# Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

## Part 20

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32215/index.md

Αυτό το περιστατικό μας δείχνει αμέσως πόσο διαφορετικιά είταν η δυτική πολιτική στα εκκλησιαστικά, και πόσο φυσικό φαινότανε νάρθη ο χωρισμός που ήρθε κατόπι. Κι ο λόγος, πρώτο που η Ρώμη πια τώρα δεν είχε Αυτοκρατόρους μήτε δυνατόγνωμους μήτ' αδύνατους, και περνούσε εκεί ο λόγος του Πάπα· και δεύτερο, που στη Δύση δεν κατοικούσανε λαοί μήτε καλά καλά πολιτισμένοι, μα μήτε φιλόνεικοι και σοφιστικοί σαν τους δικούς μας, να βγάζουν κάθε λίγο κι από μια αίρεση. Ένα δρόμο πήγαιναν όλοι τους· πίστευαν πως ο Πάπας λάθος δεν μπορούσε να κάμη, και τον ακολουθούσανε. Με τέτοια λοιπό διαφορετικά στοιχεία, μήτε τώνε δικώ μας οι γνώμες δεν μπορούσανε να κολλήσουνε στη Ρώμη μήτε οι δυτικές στην Κωσταντινούπολη· είτανε δυο διαφορετικά συστήματα, ας πούμε δεσποτισμός και δημοκρατία. Αυτού μέσα βρίσκεται το καθαυτό μυστήριο του χωρισμού. Τα θεολογικά αίτια που αναφέρουνται και ξεδιαλύνουνται από τους όσους τα σπουδάζουν, είναι φυσικά κι αυτά αξιομελέτητα, μα καταντούνε δευτερεύοντα μπροστά στην καθαυτό, τη φυσικιά την αιτία.

Είναι ίσως ανάγκη να τα λαφροαγγίξουμε μια στιγμή τα ζητήματα αυτά, με μεγάλη προσοχή όμως, μην τύχη και ξεγλιστρήσουμε όξω από τα όρια της απλής αυτής ιστορίας.

Είπαμε παραπάνω κάτι για τα «πρεσβεία» που της έδινε της Ρώμης η σύνοδο της Χαλκηδόνας, σαν πρωτοβασιλεύουσα που είτανε. Μα σιμά σ' αυτό λέγουν ακόμα οι θεολογικοί ιστορικοί — της Δύσης όμως — πως οι πιο σπουδαιότεροι λόγοι που δίνουν τα πρωτεία στη Ρώμη είναι πως ο Απόστολος Πέτρος, ο καθαυτό ιδρυτής της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, είταν πρώτος μέσα στη χορεία των Αποστόλων και πως στα πρώτα πρώτα χρόνια όλος ο χριστιανικός κόσμος κατά τη Ρώμη κοίταζε, και κείνηνα τιμούσε πιώτερο παρά πάσα άλλη Εκκλησία. Βλέπουμε όμως αμέσως πως κ' οι δυο αυτοί λόγοι είναι λόγοι που μήτε θεολογικούς καλά καλά. δεν μπορείς να τους πης· είναι λόγοι στηλωμένοι απάνω σε μια παράδοση, σ' ένα αίστημα. Καμιά, μήτε ιστορική μήτε θεολογική αξία δεν έχουν. Ιστορική και θεολογική αξία έχει ο κανόνας της Χαλκηδόνας, κι αυτός καθώς είδαμε είταν πολύ καθαρός. Και μήτε σηκώνει άλλη ξήγηση· α σήκωνε άλλη ξήγηση, δε θα πεισμάτωνε εναντίον του κανονισμού εκείνου ο Πάπας ο Λεόντιος Πρώτος.

Μα γιατί λοιπό δεν έπεσαν αμέσως τα πρωτεία της Ρώμης, θα πήτε, άμα έπεσε ο υστερνός της Αυτοκράτορας στα 476; Έπεσαν τα πρωτεία, και δεν έπεσαν. Ορίστε που τριανταπέντε χρόνια μήτε πρωτεία μήτε δευτερεία δεν της αναγνώριζε ο Πατριάρχης, καθώς και κατόπι πολλές φορές. Αν όμως, σάνε φιλιώνουνταν πάλε, φύλαγε η Ανατολή τον παλιό σεβασμό προς τη Δύση, ο λόγος δεν έρχεται μήτ' από τον Απόστολο Πέτρο μήτ' από άλλη παρόμοια παράδοση, παρ' από το μαγικό τόνομα της Ρώμης, που την έβλεπε πάντα η Ανατολή σα δοξασμένη μητέρα της, γέρικη ίσως και μα το ναι πεθαμμένη, μα σαν είδος μητέρα πάντα. Λόγος ανθρώπινος, κι όχι θεϊκός.

