# Η αγάπη (Τριλογία)

## Part 2

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32304/index.md

Σαν άκουσε της λυγερής τα μαύρα λόγια ο Γιάννος Τον πήρε η μαύρη απελπισιά και η λαύρα της καρδιάς του Και φεύγει αναστενάζοντας και πάει αγκομαχώντας. Να βρη ποτάμι να πνιγή, να βρη γκρεμό να πέση, Κι’ εκεί που γοργοπήγαινε κι’ όλο μπροστά τραβούσεν, Ο δρόμος τον ετράβησε σ’ έν’ άγριο κορφοβούνι, Πούχε γκρεμούς και βάραθρα και τρόχαλα και σάρες Και τη στιγμήν όπου έσκυψε στην άβυσσο να πέση, Μι’ αναμαλιάρα Γύφτισσα(8) τον άρπαξε από πίσω.... Την είδε κι’ ανατρόμαξε και πάγωσε η καρδιά του Από τον φόβο τον πολύ και την πολλή τρομάρα.... Είταν ψηλή σαν ξέρακας, σκεβρή και κοκκαλιάρα, Στεγνή, κακογεράματη, με μάτια βυθισμένα Μέσα σε κόχες βαθουλές, σα φωλιασμένα φείδια, Φλογέρες τα ποδάρια της, τα χέρια της περόνια, Φτωχοντυμένη, σκυθρωπή, με στόμα αραχνιασμένο. Ξεδοντιασμένο κι’ άχαρο και μέσα γυρισμένο Τόσο, που λίγο θέλανε να γλυκοφιληθούνε Το σεβλερό πηγούνι της με την κυρτή της μύτη. Το κοπιασμένο της κορμί σ’ ένα ραβδί κουμπούσε Κι’ απάνω από τ’ ακάθαρτο και τρύπιο της φακιόλι Πετούσαν έξω σύσκλυδα τα κάτασπρα μαλλιά της.... Λέγει στο Γιάννο : — Τι έπαθες; τι δυστυχία σ’ ηύρε. Και θέλησες να σκοτωθής, στην άβυσσο να πέσης Και τέτοια νειάτα αγγελικά στο Χάρο να προσφέρης; Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου, Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω, Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου. Κι’ ο Γιάννος την ερώτησε μ’ απόκρυφην ελπίδα : —Και ποια είσαι εσύ, που δύνεσαι τον πόνο μου να γιάνης Και μ’ εμποδίζεις να ριχτώ στην αγκαλιά του Χάρου;

Κι’ απολογιέται η Γύφτισσα και με θυμό του λέγει: — Εγώ είμαι η Πρωτομάγισσα, του Μάγου η θυγατέρα. Που μαγειρεύω τες οχιές και τες μονομερίδες, Και καταιβάζω από ψηλά τη νύκτα το φεγγάρι, Και το χτυπώ, σαν άργανο, το δέρνω, σαν παιδάκι... Έχω στη διάτα μου πολλούς κι’ αμέτρητους διαβόλους, Δαιμόνους και ισκιώματα και κατσιποδιαραίους Και βάνω τους, σα δούλους μου, σαν υποταχτικούς μου, Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα Και κάνουνε τη τρίσβαθη, τη θάλασσα άνω-κάτω... Ρίχνω στ’ αστέρια και μπορώ να μάθω ό, τι θελήσω, Κι’ ό, τι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο... Βάνω στον κρύον κόρφο μου και κατοικούνε φείδια Και μέσα εκεί γεννοβολούν κι’ εκεί κλωσσολογούνε Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους... Μαγεύω χώρες και χωριά, μαγεύω πολιτείες, Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους... Μαγεύω τα τρεχούμενα νερά και σταματούνε, Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν, Του αγέρα τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου, Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν. Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε, Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους(9) Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους... Πε μου τον μαύρον πόνο σου, που τρώει τα σωτικά σου Και το καλό σου τ’ όνομα, που σούδωκε ο νουνός σου, Για να σου δώσω γιατρικό, βοτάνι να σου δώσω, Να γιατρευτή η καρδούλα σου, να πάψουν οι καημοί σου( 10)

