# Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

## Part 16

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32215/index.md

Μοιράστηκε η Πρωτεύουσα σε δυο στρατόπεδα· τόνα με το Χρυσόστομο, τάλλο καταπάνω του. Και το θλιβερώτερο, που όλες οι κοκκώνες της Αυλής, όλες οι μεγάλες οι αρχόντισσες μαζεύτηκαν από το ενάντιο κόμμα! Πάμπολλες πλούσιες χήρες είταν ξεφρενιασμένες μαζί του που δεν τις άφινε ήσυχες να πασαλείβουνται με τ' αγαπημένα τους τα φκιασίδια. Πήρε τέλος φωτιά κ' η Ευδοξία, που αν κι όμορφη, προσπαθούσε κι αυτή να καλλιτερεύη την ομορφιά της. Αν είταν ο Χρυσόστομος άνθρωπος του κόσμου, θα τα παράβλεπε αυτά, καθώς παραβλέπει σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος της Κανταβρηγίας την Πριγκηπέσσα της Ουαλίας, που καθώς ξέρουμε φκιασιδώνεται αλύπητα, κι ως τόσο κανένας μήτε τονειρεύεται να την ψεγαδιάση. Έτυχε μια φορά σ' ένα του λόγο ναναφέρη και τη λέξη _αδοξία_ ακούν οι εχτροί του αυτή τη λέξη, κι αμέσως βγάζουνε φήμη πως την Ευδοξία είχε στο νου του.

Μια και γύρισε η Αυτοκρατόρισσα εναντίο του, πάει του Χρυσoστόμου η δύναμη. Όλους τους μεγαλήτερους κληρικούς, αυλικούς κι άλλους αρχόντους μαζί της τους έσερνε η Ευδοξία. Αποφασίζει λοιπό να τον ξεκάμη, και συναγροικιέται με το γνωστό μας το Θεόφιλο της Αλεξάντρειας. Βράζοντας ο Θεόφιλος από ζούλια, που έβλεπε το Χρυσόστομο παντοδύναμο στην Πόλη, ανεβαίνει στην Χαλκηδόνα (403) με μερικούς Επισκόπους, για νάχη, την πλειονοψηφία στη Σύνοδο που αποφασίστηκε να συστηθή και να κρίνη το Χρυσόστομο, καθώς και με κάμποσους θαλασσινούς, για να μπορή στην ανάγκη να το γυρίση και στη βία. Κωμωδία μονάχη εκείνη η Σύνοδο. Σαρανταεφτά ελεεινές κατηγορίες έφερεν εναντίο του ένας Επίσκοπος κ' ένας Διάκος. Ο Χρυσόστομος όμως μήτε να παρουσιαστή δεν καταδέχτηκε. Τον καταδικάζουνε λοιπόν όπως όπως, επικυρώνει ο Αρκάδιος την απόφαση, και πηγαίνει νύχτα ένας αξιωματικός της Αυλής, πιάνει τον Ιεράρχη, και τονέ φέρνει σε κάποιο ακρογιάλι της Μαύρης Θάλασσας.

Μόλις έμαθε ο κόσμος ταποταχύ τα γενάμενα, και γίνεται ανάστατος. Και καλά να μεταγυρίση ο Πατριάρχης· ως κι ο στρατός με το λαό πια πήγαινε τώρα. Βγήκαν τότες οι θαλασσινοί του Θεοφίλου με μερικούς καλόγερους να τα διορθώσουνε, μα τους βρήκε μεγάλο κακό, και παραλίγο να σκοτωθή κι ο Θεόφιλος. Εκεί απάνω γίνεται μεγάλος σεισμός· αυτό πια τον κατάπεισε το λαό πως είχε το δίκιο μαζί του, και τίποτις δεν τονέ σταματούσε. Έγινε σφαγή φοβερή· πήραν ξεφρενιασμένοι τους δρόμους και ζυγώσανε στο Παλάτι. Σαν τα είδε αυτά η Ευδοξία, τρέχει στον Αρκάδιο, προσπέφτει στα γόνατα του, και του μολεγεί πως άλλον τρόπο δεν έχει παρά να γυρίση ο Χρυσόστομος πίσω. Αρίθμητα πλοία και βάρκες, κατασκέπασαν αμέσως το Βόσπορο, ξεκινώντας να συνοδέψουν τον Πατριάρχη. Λαμπρές φωταψίες κι από τις δυο μεριές, και σαν ξαναπερνούσε το στενό η πανηγυρική αυτή συνοδία μαζί με τον Πατριάρχη, οι ζητωκραυγές του αναγαλλιασμένου λαού αντιλαλούσανε στον αιθέρα. Με τέτοια πομπή και δόξα ξανανέβηκε ο Ιωάννης το θρόνο του, με τέτοια κοινή συμπάθεια ξανάρχισε τις λαμπρές διδαχές του.