Ή μηγαρίς και στάλλα, τα κοσμικά της συστήματα η Κωσταντινούπολη δεν το είχε ακατάπαυα στημένο μπροστά της το ρωμαϊκό πρότυπο, αφού και Νέα Ρώμη λέγουνταν, και Ρωμαίοι οι κάτοικοι της, και λατινική κάμποσους αιώνες η επίσημη γλώσσα της;

Μια κ' έμεινε ο Πάπας ο μόνος Ρωμαίος ηγεμόνας της Δύσης, το θάρρεψε πως και στην Κωσταντινούπολη έπρεπε να βασιλέψη, κι ας είχαμε εμείς και πολιτικούς ηγεμόνες δικούς μας. Να μας λοιπόν πάλε στην καθαυτό την αιτία του χωρισμού, στην ίδια την αιτία που έκαμε τον Πάπα και κήρυξε πως ο Ζήνωνας δικαίωμα δεν είχε νανακατεύεται στα θρησκευτικά, μα πως έπρεπε και να υποτάζεται στους επισκόπους, και μάλιστα στον ίδιο τον Πάπα. Πόσο λογική και πόσο δίκια είταν αυτή η απαίτηση, το κρίνουμε από το δρόμο που πήρε ο ίδιος ο Πάπας αργότερα, όταν άρχισε νανεκατεύεται σε κοσμικά ζητήματα και να γίνεται δυο λογιώ μονάρχης, αυτός που δεν τον ήθελε το Ζήνωνα δυο λογιώ.

Δεν την ψεγαδιάζουμε και πολύ την Παπωσύνη που ανεκατεύτηκε στα κοσμικά της Δύσης τους ταραγμένους εκείνους καιρούς, που οι βαρβάροι πηγαινοερχόντανε μέσα στην Ιταλία σαν τα μερμήγκια στα μονοπάτια τους· την ψεγαδιάζουμε μονάχα που ήθελε και καλά να φέρη παρόμοια ιεραρχικά συστήματα στην Ανατολή, σα να μην τόβλεπε πως εκεί είταν άλλος λαός, άλλοι Βασιλιάδες. Ο κόσμος της ανατολικής Αυτοκρατορίας είταν κόσμος πολιτισμένος για κείνους τους καιρούς, κι όχι μισοπολιτισμένος ή και βάρβαρος. Ως και τα πανεπιστήμια της τα είχε η Ανατολή τότες. Και ποιος από τους αμέτρητους εκείνους σοφούς μας πούσκιζαν τρίχες να το καταπιή ανεξέταγο το επιχείρημα λόγου χάρη του Πάπα Συμμάχου προς τον Αναστάσιο, πως δηλαδή «ταξίωμα του επισκόπου είναι τόσο ανώτερο από το βασιλικό αξίωμα όσο ο Θεός από τον άνθρωπο!» Ο κόσμος θα χαλνούσε με τέτοιες νομοθεσίες στην Ανατολή. Ο Πάπας όμως μήτε τα μελετούσε αυτά μήτε του σύφερνε να τα μελετήση.

Αν έκαμαν οι Αυτοκρατόροι μας καλά ή όχι — από τον Κωσταντίνο και κάτω — να κανονίζουνε θρησκευτικά ζητήματα, και κάποτες με μέτρα τυραννικά μάλιστα, άλλος λόγος αυτό. Εκείνο που πρέπει εμείς να θυμούμαστε είναι πως δίχως τέτοια μέτρα θα κομματιάζουνταν το Κράτος και θα κιδύνευε η εθνική μας ενωσύνη κι' η ζωή μας χερότερα απ' όλες τις βαρβαρικές πλημμύρες που πλάκωσαν. Το κάτω κάτω, τι άλλο μας γλύτωσε από κάθε φουρτούνα παρά η Ορθοδοξία, εκείνη δα που και Πίστη κατάντησε να τη λέη ο λαός: Αυτά όμως τα είπαμε και στην Εισαγωγή. Εκείνο που μπορούμε να ξαναπούμε και δω είναι πως αξετίμητο καλό μας έκαμαν οι αυτοκρατόροι, όταν πήραν τη δογματική στα χέρια τους, και κανόνισαν το δρόμο της θρησκείας σα να είτανε συνηθισμένο πολιτικό ζήτημα.

Ο Ζήνωνας όμως μήτε τυραννικός δεν είτανε με τους αιρετικούς, παρά ζήτησε να προλάβη πολέμους και να φιλιώση τόσα και τόσα ανταγωνιστικά στοιχεία με γνωστικούς και με διπλωματικούς τρόπους. Και δεν είτανε μήτε απλό όργανο του ο Πατριάρχης του Ζήνωνα, μόνο σύθρονός του και συνεργάτης του, αφού δα αυτός τον παρακίνησε να βγάλη και το περίφημο το «Ενωτικό».

