ επί τίνι λόγω, Δόλβην.

44. «Ο Σαικσπείρος, κηδόμενος της τιμής της ανθρωπότητος, ενθυμίζει εις τους θεατάς του οράματος αυτού, ότι έχουσιν ενώπιον αυτών εποχής αγρίας και βαρβάρου την απεικόνισιν. Παριστά δε και ως ειδωλολάτρας τους αρχαίους εκείνους Βρεττανούς, καί τοι (είτε εξ αμαθείας είτε εξ απροσεξίας) μη συναρμολογήσας τα πάντα καθ' ομοίωσιν των της εποχής εκείνης. Αλλ' υπό τοιαύτην έποψιν οφείλομεν και ημείς να βλέπωμεν την περί τα ήθη και τας εκφράσεις ωμότητα των του δράματος προσώπων, οίον τον άσεμνον τρόπον, δι' ου ο Γλόστερ λέγει προς τον Κεντ ότι είναι πατήρ του Εδμόνδου, τους διαπληκτισμούς του Κεντ μετά του Οσβάλδου, ιδίως δε την απανθρωπίαν, μεθ' ης ο δουξ της Κορνουάλλης εκδικείται τον Γλόστερ». (Schlegel).

Και ο Γερβίνος δε κατακρίνει ως εξής την σκηνήν ταύτην· «Δεν δυνάμεθα να δικαιολογήσωμεν την επί της σκηνής εκτύφλωσιν τους Γλόστερ, μολονότι φροντίζει ο Σαικσπείρος να ικανοποιήση την αγανάκτησιν του θεατού τιμωρών τον ένοχον διά χειρός ποταπού και αγνώστου δούλου. Η πλοκή του οράματος απήτει την τύφλωσιν του Γλόστερ· αλλ' ηδύνατο αύτη να γίνη όπισθεν της σκηνής, ουχί ενώπιον των θεατών».... Και ο Coleridge αυτός, ο σταθερός του Σαικσπείρου υπέρμαχος, εθεώρει εις το plus ultra της δραματικής τόλμης την επί της σκηνής εκτύφλωσιν του Γλόστερ, διά της οποίας το τραγικόν στοιχείον ωθείται μέχρι των ακροτάτων αυτού ορίων.

45. Παραλείπονται και ενταύθα τα επίθετα των δαιμονίων. Ίδε περί τούτου την υπ' αριθμόν 40 σημείωσιν.

46. Ούτω και εν Ερωτοκρίτω:

Εκεί πού καταβαίνουσιν ήταν ηλίου ακτίνα· μαργαριτάρια φαίνονται όλα τα δάκρυα 'κείνα.

47. Το πρόσωπον της Κορδηλίας είναι εκ των θελκτικών εκείνων πλασμάτων, άτινα ο Σαικσπείρος διά τινων μόνον γραμμών σκιαγραφεί. Η Κορδηλία είναι φύσει περιεσταλμένη, λέγει ολίγα, αλλ' αισθάνεται βαθέως. Ο αληθής αυτής χαρακτήρ μαρτυρείται υπό μιας λέξεως, μιας χειρονομίας ή της εκφράσεως της φυσιογνωμίας, προ πάντων δε υπό των πράξεων και απάσης της διαγωγής αυτής. Ότε ο βασιλεύς της Γαλλίας την λαμβάνει σύζυγον, «δεν επιδεικνύει, λέγει περί αυτής, τα αισθήματά της, αισθάνεται, αλλά σιωπά, και διά τούτο την θέλω σύζυγον». Ο δε Ληρ, ότε φέρει αυτήν νεκράν εις τας αγκάλας του, ενθυμείται ότι η φωνή της ήτο πάντοτε γλυκεία και ήσυχος. Η Κορδηλία έχει, όπως και η Δυσδαιμόνα, μαρτυρικής, ούτως ειπείν, φύσεως την ιδιοσυγκρασίαν· αμφότεραι συναισθάνονται την ανάγκην του να θυσιασθώσι χάριν εκείνων, τους οποίους αγαπώσιν. Η μεν σύζυγος του Οθέλλου αγαπά τον σύζυγον και ενώ τοσούτον αδίκως και βαρβάρως τη φέρεται· προσκολλάται δε τοσούτω μάλλον εις τον Οθέλλον, καθόσον εννοεί ότι μυστική τις λύπη τον κατασπαράσσει. Η δε Κορδηλία αγαπά τον πατέρα, όστις την εξώρισε και την κατηράσθη, τον αγαπά ως αν είχε προικίσει και περιθάλψει αυτήν. Εκστρατεύει χάριν αυτού, τον περιποιείται, τον παρηγορεί, αιχμαλωτίζεται μετ' εκείνου και αποθνήσκει εις το άνθος της νεότητος μη θελήσασα να παραιτήση αυτόν μόνον εν μέσω των εχθρών. (Εκ των του Μezières).

48. Εν τω κειμένω απαριθμούνται έν προς έν τα άνθη και τα φυτά, δι' ων στέφεται ο παράφρων Ληρ. Εισί δε ταύτα, αγριόκαπνος ή καπνόχορτον, κουφόβρωμη, κώνειον, σίναπι, κνίδη, ηράνθεμον και αίρα ή ήρα.