Ένα πράμα αξίζει να το παρατηρήσουμε από τώρα, επειδή θα το ξαναδούμε κι αργότερα· το πως ο λαός δε σήκωνε χωρατά μήτε τότες, παρά όχι Πατριάρχηδες, μα και Βασιλιάδες κάποτες ανεβοκατέβαζε. Και μελετώντας την ιστορία μας, εκείνο που παραξενεύεται άνθρωπος είναι που τα συστήματα των καιρών εκείνωνε φαίνουνται όχι μοναδικά και μισοβάρβαρα κι ασιατικά, καθώς μας τα παραστήσανε μερικοί, παρά που μοιάζουν τόσο πολύ με τα σημερνά, μάλιστα τα γαλλικά στην οχλαγωγία, ταγγλικά στην εθιμοταξία, τα ρούσσικα και τα γερμανικά στην αυλοκρατία, κι απάνω κάτω όλα στην παραλυσία, που καθώς ξέρουμε δε λείπει από κάθε πρωτεύουσα.

Οι αντίπαλοι του Χρυσοστόμου ως τόσο ησυχία δεν είχανε, μόνο νύχτα μέρα άλλο δε συλλογιούνταν παρά πώς να τον ξεκάμουνε μια και καλή. Είχε ο Έπαρχος ο Σιμπλίκιος υψωμένη της Ευδοξίας στήλη πορφυρωτή μ' αργυρό αδριάντα της στημένο απάνω, σιμά στην εκκλησιά της Αγίας Ειρήνης, σε τόπο που τον έλεγαν Πιττάκια. Κ' εκεί ο Σιμπλίκιος, θανάσιμος εχτρός του Χρυσοστόμου, έκαμνε τόση οχλοβοή με χορούς και μ' άλλα Εθνικά πανηγύρια, που δεν μπορούσανε να λειτουργήσουνε μέσα στην εκκλησιά. Ανεβαίνει στον άμπωνα ο Χρυσόστομος και ρίχνει πάλε ταστροπελέκια του. Τι κάμνουν τότες οι εχτροί του; Πηγαίνουν και τον καταμηνούν της Ευδοξίας πως δεν τίμησε τον αδριάντα της καθώς έπρεπε. Ξανακορώνει αμέσως η Ευδοξία μαζί του. «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται», καθώς είπε κι ο ίδιος ο Χρυσόστομος τότε σ' έναν του λόγο.

Καταπιάνουνται λοιπόν πάλι να τον ξεκάμουν, κι όχι ψέματα πια. Συσταίνεται καινούρια Σύνοδο, κι ο Θεόφιλος επικυρώνει την προτήτερη την απόφαση. Μπαίνει Γοτθικός στρατός στην Πρωτεύουσα, και Μέγα Σαββάτο ανήμερα στα 404 έρχουνται και πιάνουν τον Πατριάρχη. Έκαμε πάλε το πλήθος ναντισταθή, μα ο εχτρός είταν τώρα καλά οργανισμένος, κι' άλλο δε βγήκε από τη στάση εκείνη παρά που καήκανε δυο δημόσια χτίρια, η Αγιά Σοφιά και το Σενάτο, καθώς και μερικά σπίτια. Τον πήραν και τον έφεραν τον Ιεράρχη στην Κουκουσό της Μικρής Αρμενίας, απάνω στ' αδιάβατα όρη του Ταύρου. Σκοπός τους είτανε να τονέ θανατώσουνε με το μακρινό αυτό ταξίδι. Μα ο Ιωάννης, αν κι εβδορήντα μέρες περπάτημα σε βράχους και σε ρημιές, πάλε βάσταξε κ' έζησε άλλα τρία χρόνια στις αϊτοφωλιές εκείνες απάνω. Έζησε, κ' έκαμνε ό,τι κ' οι άλλοι προκάτοχοι του κάμνανε σε παρόμοιες έρημες μοναξιές· έγραφε κ' έστελνε διδασκαλίες και συβουλές όπου είχε πιστούς οπαδούς του και φίλους, και τους είχε αμέτρητους. Ως και Σύνοδο σύστησε και ακύρωσε την ψεύτικη απόφαση της προτητερινής. Και τόσο τους πείραξε πάλε τους αδιόρθωτους εχτρούς του, που κατάπεισαν τον Αρκάδιο κ' έστειλε τον Ιεράρχη σ' άλλη χερώτερη εξορία περίγυρα στης Πιτυούντας την έρημο. Στο διάβα του όμως από τη μιαν εξορία στην άλλη τόσον τον κακομεταχειρίστηκαν οι εχτροί του, που πέθανε τώρα στο δρόμο, εξήντα χρονών, ολίγους μήνες πριν αποθάνη κ' η Ευδοξία.

