# Σαικσπήρου Δράματα, Ο Βασιλιάς Ληρ

## Part 3

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32305/index.md

Α! όχι όχι· πίστευσε, με τους γλυκούς σου τρόπους και με την καλωσύνην σου την τόσην... Δεν σου λέγω ότι αυτά είναι κακά. Αλλά, συμπάθησέ με, σου πρέπει μάλλον μάλλωμα, ότι σου λείπει γνώσις ή έπαινος, αν φέρεσαι με γλύκαν που σε βλάπτει.

ΔΟΥΞ ΑΛΒ. Εγώ δεν βλέπω έως πού το 'μάτι σου πηγαίνει. Αλλ' όταν τα καλλίτερα κανείς πολυγυρεύη και ό,τι στέκεται καλά συχνά το καταστρέφει.

ΓΟΝΕΡ. Τότε λοιπόν...

Δ0ΥΞ ΑΛΒ. Καλά, καλά. Τα τέλη να ιδούμεν.

Εξέρχονται.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

Αυλή έμπροσθεν του αυτού μεγάρου. Εισέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΚΕΝΤ και ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ.

ΛΗΡ (προς τον Κεντ). Πήγαινε συ εμπρός να δώσης αυτά τα γράμματα. Μην ειπής εις την κόρην μου τίποτε από όσα ηξεύρεις, εκτός αν σε ερωτήση εκείνη, αφού αναγνώση, το γράμμα. Αν δεν κάμης γρήγορα, θα είμαι εκεί, προτού φθάσης εσύ.

ΚΕΝΤ Δεν θα κλείσω μάτι αφέντη μου πριν της δώσω τα γράμματα.

Απέρχεται.

ΓΕΛΩΤ. Αν είχε κανείς το μυαλό εις ταις φτέρναις του, δεν θα ήτο φόβος μη ξεπαγιάση;

ΛΗΡ Και βέβαια, παιδί μου.

ΓΕΛΩΤ. Καλά την έχεις λοιπόν. Ο νους σου δεν θα χρειασθή ποτέ συρτοπάπουτσα.

ΛΗΡ Χα, χα, χα!

ΓΕΛΩΤ. Θα το ιδής, τι καλά θα σου φερθή και η άλλη σου κόρη. Αν και η μία ομοιάζη με την άλλην 'σάν τ' αχλάδι με τ' απίδι, έχω όμως να σου ειπώ...

ΛΗΡ Τι έχεις να μου ειπής;

ΓΕΛΩΤ. Ότι αφού τας δοκιμάσης, θα ιδής ότι είναι αχλάδια και αι δύο. Ηξεύρεις να μου 'πής, διατί η μύτη είναι εις την μέσην του προσώπου;

ΛΗΡ Όχι.

ΓΕΛΩΤ. Διά να έχη κανείς από κάθε μέρος της μύτης και ένα 'μάτι, ώστε ό,τι δεν ημπορεί να μυρισθή να ημπορή να το βλέπη.

ΛΗΡ (καθ' εαυτόν). Την αδίκησα!

ΓΕΛΩΤ. Ηξεύρεις πώς κάμνει το στρείδι το καύκαλόν του;

ΛΗΡ Όχι.

ΓΕΛΩΤ. Ούτ' ηγώ. Ηξεύρω όμως, διατί έχει το καυκί του ο σάλιαγκος.

ΛΗΡ Διατί;

ΓΕΛΩΤ. Διά να χώνη μέσα το κεφάλι του· όχι διά να το δίδη χάρισμα εις τας θυγατέρας του και ν' αφίνη ολόγυμνα τα κέρατά του.

ΛΗΡ (καθ' εαυτόν). Θέλω να λησμονήσω το φυσικόν μου! — Εγώ, ο τόσον καλός πατέρας!... Είναι έτοιμα τα άλογά μου;

ΓΕΛΩΤ. Τα γαϊδούρια σου σου τα ετοιμάζουν. — Έχει τον λόγον του, ότι οι επτά αστέρες δεν είναι περισσότεροι από επτά.

ΛΗΡ Διότι δεν είναι οκτώ;

ΓΕΛΩΤ. Εύγε σου! Τι καλόν τρελλόν θα έκαμνες!

ΛΗΡ (καθ' εαυτόν). Να το πάρη, λέγει, διά της βίας! Τέρας αχαριστίας!

ΓΕΛΩΤ. Αν σε είχα τρελλόν μου, παππού, θα σου έδιδα ξύλο, διότι εγήρασες πριν της ώρας σου.

ΛΗΡ Πώς τούτο;

ΓΕΛΩΤ. Πρώτα έπρεπε να βάλης γνώσιν, και ύστερα να γηράσης.

ΛΗΡ Να μη μου φύγη, ω θεοί, ο νους! Να μη μου φύγη! Ω! δότε μου υπομονήν! Να τρελλαθώ δεν θέλω!

(Εισέρχεται είς ΙΠΠΟΤΗΣ).

ΛΗΡ Τα άλογα;

ΙΠΠΟΤ. Είν' έτοιμα.

ΛΗΡ (προς τον γελωτοποιόν). Έλα, καλό παιδί μου.(18)

(Απέρχονται).