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Αναστάσιος

Σαν απέθανε ο Ζήνωνας, εκεί που περίμενε ίσως ο κόσμος το Λογγίνο διάδοχο, ξεφύτρωσε άλλος γαμπρός για το θρόνο στη μέση. Κ' είτανε σταλήθεια γαμπρός ο Δυρραχιώτης ο Φλάβιος Αναστάσιος, ο ωραίος Σιλεντιάριος, ο «Δίκορος», καθώς τον παρονομάζανε, με το να είταν τόνα του μαύρο μάτι και τάλλο του γαλανό. Τον ερωτεύουνταν η βασίλισσα η Αριάδνη τον Αναστάσιο χρόνους και χρόνους. Είταν περίπου εξηντάρης σανέ χήρεψε ο θρόνος, κι ως τόσο τον αγαπούσε ακόμα η Αριάδνη. Βάλθηκε λοιπό να τον κάμη Βασιλέα, και το κατάφερε με τη βοήθεια των ευνούχων του παλατιού. Τονέ δέχτηκε ο λαός, τονέ δέχτηκε το Σενάτο. Ο Πατριάρχης όμως ο Ευφήμιος, με το να είταν ο Αναστάσιος αιρετικός (αρειανή η μητέρα, του, μανιχαίος ένας του θειος), δεν έστεργε να τονέ στεφανώση. Παρά να χάση λοιπόν τη βασιλεία παραιτιέται ο Αναστάσιος από τις προγονικές δοξασίες του, κ' υπογράφει έγγραφο πως παραδέχεται τα δογματικά ψηφίσματα της Χαλκηδόνας. Τονέ στεφάνωσε τότες ο Πατριάρχης, κ' ύστερ' από μερικές βδομάδες τελέστηκε κι ο επίσημος του γάμος με την Αριάδνη.

Είταν ο Αναστάσιος, καθώς είπαμε, ομορφάνθρωπος. Τον παρασταίνουν αψηλόλιγνο και με παρουσιαστικό, προκομμένο, γνωστικό κι αξιόπρεπο. Άρχιζε λοιπόν η βασιλεία του με καλές ελπίδες.

Καλή ευκαιρία ως τόσο να παραστήσουμε πρώτα τι λογής στεφανώθηκε Αυτοκράτορας ο Αναστάσιος, καταπώς μας έμεινε ιστορημένο, για να δούμε μια και καλή πως περίπου γίνουνταν οι βασιλικές αυτές τελετές.

Από τη βραδινή ακόμα που απέθανε ο Ζήνωνας μαζεύτηκαν οι συγκλητικοί κ' οι άλλοι αρχόντοι μες στο παλάτι να εκλέξουνε διάδοχο, ο λαός στο ιπποδρόμιο νακούση και να πη τη γνώμη του, κι ο στρατός στη μέση παραταγμένος να τους προσέχη. Στο ιπποδρόμιο ως τόσο γινότανε μεγάλη οχλοβοή, κ' έστειλαν οι Συγκλητικοί την Αριάδνη να πάη να τους καθησυχάση. Φορένεται η Αριάδνη τη χλαμύδα και ξεκινάει με τη συνηθισμένη βασιλική συνοδία, κι ο Πατριάρχης μαζί τους. Έρχεται η Βασίλισσα και θρονιάζεται απάνω στο «Κάθισμα». Φωνάζει ο λαός κι ο στρατός, «Αριάδνη Αυγούστα, συ νικάς. Ευσεβή Κύριε, ζωήν αυτή. Πολλά τα έτη της Αυγούστης. Ορθόδοξον Βασιλέα τη Οικουμένη.» Βούηξαν έπειτα τρία «Κύριε ελέησον » απ' άκρη σ' άκρη του ιπποδρομίου. Παίρνει κατόπι στα χέρια του ένας γραμματικός της Βασίλισσας έγγραφο, και διαβάζει μεγαλόφωνα μερικά καθησυχαστικά λόγια. Ξαναδευτερώνει ο λαός τις ευκές του, ξαναρχίζει πάλι ο γραμματικός το διάβασμα, και τους λέει από τη Βασίλισσα πως ο υποψήφιος είναι άνθρωπος με βασιλικές αρετές και να μη φοβούνται. «Πολλά τα έτη της Αυγούστης», αντισκόβει και ξαναφωνάζει ο λαός. «Αριάδνη Αυγούστα, συ νικάς. Της φιλοχρίστου Βασιλίδος πολλά τα έτη. Κύριε ελέησον. Βασιλεύ ουράνιε, δος ημίν επίγειον αφιλάργυρον Βασιλέα τη Οικουμένη». Ξαναρχίζει πάλε ο γραμματικός τις συβουλές του, ναφήσουν τους φρόνιμους να διαλέξουνε διάδοχο με προσοχή και με στοχασιά, τους λέει τέλος να κάμουν υπομονή ωσότου να γίνη η θανή, μην παν κ' εκλέξουν κανέναν που βγη ανάξιος και μετανοιώνουν κατόπι.