Γυρίζει ο Γιάννος σκυθρωπός και της απολογιέται: — Μάγισσα, σαν με ρώτησες, να σου το μολογήσω : Γιάννος είταν ο Πάππος μου, Γιάννο και μένα λένε... Και τώρα αγάπησα πολύ μια λυγερή παρθένα, Τη Μάρω την πρωτόκαλλη, τη χιλιοζηλεμένη, Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικιές(11) του λόγγου Και τες Νεράιδες( 12) του γιαλού που περπατούν στο κύμα. Την αγαπώ με την ψυχή και την καρδιά μου όλην, Όπως κανείς δεν αγαπά στον κόσμο τον απάνω, Κι’ όμως αυτή δεν μ’ αγαπά, δεν θέλει να με πάρη.... Μου γύρισε την προξενιά, την τίμια μου αρραβώνα, Που χίλιες μου την γύρεψαν και χίλιες τη γυρεύουν, Κι’ από τον πόνο τον πολύ κι’ από την εντροπή μου Ήρθα στην άκρη του γκρεμού κι’ από ψηλά να πέσω Στη σκοτεινή την άβυσσο, στη αγκαλιά του Χάρου. Κι’ αν ίσως είσαι μάγισσα και μάγου θυγατέρα Και μαγειρεύεις τες οχιές και τες μονομερίδες.... Αν καταιβάζης πο ψηλά τη νύχτα το φεγγάρι Και το χτυπάς, σαν άργανο, το δέρνεις, σαν παιδάκι... Αν βρίσκωνται στη διάτα σου αμέτρητοι διαβόλοι, Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι, Και βάνεις τους, σα δούλους σου, σαν υποταχτικούς σου, Κι’ αναμοχλεύουν τη βουνά και ξερριζόνουν δέντρα, Και κάνουνε τη τρίσβαθη τη θάλασσα άνω-κάτω.... Αν ρίχνης στ’ άστρα και μπορείς να μάθης ό, τι θέλεις. Κι’ ότι κρατάει κάθε καρδιά στα φύλλα της κλεισμένο... Αν βάνης μες στον κόρφο σου και κατοικούνε φείδια Και μέσα εκεί γεννοβολούν και μέσα εκεί κλωσσούνε Και βγάζουν τα φειδάκια τους και κάνουν τα μικρά τους... Αν έχης τόση δύναμη, και αν έχης τόση γνώση Και να μαγέψης ημπορείς χωριά και πολιτείες, Την αρμυρή τη θάλασσα, τους τέσσερους ανέμους, Τα γαργαροτρεχούμενα νερά και σταματούνε, Τα ψάρια και δεν κολυμπούν, τ’ αλάφια και δεν τρέχουν, Του αγέρια τ’ άγρια πουλλιά και δεν πετούν τ’ αψήλου, Τ’ αηδόνια και βουβαίνονται, τες βρύσες και στειρεύουν, Τ’ αρκούδια κι’ ημερεύουνε, τους λύκους και δεν τρώνε, Τα βλογημένα πρόβατα και λησμονούν τ’ αρνιά τους, Και τα κορίτσια τ’ άσπλαχνα και δίνουν την καρδιά τους, Μάγεψε μου την, Μάγισσα, την άκαρδη παρθένα, Που ξεπερνάει στην ωμορφιά τες Ξωτικές του λόγγου Και τες Νεράιδες του γιαλού, που περπατούν στο κύμα, Να με θελήση γι’ άντρα της, γυναίκα να την πάρω, Και να μην πέσω στον γκρεμό, στην άβυσσο μην πέσω, Να σκοτωθώ παράκαιρα, να λείψω από τον κόσμο. Μάγεψε μου την, Μάγισσα, και ζήτησε ό, τι θέλεις, Διαμάντια για τους κόπους σου, φλωριά για τες ορμήνιες Κι’ είμαι ικανός και πρόθυμος να σε καλοπληρώσω.