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Αυλή εντός του μεγάρου του κόμητος Γλόστερ Εισέρχονται εκατέρωθεν ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ και ο ΚΟΥΡΑΝ.

ΕΔΜ. Καλώς τον Κουράν !

ΚΟΥΡ. Καλώς σας ηύρα, κύριέ μου. Έρχομαι από του πατρός σου. Τον ειδοποίησα, ότι ο δούκας της Κορνουάλλης και η δούκισσά του η Ρεγάνη, έρχονται εδώ απόψε.

ΕΔΜ. Πώς τούτο ;

ΚΟΥΡ. Δεν ηξεύρω κ' εγώ. Δεν ήκουσες τα νέα ; δηλαδή αυτά, τα όποια ψιθυρίζονται, διότι ακόμη κρυφομιλήματα είναι.

ΕΔΜ. Όχι. Τι τρέχει ; σε παρακαλώ.

ΚΟΥΡ. Δεν ήκουσες, ότι είναι λόγος να τα χαλάσουν οι δούκες της Αλβανίας και της Κορνουάλλης ;

ΕΔΜ. Δεν ήκουσα τίποτε.

ΚΟΥΡ. Δεν θ' αργήσης να τ' ακούσης. Έχε υγείαν !

(Απέρχεται.

ΕΔΜ. Απόψ' ο δούκας είν' εδώ! Καλλίτερα ! Ας έλθη ! Ωραία συμβιβάζεται με τους σκοπούς μου τούτο. Τον Έδγαρ ο πατέρας μου γυρεύει να τον πιάση κ' εμένα κάτι δύσκολον μου μένει να του παίξω. Εμπρός, λοιπόν. Ας μην αργώ. Βοήθησέ με, Τύχη! — Δυο λόγια έχω να σου 'πω. Καταίβα, αδελφέ μου.

Εισέρχεται ο ΕΔΓΑΡ.

Ω Έδγαρ, ο πατέρας μου σε κυνηγά. Να φύγης| Πού κρύπτεσαι το έμαθε. Θα σ' εύρη. Ωφελήσου από το σκότος της νυκτός και φύγε! — Μήπως είπες ποτέ σου τίποτε κακόν κατά του Κορνουάλη; Εδώ απόψ' εξαφνικά προσμένεται ο δούκας, μαζί του και η δούκισσα. Θυμήσου, μήπως είπες κανένα λόγον κατ' αυτού; Εφάνηκες να παίρνης το μέρος του συγγάμβρου του;

ΕΔΓΑΡ Ποτέ μου. Ούτε λέξιν!

ΕΔΜ. Ακούω τον πατέρα μου. Θα σ' εύρη! Αδελφέ μου, θα καμωθώ επίτηδες πως τάχα ξεσπαθώνω. Έξω αμέσως το σπαθί και συ, και προσποιήσου ότι υπερασπίζεσαι, και φύγε.

(Μεγάλη τη φωνή).

Παραδόσου! Εις τον πατέρα μου εμπρός να έλθης! Φώτα! Φώτα! (Φύγε, ω Έδγαρ!) Φως εδώ! — (Ώρα καλή σου. Φύγε!)

(Εξέρχεται Ο ΕΔΓΑΡ).

Καλόν θα είναι να χυθή ολίγον αίμα, ώστε ο πόλεμός μας να φανή φρικτότερος ακόμη.

(Πληγώνεται).

Αι! Είδα και χειρότερα να κάμνουν μεθυσμένοι διά παιγνίδι.

Κράζει.

Πιάστε τον! Βοήθεια! Πατέρα!

Εισέρχεται ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται δαδούχοι.

ΓΛΟΣΤ. Εδμόνδε ήλθα, έφθασα! Πού είναι ο κακούργος;

ΕΔΜ. Ήτον εδώ 'ς τα σκοτεινά, με το σπαθί 'ς το χέρι κ' ετραύλιζε το στόμα του δαιμονισμένα μάγια, και ήθελε μ' εξορκισμούς να κάμη την Σελήνην να τον συνδράμη.

ΓΛΟΣΤ. Αλλ' αυτός τι έγινε; Πού είναι;

ΕΔΜ. Ιδέ με, πώς μ' επλήγωσε.

ΓΛΟΣΤ. Πού είναι ο αχρείος;

ΕΔΜ. Εξέφυγε από εκεί. Ενώ επροσπαθούσε...

ΓΛΟΣΤ. (Προς τους υπηρέτας). Συλλάβετέ τον! Τρέξετε! — Και τι επροσπαθούσε;

ΕΔΜ. Εις την δολοφονίαν σου κ' εγώ να συμφωνήσω. Του έλεγα, ότ' οι θεοί ρίχνουν φωτιάν και καίουν τους πατροκτόνους· έλεγα πόσοι δεσμοί ενώνουν με τον πατέρα το παιδί. Κ' εκείνος, όταν είδε ότι εγώ θ' αντισταθώ εις τους φρικτούς σκοπούς του, ορμά και χύνεται γοργός με το γυμνόν σπαθί του, και πριν εγώ προφυλαχθώ μ' επλήγωσε 'ς το χέρι. Αλλ' όταν ήναψε κ' εμέ το αίμα μου, και είδε ότι θα μ' εύρη τολμηρόν 'ς το δίκαιόν μου, — είτε διότι τον εξίππασα με τα ξεφωνητά μου, — εστράφη κ' έφυγ' απ' εδώ.