Στέργει λοιπόν ο λαός να κάμη υπομονή ωσότου να γίνη η θανή. Σύγκαιρα όμως επιμένει να πέση κι ο Έπαρχος, φωνάζοντας «Έξω βάλε τον κλέπτην Έπαρχον της πόλεως». Και πάλε ευκές κι ευλογίες για τη Βασίλισσα, πάλε καθησυχαστικά λόγια από το γραμματικό, πως το πρόβλεψε κι αυτό η Βασίλισσα. Φώναξε τότες ο λαός αναγαλλιασμένος «Πολλά τα έτη» και της Βασίλισσας και των αρχόντων, διάβασε ο Γραμματικός τα υστερνά λόγια της βασιλικής ομιλίας, γεμάτα κι αυτά συβουλές και καλοπιάσματα, και κατέβηκε τέλος η Αριάδνη από το κάθισμα. Ξεκίνησε, και γύρισε στο Παλάτι με την ακολουθία της, τραβήχτηκε αυτή στα δικά της κατατόπια, κι αφήκε τους προυχόντους στη μεγάλη την αίθουσα ναποφασίσουν το τι θα γίνη. Στη συζήτηση όμως απάνω ήρθανε σε λόγια οι προυχόντοι. Σηκώνεται λοιπόν ο Πραιπόντιος Ουρβίκιος και τους προτείνει ναφήσουν την εκλογή στην Αυγούστα. Συφωνούν όλοι και βάζουν τον Πατρίκιο να πάη και να προσκαλνέση τη Βασίλισσα. Έρχεται η Αριάδνη κι ονομάζει τον Αναστάσιο. Στέργουν αμέσως οι προύχοντες, και στέλνει ο Μάγιστρος αξιωματικούς στου Αναστασίου να τονέ φέρουνε στο παλάτι. Άμα ήρθε ο Αναστάσιος, έγινε η θανή του βασιλικού λειψάνου κατά τα συνηθισμένα, κ' έτσι πέρασε η μέρα εκείνη. Την αποταχυνή σαν τονέ συνεχάρηκαν όλοι τον Αναστάσιο, πρόβαλε στη στοά που είχε έξω από τη μεγάλη αίθουσα, και κει έκαμε όρκο πως κανενός δε θα φυλάξη κάκια και πως θα βασιλέψη με δικαιοσύνη και με συνείδηση.

Από κει ο Βασιλέας τράβηξε κατά το ιπποδρόμιο, φόρεσε το «στιχάρι». έβαλε αποπάνω χρυσοΰφαντο «διβητήσι» (φαρδόμακρο φόρεμα), ζώθηκε ζωνάρι, παπουτσώθηκε με «καμπάγια», κι ανέβηκε στο κάθισμα. Έκλινε ο στρατός τάρματα και τις σημαίες, και ζητωκραύγασε ο λαός. Κατόπι κάθισε ο Βασιλέας απάνω σ' ασπίδα, και τονέ σηκώσανε στον αέρα οι προύχοντες κ' οι συγκλητικοί να τονέ δείξουν του κόσμου. Ανεβαίνει τότες αξιωματικός στο κάθισμα κι αποθέτει στην κεφαλή του μαλαματένιο «μανιάκι», δηλαδή βραχιόλι, σημάδι κι αυτό να ξανασηκωθή ο λαός και να ζητωκραυγάση. Κατέβηκε έπειτα ο Αυτοκράτορας από την ασπίδα, και ξαναμπήκε στην αίθουσα όπου είχε φορεθή, έβαλε τη βασιλική χλαμύδα και τη διαμαντένια κορώνα, και ξαναβγήκε στο κάθισμα, φωνάζοντας ο λαός «Σεβαστέ», κι ο στρατός «Αύγουστε». Σα σώπασε ο κόσμος, προσφέρθηκε στο Βασιλέα έγγραφο, ο Βασιλέας τόδωσε του γραμματικού, κι ο γραμματικός διάβασε μεγαλόφωνα τη βασιλική Προσφώνηση, αντισκόβοντας κάθε λίγο ο λαός και φωνάζοντας, «Κύριε ελέησον, Υιέ Θεού, Συ αυτός ελέησον, Αναστάσιε Αύγουστε του βίγκας. ευσεβή Βασιλέα ο Θεός φυλάξοι», κι άλλα παρόμοια. Και σαν τέλειωσε η προσφώνηση, έταξε ο Βασιλέας του λαού από πέντε νομίσματα και μια λίτρα ασήμι την κάθε «βούκα», δηλαδή του καθενού πολίτη (ας πούμε εκατόν εβδομήντα δραχμές). Ξαναφώναξε τότες ο λαός τις συνηθισμένες του ευκές, και κατέβηκε τέλος ο Βασιλέας από το κάθισμα, πήγε στην εκκλησιά με παράταξη, και σαν ψάλθηκε η δοξολογία κι αγιάστηκε η κορώνα, κοινώνησε, και γύρισε στο παλάτι. Εκεί τελέστηκε κ' η «προαγωγή» του νέου Επάρχου, έπειτα δόθηκε μεγάλο τραπέζι σ' όλους τους συγκλητικούς και τους μεγιστάνες.