49. Η Ρεγάνη γνωρίζει ήδη, ότι ο Οσβάλδος είναι κομιστής επιστολής της Γονερίλης προς τον Εδμόνδον.

50. Είς τινας επαρχίας της Αγγλίας τα εις τους αγρούς φόβητρα προς αποδίωξιν των πτηνών έχουσιν εισέτι το σχήμα τοξότου, κρατούντος εις χείρας τεταμένον το τόξον (αγγλ. σημ.)

51. Ο Ληρ λαμβάνει ύφος ιεροκήρυκος διά να είπη προς τον Γλόστερ την _διδαχήν_ αυτού, ως τω λέγει. Αποκαλύπτεται λοιπόν και κρατεί τον πίλον εις τας χείρας κατά την τότε συνήθειαν των διδασκόντων απ' άμβωνος. Αλλά βλέπων τον πίλον συλλαμβάνει την ιδέαν του στρατηγήματος και μεταβαίνει διά μιας από της πρώτης των σκέψεων αυτού σειράς εις νέαν ιδεών σειράν, ως αληθής παράφρων.

52. «Οι σχολιασταί του δράματος τούτου, αναλύοντες το πρόσωπον του Ληρ, έδωσαν εις την βαθμιαίαν αυτού αλλοίωσιν εξηγήσεις, αίτινες ταπεινούσι μεν τον χαρακτήρα του Ληρ, ερείδονται δ' επί εσφαλμένων περί φρενοβλαβείας ιδεών. Ο Ληρ περιγράφεται συνήθως ως γέρων έχων σώας έτι τας φρένας και ακεραίαν την συναίσθησιν των πράξεων αυτού, ότε αποφασίζει την διανομήν του βασιλείου. Όθεν έπεται, ότι ο Ληρ ήτο κουφός τις και ανόητος γέρων, απολείπεται δε να ορισθή πότε, εν τω δράματι, άρχεται η εξασθένησις των διανοητικών αυτού δυνάμεων. Το δε συμπέρασμα τούτων πάντων εξ ανάγκης είναι, ότι αι πρώται του δράματος πράξεις είναι όλως απίθανοι. Είναι δε αναντιρρήτως απίθανοι, εάν εκτυλίσσωνται εν αυταίς αι πράξεις υγιούς τω όντι ανθρώπου. Αλλ' ουδέν υφίσταται το απίθανον, εάν παραδεχθώμεν ότι η ασθένεια είχεν ήδη αρχίσει να επικαλύπτη την διάνοιαν του βασιλέως απ' αυτής της αρχής του δράματος και ότι το σύνολον της πλοκής αυτού βασίζεται επί ακριβούς της ανθρωπίνης φύσεως μελέτης. Κατά την κοινήν περί Ληρ θεωρίαν, ούτος είναι κατ' αρχάς υγιής μεν τας φρένας, αλλά κούφος εις το έπακρον, κενόδοξος και άκριτος· υπό την επήρειαν δε της παραφροσύνης ο ασθενής ούτος και άνους γέρων μεταβάλλεται μετέπειτα και αναδεικνύει πάθος τιτανικής αγριότητος και ευκρινή της καρδίας διάγνωσιν και ευρείαν των του βίου πείραν και ανελίσσει διά καταπληκτικής ευγλωττίας και δι' εμπνευσμένης οιονεί φωνής το ύψος και το βάθος της ανθρωπίνης φύσεως. Αλλά φαίνεται βεβαίως απίθανον και μένει ανεξήγητον, πώς ταύτα πάντα να προαχθώσιν εκ της αγόνου διανοίας ανοήτου γέροντος υπό μόνον το κέντρον της παραφροσύνης... Αι μέχρις εσχάτων επικρατούσαι εσφαλμέναι περί φρενοβλαβείας θεωρίαι εξηγούσι την επιμονήν των μη θελόντων να διίδωσι τα συμπτώματα της προϊούσης εξασθενήσεως της διανοίας αυτού, και πριν έτι επέλθη η έκρηξις της παραφροσύνης. Αι τοιαύται θεωρίαι έχουσιν εισέτι ισχύν εν τοις δικαστηρίοις, ένθα η φρενοβλάβεια θεωρείται ως ασθένεια των διανοητικών μόνον δυνάμεων, ουχί δε και των ψυχικών του ανθρώπου αισθημάτων. Ο Ulrici και έτεροι κριτικοί διατείνονται, ότι η ευφυής του γελωτοποιού πολυλογία και αι υπερβολικαί του Έδγαρ ανοησίαι εξασκούσιν επιβλαβή επί της διανοίας του Ληρ επιρροήν. Η δε γνώμη αύτη, καίτοι αντικειμένη εις του δράματος αυτού την διεξαγωγήν, φαίνεται κατά πρώτην έποψιν πιθανή εις τους αγνοούντας των φρενοβλαβών τα ιδιώματα. Ο Ληρ μένει ήσυχος και σχετικώς σιωπηλός, ενόσω έχει παρ' αυτώ τον Έδγαρ· ότε δε ούτος μεν γίνεται του τυφλού πατρός ο οδηγός, ο δε γελωτοποιός απέρχεται, τότε εκρήγνυται η βία και η περί τας ιδέας ασυναρτησία του γέροντος βασιλέως. Ο Ulrici ηγνόει ίσως, ότι η μετά ομοιοπαθών συμβίωσις είναι έν των δραστηριωτέρων μέσων προς καθησύχασιν φρενοβλαβούς τίνος. Αλλ' ο Σαικσπείρος εγνώριζε τούτο, ως φαίνεται, είτε εξ ιδίας αντιλήψεως και παρατηρήσεως είτε και εξ εμπνεύσεως ίσως. Η δε προσποιητή του Έδγαρ παραφροσύνη διαφέρει της αληθούς του Ληρ ασθενείας. Προσπαθεί εκείνος να λέγη ανοησίας· αλλ' η προσπάθειά του αυτή προδίδει την προσποίησιν. Τούτο δε είναι ανεξαιρέτως σχεδόν το λάθος των προσποιουμένων τον παράφρονα. Εξαπατώνται μεν και ο Γλόστερ και ο Ληρ και οι λοιποί πάντες εν τω δράματι, αλλά δεν ηδύνατο να εξαπατήση επίσης ο Έδγαρ και ιατρόν, έχοντα των τοιούτων νοσημάτων την πείραν». (Bucknill). Ίδε και εν τω της 1ης Απριλίου τεύχει της Revue des deux mondes την πραγματείαν του κυρίου Μ. Ε. Onimus, la psychologie medicale dans les drames de Shakspeare.