Τότε γυρίζει η Μάγισσα και σιγανά του λέγει: — Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος. Και δε φοβάσαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια, Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους κόπους, τα ποτάμια, Και δίνεις μ’ ευχαρίστηση και προθυμιά μεγάλη Διαμάντια για τους κόπους μου, φλωριά για τες ορμήνιες, Πετάξου σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια, Σε ποταμούς και σε λακκιές και φέρε μου στην ώρα, Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο (13), Τρία περόνια γύφτικα(14), μια πιθαμή καθένα, Φκιασμένα τα μεσάνυχτα, αυγό μονομερίδας, Χολή οχιάς φαρμακερής, χελώνας αντεράκια, Μάτι σκορπιού κατάμαυρο, κατώχειλο γουστέρας Ποδάρια αράχνης κυβουριού, αγκάθι σκαντζοχοίρου, Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, τομάρι μαύρου άσβου, Αρκούδας ζέρβικο νεφρό, με ξύγγι σκεπασμένο, Σκυλλόδοντο λυσσάρικου και λιμασμένου λύκου, Μύτη κοράκικου σκυλλιού, λιάρας νυφίτσας σπλήνα, Σερνικοθήλυκου λαγού αυτί ριζοκομμένο, Μυαλό γαλάρας αλεπούς, αγριόγατας συκώτι, Κοράκου κόκκαλο ζερβί, πλεμόνι κουκκουβάγιας, Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, βυζάκι νυχτερίδας, Νύχι δεξί χαμόρραγκα, λαρύγγι γουρουνίσιο, Γλώσσα από κίσσα θηλυκή, σκουτί πο πεθαμμένο, Τρεις τρίχες πο της Κορασιάς τες μακρειές πλεξίδες, Και σε κακάβι αγάνωτο, παλιό, χαλκωματένιο. Τρεις χούφτες άκριτο νερό(15), τριτόβραδα παρμένο Τη νύκτα τα μεσάνυχτα, τ’ αρνίθια πριν λαλήσουν( 16), Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση Για να σκαρώσω μαγικά, την Κόρη να μαγέψω, Να σε θελήση γι’ άντρα, της, γυναίκα να την πάρης. Αν ίσως αγαπάς πολύ, κι’ αν ίσως είσαι κι’ άξιος Και δεν φοβάσαι τίποτε στον κόσμο τον απάνω, Τρέξε, μη χάνης μια στιγμή, και φέρε μου όσα σου είπα.

Άμ’ άκουσε της Μάγισσας αυτά τα λόγια ο Γιάννος, Της είπε με βραχνή φωνή και σουφρωμένα φρείδια: — Την αγαπώ παραπολύ και λυόνω, σαν το χιόνι, Που το χτυπάει ζεστή νοτιά, κι’ ήλιος γλυκός το δέρνει. Ποτέ μου δεν εδείλιασα κι’ είμαι άξιος και παράξιος. Και δεν φοβούμαι τα θεριά, τες νύχτες, τα σκοτάδια, Τους δρόμους, τες κακοτοπιές, τους βάλτους, τα ποτάμια, θα τρέξω σ’ όρη και βουνά, σε κάμπους και λειβάδια. Σε ποταμούς και σε λακκιές, κι’ όσα διατάζεις όλα Θα σου τα φέρω ανέλλειπα, κι’ απανωθιό στην ώρα, Που το φεγγάρι χάνεται και πιάνεται καινούργιο, Μον να μου πης πού θα σε βρω και πού θα σε συντύχω.

Κι’ αυτή του απολογήθηκε, τεντόνοντας το χέρι: — Μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά με βρίσκεις κάθε μέρα...

Της ρίχνει ο Γιάννος δώδεκα φλωριά και δυο διαμάντια Και τρέχει-τρέχει πεταχτός, σαν τρομαγμένο αλάφι.... Διαβαίνει όρη και βουνά, και κάμπους και λαγκάδια, Ποτάμια και νεροσυρμές, βουνόπλαγα και λάκκους, Σειώνταν η γη στο διάβα του, μεριάζανε τα δέντρα Κι’ όσα σημάδια η Μάγισσα τον διάταξε να μάση, Τα βρήκεν όλα, τ’ άμασε και τάφερέ της όλα Στη σκοτεινή της τη σπηλιά, χωρίς να λείψη ούτ’ ένα, Την ώρα πώγερνε γλυκά κατά τη δύση ο ήλιος Και το φεγγάρι χάνονταν και πιάνονταν καινούργιο, Κι’ αυτή τα πήρε στην ποδιά με προσοχή μεγάλη Να ιδή αν είτανε σωστά, να ιδή αν είταν κι’ ίδια, Κι’ ύστερα στ’ άκριτο νερό, που είταν μες το κακάβι, Ανάλαφρα και ταχτικά, τα ρίχνει ένα-ένα, Λέγοντας λόγια μαγικά, διαβολεμένα λόγια, Που δε μπορούσε τίποτε κανείς να καταλάβη, Σα να είτανε παντάξενα κι’ άγνωστης γλώσσας λόγια... Στεκόντανε στο πλάγι της ο Γιάννος μ’ αγωνία, Βουβός και κατακίτρινος, λαχταρισμένος, κρύος, Και του σηκόνονταν ορθές οι τρίχες του κορμιού του, Σαν αγρίευαν και γούρλοναν της Μάγισσας τα μάτια, Κι’ έβγαζε αφρούς το στόμα της μαζύ με τη φωνή της. Έγερνε ο ήλιος φλογερός, απανωθιώ στη δύση, Πανώριος, αχτιδόπνιχτος, αστραποφορεμένος, Σα βασιλιάς περήφανος, άξιος και παλληκάρι. Από τες νίκες τες πολλές και την πολλή τη δόξα, Όταν γυρίζη αγέρωχος στα ολόχρυσα παλάτια, Ν’ αναπαυτή χαρούμενος πο τους πολλούς του κόπους, Να φάη να πιή και να ριχτή, σ’ ολόχρυσο κρεββάτι. Χρυσοβολούσε ολάκερο το δύσμα πέρα-πέρα Και τα λευκά τα σύννεφα, που κρέμονταν ψηλά του, Χρυσώθηκαν και γίνηκαν μια μάζα χρυσοφόρα, Ένα κομμάτι μάλαμμα, θεώρατο μεγάλο, Μ’ άμετρες χρυσοζωγραφιές, βουνά, νησιά και λίμνες, Και κάμπους κι’ ώμορφες αχτές, κι’ ολόχρυσα λιμάνια Οι ίσκιοι, εγιγαντεύανε κι’ απλόνονταν πελώριοι,