Ερχόμαστε τώρα στην ιστορία του Αναστασίου. Πάντα, καθώς ξέρουμε, βρίσκουνταν κάποια βάρβαρη ή μισοβάρβαρη φυλή και τους παραζάλιζε τους Αυτοκρατόρους, μόλις ανεβαίνανε στο θρόνο. Και τώρα που δεν είχε πια Γότθους, είταν οι Ισαύροι. Τριάντα χρόνια κακομαθημένοι οι βουνήσιοι αυτοί, από τότες δηλαδή που τους έφερε ο Λέοντας να γλυτώση από τους Γότθους, δεν έλειπαν από κάθε ταραχή κι από κάθε αταξία. Από τότες μάλιστα που ο Ζήνωνας, αν και τους καταπόνεσε με τη βοήθεια του Θοδορίχου, αναγκάστηκε όμως να τους πλερώνη βαρύ χρονιάτικο, όλο χεροτέρευαν και πήγαιναν. Και καθώς άλλοτες ο Ίλλος κι ο Βασιλίσκος τους έκαμναν όργανα της φιλοδοξίας τους, έτσι και τώρα ο αδερφός του Ζήνωνα ο Λογγίνος τους Ισαύρους σήκωσε για να πάρη το θρόνο που ο ίδιος ο Ζήνωνας του αρνήθηκε, ξέροντας τον τι πράμα είταν. Τους έβαλε κ' έκαμαν αληθινό πόλεμο μέσα στους δρόμους της Πρωτεύουσας. Κάηκε τότες όλο περίπου το ιπποδρόμιο, και κάμποσα άλλα μέρη της πόλης.

Έκαμε λοιπόν ο Αναστάσιος ό,τι θάκαμνε και κάθε δυνατός του προκάτοχος. Έπιασε πρώτα το Λογγίνο, τον καλογέρεψε και τον ξόρισε στην Αλεξάντρεια (492). Μαζεύει έπειτα στρατό στην Πρωτεύουσα, και προστάζει τον άλλο Λογγίνο, το στρατηγό, να πάρη τους Ισαύρους που υποστήριζε και να φύγη.

Τι να κάμουν αυτοί, μαζεύουνται και φεύγουν από την Πόλη. Μόλις όμως κατεβήκανε στην Ασία, και λύσσα τους έπιασε. Λέγουν πως ως 150 χιλιάδες δικούς τους μάζεψαν και ρήμαξαν κάθε χώρα τριγύρω της Ισαυρίας. Στέλνει τότες ο Αναστάσιος καταπάνω τους τον Ιωάννη το Σκύθη, γνωστό μας από τα Γοτθικά, και μερικούς άλλους, κ' ύστερ' από ηρωική αντίσταση τσακίζονται οι Ισαύροι στη Φρυγία. Πολλοί αρχηγοί τους θανατωθήκανε στη μάχη, άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι, και κάμποσοι φύγανε στα βουνά τους. Άμα ήρθε η είδηση της καταστροφής, γέμισε πάλε η Πρωτεύουσα αγριεμένους Ισαύρους, όσοι έμνησκαν ακόμα σταπάνω τα μέρη. Διάταγμα λοιπόν αμέσως ο Αναστάσιος να ξοριστούν όλοι τους, μαζί και του Ζήνωνα η φαμελιά. Τους ακύρωσε και το χρονιάτικο (ως χίλιες λίτρες μάλαμα) που λάβαιναν ως τα τότες.

Για τρία κατοπινά χρόνια (493 — 496), οι ξορισμένοι αυτοί Ισαύροι, κ' οι άλλοι που είχαν τραβηχτή στα βουνά τους, ανταμωμένοι τώρα στον Ταύρο, ξανάνοιξαν πάλε τον πόλεμο, και μάλιστα νικήσανε μια δυο φορές. Τέλος όμως πιάστικαν οι δυο αρχηγοί Λογγίνος κι Αθηνόδωρος, κ' έπαψε κι αυτός ο πόλεμος. Οι πιώτεροι Ισαύροι μετεφέρθηκαν τότε στη Θράκη, κι αποκαταστάθηκαν εκεί, δίχως πλερωμή όμως τώρα.

Ύστερ' από τον Ισαυρικό, έρχεται ο περσικός ο πόλεμος του 502. Τρία χρόνια βάσταξε κι αυτός ο αγώνας με τον προπατορικό μας εχτρό, κι αφού έχασε ο Αναστάσιος την Αμίδα, τη Θεοδοσιούπολη και τη Μαρτυρούπολη, ξαναπήρε πάλε στο κράτος μέσα την Αμίδα με τη συθήκη του 505.

Στο μεταξύ καινούριος και μεγάλος εχτρός άρχιζε και μαζευότανε στον Αίμο. Μόλις τραβήχτηκε ο Θοδορίχος στη Δύση κι έμεινε ο τόπος ανοιχτός για τους Σλάβους. Κατοικούσαν αυτοί ως τα τότες πέρ' από το Δούναβη κατά τη Μολδαβία. Η πρώτη τους πλημμύρα ήρθε στα 493, και κάμποση ζημιά της έκαμαν τότες της Θράκης. Και δεν είτανε μόνο οι Σλάβοι. Είχαμε τώρα και τους Βουλγάρους, που και παραπάνω τους ανταμώσαμε. Δεν είτανε Σλάβοι αυτοί· Ούνους τους ονομάσαμε τότες, κ' είτανε σταλήθεια είδος Ούνοι, φυλή «Ουγγροφιννική». Σαν πέρασαν τα Δούναβη στα 499 και κατεβήκανε για λογαριασμό τους και νίκησαν ταυτοκρατορικά στρατέματα, γυρίσανε στα λημέρια τους λάφυρα φορτωμένοι· και τόσο γλυκάθηκαν, που δευτέρωσαν το ταξίδι τους και στα 502.

