# Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

## Part 4

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32305/index.md

ΛΗΡ Δεν θέλουν λέγει να με ιδούν; 'ταξείδευαν την νύκτα; 'κουράσθηκαν; είν' άρρωστοι; — αυτά προφάσεις είναι, σημεία ότι μ' αμελούν κ' εσήκωσαν κεφάλι. Φέρε μ' απόκρισιν σωστήν.

ΓΛΟΣΤ. Αγαπητέ αυθέντα, συ του δουκός το φυσικόν το 'ξεύρεις, πώς ανάπτει, και πόσον είναι σταθερός εις την απόφασίν του...

ΛΗΡ Εκδίκησις! Καταστροφή! Θανατικόν να πέση Ανάπτει, λέγει! _Φυσικόν!_ Ακούεις, Γλόστερ — Γλόστερ. τον δούκα θέλω να ιδώ, ευθύς, και την Ρεγάνην!

ΓΛΟΣΤ. Του το επληροφόρησα, αυθέντα μου καλέ μου.

ΛΗΡ Τους το επληροφόρησες! Δεν εννοείς τι λέγω ω άνθρωπε!

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα μου!

ΛΗΡ Ο βασιλέας θέλει της Κορνουάλλης να ιδή τον δούκα! Ο πατέρας ο ακριβός, την κόρην του να ομιλήση θέλει! Τους το επληροφόρησες αυτό; — Μα την ζωήν μου! _Ανάπτει_, λέγει! Να ειπής τον δούκα, που _ανάπτει_... Αλλ ’ όχι. Όχι· άφησε. Ίσως καλά δεν είναι, Όταν κανένας ασθενής παραμελεί τα χρέη που όταν είναι υγιής να λησμονή δεν πρέπει· και όλοι μας αλλάζομεν, όταν βιάζη η φύσις και την ψυχήν μας να πονή μαζί με το κορμί μας. Πρέπει κ' εγώ υπομονήν να έχω, και λυπούμαι, πώς να με πάρη ο θυμός, και πώς να λογαριάσω την φυσικήν παραξενιάν ενός αρρωστημένου, ωσάν να ήτον υγιής...

(Παρατηρών τον Κεντ).

Ο θάνατος να πάρη.... Τι μου τον έβαλαν εκεί; Αυτό με πείθει ότι μου κρύπτονται εξεπίτηδες κ' εκείνη και ο δούκας! — Τον άνθρωπόν μου δότε μου! — Πήγαιν' ευθύς 'ς τον δούκα κ' εις την γυναίκα του, κ' ειπέ έξω εδώ να έλθουν να τους ιδώ. Τώρα ευθύς να έλθουν να μ' ακούσουν! Ειδέ, πηγαίνω και βροντώ 'ς την θύραν 'πού κοιμούνται, ως 'που να γίνη θάνατος ο ύπνος και των δύο!

ΓΛΟΣΤ. Ω! Ας μου ήτο δυνατόν να σας συμφιλιώσω!

ΛΗΡ Τι μου φουσκώνει την καρδιάν; Κάτω, καρδιά μου, κάτω!

ΓΕΛΩΤ. Κράξε της καρδιάς σου, παππού, καθώς έκραζε η μαγείρισσα, όταν έβαζε τα χέλια ζωντανά μέσα εις την πίττα. Εκτυπούσε τα κεφάλια των με τον κόπανο και έκραζε « Κάτω, σιχαμένα, κάτω!» Ο αδελφός της ήτον, οπού από αγάπην διά το άλογό του, εβουτύρωνε το άχυρον. (28)

(Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται).

ΛΗΡ Καλή σας 'μέρα και τους δυο.

ΚΟΡΝ. Σε προσκυνώ, αυθέντα.

(Ελευθερούται ο ΚΕΝΤ).

ΡΕΓ. Μετά χαράς, αυθέντα μου, σε βλέπω.

ΛΗΡ Το πιστεύω. Έχω, Ρεγάνη, αρκετούς να το πιστεύω λόγους. Εάν εσύ μετά χαράς δεν μ’ έβλεπες κοντά σου, εχώριζα την μάννα σου, κι’ ας είν' αποθαμένη, και θάλεγα πως έθαψα μιαν άτιμην γυναίκα! —

(Προς τον Κεντ).

Α! Είσ' ελεύθερος εσύ; Ας είναι! Άλλην ώραν το εξετάζομεν αυτό. — Αγαπητή Ρεγάνη, η αδελφή σου η κακιά... Μέσα εδώ, Ρεγάνη, εχώθηκ' η κακία της και με κατασπαράζει 'σάν γύπας! Ούτε ημπορώ κ' ούτε θα το πιστεύσης αν σου ειπώ πόσον αισχρά μ' εφέρθηκε, Ρεγάνη!