Και προς τη μαύρη Ανατολή τραβιώνταν να κρυφτούνε, Δροσάτη αύρα αρχίναε τον κόσμο να χαϊδεύη, Οι στρατοκόποι ανάγκαζαν το κουρασμένο βήμα, Οι ζευγολάτες μόχταγαν και κένταγαν με πόνο. Καθένας το ζευγάρι του, τα δυο καματερά του, Ν’ απετελειώσουν τη σποριά, πριν πάρη το σκοτάδι.... Τα δέντρα αναγαλλιάζανε και χαίρονταν οι θάμνοι Και θράσευαν τα φύλλα τους, που τα είχε μάθει η κάψα, Τα πετεινά τσιτσίριζαν ευφρόσυνα στους λόγγους, Κι’ ίδιο σκοπό καθένα τους εγλυκοτραγουδούσεν, Από τ’ αηδόνι το γλυκό, κι’ ως τον καλό τον σπίνο.... Στα ρόγγια μέσα τρέχανε τα λαίμαργα τα γίδια Και στες πλαγιές τα πρόβατα σιγά-σιγά βοσκούσαν, Λαλούσανε περίχαρα και κύπροι και κουδούνια, Γαυγύζαν τα μαντρόσκυλλα κι’ έτρεχαν άνω-κάτω, Είτε αν διαβάτες πέρναγαν αργόβαδοι στο δρόμο, Είτε αν ωσμίζονταν τορόν εγκαιροπατημένον Ζουδιών, που μες στα σύνδεντρα γυρίζαν όλη ημέρα, Κι’ ο ευτυχισμένος πιστικός εκάθονταν απάνω Σε μια ραχούλαν ώμορφη, δενδροστεφανωμένη, Και πότε πετροβόλαε τα γιδοπρόβατά του, Πότε την αργυρόφωνη φλογέρα του λαλούσε, Και σμίγονταν γλυκά-γλυκά μ’ αδελφικήν αγάπη Το μαλακό το λάλημα της γλυκερής φλογέρας, Τα βροντερά γαυγύσματα καλοθρεμμένων σκύλλων, Τα «ντιγκ - ντιγκ - ντιγκ» των κουδουνιών, τα «γλαγκ- [γλαγκ-γλαγκ των κύπρων, Των κοπαδιών ο θόρυβος, οι σάλαγοι, οι κουβέντες, Και των πουλλιών το έγκαιρο και μαγικό τραγούδι, Κι’ αχολογούσαν οι λακκιές, και βούιζαν οι λόγγοι, Σαν να είταν θεία μουσική, ουράνιο πανηγύρι, Ύμνος γλυκός, αθάνατος στον δοξασμένον Πλάστη, Βγαλμένος μέσα από της Γης τα βλογημένα στήθια, Κι’ όταν ο ήλιος κρύφτηκε στα κορφοβούνια πίσω, Και το καινούργιο φάνηκε φεγγάρι στα ουράνια, Ξεκίνησεν η Μάγισσα, κρατώντας το κακάβι Με το ζερβί το χέρι της, το καταστεγνωμένο, Κι’ ακκούμπαε με το δεξί σε στέριο δικανίκι.... Ο Γιάννος καταπόδι της τη σιγακολουθούσε, Και ροβολήσανε μαζύ κατήφορο μεγάλο, Κι’ όταν κουρνιάσανε γλυκά τα ταπεινά στους λόγγους Και σκοτιδιάστηκεν η Γη κι’ ανάψανε τ’ αστέρια, Εφτάσανε μες στην καρδιά, τη σκοτεινή και μαύρη, Του φοβερού του φάραγγα, στην άκρη της οβίρας(19), Όπου την έχουν κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες, Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδαραίοι, Και δεν τολμάει άνθρωπος σιμά της να περάση, Ούτε πρωί με τη δροσιά, ούτε και μεσημέρι.... Ο μπούφος αγριολάλαε, θρηνούσε η κουκουβάγια, Ο γκιώνης μυρολόγαε μ’ απελπισιά μεγάλη, Γουρλιώνταν το λυσσάρικο σκυλλί ψηλά στη ράχη, Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος.... Γονάτισεν η Μάγισσα κι’ απόθεκε τα μάγια, Εκάρφωσε ψηλά στη γη τα τρία τα περόνια, Σαν πυροστιά τριπόδαρη, μπηγμένη μες στο χώμα Έβγαλε από τον κόρφο της, τον καταστεγνωμένο, Στερνάρι(20) και πυριόβολο(21) και μια κουλούραν(22) ίσκα, Κι’ άρχισε να πυριοβολά και να σκορπάη σπίθες, Που μες το σκότος φαίνονταν σα σύρμα χρυσαφένιο.... Άναψεν η ίσκα και μ’ αυτήν ανάμεσα στα τρία Περόνια έκανε φωτιά με κλάδους πλατανίσιους, Που είτανε σκόρπιοι καταγής και καταστεγνωμένοι, Κι’ αρχίνησε να δρασκελάη απανωθιό στη φλόγα, Γυμνή, σαν πως τη γέννησεν η μαύρη της η μάννα, Φτυώντας πισόπλατα, τριπλά, σε κάθε δρασκελιά της, Και λέγοντας σιγά-σιγά μ’ αγριεμένα μάτια : — «Τρεις πέντε δέκα πέντε τους, τρεις έξη δεκοχτώ τους » Και τρεις εφτά είκοσι μια(23), σε κλειδωνιά κλεισμένα » Και μες σε βρωμοπήγαδο ριγμένα Τρίτη βράδυ»(24).