ΓΛΟΣΤ. Να κρημνισθή! Να φύγη! Εδώ αν μείνη, κ' ευρεθή κρυμμένος, να τον πιάσουν, κι' άμα τον πιάσουν, θάνατος! Ο ευγενής ο δούκας, ο κύριός μου κι' αρχηγός, έρχετ' εδώ απόψε, και επ' ονόματι αυτού θα προκηρύξω, ότι όποιος τον φέρη ζωντανόν τον μιαρόν κακούργον 'ς τα χέρια του δημίου του, ανταμοιβήν θα λάβη· κ' όποιος τον κρύψη θάνατος!

ΕΔΜ. Αφού του κάκου είδα ότι με λόγια προσπαθώ την γνώμην του ν' αλλάξω, τον εφοβέρισα κ' εγώ ότι θα τον προδώσω. Κ' εκείνος απεκρίθηκε: «Ξεκληρισμένε νόθε, »εάν αντίκρυ σου σταθώ και σε κηρύξω ψεύτην, »ποια είναι η αξία σου και ποια η αρετή σου, »ώστε τα λόγια που θα 'πής κανείς να τα πιστεύση; »Όχι· τα πάντα θ' αρνηθώ, και αν το γράψιμόν μου »το φέρης ως απόδειξιν θα τ' αρνηθώ τα πάντα, »ή θ' αποδώσω κάθε τι 'ς την παρακίνησίν σου, «εις την δολοπλοκίαν σου κ' εις τα τεχνάσματά σου. »Πρέπει κουτόν παρά πολύ τον κόσμον να τον έχης, »από τον νουν αν σου περνά πως θα τον καταπείσης »ότι δεν είχες αφορμήν τον λάκκον μου να σκάψης »και ότι του θανάτου μου δεν σ' έσπρωξε το κέρδος».

ΓΛΟΣΤ. Αισχρός και αδιόρθωτος κακούργος! Και το γράμμα θα τ' αρνηθή ; Όχι! Αυτός δεν είναι γέννημά μου.

(Σάλπιγγες έσωθεν).

Ιδού! Ο δούκας έρχεται. Τι θέλει δεν γνωρίζω. — Θα κλείσω τους λιμένας μας, μη τύχη και ξεφύγη ο μιαρός. Την άδειαν ο δούκας θα την δώση. Θα στείλω δε κοντά, μακράν, και την περιγραφήν του, ώστε παντού, όπου φανή, να τον αναγνωρίζουν. Ως προς εσένα, έννοια σου, κ' εγώ θα εύρω τρόπον να γίνης κληρονόμος μου εσύ, καλό παιδί μου.

Εισέρχονται ο ΔΟΥΞ ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ και η συνοδεία αυτών.

ΚΟΡΝ. Πώς είσαι, φίλε μου καλέ; Ακόμη μόλις ήλθα, και πράγματα παράδοξα κι' ανήκουστα μανθάνω.

ΡΕΓ. Αν είν' αλήθεια ένοχος, ολίγον του θα είναι όσον και αν τιμωρηθή, — Αυθέντα μου, πώς είσαι;

ΓΛΟΣΤ. Κυρία μου, ερράγισε — ερράγισ' η καρδιά μου!

ΡΕΓ. Πώς; Ο υιός σου 'θέλησε να πάρη την ζωήν σου, ο Έδγαρ, ο βαπτιστικός του βασιλέως; (19)

ΓΛΟΣΤ. Είθε, είθε να ήτο δυνατόν το αίσχος μου να κρύψω ;

ΡΕΓ. Δεν ήτο σύντροφος μ' αυτούς τους αναιδείς ιππότας, που έχει ο πατέρας μου μαζί του;

ΓΛΟΣΤ. Δεν γνωρίζω. Ω! φρίκη!

ΕΔΜ. Μάλιστα· 'ς αυτήν την συντροφιάν ανήκει.

ΡΕΓ. Τότε λοιπόν δεν απορώ με την διαγωγήν του. Εκείνοι θα τον έβαλαν τον γέρον να φονεύση, με την ιδέαν να χαρούν τα εισοδήματά του. Έλαβ' απόψε δι' αυτούς της αδελφής μου γράμμα και με προειδοποίησε τα μέτρα μου να λάβω. Ανίσως έλθουν εις εμέ να τους φιλοξενήσω, εγώ θα λείπω.

ΚΟΡΝ. Ούτ' εγώ, Ρεγάνη, δεν θα μείνω. Εδμόνδε, 'ς τον πατέρα σου εφέρθηκες μου είπαν, ωσάν φιλόστοργος υιός.

ΕΔΜ. Το χρέος μου, αυθέντα.

ΓΛΟΣΤ. Αυτός μου εξεσκέπασε τους πονηρούς σκοπούς του, κ' ενώ του αντιστέκετο, 'πληγώθηκε όπως βλέπεις.

ΚΟΡΝ. Τον κυνηγούν τον Έδγαρ;

ΓΛΟΣΤ. Ναι.