ΡΕΓ. Υπομονή, αυθέντα μου. Αλλά φοβούμαι μάλλον ότι εσύ την αδικείς και την παραγνωρίζεις, παρ ’ ότι έλειψέ ποτε 'ς τα χρέη της εκείνη.

ΛΗΡ Τι πράγμα; Πώς το εξηγείς;

ΡΕΓ. Εγώ δεν το πιστεύω ότι αμέλησέ ποτε τα χρέη της εκείνη. Εάν τους ακολούθους σου θέλη να βάλη εις τάξιν, έχει νομίζω αφορμήν και λόγους έχει τόσους, ώστε κανείς δεν ημπορεί να την κατηγορήση.

ΛΗΡ Να έχη την κατάραν μου!

ΡΕΓ. Αυθέντα, είσαι γέρος· η φύσις πλέον σ' έφερε 'ς του δρόμου της την άκρην. Είναι καιρός να σ' οδηγούν και να σε κυβερνήσουν εκείνοι, οπού το σωστόν καλλίτερά σου 'ξεύρουν. ’Σ της αδελφής μου γύρισε, παρακαλώ, κ’ ειπέ της ότ' είχες άδικον.

ΛΗΡ Εγώ, συγγνώμην να ζητήσω! Ιδέ, αυτό που μου ζητείς, ιδέ πώς μας αρμόζει:

(Γονατίζει).

« Ω κόρη μου, θα της ειπώ, αλήθεια είμαι γέρος, » κ’ είναι οι γέροι περιττοί. Εμπρός σου γονατίζω· » ελέησέ με· φαγητόν, ρούχα, κρεββάτι δος μου».

ΡΕΓ. Φθάνουν οι άνοστοι αύτοι αστεϊσμοί, αυθέντα. 'Στης αδελφής μου πήγαινε.

ΛΗΡ (εγειρόμενος). Ποτέ, ποτέ, Ρεγάνη! Τους εκατόν ιππότας μου τους έκαμε πενήντα, αν σου ειπώ πόσον αισχρά μου εφέρθηκεν! μ’ έρριξε άγριαις ματιαίς, μου έχυσε φαρμάκι 'σάν φίδι με την γλώσσαν της 'ς τα φύλλα της καρδιάς μου, Όσαις κι' αν έχη ο Θεός παιδείαις και κατάραις, 'ς τ' αχάριστο κεφάλι της όλαις μαζί να πέσουν! Αέρα, φύσα επάνω της μιάσματα γεμάτος και κτύπησέ την, να πιασθούν τα νέα κόκκαλά της!

ΚΟΡΝ. Ω! σώπα, σώπα!

ΛΗΡ Αστραπή, ρίξε φωτιάν και φλόγα 'ς τα ξεπαρμένα 'μάτια της και τύφλωσε το φως της! Ω Ήλιε, ρούφα τους ατμούς, οπού γεννά ο βάλτος, και χύσε το φαρμάκι των 'ς τα κάλλη της επάνω, που να της έλθη μαρασμός μέσ' 'ς το καμάρωμά της!

ΡΕΓ. Να μη σ' ακούσουν οι θεοί! Την ίδιαν την κατάραν εάν σε πάρη ο θυμός, θα δώσης κ' εις εμένα.

ΛΗΡ Όχι· κατάραν μου εσύ, Ρεγάνη, δεν θα λάβης. Εσένα η ευαίσθητη καρδιά σου δεν σ' αφίνει να πέσης 'ς την σκληρότητα. Τα 'μάτια της εκείνης είν' άγρια· παρηγορούν, δεν καίουν τα 'δικά σου. Εσύ δεν έχεις την καρδιάν κάθ' ευχαρίστησίν μου να την φιλαργυρεύεσαι· να μου περιορίσης την συνοδείαν ή ποτέ να μου αυθαδιάσης· ή να μου κόψης την τροφήν, και ύστερον απ' όλα να κλείσης και την θύραν σου μη τύχη κ’ έμβω μέσα! Συ εννοείς πολύ καλά τα φυσικά σου χρέη, δεν λησμονείς τι απαιτεί και η φιλοστοργία, τι θέλει κ' η ευγένεια και η ευγνωμοσύνη. Και το μισό βασίλειον, οπού επήρες προίκα δεν το ξεχνάς.

ΡΕΓ. Παρακαλώ, εις την ουσίαν έλα.

ΛΗΡ Ποιος έβαλε 'ς τον φάλαγγα τον άνθρωπον αυτόν μου;

(Σάλπιγγες έσωθεν).

ΚΟΡΝ. Τι είναι τα σαλπίσματα;

ΡΕΓ. Θα είν' η αδελφή μου. Μου έγραψε ότι εδώ να έλθη δεν θ' αργήση.

(Εισέρχεται ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ).