Χίλιες φορές δρασκέλησεν από το ένα μέρος Και χίλιες ξεδρασκέλησεν αντίθετα από τ’ άλλο, Ξανάειπε χίλιες δυο φορές τα μαγικά της λόγια Και δυο χιλιάδες έφτυσε τριπλά πισόπλατά της, Κι’ όλο συμπούσε τη φωτιά κι’ όλο τη συδαυλούσε, Κι’ έρριχνε ξύλα απάνω της για να κρατούν τη φλόγα.

Άξαφνα φώναξε άγρια με τη στριγγιά φωνή του Το μαυροπούλλι(25) στη σπηλιά, σα να είχε ανατρομάξει, Μαύρα μεσάνυχτα τη Γην εγράπωσαν με λύσσα, Σαν πως γραπόνει ο σταυραετός την πέρδικα στα νύχια, Κι’ όταν επρόβαλε ψηλά στον ουρανόν έν’ άστρο(26), Που τώχουν συμβουλάτορα στα μάγια τους οι μάγοι, Άναψε η Μάγισσα κερί πράσινο και φκιασμένο Με ξύγγι ανθρώπου ζωντανού, μ’ αιματωμένη ζύμη(27], Και το κακάβι σήκωσε, πούχε τα μάγια μέσα, Κι’ άρχισε κάθε μαγικό να ρίχνη στην οβίρα, Για το καθένα λέγοντας άγρια λόγια κρύα : — « Οβίρα μου, που είσαι βαθειά οργυιές σαράντα πέντε, » Και σ’ έχουνε για κατοικειό διαβόλοι εννιά χιλιάδες, » Δαιμόνοι και ισκιώματα και κατσιποδιαραίοι, » Δέξου από δύστυχη καρδιάν αυγό μονομερίδας (28), » Που θάβγαινε από μέσα της με δυο κεφάλια φείδι... » Χολή οχιάς(29) φαρμακερής, που θα μπορούσε ακέρια, » Τρία ποτάμια ξέχειλα να καταφαρμακώση.... » Άντερα κίτρινα, παχυά σβαρνιάρικης χελώνας(30), » Που θάφτονταν εξάμηνο στης Γης τον μαύρον κόρφο.... » Μάτι σκορπιού φαρμακερού, κατάμαυρο σαν πίσσα, » Όπου μπορούσε κι’ έβλεπε στης γης τα κατακλείδια.... » Κατάστεγνο κατώχειλο γουστέρας κιτρινιάρας, » Πούχε τον φόβο σύντροφον αχώριστον στον κόσμο.... » Μακρυά ποδάρια και λειανά αράχνης κυβουρίσιας, » Που γύφαινε αραχνόπανα ψηλά σε πεθαμένους.... » Σκαντζόχοιρου ψιλόμακρον αγκάθι, σα βελόνι, » Μ’ αγκύλωμα φαρμακερό, που χρησιμεύει σ’ όλα, » Τα διαβολοκεντήματα, τα διαβολοτεχνίδια.... » Κοιλιά γεμάτη σκουληκιού, κατάσπρου σαν το χιόνι, » Που είταν της βρώμας γέννημα, των ψοφιμιών στολίδι... » Τομάρι άσβου(31) ανήλιαγου, νυχτοθρεμμένου μαύρου, » Που δεν τον έκρουξαν ποτέ του ήλιου οι αχτίδες... » Ζερβί νεφρό κατάμαυρο, με ξίγγι σκεπασμένο, » Αρκούδας άγριας μαλλιαρής κι’ ορθοπερβαταρούσας, » Που