ΚΟΡΝ. Αν τον συλλάβουν, τότε δεν έχει φόβον 'ς το εξής άλλο κακόν να κάμη! Να τον παιδεύσης ημπορείς ό,τι παιδείαν θέλεις. — Ως προς εσέν' απέδειξες την σήμερον, Εδμόνδε, και αρετήν κ' υποταγήν. Σε θέλω ιδικόν μου. Από πιστούς καθώς εσέ ανθρώπους έχω χρείαν.

ΕΔΜ. Θα είμαι δούλος σου πιστός, κι' αν 'ς άλλο δεν αξίζω.

ΓΛΟΣΤ. Διά την καλωσύνην σου ευχαριστώ, αυθέντα.

ΚΟΡΝ. Το τι μας έφερεν εδώ ακόμη δεν το ξεύρεις...

ΡΕΓ. Τόσον αργά και πάρωρα, εις της νυκτός το σκότος συμβαίνουν, Γλόστερ, πράγματα σπουδαία, κ' είναι χρεία να έχωμεν την γνώμην σου. Η αδελφή μου γράφει, μου γράφει κι' ο πατέρας μου. Εμάλλωσαν οι δύο. Ενόμισα καλλίτερον να μη τους απαντήσω από το σπίτι μου. Εδώ οι άνθρωποι προσμένουν να πάρουν την απάντησιν και εις τα δύο μέρη. Αρχαίε φίλε και πιστέ, παρηγορήσου πλέον και δος μας την πολύτιμον την συμβουλήν σου τώρα, διότι μας χρειάζεται.

ΓΛΟΣΤ. 'Σ τους ορισμούς σας είμαι. Εδώ καλώς ωρίσατε, αυθένται σεβαστοί μου.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Έμπροσθεν του μεγάρου του Γλόστερ. Εισέρχονται ο ΚΕΝΤ και ο ΟΣΒΑΛΔΟΣ

ΟΣΒ. Καλό ξημέρωμα, φίλε. Είσαι του σπιτιού άνθρωπος;

ΚΕΝΤ Ναι.

ΟΣΒ. Πού να βάλωμεν τ' άλογά μας;

ΚΕΝΤ Εις την λάσπην.

ΟΣΒ. Παρακαλώ, ειπέ μου, αν μ' αγαπάς.

ΚΕΝΤ Δεν σε αγαπώ! (20)

ΟΣΒ. Τι τρόπος είναι αυτός; Δεν σε γνωρίζω, άνθρωπε!

ΚΕΝΤ Σε γνωρίζω εγώ.

ΟΣΒ. Ποίος είμαι λοιπόν;

ΚΕΝΤ Είσαι ένας παληάνθρωπος, ένας κατεργάρης, ένας χαμερπής ξυλοϋπερήφανος, ένας σιχαμένος ζητιάνος, είσαι ένας στρεψόδικος, ένας ξετσιπωμένος αγυιογδύτης· ένας που κάμνεις και τον μαυλιστήν να πουλήσης δούλευσιν, — ένας κατεργάρης και ζητιάνος και άνανδρος και μαυλιστής όλα μαζί και ανακατωμένα· ένας σκρόφας υιός και κληρονόμος· ένας που θα σου δώσω ξύλον να ξεφωνίζης από τον πόνον, αν τολμήσης να μου ειπής, ότι δεν σου ταιριάζει και μία συλλαβή από όσα σου αράδιασα!

ΟΣΒ. Τι βρωμάνθρωπος είσαι συ, να υβρίζης ένα, που ούτε σε γνωρίζει ούτε τον γνωρίζεις;

ΚΕΝΤ Και δεν εντρέπεσαι να το λέγης, ότι δεν με γνωρίζεις; Δεν σ' εκουτρουβάλισα εγώ και δεν σ' εξυλοφόρτωσα προ δύο ημερών, κ' εμπρός εις τον βασιλέα; Τράβα το σπαθί σου, αχρείε! Ας είναι νύκτα. Λάμπει το φεγγάρι. Έλα να του ταις φέξω εγώ, σκρόφας υιέ, ξεσπάθωσε!

(Σύρει το ξίφος)

ΟΣΒ. Έχε με παραιτημένον. Δεν έχω να πάρω ή να δώσω μαζί σου, εγώ.

ΚΕΝΤ Ξεσπάθωσε, κατεργάρη! Ήλθες εδώ να φέρης γράμματα εναντίον του βασιλέως· παίρνεις το μέρος της φουσκωμένης της κούκλας εναντίον του βασιλέως του πατρός της! Ξεσπάθωσε, σκύλε, ει δε μη, θα σου κοπανίσω τα μηριά! Έξω το σπαθί σου! Κουνήσου!

ΟΣΒ. Βοήθεια! Μ' εσκότωσε! Βοήθεια!

ΚΕΝΤ (ραβδίζων αυτόν). Ξεσπάθωσε, αχρείε! Υπερασπίσου, παληάνθρωπε. Έξω το σπαθί σου, βρωμόδουλε!

ΟΣΒ. Βοήθεια! Μ' εσκότωσε! Βοήθεια!

(Εισέρχονται ο ΕΔΜΟΝΔΟΣ, ο ΚΟΡΝΟΥΑΛΗΣ, η ΡΕΓΑΝΗ ο ΓΛΟΣΤΕΡ και υπηρέται).