ΡΕΓ. Ήλθ' η κυρία σου;

ΛΗΡ Αυτός ένας αχρείος είναι, που ’γέμισε αυθάδειαν κ' επάνω του το 'πήρε, αφ' ότου η κυρία του του έδωκεν αέρα. Να μη σε βλέπω, σκύβαλον!

ΚΟΡΝ. Τι είν' αυτά, αυθέντα;

ΛΗΡ. Ποίος τον έβαλε αυτόν 'ς τον φάλαγγα; — Ρεγάνη, εσύ δεν το εγνώριζες, ελπίζω... — Ποίος ήλθε;

(Εισέρχεται η ΓΟΝΕΡΙΛΗ).

Ω Ουρανέ, αν αγαπάς τους γέρους, — αν το θέλης να έχουν σέβας τα παιδιά, γέρος και συ αν είσαι, Βοήθησέ με Ουρανέ, και ρίξε την φωτιά σου!

(Προς την Γονερίλην).

Ειπέ μου, δεν εντρέπεσαι τα γένειά μου να βλέπης;... Τι έκαμες! Το χέρι σου της έδωκες, Ρεγάνη!

ΓΟΝΕΡ. Μη έπταισα εις τίποτε διά να μη το δώση; Το ξαναμώραμα συχνά κ' η ασυλλογισία φαντάζονται πταισίματα εκεί όπου δεν είναι.

ΛΗΡ Γερά που είσθε, στήθη μου! Αντέχετε ακόμη;... Πώς έγινε 'ς τον φάλαγγα να είν' ο άνθρωπός μου;

ΚΟΡΝ. Εγώ τον έβαλα, εγώ, αυθέντα μου — αλλ' όμως λίγο του ήτο και αυτό, κατά το φέρσιμόν του,

ΛΗΡ Εσύ τον έβαλες; εσύ;

ΡΕΓ. Παρακαλώ, πατέρα, αφού δεν είσαι δυνατός, τον δυνατόν μη κάμνεις. Αν θέλεις πρώτα τους 'μισούς ιππότας σου να διώξης 'ς της αδελφής μου γύρισε, εκεί να τελειώσης τον ένα μήνα, κ' έρχεσαι κατόπιν εις εμένα. Τώρα δεν είμ' εγώ εκεί, και ούτε είναι τρόπος την πρέπουσαν υποδοχήν να σου προετοιμάσω.

ΛΗΡ Να επιστρέψω εις αυτήν, μου λέγεις, και να διώξω πενήντ' ανθρώπους! Προτιμώ να μείνω χωρίς στέγη να πολεμώ με την βροχήν και την ανεμοζάλην, ταις κουκουβάγιαις συντροφιάν να έχω και τους λύκους να με δαγκάνη προτιμώ αλύπητη Ανάγκη! Να επιστρέψω εις αυτήν; Καλλίτερα πηγαίνω 'ς τον Γάλλον τον ακράτητον, που 'πήρε χωρίς προίκα το αποπαίδι μου, κ' εκεί, γονατιστός εμπρός του να του ζητήσω δούλον του να μ' έχη, να με τρέφη, ενόσω σέρνω την ζωήν! 'Σ αυτήν να επιστρέψω; Να 'μου ειπής καλλίτερα ο σκλάβος και το κτήνος αυτού εδώ του δούλου της του μισητού να γίνω!

(Δεικνύει τον ΟΣΒΑΛΔΟΝ).

ΓΟΝΕΡ. Κάμ' όπως θέλεις.

ΛΗΡ Κόρη μου, μη με αποτρελλαίνεις. Εγώ, παιδί μου, πείραξιν δεν θέλω να σου δώσω! Ώρα καλή! Άλλην φοράν δεν θα ανταμωθούμεν ούτε ποτέ θα ξαναδεί ο ένας μας τον άλλον. Πλην σ ’ έχω θυγατέρα μου και σάρκα μου και αίμα... ή της σαρκός μου είσαι συ αρρώστια, κι εξ ανάγκης είσαι 'δική μου. Φάγαιναν και πρήξιμον σε είχα. εξάνθημα ’ς το αίμα μου το κακοφορμισμένο! Ας είναι! Δεν επιθυμώ εγώ να σ ’ επιπλήξω. Οπόταν θέλ' η εντροπή ας έλθη μοναχή της· δεν την γυρεύω· δεν ζητώ τον κεραυνόν να πέση ούτε σκοπεύω να κλαυθώ 'ς τον Δία να σε κρίνη. Άλλαξε, όταν δυνηθής, μετάνοιωσ', όταν θέλης. Έχω εγώ υπομονήν. Θα μείνω 'ς της Ρεγάνης, μαζί με τους ιππότας μου τους εκατόν.