περπατούσε με τα δυο και χόρευε σα νύφη.... » Σκυλλόδοντο λυσιάρικου και λιμασμένου λύκου, » Πώφαγε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια... » Μύτη κοράκικου σκυλλιού, μαντρόσκυλλου γκρινιάρη, » Που πάλευε, σαν το θεριό, με λύκους και μ’ αρκούδες... » Κι’ από μακρυά ωσμιζόντανε τους κατσιποδιαραίους(32).. » Λειάρας νυφίτσας(33) βρώμικη κι’ αιμαρωμένη σπλήνα, » Που μέρα νύχταν έτρεχε και θέριζε ποντίκια... » Σερνικοθήλυκου λαγού δεξί αυτί, που ο ύπνος » Δεν το είχε πιάσει κάμποτε στα δολερά του δίχτυα... » Μυαλό γαλάρας αλεπούς(34), παμπόνηρης και στρίγλας, » Όπου έτρωγε στην πείνα της τα μαύρα τα παιδιά της... » Μαύρο συκώτι αγριόγατας, ακάθαρτης, πανούργας, » Πούχε γουστέρες για ψωμί και φείδια για προσφάγι.... » Παλιού κοράκου κόκκαλον από ζερβί ποδάρι, » Που είχε ψοφίμια για χαρά και αίμα για πανηγύρι.... » Πλεμόνι κατακόκκινο κλαψάρας κουκουβάγιας(35), » Που είταν του Χάρου μύνημα, της ερημιάς στολίδι, » Μπούφου κατάμαυρου καρδιά, νυχτομεγαλωμένου, » Που την ημέρα κρύβονταν να μην τον δη ο ήλιος » Κι’ όλη τη νύχτα βόγγαε και γαύγυζε, σα σκύλλος(36)... » Σκληρό κατάμαυρο βυζί γαλάρας νυχτερίδας(37), » Όπου έσκιζεν αδιάκοπα της νύχτας τα σκοτάδια, » Και δεν αντίκρυζε ποτέ τη λάμψη της ημέρας.... » Νύχι δεξί χαμόραγγα(38), που ζούσε μες το χώμα, » Κι’ είχε τη μαύρη του φωλιά στης Γης τα κατακλείδια... » Πλατύ λαρύγγι γουρουνιού, που είχε μια πύχη μύτη, » Και καταλούσε αδιάκοπα τροφή μαγαρισμένη.... » Γλώσσα από κίσσα θηλυκήν(39), εφτάγλωσση, αιμοβόρα, » Όπου έβαλε τον αδερφό τ’ αδέρφι να σκοτώση, » Τ’ αδέρφι του το εγκαρδιακό, τον δύστυχο τον Γκιώνη.... » Σάπιο κατάμαυρο σκουτί, βγαλμένο από το μνήμα, » Που στόλιζε κορμί νεκρού μέσα στης Γης τον κόρφο.... » Τρεις χούφτες άκριτο νερό, τριτόβραδα παρμένο, » Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, τα ορνίθια πριν λαλήσουν, » Κάτω από μύλου φτερωτή, χωρίς λαλιά και κρίση, » Κι’ από της Κόρης της σκληρής τες μακρειές πλεξίδες, » Τρεις τρίχες μαύρες και μακρειές, σα φείδια σκοτωμένα.