Μα και γλήγορα κατόπι πρέπει να ξανακατέβηκαν, αν και δεν αναφέρνεται κατέβασμά τους κάμποσα χρόνια· ειδεμή δύσκολα ξηγιέται το μεγάλο τείχισμα που έχτισε ο Αναστάσιος στα 512, καθώς σε λίγο θα δούμε.

Είχε ο Αναστάσιος κ' ένα δυο άλλους αγώνες κατά τα μεσηβρινά, εξόν από τα Ισαυρικά και τα Περσικά. Πρώτο, τους Μπεντουίνους (498), που φοβέριζαν τότες τη Συρία και την Παλαιστίνη. Κ' έπειτα στην Ιωτάβα, σπουδαίο νησί της Ερυθράς θάλασσας, χαμένο από του Λέοντα τον καιρό, ξαναπαρμένο όμως τώρα από τον Αναστάσιο. Είταν η Ιωτάβα το κλειδί της Ιντίας, και φύλαγε εκεί πάντα η κυβέρνηση τελωνιακούς αξιωματικούς να μαζεύουνε δέκατο από κάθε πραμάτεια που περνούσε· μεγάλη κι αυτή πηγή πλουτισμού για το κράτος.

Αυτά περίπου είταν τα εξωτερικά ζητήματα του Αναστασίου. Και πριν όμως πάρουν τέλος, δούλευε πάντα τάλλο, ατέλειωτο ζήτημα, της θρησκείας. Είδαμε στην ιστορία του Ζήνωνα πως το Ενωτικό είχε γεννήσει δυο ενάντια κόμματα, τους φανατικούς ορθόδοξους, κι αυτοί είταν οι Ακοίμητοι, και τους φανατικούς μονοφυσίτες, και λέγουνταν αυτοί Ακέφαλοι. Οι Ακοίμητοι λοιπό με τον Πατριάρχη αρχηγό έβαλαν αμέσως με τον Αναστάσιο, εξαιτίας που τόκρινε εύλογο συνακολουθήσω του Ζήνωνα την πολιτική, για να φυλάξη την ειρήνη. Πώς όμως να αφύλαχτη η ειρήνη, αφού από τη μια ο Πάπας ερέθιζε τους Ακοίμητους, κι από την άλλη ο Φιλόξενος κι ο Σεβήρος, ακούραστοι αιρετικοί αρχηγοί, τους Ακέφαλους! Μαζεύτηκαν οι μονοφυσίτες στην Αλεξάντρεια κι ομονοούσαν· ακόμα χερότερα οι Ακοίμητοι στην πρωτεύουσα μέσα, που έχοντας τον Εύφημο μαζί τους πολεμούσαν πια τώρα να θρονιάσουν και το Βασιλέα. Τον Ευφημία τον είχε ο Αναστάσιος στο στομάχι, κι από τότες μάλιστα που έτυχε σε ομιλία απάνω να του πη ο Αυτοκράτορας πως τονέ βαρέθηκε τον Ισαυρικό πόλεμο, κ' έτρεξε ο Ευφήμιος και το πρόφταξε ενός Ισαύρου αρχηγού. Αναμμένος λοιπόν ο Αναστάσιος με τον Πατριάρχη από τότες κι αποφασισμένος να σταματήση τη θρησκευτική ταραχή των Ακοίμητων, μαζεύει τους επισκόπους στα 496, ξεθρονίζει τον Ευφημία, κι ανεβάζει στον πατριαρχικό θρόνο το Μακεδόνιο. Φέρθηκε ο Μακεδόνιος στην αρχή ειρηνικά και φρόνιμα. Ο λαός όμως είταν τόσο μαγεμένος με την ορθοδοξία, που λέγε λέγε πως είταν αιρετικός ο Αναστάσιος, τονέ φαρμάκεψαν και του Μακεδονίου το νου, ώσπου κατάντησε ο ίδιος ο Πατριάρχης να παρακινά τον όχλο να πάη και να σηκώση ταραχή έξω από το παλάτι.

Έτρεξε εκεί ο λαός, και μέρα μεσημέρι ξεφώνιζε και βλαστημούσε τον Αυτοκράτορα, λέγοντάς τονε μανιχαίο και τύραννο. Ξεθρονίζει λοιπόν ο Αναστάσιος και το Μακεδόνιο (514), κι ανέβηκε τότε στον πατριαρχικό θρόνο ο Τιμόθεος, φρόνιμος άνθρωπος και δίχως πάθος. Οι Ακοίμητοι ως τόσο έβραζαν ακόμα με το βασιλέα, και ξέσπασε τέλος μεγάλη στάση στην Πρωτεύουσα μέσα.