ΕΔΜ. Τι είν' αυτό; Τι έχετε; Τι τρέχει; — Χωρισθήτε!

ΚΕΝΤ Με την αράδα σου και συ. Αν θέλης να κοπιάσης, σου διορθώνω το πετσί. Έλ' αρχοντόπουλό μου

ΓΛΟΣΤ. Γυμνά σπαθιά! Τι έτρεξε;

ΚΟΡΝ. Σταθήτε! Το προστάζω! Σταθήτε! Τον εσκότωσα, όποιον σηκώση χέρι!

ΡΕΓ. Οι άνθρωποι της αδελφής και του πατρός μου είναι.

ΚΟΡΝ. Τι πολεμάτε; Λέγε συ.

ΟΣΒ. Επιάσθηκ' η φωνή μου, αυθέντα μου.

ΚΕΝΤ Βέβαια! Εκουράσθηκε από την μεγάλη του παλληκαριά! Άκαρδον κτήνος! Η φύσις σε αποκηρύττει. Ράπτης ήτον οπού σ' έκαμε.

ΚΟΡΝ. Τι αλλόκοτος άνθρωπος είσαι συ! Διατί τον έκαμε ράπτης;

ΚΕΝΤ Ράπτης τον έκαμε. Αν τον έκαμνε ζωγράφος ή πετροπελεκητής, και εις δύο ώραις μέσα να τον έκαμναν, δεν θα ήτο τόσον κακοκαμωμένος.

ΚΟΡΝ. Λέγε μου, διατί εμαλλώσατε;

ΟΣΒ. Αυτός ο παληόγερος, αυθέντα μου, που να μου χρωστά την ζωήν του εις τ' άσπρα γένεια του...

ΚΕΝΤ Ω σκρόφας υιέ, ω παληο-ωμέγα, άχρηστον φηφίον, εσύ! — Αυθέντα μου, αν είναι με την άδειάν σου, να τον κοπανίσω αυτόν τον απελέκητον κατεργάρην, να τον κάμω λάσπην, ν' αλείψω τους τοίχους των αναγκαίων! Τα γένειά μου ελυπήθηκες εσύ, σουσουράδα;

ΚΟΡΝ. Σιώπα, κτήνος! Λησμονείς το σέβας που μου πρέπει;

ΚΕΝΤ Δεν λησμονώ. Πλην κ' η οργή προνόμιον δεν έχει;

ΚΟΡΝ. Και διατί να οργισθής;

ΚΕΝΤ Διότι ένας δούλος, ωσάν αυτόν, φορεί σπαθί, ενώ τιμήν δεν έχει. Οι κατεργάρηδες αυτοί, με ψευτοχαμογέλια τα ιερώτερα δεσμά 'σάν ποντικοί τα τρώγουν, όσον κι' αν 'δέθηκαν σφικτά και λύσιμον δεν έχουν. Τα πάθη των κυρίων των αυτοί τ' αναγριώνουν και ρίχνουν λάδι'ς την φωτιάν και εις τον πάγον χιόνι, και λέγουν όχι, λέγουν ναι, και 'σάν τας αλκυόνας (21) την μύτην στρέφουν και γυρνούν με κάθε τρικυμίαν, με κάθε αλλαξοκαιριάν εκείνου 'πού δουλεύουν, και μόνον 'ξεύρουν, σαν σκυλιά, κατόπιν του να τρέχουν.

Προς τον Οσβάλδον

Ανάθεμα τα μούτρα σου τα σεληνιασμένα! Τι με ακουείς και γελάς; 'Ξεύρω εγώ τι λέγω. Τι χάσκεις, χήνα; 'Σύχασε, μη τύχη και σε στείλω να χαχλανίζης άσχημα εκεί απ' οπού ήλθες!

ΚΟΡΝ. Είσαι τρελλός, παληόγερε.

ΓΛΟΣΤ. Τι τρέχει μεταξύ σας; Ειπέ μου, τι μαλλώνετε;

ΚΕΝΤ Τα άκρα εναντία 'ταιριάζουν περισσότερο, παρά εγώ και τούτος ο κατεργάρης.

ΚΟΡΝ. Διατί τον λέγεις κατεργάρην; Τι σ' έπταισε;

ΚΕΝΤ Τα μούτρα του διόλου δεν μ' αρέσουν.

ΚΟΡΝ. Και τα 'δικά μου πιθανόν επίσης δεν σ' αρέσουν, ή τα 'δικά του ή αυτής.

(Δεικνύει τον ΕΔΜΟΝΔΟΝ και την ΡΕΓΑΝΗΝ).

ΚΕΝΤ Αυθέντα, συνηθίζω να ομιλώ ειλικρινώς. Εις τον καιρόν μου είδα και πρόσωπα καλλίτερα από αυτά που έχουν κάτι κορμιά εδώ κοντά.