Την ώραν, οπού πέφτανε τα μάγια στην οβίρα, Κι’ έπλεαν άλλα στο νερό, σα να είτανε σκουπίδια, Κι’ άλλα βυθίζονταν σιγά στον άπατο βυθό της, Αρχίνησε ένα χούχλασμα, μια ταραχή μεγάλη, Που βούιζεν ο φάραγγας πέρα και πέραν όλος.... Τα μάγια ανακατόνονταν και τάδερναν οι χούχλοι, Σαν τα σκουτιά η νεροτροβιά, που μέσα της δουλεύει, Και πότε φαίνονταν ψηλά στους χούχλους ν’ αναιβαίνουν, Και πότε χάνονταν βαθυά στο βύθο της οβίρας. Κι’ όσο ανεβοκατέβαιναν τα μάγια απάνω κάτω, Κι’ έβραζεν όλο το νερό και χόρευαν οι χούχλοι, Εχόρευε κι’ η Μάγισσα τρογύρω στην οβίρα, Και φτυούσε μέσα κι’ έλεγε παράξενα τραγούδια, Στους πλειό παράξενους σκοπούς, σαν άγρια μυρολόγια:

« Βγάτε από μέσα όλοι, -όλοι-όλοι-όλοι.... » Τρισκατάρατοι διαβόλοι, -όλοι-όλοι-όλοι.... » Και πετάτε με ορμή-μή-μή-μή.... » Στ’ ανερώτευτο κορμί, -μί-μί-μί.... » Την πανώρια Κορασιά, -σιά-σιά-σιά.... » Πώχει πέτρα την καρδιά, -διά-διά-διά.....

» Μπάτε μέσα στην καρδιά της-άτης-άτης-άτης.... » Και στα πετροσωτικά της, -άτης-άτης-άτης.... » Ρίξετε τα μαγικά, -κά-κά-κά.... » Τα διαβολογιατρικά, -κά-κά-κά.... » Για να γένη μαλακή, -κή-κή-κή.... » Μαλακή και σπλαχνική-κή-κή-κή....

» Και το Γιάννο ν’ αγαπήση-ήση-ήση-ήση.... » Όσο εδώ στον κόσμο ζήση, -ήση-ήση-ήση.... » Με καρδιά και με ψυχή-χή-χή-χή.... » Ως την ύστερη πνοή, -ή-ή-ή— » Κι’ ως τη μαύρη μέσα γη-η-η-η.... » Η αγάπη της να ζη-η-η-η...»

Κι’ αχολογούσε ο φάραγγας, κι’ αχολογούσε ο λάκκος, Από τον άγριο το σκοπό και τους χορούς των χούχλων, Κι’ εκεί οπού περίμενεν η Μάγισσα μ’ αγώνα Να γένη το νερό τυρί(40) της φοβερής οβίρας, Να πιάσουνε τα μαγικά κι’ η παινεμένη Μάρω Να δώση την καρδούλα της στου Γιάννου την αγάπη, Ανάτειλεν ο αυγερινός, λαλήσανε τ’ αρνίθια, Γαλάτιασε η ανατολή, και θάμπωσαν τ’ αστέρια.... Σταμάτησεν η ταραχή, κατάπαψαν οι χούχλοι, Λακκίσανε τα ισκιώματα και φύγαν πηλαλώντας, Ακούστηκαν οι σάλαγοι, και κύπροι, και κουδούνια, Και τα σκυλλογαυγύσματα στα πλάγια και στους λόγγους, Και χάθηκαν τα μαγικά στο βάθος της οβίρας.