Και δεν είταν οι Ακοίμητοι μονάχα, είταν κι άλλοι πολλοί από το λαό, και από κάμποσες αιτίες. Πρώτα, που κατάργησε, θρήσκος όντας κι αυστηρός, μερικές βαρβαρικές διασκέδασες που τις είχε η Κωσταντινούπολη κληρονομημένες από τη Ρώμη, καθώς λόγου χάρη τη θηριομαχία. Άλλο ένα, που κατάργησε και κάτι νυχτερινές τελετές, που στόνομα της θρησκείας γίνουνταν εκεί μέσα ακόλαστα όργια. Τέλος έδειχνε συχνά πυκνά και τη μονοφυσιτική του διάθεση, ξεχνώντας τα όσα είχε υπογράψει βάζοντας την κορώνα, καθώς π. χ. ότα στα 514 παράχωσε στον Τρισάγιο μέσα μερικές λέξες (άγιος αθάνατος, ο σταυρωθείς δι' ημάς), κ' είχε γίνει και τότε στάση. Παρουσιάστηκε όμως τότε στο λαό με χωρίς κορώνα, και τους είπε πως έτοιμος είναι να παραιτηθή ανίσως και δεν τονέ θέλουνε βασιλέα. Φώναξε ο λαός να μην παραιτηθή, κ' έμεινε.

Δεύτερη λοιπό στάση αυτή του 514. Είναι αλήθεια πως γλήγορα την έπνιξε ο στρατός. Οι Ακοίμητοι όμως, μαρχηγό τους τον εγγονό του Ασπάρη το Βιταλιανό, Κόμητα τω Φοιδεράτων, πάει να πη Γότθων και βαρβάρων, βγαίνουνε στα ξώχωρα, σκορπίζουνται μέσα στη Θράκη, μαζεύουν εκεί στρατό από Ούνους και διαγουμίζουν τον τόπο με πρόφαση πως πολεμούνε για την ορθοδοξία!

Δεν άργησε να τους περιμαζέψη και να τους καθησυχάση ο Αναστάσιος· όχι όμως και τον αρχηγό τους το Βιταλιανό. Άμα έχασε αυτός τους βοηθούς του, ξεκίνησε κατά την κάτω Μοισία, μάζεψε καινούργιο βαρβαρικό στρατό, κι άρχισε πάλε τον πόλεμο. Σε μια του νίκη έβαλε τον αυτοκρατορικό στρατηγό σε κλουβί και τονέ γύριζε. Σε άλλη ακόμα μεγαλήτερη μάχη του, κοντά στην Οδησσό της Θράκης, έπεσαν ως εξήντα χιλιάδες δικοί μας. Ζήτησε τότες ο στρατηγός ο Υπάτιος, ανιψιός του Αναστασίου, να πέση στη θάλασσα και να γλυτώση κατά το Σλαβικό τρόπο, βουτώντας δηλαδή κάτω από τα νερά κι αναπνέοντας με ψιλό μασούρι. Δεν καλογνώριζε όμως την τέχνη, και πιάστηκε αιχμάλωτος. Μάζεψε μεγάλα πλούτη σ' αυτούς τους πολέμους ο Βιταλιανός, και κατάντησε είδος αυτοκράτορας της Μοισίας και της Σκυθίας. Τέλος όμως τονέ βόλεψε και τούτον ο Αναστάσιος, του πλέρωσε δηλαδή δεκαπέντε χιλιάδες λίτρες μάλαμα, τονέ διόρησε Μάγιστρο της Θράκης, συφώνησε να κηρύξη την ορθοδοξία, και μ' αυτούς τους όρους λευτέρωσε και τον ανιψιό του.

Εδώ τελειώνουν του Αναστασίου τα θρησκευτικά τα βάσανα με τους Ακοίμητους. Όσο για το Βιταλιανό, φαίνεται πως ξαναβγήκε σε πόλεμο στα 515, και με στόλο μάλιστα τώρα. Ως το Σκουτάρι τράβηξε, και φοβέριζε την Πρωτεύουσα. Εκεί όμως τον ξολόθρεψε καλά και καλά ο Αναστάσιος με τη βοήθεια του φυσικομαθηματικού Πρόκλου, που μεταχειρίστηκε πρώτη φορά υλικό από θειάφι που άναβε μόλις τόβλεπε ήλιος. Αγκαλά αυτά δεν είναι και βέβαια.