ΡΕΓΑΝΗ Α! όχι ακόμη δεν σ' επρόσμενα· να σε δεχθώ όπως πρέπει δεν είμ' ακόμη έτοιμη. Άκουσ' αυτό που λέγει η αδελφή μου· επειδή αυτοί που κατορθώνουν με γνώσιν και με φρόνησιν ν' ακούουν τους θυμούς σου επήραν την απόφασιν ότ ’ είσαι γέρος, ώστε... Αλλ' άκουσέ την και αυτή γνωρίζει το τι κάμνει.

ΛΗΡ Με τα σωστά σου ομιλείς;

ΡΕΓ. Με όλα τα σωστά μου. Πενήντ' ακόλουθοι! Και πώς! Τι θέλεις παρεπάνω; Δεν φθάνουν τόσοι; Και αυτούς δεν 'ξεύρω τι τους θέλεις; Έξοδον είναι περιττόν και κίνδυνος μεγάλος, και είναι δύσκολον πολύ εις ένα σπίτι μέσα τόσοι πολλοί να μαζευθούν και δυο να τους ορίζουν χωρίς συχνά μαλλώματα. Αδύνατον το βλέπω!

ΓΟΝΕΡ. Και διατί, αυθέντα μου, να μη σε φθάνη τάχα να έχης υπηρέτας σου τους ιδικούς της δούλους ή τους δικούς μου;

ΡΕΓ. Διατί, αυθέντα μου, τω όντι; Εάν τους εύρης αμελείς, τους βάζομεν εις τάξιν. Αν τύχη κ' έλθης είς εμέ, (και 'σάν να το φοβούμαι) εικοσιπέντε μοναχά παρακαλώ να φέρης. Περισσοτέρους δεν χωρεί.

ΛΗΡ Σας έδωκα τα πάντα...

ΡΕΓ. Κι’ αλήθεια με την ώραν σου.

ΛΗΡ Σας έκαμα να είσθε οι κηδεμόνες μου εσείς, εσείς οι φύλακές μου, με μόνην επιφύλαξιν να έχω συνοδείαν, τόσους ιππότας μου. Λοιπόν εικοσιπέντε μόνον να έχω τώρα συγχωρείς, Ρεγάνη; Μου το είπες;

ΡΕΓ. Το ξαναλέγω. Δεν χωρούν πλειότεροι 'ς εμένα.

ΛΗΡ Κοντά εις τον χειρότερον μας φαίνεται να είναι και ο κακός καλόκαρδος· κ' είδος επαίνου είναι αν ημπορή κανείς 'να 'πή: έχει χειρότερόν του.

(Προς την Γονερίλην).

Είν' οι πενήντα σου διπλοί απ' τους εικοσιπέντε, και μ' αγαπάς διπλά εσύ.

ΓΟΝΕΡ. Αυθέντα, άκουσέ με. Εικοσιπέντε οπαδοί ή δέκα ή και πέντε, εις τι θα σου χρειάζωνται, αφού θα ζης μαζί μας, όπου θα έχης τους διπλούς 'ς τους ορισμούς σου πάντα;

ΡΕΓ. Και ένας τι χρειάζεται;

ΛΗΡ Μη θέλεις να μετρήσης το πόσον μας χρειάζεται. Κι’ ο πάμπτωχος ζητιάνος κάτι θα έχη περιττόν, όσον πτωχός κ' αν είναι. Όσον η φύσις απαιτεί, αν δώσης εις την φύσιν, τότε 'ς τον άνθρωπον αρκεί ό,τι αρκεί 'ς το ζώον. Εσύ, είσαι αρχόντισσα· εάν διά το κρύον με τόσην πολυτέλειαν το σώμα σου στολίζης. η φύσις δεν χρειάζεται τα πλούσια στολίδια αυτά, που είναι περιττά διά να σε ζεστάνουν. Αν είν' ό,τι χρειάζεται και μόνον, δώσετέ μου υπομονήν, ω ουρανοί! Υπομονή μου λείπει! Εμπρός σας στέκω, ω θεοί, δυστυχισμένος γέρος, από την λύπην μου βαρύς, καθώς κι' από τα χρόνια, και εις τα δυο ελεεινός. Αν είναι θέλημά σας, αν είσθε σεις που την καρδιάν αυτών των θυγατέρων την στρέφετ' εναντίον μου, μη θέλετε και τόσον να με απομαράνετε, ώστε να υποφέρω ανάνδρως. — Όχι! Μ' ευγενή θυμόν γεμίσετέ με! Μη θέλετε με δάκρυα, των γυναικών τα όπλα, τα μάγουλά μου τ' ανδρικά να κηλιδώσω τώρα! Όχι, ω στρίγλαις! Έχετε να πάθετ' απ' εμένα, θα σας παιδεύσω και ταις δυο, ώστε ο κόσμος όλος... θα κάμω πράγματα εγώ... Δεν 'ξεύρω τι θα είναι, αλλά θα είναι πράγματα, οπού η γη να φρίξη! Να κλαύσω περιμένετε; Α! όχι, δεν θα κλαύσω. Να κλαίω έχω αφορμήν. Αλλά κομμάτια χίλια να την ιδώ καλλίτερα να γίνη την καρδιάν μου, παρά να κλαύσω! — τρελλέ, ο νους μου θα μου φύγη!

Εξέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΓΛΟΣΤΕΡ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ. (Ακούεται τρικυμία μακρόθεν).

ΚΟΡΝ. Η τρικυμία προχωρεί. Εις τα σκεπά ελάτε.

ΡΕΓ. Εδώ το σπίτι είναι μικρόν με όλον του τον κόσμο! δεν τον χωρεί τον γέροντα.

ΓΟΝΕΡ. Εάν στενοχωρήται ποιος πταίει; — Πταίει μόνος του, ώστε καλά να πάθη.

ΡΕΓ. Μετά χαράς θα τον δεχθώ, ανίσως έλθη μόνος, χωρίς κανέν' ακόλουθον.

ΓΟΝΕΡ. Αυτό κ' εγώ θα κάμω. Πού 'πήγε ο Γλόστερ;

ΚΟΡΝ. Με τον Ληρ. Να, έρχεται οπίσω.

ΓΛΟΣΤ. (επιστρέφων) Έξω φρενών ο βασιλεύς απ' τον θυμόν του είναι.

ΚΟΡΝ Και πού πηγαίνει;

ΓΛΟΣΤ. Τ’ άλογα επρόσταξε να φέρουν πλην πού πηγαίνει, τ ’ αγνοώ.

ΚΟΡΝ. Ας κάμη, όπως θέλει. Είναι ο κύριος αυτός.

ΓΟΝΕΡ. (προς τον Γλόστερ). Μη τον παρακινήσης να μείνη, ω αυθέντα μου.

ΓΛΟΣΤ. Η νύκτα θα πλακώση, ο άνεμος ελύσσιασε και φοβερά βοΐζει, κ' εδώ ούτε χαμόδενδρον δεν έχει να τον κρύψη.

ΡΕΓ. Τον εαυτόν του αδικεί εκείνος που πεισμώνει, κι' αν πάθη, τα παθήματα μαθήματ' ας του γίνουν! Κλείσε την θύραν σου καλά, αυθέντα μου, διότι έχει μαζί του φοβερούς κ' άγριους ακολούθους και, — ευκολοαπάτητος εκείνος καθώς είναι. — να τους αφήση είν άξιοι να κάμουν ό,τι θέλουν, ώστε δεν είναι γνωστικόν κανείς να μη φοβήται.

ΚΟΡΝ. Κλείσε, αυθέντα μου. Σωστά σου είπεν η Ρεγάνη. Τι τρικυμία φοβερά! Εις τα σκεπά ελάτε!

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Εξοχή άδενδρος. Τρικυμία, αστραπαί και βρονταί. (Εισέρχονται εκατέρωθεν Ο ΚΕΝΤ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΚΕΝΤ Ποιος είν' εδώ; Ποιος παρεκτός απ' την κακοκαιρίαν;

ΙΠΠΟΤ. Ένας, που έχει 'ς την ψυχήν κ' εκείνος τρικυμίαν.

ΚΕΝΤ Σ' αναγνωρίζω, κύριε. — Ο βασιλεύς πού είναι;

ΙΠΠΟΤ. Με τα στοιχεία πιάνεται τα εξαγριωμένα· κράζει 'ς τον άνεμον την γην να την καταποντίση, ή τ' αφρισμένα κύματα να τα υψώση τόσον, ώστε ν' αλλάξη ή να χαθή το σύμπαν! — Ξερριζώνει τα κάτασπρά του μαλλιά, — και η ανεμοζάλη τ' αρπάζει απ' τα χέρια του, τυφλή από την λύσσαν, και τα σκορπά εδώ κ' εκεί! Εις τον μικρόκοσμόν του(29) να ξεπεράση προσπαθεί την πάλην των στοιχείων. Την νύκτ' αυτήν, που 'ς την σπηληά με άδεια τα [βυζιά της μένει η αρκούδα ήσυχη, — κ' οι πεινασμένοι λύκοι κ' οι λέοντες απ' την βροχήν την τρίχα των φυλάγουν, εκείνος περιφέρεται μ' ασκέπαστο κεφάλι και εύχεται να ήρχετο συντέλεια του κόσμου!

ΚΕΝΤ Μόνος του είναι;

ΙΠΠΟΤ. Ο τρελλός με λόγια του αστεία πασχίζει διασκέδασιν 'ς τον πόνον του να φέρη.