Συνέφιασαν από θυμό της Μάγισσας τα μάτια, Βλαστήμησε και χτύπησε στο χώμα το ποδάρι, Βούτησε το ξυγγόκερο μες στη βαθειάν οβίρα, Εγούρλωσε τα μάτια της και σταύρωσε τα χέρια Κι’ είπε στο Γιάννο ξέκαρδα και με περίσσια λύπη : - Πήγαν οι μαύροι κόποι μας χαμένοι πέρα-πέρα! Αχ! δεν της κάνουν τίποτε τα δόλια μαγικά μου Γιατ’ έτυχε η καλότυχη να γεννηθή Σαββάτο (42), Σαββάτο, μοσκοσάββατο της Μεγαλοβδομάδας! Ανάθεμά τες, που γεννούν τες μάννες τα Σαββάτα, Κ’ ακόμα τρις ανάθεμα σ’ εκείνες, που γεννούνε Παιδιά και κόρες ώμορφες τρία καλά Σάββατα Της τυρινής αποκριάς, της Καθαροβδομάδας Και το Μεγαλοσάββατο, που ανοίγουν τα κυβούρια!

ΜΕΡΟΣ Β’

ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

— Και τώρα :

Την ερώτησεν ο Γιάννος με λαχτάρα.

— Τώρα, του λέγει η Μάγισσα, ν’ αλλάξη την καρδιά της. Τίποτες άλλο δε μπορεί, παρά ο ανθός εκείνος. Που στα τραγούδια λέγεται «Βοτάνι της Αγάπης»(42).

Πάλι γυρίζει και της λέει της Μάγισσας ο Γιάννος: — Πες μου, να ζήσης, Μάγισσα, ξαδέρφη των δαιμόνων, Που βρίσκεται τ’ αλάθευτο Βοτάνι της Αγάπης, Που την καρδιά της άσπλαγχνης μπορεί να μεταπείση; Σε τι λιθάρι βρίσκεται; Σε τι γκρεμό φυτρόνει; Όπου κι’ αν είναι το, μπορώ να πάγω και να τώβρω... Δε με φοβίζει τίποτε: γκρεμοί, ποτάμια, λόγγοι... Μονάχα πε μου, που είναι το, και πώς μπορώ να τώβρω, Γιατ’ είμαι άξιος κι’ ικανός, γερός και παλληκάρι. Κι’ αυτή του απολογήθηκε, μ’ απελπισιά μεγάλη: — Πίσω από κείνο το βουνό, πούναι ψηλό και μέγα, Πώχει τα σύννεφα κορφή και μέση τα λαγκάδια, Και ρίζα του της θάλασσας, τ’ απάτητα θεμέλια, Στέκει περίφανο, βαρύ, άλλο βουνό μεγάλο, Και πίσω πάλιν απ’ αυτό άλλο βουνό προβάλλει, Κι’ αυτό τρανό κι’ υπέρψηλο, κι’ αυτό πολύ μεγάλο, Και πίσω πάλι κι’ απ’ αυτό άλλο και πάλιν άλλο, Βουνά σαράντα στη γραμμή, συνεφοσκεπασμένα, Και στο βουνό τ’ ακριανόν, όπου είναι απ’ όλα πίσω, Είν’ ένα σπήλιο απάτητο σ’ έναν γκρεμό μεγάλον Οπού είναι παραδύσκολο σ’ ανθρώπινο ποδάρι Να σκαρφαλώση, ν’ αναιβή και μέσα να πατήση. Σ’ αυτού του σπήλιου τη πορειά, στη θύρα αυτού του σπή- Φυτρώνει τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, [λιου, Πώχει λουλούδια σα φλωρί και φύλλα σαν ασήμι, Και μες το σπήλιο κάθεται και το παραφυλάει Μέρα και νύχτα ανέλλιπα, χωρίς να κλειή το μάτι, Δράκοντας άγριος, φοβερός και μαύρος, σαν την πίσσα, Που δεν αφίνει τίποτε σιμά του να ζυγώση, Άνθρωπον, ή τετράποδο, πετούμενον, ή μυίγα, Κι’ αν ημπορέσης τον γκρεμό ν’ αναίβης, να πατήσης, Να πολεμήσης το θεριό και να το ρίξης κάτω, Στην άχανη την άβυσσο να σκοτωθή να πάη, Κι’ αρπάξης τ’ αξετίμητο Βοτάνι της Αγάπης, Τρέχα, πετάξου, σαν αητός, και πετροβόλησέ το Στης Κορασιάς το πρόσωπο, που σ’ έχει σκλαβωμένο, Κι’ άμα την πάρη των ανθιών η ευωδιά η μεγάλη, Όπου μεθάει την καρδιά και τη βαρυολιγόνει, Στην αγκαλιά σου θα ριχτή, σα διψασμένο αλάφι, Θα σ’ αγαπήση από καρδιά και ταίρι θα σε κάνη.