ΚΟΡΝ. Αυτόν εδώ βεβαίως κανείς θα τον επαίνεσε πως στρογγυλά τα λέγει, και διά τούτο προσπαθεί τον τολμηρόν να κάμη, κι' απ' την πολλήν προσπάθειαν το παρακάμνει πλέον. Ειλικρινής είναι αυτός, ορθά κοπτά τα λέγει, να κολακεύση δεν 'μπορεί, και λέγει την αλήθειαν! Αν έχη πέρασιν, καλά· ει δε... αυτός είν’ ίσιος! Τους 'ξέρω τους παμπόνηρους! Μ' αυτήν των την ισιάδα σκεπάζουν αχρειότητα και κρύπτουν πονηρίαν, που δεν την έχουν είκοσι δουλοπρεπείς κηφήνες συνηθισμένοι ταπεινώς να κάμνουν υποκλίσεις.

ΚΕΝΤ Ειλικρινώς και ταπεινώς, αυθέντα σεβαστέ μου, αν είναι με την άδειαν του υψηλού σου κράτους, οπού η δόξα σου, καθώς το φως που στεφανώνει με φλογερόν διάδημα το μέτωπον του Φοίβου...

ΚΟΡΝ. Τι είν' αυτά !

ΚΕΝΤ Αφού η γλώσσα μου δεν σου αρέσει, την αλλάζω. Εγώ βέβαια κόλακας δεν είμαι. Αν κανείς άλλος σου ωμίλησε ορθοκαταίβατα και σ' εγέλασε, ήτο κατεργάρης ορθοκαταίβατος. Εγώ ούτε είμαι ούτε θα γίνω τέτοιος, και αν ήτο να σε ξεθυμώσω με αυτό.

ΚΟΡΝ. (προς τον Οσβάλδον). Τι αφορμήν του έδωκες;

ΟΣΒ. Ποτέ, ποτέ, καμμίαν. Δεν μ' εκαλοκατάλαβε προχθές ο κύριός του, ο βασιλεύς, κ' εσήκωσε το χέρι να με δείρη· κι αμέσως τούτος, πρόθυμος να δείξη κολακείαν, ήλθ' απ' οπίσω μου κρυφά και μ' έκαμε να πέσω, κι άμα με είδε καταγής, με ταις φωναίς αρχίζει να κάμνη τον παλληκαρά. Το ανδραγάθημά του, (που ήτο να καταπιασθή ένα ξαρματωμένον), Βασιλικά εγκώμια τον έκαμε ν' ακούση. Και από το κατόρθωμα εκείνο φουσκωμένος, και τώρα εξεσπάθωσε κ' επάνω μου εχύθη.

ΚΕΝΤ Δειλόν δεν έχει κι' άνανδρον, οπού να μη σου κάμη σκουπίδι και τον Αίαντα!

ΚΟΡΝ. Ο φάλαγγας πού είναι; (22) Παληόγερ' αδιάντροπε κι' αυθάδη, θα σου μάθω...

ΚΕΝΤ Να μάθω τώρα είν' αργά 'ς αυτήν την ηλικίαν. Τον φάλαγγά σου άφες τον. Του βασιλέως είμαι ακόλουθος, και μ' έστειλεν εκείνος εις εσένα. Ολίγον σέβας — και πολλή θα είν' αψηφησία 'ς το ιερόν του πρόσωπον κ' εις το αξίωμά του, αν τον απεσταλμένον του 'ς τον φάλαγγα τον βάλης

ΚΟΡΝ. Φέρετ' εδώ τον φάλαγγα αμέσως! Να μην έχω ούτε ζωήν ούτε τιμήν, αν ως το μεσημέρι δετός δεν μείνη.

ΡΕΓ. Διατί έως το μεσημέρι; Έως το βράδυ άφες τον, κι' ολόκληρην την νύκτα.

ΚΕΝΤ Κ' εις του πατρός σου βέβαια, κυρία μου, τον σκύλον αυτό δεν θα το έκαμνες!

ΡΕΓ. Σ ’ τον δούλον του το κάμνω.

(Φέρουσι τον φάλαγγα υπηρέται).

ΓΛΟΣΤ. Αυθέντα μου, παρακαλώ αυτό να μη το κάμης. Είναι το πταίσμα του βαρύ, αλλά ο κύριός του, ο αγαθός ο βασιλεύς, θα του το τιμωρήση. Είναι το πράγμα που ζητείς ποινή εντροπιασμένη, και τιμωρούνται με αυτήν αισχροί και τιποτένιοι, μόνον οι κλέπται και λησταί ή ποταποί κακούργοι. Θα του φανή πολύ βαρύ του βασιλέως τούτο· | θα το νομίση προσβολήν, εάν ο άνθρωπός του τόσον σκληρά τιμωρηθή.

ΚΟΡΝ. Επάνω μου το παίρνω.

ΡΕΓ. 'Σ την αδελφήν μου θα φανή βαρύτερον ακόμη, τον άνθρωπόν της να κτυπούν εδώ και να υβρίζουν, μόνον και μόνον επειδή κάμνει το θέλημά της. 'Σ τον φάλαγγα τα πόδια του!

Τίθεται ο ΚΕΝΤ εις τον φάλαγγα

Πηγαίνωμεν, αυθέντα.

Απέρχονται η ΡΕΓΑΝΗ, ο ΔΟΥΞ της ΚΟΡΝΟΥΑΛΛΗΣ και υπηρέται.

ΓΛΟΣΤ. Λυπούμαι, φίλε. Αλλ' αυτό είναι η προσταγή του, κι' όταν ο δούκας θέλη τι, ο κόσμος όλος 'ξεύρει, ότι κανείς δεν ημπορεί να του αλλάξη γνώμην. Αλλά εγώ προς χάριν σου θα τον παρακαλέσω.