ΚΕΝΤ Γνωστός μου είσαι και τολμώ, διότι σε γνωρίζω, κάτι πολύ σημαντικόν να πιστευθώ σ' εσένα. Οι δύο δούκες σύγγαμβροι τα έχουν χαλασμένα, αν και ακόμ' οι πονηροί την έχθραν των σκεπάζουν. Αλλ' έχουν δούλους πονηρούς — (και ποίος δεν τους έχει εάν θελήση τ' άστρο του να τον υψώση εις θρόνον;) Αυτοί, κατάσκοποι κρυφοί, πληροφορούν τον Γάλλον τι γίνεται ς' το κράτος μας, πώς τρώγονται οι δούκες, πώς τυραννούν τον αγαθόν γέροντα βασιλέα, και ίσως τον πληροφορούν κι' άλλους κρυφούς σκοπούς των. Αλλ' εν τοσούτω έρχεται με δύναμιν ο Γάλλος εις το βασίλειον αυτό το κατασπαραγμένον. Η απρονοησία μας γίνετ' ωφέλειά του, πολλούς λιμένας μας κρυφά τους έχει πατημένους, και δεν θ' αργήση φανερά σημαίαν να υψώση. Αν θέλης εις τα λόγια μου να δώσης, φίλε, πίστιν, αμέσως τώρα κίνησε και πήγαινε 'ς το Δούβρον. Κάποιος εκεί θα σε δεχθή και θα σε ευχαριστήση, όταν ειπής καταλεπτώς τα όσα υποφέρει ο βασιλεύς: τι βάσανα, τι λύπαις, τι φαρμάκια! Εγώ, που βλέπεις, γέννημα και θρέμμα είμ' αρχόντων και κάτι 'ξεύρω, που αυτήν την εντολήν σου δίδω.

ΙΠΠΟΤ. Σε ξαναβλέπω.

ΚΕΝΤ Όχι! Μη! — Διά να σ' αποδείξω ότ' είμ' εγώ καλλίτερος απ' ό,τι με νομίζεις, άνοιξ' αυτό μου το πουγγί και ό,τι έχει πάρτο. — Την Κορδηλίαν αν ιδής, καθώς ελπίζω, φίλε, το δακτυλίδι δείξε της αυτό εδώ, και τότε το άγνωστόν μου όνομα θα μάθης απ' εκείνην. Τι τρικυμία φοβερά! Θέλω τον Ληρ να εύρω.

ΙΠΠΟΤ. Δος μου το χέρι, φίλε μου. Άλλο να 'πής δεν έχεις;

ΚΕΝΤ. Ολίγα έχω να ειπώ κ' έχω πολλά να κάμω. Εγώ πηγαίνω απ' εδώ, πήγαιν' απ' άλλον δρόμον, κι' όποιος τον Ληρ πρωτοϊδή τον άλλον ας φωνάξη.

(Απέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έτερον μέρος της αυτής αδένδρου εξοχής. Η τρικυμία εξακολουθεί. (Εισέρχονται ο ΛΗΡ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ).

ΛΗΡ Φύσ', άνεμε, και μάνιζε, σκάσε τα μάγουλά σου! Σεις, καταρράκται τ' ουρανού, ανοίξετε, χυθήτε, και πνίξετε τους πύργους μας και τα καμπαναριά μας! Και σεις, γοργαί 'σάν λογισμοί, φωτιαίς θειαφωμέναις του δενδροσχίστη κεραυνού πρόδρομοι σεις, ελάτε, ελάτε, καψαλίσετε τα κάτασπρά μου γένεια! Και συ, του κόσμου χαλαστή, συ κεραυνέ, καταίβα, κτύπα να κάμης πλακωτήν της γης την στρογγυλάδα, και ράγισε της φύσεως και σπάσ' τα τα καλούπια, ώστε η ζύμη να χυθή και σπόρος να μη μείνη, και άνθρωπος αχάριστος να μη ξαναφυτρώση!

ΓΕΛΩΤ. Τι φωνάζεις, παππού να πέση και άλλη βροχή ενώ γυρίζομεν έξω; Πήγαινε καλλίτερα μέσα να ζητήσης να σ' ευλογήσουν οι θυγατέρες σου. Ούτε τρελλόν ούτε φρόνιμον δεν λυπάται ο καιρός απόψε.

ΛΗΡ Πέφτε, βροχή! Χύνου, φωτιά! Αστροπελέκι, βρόντα! Συ αστραπή κι εσύ βροντή και συ ανεμοζάλη, δεν είσθε θυγατέρες μου. Με σας εγώ, Στοιχεία, εάν με κατατρέχετε παράπονον δεν έχω. Εις σας εγώ δεν έδωκα βασίλεια και θρόνον παιδιά δεν σας ωνόμασα· δεν μου χρωστάτε χάριν. Ελάτε, ξεθυμάνετε λοιπόν 'ς την κεφαλήν μου. Ιδού, διασκεδάσατε! Στέκομ' εδώ εμπρός σας, άρρωστος, έρημος, πτωχός και καταφρονημένος. Αλλ' όμως καταμαρτυρώ την δουλοπρέπειάν σας διότι ενωθήκετε με δυο αχρείαις κόραις και κατατρέχετε και σεις και καταπολεμάτε το παραγηρασμένο μου και κάτασπρο κεφάλι Ω! Εντροπή σας (30)

ΓΕΛΩΤ. Όποιος έχει σπίτι να σκεπάση το κεφάλι του, έχει καλό σκιάδι.