Μήτε οι Ισαύροι, μήτε οι Ακοίμητοι κ' οι Ακέφαλοι δεν τον μπόδισαν τον Αναστάσιο να προσέξη κι άλλα σπουδαία, μάλιστα δημόσια έργα, διοίκηση, κ' οικονομικά. Έργο του π. χ. είταν η Αναστασιούπολη, η παλιά η Δάρα της Μεσοποταμίας, μεγαλωμένη κι οχυρωμένη για να προφυλάγη το κράτος από τους Πέρσους. Άλλο του έργο ακόμα πιο σημαντικώτερο, το μεγάλο το Τείχος πούστησε έξω κ' έξω από τα προτερινά τειχίσματα της Πρωτεύουσας, να διαφεντεύη κάθε ξωχώρι από Σλάβους κι από Βουλγάρους, μα κι από τους Φοιδεράτους ακόμα· τετρακόσα είκοσι στάδια από τη Μαύρη θάλασσα ως την Προποντίδα, και με πύργους στεριούς από τόπο σε τόπο, που τους αποτέλειωσε κατόπι ο Ιουστινιανός. Σωτήριο έργο κι αυτό το τείχισμα, και σαν από Πρόνοια χαραγμένο.

Αφίνουμε τη διόρυγα που άνοιξε από τη Βοάνη λίμνη ως τον Αστακηνό Κόρφο, σιμά στη Νικομήδεια, και τέλος κάμποσες πολιτείες που διόρθωσε, χαλασμένες από πολέμους κι από σεισμούς.

Από τα οικονομικά του μέτρα το πιο σημαντικό είταν το κατάργημα του _Χρυσάργυρου_, φόρου σ' επαγγέλματα και ζώα, ή να πούμε καλλίτερα σ' όλα τα ζώα, λογικά κι άλογα. Τόσο καλά τα είχε διοργανισμένα τα οικονομικά, που σαν απέθανε στα 518, αφήκε 320 χιλιάδες λίτρες μάλαμα στο βασιλικό Ταμείο. Σ' αυτό όμως πρέπει να συντέλεσε κ' η κατάχτηση της Ιωτάβας.

Αφήκε τέλος και ντόπιο στρατό από 150 χιλιάδες άντρες. Αυτός ο ντόπιος ο στρατός, έργο του Ζήνωνα, κρίνεται από τους κυριώτερους λόγους που γλύτωσαν τ' Ανατολικό Κράτος από καταστροφή σαν της Δύσης.

Εύλογο ναναφερθή κ' η μεγάλη γενναιοδωρία του Αναστασίου, που ποτές δεν αρνιότανε βοήθεια, και μάλιστα σε στρατιωτικό. Μα και πολιτείες που είχαν ανάγκη, άμα του ζητούσαν, έβρισκαν πόρεψη. Μόνο με τους Αρχόντους δεν είταν αγαπημένος, ίσως επειδή δεν του άρεζαν οι τελετές και τα πολυέξοδα μεγαλεία, συστατικό που του αφήκε δα και όνομα πως είτανε φιλάργυρος.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ιουστίνος και πρώτα χρόνια Ιουστινιανού

Σάνε χήρεψε ο θρόνος στα 518, δεν τον ανέβηκε πάλε συγγενής του Αναστασίου, αν κ' είχε τρία ανίψια (ένας ο Υπάτιος, που τον ανταμώσαμε παραπάνω), παρά ο Ιουστίνος, ο Σενατόρος κι ο Κόμητας των Εξκουβιτόρων, δηλαδή αρχηγός της βασιλικής Σωματοφυλακής. Είταν ο Ιουστίνος από τη Δαρδανία, φτωχογεννημένος κι αυτός καθώς τόσοι άλλοι που από τίποτις καταντούσανε μεγάλοι τους καιρούς εκείνους. Και μήτε Ρωμαίος δεν είταν, παρά ονομάστηκε Ιουστίνος όταν ήρθε στην Πόλη, καθώς κ' η γυναίκα του ονομάστηκε Ευφημία, από Λουππικίνα που τηνέ γνωρίζανε στο χωριό της. Κι ως τόσο γραφτό του είταν αυτός να γίνη αφορμή να εγκαινιαστή από τον ανιψιό του τον Ιουστινιανό μια πολιτική που λες και την είχανε στο αίμα τους από κάποιον Καίσαρα! Πολιτική που μας δόξασε, μα μας κόστισε κι ακριβά η δόξα εκείνη. Ας μην τρέχουμε όμως. Ας δούμε πρώτα τι πράμα είταν ο Ιουστίνος. Λαμπρός στρατιώτης, κι' ας είταν τώρα εβδομηντάρης περίπου· ορθόδοξος, και σ' αυτό δα φαίνεται πως χρωστούσε και την κορώνα του· Φίλος των κυανών του ιπποδρομίου, πάει να πη και με βοηθούς τόσο δυνατούς που δεν τόλμησε ο Βιταλιανός να του φέρη δυσκολίες. Και μήτ' έζησε πολύν καιρό ο Βιταλιανός, μόνο δολοφονήθηκε, έχουνε να πουν, απ' ανθρώπους του Ιουστίνου.

Έφερε η Ορθοδοξία κι άλλο αποτέλεσμα πιο γενικώτερο, αν και πρόσκαιρο· φίλιωσε τον Πάππα με τον Πατριάρχη. Παραδέχτηκε δηλαδή ο Αυτοκράτορας το δογματικό σύβολο του Πάππα του πρώτου Λέοντα, κ' έγινε ο συβιβασμός.