53. Οφείλω ίσως v' ανακαλέσω εις την μνήμην του Έλληνος αναγνώστου, ότι οι νόμοι του φεουδαλισμού υπεχρέουν τον κατηγορούμενον ιππότην εις την διά μονομαχίας διεκδίκησιν της αθωότητας αυτού, εις ωρισμένας δε περιστάσεις ανετίθετο εις υπέρμαχον ή πρόμαχον η τοιαύτη διά των όπλων απόδειξις του δικαίου.

54. Η τάξις παρείχεν εις τον Εδμόνδον το δικαίωμα να μάθη του αντιπάλου αυτού το όνομα και το γένος, καθόσον ο εξ ευγενών δεν κατεδέχετο, ουδέ ήτο υπόχρεως, ν' αντιπαραταχθή εις αγώνα κατά αγενούς.

55. «Και διατί αποθνήσκει η Κορδηλία; Ο Σαικσπείρος δεν φονεύει άνευ λόγου. Δεν ηδύνατο άραγε να επιζήση η Κορδηλία; Αλλ' αύτη αποβιβάζεται εις Αγγλίαν επί κεφαλής γαλλικού στρατού, το δ' εθνικόν φρόνημα (αείποτε ισχυρόν, αλλ' εις άκρον εξημμένον επί της βασιλίσσης Ελισάβετ), δεν ηνείχετο την επιτυχίαν τοιαύτης εχθρικής εισβολής. Διά τούτο ο Δουξ της Αλβανίας, (ενώ κλίνει άλλως προς τον Ληρ, και δεν ήθελεν αντισταθή προς τους διεκδικητάς αυτού, αν το τοιούτον δεν αντέκειτο εις του πατριτιωσμού αυτού τας υπαγορεύσεις), σύρει το ξίφος κατά των ξένων, των βεβηλούντων το ελεύθερον χώμα της πατρώας αυτού γης. (J. W. Hales εν τω προμνημονευθέντι περιοδικώ Fortnightly Review).

56. Ο Δουξ της Αλβανίας βλέπει τον Ληρ, προσπαθούντα να επαναφέρη εις την ζωήν την νεκράν αυτού θυγατέρα, αναλογιζόμενος δε το βάθος της συμφοράς αυτού τω εύχεται ν' αποθάνη.

57. Ενταύθα μόνον πληροφορούμεθα, ότι υπό το όνομα τούτο ήτο γνωστός ο Κεντ, ενόσω εκρύπτετο υπό δούλου μορφήν.

58. Τινές των σχολιαστών εξηγούσιν άλλως τας λέξεις τοιαύτας του Ληρ, «and my poor fool is hanged», αποδίδοντες το fool, ως θεραπευτικήν έκφρασιν, εις την Κορδηλίαν. Αλλ' ούτε εναντίον της ανθρωπίνης φύσεως μοι φαίνεται το να ενθυμηθή τον προσφιλή γελωτοποιόν ο Ληρ εν μέσω της δυστυχίας αυτού ούτε εναντίον της δραματικής τέχνης το να μην αφήση ο ποιητής τους θεατάς εν πλήρει αγνοία περί της τύχης του πτωχού τρελλού.

59. Η αίτησις αύτη του Ληρ εξηγείται υπό της ψυχικής αυτού καταστάσεως. Η πίεσις της λύπης και η αγωνία του προσεγγίζοντος θανάτου δυσκολεύουσι την αναπνοήν του και τω φέρουσι στενοχωρίαν και αισθάνεται ότι τον πνίγουσι τα φορέματα αυτού.