(Αδει).

Αν βάλης την ουρά σου 'ς τα ακεπά και ασκέπαστο αφήσεις το κεφάλι, θα σου τα πάρη τα δυο η ζάλη, κι' αέρας το κορμί σου θα κτυπά. Ανίσως το ποδάρι σου προσέχης και να φροντίζης την καρδιάν ξεχνάς, και πόνους εις τους κόλπους σου θα έχης, Κι' αντί να έχεις ύπνο, θ' αγρυπνάς.

Διότι ακόμη δεν έγινε εύμορφη γυναίκα να μη κάμη μορφασμούς εις τον καθρέπτην.

ΛΗΡ Όχι! Παράδειγμα εγώ υπομονής να γίνω και ούτε λέξιν θα ειπώ.

(Εισέρχεται ο ΚΕΝΤ).

ΚΕΝΤ Ποιος είν’ εκεί;

ΓΕΛΩΤ. Ποιος είναι; Ένας σοφός κι ένας τρελλός.

ΚΕΝΤ Αυθέντα, εδώ είσαι; Ως εκ του σκότους τα στοιχειά φοβούνται τέτοιαν [νύκτα. Και τα θηρία, που γυρνούν 'ς τα σκότη, ως κ' εκείνα ο θυμωμένος ουρανός τα έχει τρομαγμένα κ' εκρύφθηκαν 'ς τα σπήλαια! Ποτέ δεν ενθυμούμαι τέτοιαις βρονταίς και αστραπαίς κι' αστροπελέκια [τέτοια, τόσην ροήν και βογκητόν βροχής κι' ανεμοζάλης! Να υποφέρη δεν 'μπορεί το σώμα του ανθρώπου τόσον πολύν κατατρεγμόν, ούτε τρομάρα τόσην!

ΛΗΡ Οι παντοδύναμοι θεοί, αυτοί που κάμνουν τούτον τον τρομερόν κατακλυσμόν 'ς τους Ουρανούς επάνω, ας ξεχωρίσουν εις την γην και τους εχθρούς των τώρα! Εσύ, κακούργε που κρατείς εγκλήματα εντός σου κρυμμένα κι' αμαστίγωτα από τον νόμον, τρέμε! Κρύψου και συ, που έβαψες το χέρι σου 'ς το αίμα! Και συ, επίορκε! Και συ, μοιχέ, όπου λαμβάνεις το πρόσχημα της αρετής! Ραγίσου από φόβον εσύ, που παραμόνευες κ' εκαιροφυλακτούσες, επίβουλε, εις άνθρωπον το χέρι να σηκώσης! Εβγάτ' απ' τον κρυψώνα σας, εγκλήματα κρυμμένα, και ήμαρτον φωνάξετε εμπρός 'ς τους κατηγόρους αυτούς εδώ τους φοβερούς! — Εγώ είμ' ένας γέρος 'λιγώτερον αμαρτωλός παρά αδικημένος!

ΚΕΝΤ Αλλοίμονον! Μ' ολόγυμνην την κεφαλήν!..Αυθέντα, εδώ κοντά ευρίσκεται μία καλύβα, όπου θα εύρης καταφύγιον απ' την ανεμοζάλην. Έλα εκεί ν' αναπαυθής. Εγώ δε εις το σπίτι πηγαίνω πάλιν το σκληρόν, — σκληρότερον ακόμη κι' απ' τους λιθίνους τοίχους του, και όπου τώρ' ακόμη απ' έξω μ' έκλεισαν, ενώ να σ' εύρω εζητούσα, την θύραν του την άξενην 'πάγω να την ανοίξω διά της βίας!

ΛΗΡ Ήρχισε ο νους μου να σαλεύη.

(Προς τον Γελωτοποιόν).

Έλα εδώ, αγόρι μου. — Εκρύωσες, παιδί μου; Κ' εγώ κρυώνω. Τ' άχυρο πού είναι; Δείξε μας το. Είναι παράξενη πολύ η τέχνη της Ανάγκης· τα τιποτένια πράγματα πολύτιμα τα κάμνει. Πού είναι η καλύβα σου; Πτωχέ τρελλέ μου, έλα. Έχω μιαν κώχην 'ς την καρδιά, που σε πονεί, τρελλέ μου!