ΚΕΝΤ Αυθέντα, μη, παρακαλώ. Είμαι 'ξαγρυπνισμένος και τόσον δρόμον έκαμα, ώστ' ύπνος θα μου έλθη, και να σφυρίζω ημπορώ, ενόσω δεν κοιμούμαι· Έχε υγείαν.

ΓΛΟΣΤ. Άτοπα εφέρθηκeν ο δούκας.

(Αναχωρεί).

ΚΕΝΤ Ιδού, τελείται το ρητόν, ω Ληρ, και μεταβαίνεις από την λάμψιν τ' ουρανού 'ς την καύσιν του Ηλίου. (23) Έλα, φανάρι συ της γης, πλησίασε και δος μου μιαν σου ακτίνα φιλικήν το γράμμα να διαβάσω. Τα θαύματα δεν γίνονται παρά 'ς την δυστυχίαν. (24) Της Κορδηλίας είν' αυτό το γράμμα. Το γνωρίζω. Καθώς με ανεκάλυψε 'ς την σκοτεινήν ζωήν μου, θα κατορθώση κ' εις αυτά τα τωρινά δεινά μας να φέρη την διόρθωσιν. — Ω κατακουρασμένα κι' αγρυπνισμένα 'μάτια μου, 'μάτια βαρειά, κλεισθήτε να μη τον βλέπετε αυτόν της εντροπής τον θρόνον. Αι, Τύχη, καλή νύκτα σου. Μίαν φοράν ακόμη, ω Τύχη, χαμογέλασε, και κύλα τον τροχόν σου.

Αποκοιμάται

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

Εξοχή.

ΕΔΓΑΡ (εισερχόμένος.) Την κεφαλήν μου ήκουσα να μου την προκηρύξουν και μόλις ηύρα να κρυφθώ 'ς το κούφωμα ενός δένδρου. Όπου λιμένας και κλειστός· εις κάθε μονοπάτι φυλάγουν άγρυπνοι φρουροί και με παραμονεύουν. Αν τους ξεφύγω, θα σωθώ! Είν' η απόφασίς μου σχήμα να λάβω ταπεινόν και ξεπεσμένον τόσον όσον 'μπορεί τον άνθρωπον τον εξευτελισμένον να τον κρημνίση η συμφορά, και να τον κάμη κτήνος. Χράμι 'ς την μέσην θα ζωσθώ, θα λερωθώ με λάσπην, με το κορμί ολόγυμνο και τα μαλλιά 'μπλεγμένα την τρικυμίαν θ' αψηφώ και την ανεμοζάλην. Καθώς εκείνους τους τρελλούς θα γίνω τους ζητιάνους, που με κραυγαίς και βογκητά, εις τ' αχαμνά των χέρια εμπήγουν ξύλα και καρφιά, κλωνιά δενδρολιβάνου, και 'ς ταις καλύβαις, 'ς τα χωριά, 'ς ταις μάνδραις [και ’ς τους μύλους. γυμνοί γυρίζουν και ζητούν την ελεημοσύνην, πότε με φοβερίσματα, πότε με παρακάλια. (25) Κάτι να είμαι ως τρελλός· ως Έδγαρ τι αξίζω;

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Έμπροσθεν του μεγάρου του Γλόστερ. Ο ΚΕΝΤ εις τον φάλαγγα. Εισέρχονται ο ΛΗΡ, ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ και είς ΙΠΠΟΤΗΣ.

ΛΗΡ Παράδοξον! Πώς έφυγαν, χωρίς να στείλουν 'πίσω τον άνθρωπόν μου!

ΙΠΠΟΤ. Και σκοπόν προτήτερα δεν είχαν να φύγουν, καθώς έμαθα.

ΚΕΝΤ Σε χαιρετώ, αυθέντα.

ΛΗΡ Α! Διεσκέδαζες εδώ μ' αυτήν την καταισχύνην;

ΚΕΝΤ Όχι, αυθέντα μου, εγώ.

ΓΕΛΩΤ. Α, α! Κακά βρακοπόδια φορεί! Τα άλογα τα δένουν από το κεφάλι, τα σκυλιά και ταις αρκούδαις από τον λαιμό, τους πιθήκους από την μέσην, και τους ανθρώπους από τα πόδια. Όταν ένας άνθρωπος έχη ανήσυχα πόδια, του φορούν ξύλινα βρακιά.

ΛΗΡ Ποιος είν' αυτός 'πού 'ξέχασε ότ' είσαι ιδικός μου και σ' έβαλε 'ς τον φάλαγγα;

ΚΕΝΤ Ήτον αυτός κ' εκείνη, και ο γαμβρός κ' η κόρη σου.

ΛΗΡ Όχι!

ΚΕΝΤ Ναι!

ΛΗΡ Όχι, λέγω!

ΚΕΝΤ Ναι, λέγω.

ΛΗΡ Δεν θα τώκαμναν!

ΚΕΝΤ Το έκαμαν, σου λέγω.

ΛΗΡ Ω! Μα τον Δία!

ΚΕΝΤ Ναι, ναι, λέγω, μα την Ήραν!