ΓΕΛΩΤ. (άδων). _Όποιος έχει ολίγον νουν, κι αν τον έχη, όταν πέφτη η βροχή κι ο αέρας μπουμπουνά, πρέπει 'ς την κακή του Μοίρα με υπομονήν ν' αντέχη, επειδή χωρίς βροχή ούτε 'μέρα δεν περνά._

ΛΗΡ Καλά το είπες, ω τρελλέ. — Οδήγει 'ς την καλύβα.

(Εξέρχονται ο ΛΗΡ και ο ΚΕΝΤ).

ΓΕΛΩΤ. Ας ειπώ πριν φύγω μίαν προφητείαν.

_Χρήματα παπάδες όταν δεν θα παίρνουν, όταν το κρασί δεν θα το δολώνουν όταν δεν θ' αλλάζουν τους συρμούς οι ράπται, κι όλ' οι δικηγόροι δίκαια θα λέγουν, και κανένας νέος δεν θα κάμνη χρέη κι' ούτε καμμιά γλώσσα θα κακολογή, κι' όπου τρέχει κόσμος δεν θα τρέχουν κλέπται, κι' όταν θα σκορπίζουν χρήματα 'ς τους δρόμους, κι' όταν εκκλησίας μαυλισταί θα κτίζουν, σύγχυσις μεγάλη τότε θα επέλθη εις της Αλβιόνος το βασίλειον. Όποιος ζήση τότε έχει να ιδή ότι με τα πόδια θα βαδίζουν τότε. θα τα προφητεύση ο Μερλίνος ταύτα. (31) Πριν εκείνος έλθη, έζησα εγώ._

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Θάλαμος εν τω μεγάρω του Γλόστερ. (Εισέρχονται Ο ΓΛΟΣΤΕΡ και ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ).

ΓΛΟΣΤ. Αλλοίμονον, Εδμόνδε, αυτά τα φερσίματα είναι παρά φύσιν. Όταν τους εζήτησα την άδειαν να τον ευσπλαγχνισθώ, μου αφήρεσαν πάσαν εξουσίαν μέσα εις το σπίτι μου. Μ' επρόσταξαν να μη αναφέρω ούτε το όνομά του, να μη μεσιτεύσω δι' αυτόν ούτε ποτέ να τον βοηθήσω με κανένα τρόπον ει δε μη, θα χάσω διά παντός την εύνοιάν των.

ΕΔΜ. Και τω όντι παρά φύσιν και απάνθρωπα!

ΓΛΟΣΤ. Μη σε μέλει! — Μη τύχη και ειπής λέξιν. Οι δούκες εμάλλωσαν. Τρέχει και κάτι χειρότερον ακόμη. Έλαβα γράμμα απόψε.. Να μη μας ακούση κανείς. Το εκλείδωσα το γράμμα. — Έρχεται η ώρα να πληρωθούν τα όσα ο βασιλεύς υπέφερεν απ' αυτούς! Το στράτευμα ήρχισε να φθάνη. Το καθήκον μας είναι να πάρωμεν του βασιλέως το μέρος ημείς. Πηγαίνω να τον εύρω κρυφά και να τον βοηθήσω. Εσύ πήγαινε εις τον δούκα και ομίλησε μαζί του, ώστε να μη το πάρη είδησιν ότι λείπω. Αν σ' ερωτήση πού είμαι, ειπέ ότι είμαι άρρωστος και επλάγιασα. — Και με την ζωήν μου αν έχω να το πληρώσω, όπως μ' εφοβέρισαν, θα τον βοηθήσω τον γέροντα κύριόν μου, τον βασιλέα μου! Έχουν να γίνουν παράδοξα πράγματα, Εδμόνδε, πρόσεχε, σε παρακαλώ!

(Εξέρχεται).

ΕΔΜ. Αυτήν σου την ευγένειαν ο δούκας θα την μάθη αμέσως τώρα. Θα του 'πω και δι' αυτό το γράμμα.. Νομίζω η εκδούλευσις ανταμοιβήν ν' αξίζη, του δε πατρός μου ο χαμός είναι 'δικόν μου κέρδος. Ο νέος ανυψώνεται, όταν ο γέρος πέση!

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Εξοχή. Καλύβη εν τω μέσω αυτής — Η τρικυμία εξακολουθεί. (Εισέρχονται Ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.)

ΚΕΝΤ Εφθάσαμεν, αυθέντα μου καλέ μου. Έμβα μέσα. Την νύκτα, εις τα ξέσκεπα, με τόσην τρικυμίαν, δεν είναι άνθρωπος ν' αντέχη;

ΛΗΡ Άφησέ με.

ΚΕΝΤ Έμβα, αυθέντα.

ΛΗΡ Την καρδιάν να μου ραγίσης θέλεις;

ΚΕΝΤ Χίλιαις φοραίς καλλίτερα να σπάσω την 'δικήν μου! Έμβα, αυθέντα μου καλέ.