ΛΗΡ Δεν γίνεται! Δεν ημπορούν! Δεν ήθελαν τολμήσει! Χειρότερη ασέβεια θα ήτο κ’ από φόνον! Εξήγησέ μου σύντομα τι έκαμες ν’ αξίζης, εσύ, απεσταλμένος μου, αυτήν την ατιμίαν!

ΚΕΝΤ Τους ηύρα εις το σπίτι των, κ’ εκεί τα γράμματά σου τα έδωκα 'ς τα χέρια των, γονατιστός εμπρός των, Ακόμη εγονάτιζα το σέβας μου να δείξω, κ' εμβαίνει έξαφνα εκεί τρεχάτος ταχυδρόμος λαχανιασμένος, βιαστικός, ιδροπερεχυμένος. και από την κυρίαν του, την Γονερίλην, φέρνει χαιρετισμούς και γράμματα. Με άφησαν εμένα κ' εδιάβασαν το γράμμα της. Και μόλις το διαβάζουν, μαζεύουν τους ανθρώπους των, και 'ς τάλογα, και [φεύγουν. Κ' εμένα με διέταξαν να τους ακολουθήσω, κι' απόκρισιν 'ς το γράμμα σου εδώ να περιμένω. Αλλά μ' εστραβοκύτταζαν. — Και με τον ταχυδρόμον συναπαντήθηκα εδώ της κόρης σου εκείνον, που με την παρουσίαν του μ' επότισε φαρμάκι. Ήτον ο ίδιος, που προχθές ετόλμησεν εμπρός σου ν' αυθαδιάση. Έδειξα ανδρείαν κι' όχι γνώσιν, κ' έσυρα έξω το σπαθί. Εσήκωσε τον κόσμον με άνανδρα ξεφωνητά εκείνος. Ο γαμβρός σου, κ’ η κόρη του το πταίσμα μου τόσον βαρύ το ηύραν, ώστε μ’ αυτήν να παιδευθώ την καταισχύνην.

ΓΕΛΩΤ. Δεν επέρασε ακόμη ο χειμώνας, αν πετούν απ' εκεί αγριόχηνες.

Αν οι πατέρες κουρελιασμένοι, τότε θα έχουν παιδιά τυφλά. Κι αν η σακκούλα των γεμισμένη, και τα παιδιά των είναι καλά. Η βρωμο-Τύχη, σκρόφας κόρη, κλειδώνει έξω τους πτωχούς.

Και με όλα αυτά, αι θυγατέρες σου θα σε κάμουν να πληρώσης περισσότερα από όσα ημπορείς να λογαριάσεις (26)

ΛΗΡ Ω φουσκωμένη μου καρδιά, μη ραγισθής ακόμη! (27) Πού είν' αυτή... η κόρη μου; Πού είναι;

ΚΕΝΤ Είναι μέσα.

ΛΗΡ Μην έλθετε κατόπιν μου. Εδώ προσμένετέ με.

ΙΠΠΟΤ. Το πταίσιμόν σου είν' αυτό, και όχι τίποτ' άλλο;

ΚΕΝΤ Μόνον αυτό. Πώς γίνεται ο βασιλεύς να έχη τόσον ολίγους οπαδούς;

ΓΕΛΩΤ. Αν σ' έβαλαν εις τον φάλαγγα, διότι έκαμες αυτήν την ερώτησιν, καλά να πάθης.

ΚΕΝΤ Διατί, τρελλέ;

ΓΕΛΩΤ. Πρέπει να έμβης εις το σχολείον των μυρμηγκιών, να μάθης ότι τον χειμώνα δεν γίνεται δουλειά. Όποιος δεν είναι τυφλός και ακολουθεί την μύτην του, οδηγείται από τα 'μάτια του, και μέσα εις είκοσι μύταις δεν θα εύρης μίαν να μυρίζεται το ψοφίμι. — Αν σου τύχη εμπρός σου μεγάλος τροχός να κυλά τον κατήφορον, μακρυά τα χέρια σου! Αν θελήσης να τον σταματήσης, θα σου σπάση τα κόκκαλα. Αλλ' αν ο τροχός ανεβαίνη τον ανήφορον, αγκάλιασέ τον να σε σύρη κ' εσένα επάνω. — Αν εύρης σοφόν να σου δώση πλέον σωστήν συμβουλήν, δος μου οπίσω την ιδικήν μου. Αφού είναι συμβουλή τρελλού, ας την ακολουθήσουν οι ανόητοι.

Όποιος κοπιάζει διά να κερδίσει, κι' όποιος αγαπά προς το θεαθήναι, θα το στρήψη άμα η βροχή αρχίση. Εις την τρικυμίαν συ, αν θέλης, μείνε, Αλλ' εγώ δεν φεύγω. Ο τρελός θα μείνη και ας φύγη όποιος είναι γνωστικός. Ο τρελλός αν φύγη, παίγνιον θα γίνη Παίγνιον δεν είναι όμως ο τρελλός.

ΚΕΝΤ Πού τα έμαθες αυτά, τρελλέ;

ΓΕΛΩΤ. Όχι εις τον φάλαγγα, ανόητε.

(Επιστρέφει ο ΛΗΡ μετά του ΓΛΟΣΤΕΡ).