Αυτό είταν το τέλος του Μεγάλου Χρυσοστόμου, που με το Βασίλειο και με το Γρηγόριο τους έχει τριπλό καμάρι η Εκκλησία.

Τριάντα χρόνους κατόπι, όταν τα πάθη κ' οι ραδιουργίες είταν αποκοιμισμένες μαζί με τους εχτρούς του, ζήτησε ο λαός το ιερό του λείψανο, και το κατεβάσανε στην Πρωτεύουσα με μεγάλη παράταξη. Ως τη Χαλκηδόνα προβγήκε και το προαπάντησε τότες ο Δεύτερος ο Θεοδόσιος. Και προσπεσόντας το προσκύνησε ο Βασιλέας, και παρακάλεσε τον Άγιο να συχωρέση τον πατέρα του τον Αρκάδιο και τη μητέρα του την Ευδοξία.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Μερικά συμπληρώματα της Ιστορίας του Χρυσοστόμου

Η λιγόκαιρη αυτή εποχή αποφάσισε μεγάλα ζητήματα, κ' ίσως απ όλα το μεγαλήτερο είταν η θέση του Πατριάρχη προς το Βασιλέα. Όσο κι αν είταν αχαμνός ο Αρκάδιος, η Ευδοξία όμως δεν τούμοιαζε, και καθώς είδαμε αυτή βασίλευε κι όχι ο άντρας της. Αν ο Χρυσόστομος είταν κι αυτός του γλυκού νερού, θάπαιρνε βέβαια η αυλοκρατία το δρόμο της ανεμπόδιστα. Και μ' όλη του όμως τη νοητική δύναμη, τη μαγική ευγλωττία, και την ασκητική αρετή, πάλε καταπονέθηκε από το Παλάτι κι από τους αυλικούς. Κ' ίσως ίσως αυτό αφαίρεσε από το Πατριαρχείο μας μια για πάντα κάθε στοιχείο εξουσίας πολιτικής. Ζήτησε, είναι αλήθεια, η παλιά η Ρώμη να μας τη στυλώση αυτή τη δύναμη, καθώς θα δούμε αργότερα, από δικούς της λόγους αυτή. Μα δεν έπιασε.

Δυο περαστικά λόγια για την περιξάκουστη την ηθική παραλυσία της Βυζαντινής Αυλής κι αρχοντιάς, πρι να κινήσουμε παραμπρός.

Ολόπρωτη της αριστοκρατίας να πούμε είτανε φυσικά η Ευδοξία. Πολλά λοιπόν ψιθυρίστηκαν, όχι μονάχα για τα φκιασήδια της, μα και για την αρετή της, κ' ένα είναι πως ο γιος της, ο δεύτερος ο Θεοδόσιος, δεν είταν από τον Αρκάδιο γεννημένος, παρ' από τον Κόμητα τον Ιωάννη. Και ψέματα να είναι, το πως ψιθυρίστηκε μονάχα σώνει να μας δείξη πως αγαπούσε και τότες ο κόσμος να τα βάζη αυτά στο νου του. Μα έχουμε κι άλλα σημάδια της κοινωνίας εκείνης. Ξέρουμε λόγου χάρη πως οι ακόλουθες της Αυτοκρατόρισσας, αντίς να φορούνε μαγουλήκα καθώς οι συσταζούμενες οι Χριστιανές των καιρών εκείνων, προτιμούσανε να στρίβουν κατσαρά με πυρωμένα σίδερα και να τα κατεβάζουνε στο μέτωπό τους, καθώς φαίνεται έκαμναν οι γυναίκες του δρόμου. Μα μας έμειναν κι άλλα πάμπολλα, και μέρος θα ιστορηθούνε σε λίγο. Αυτά λοιπόν όλα σαν ήρωας τα πολεμούσε ο ασκητικός ο Χρυσόστομος με τη φοβερή του ρητορική. Κι όχι μονάχα από τον άμπωνα τα πολεμούσε, όχι μονάχα γύριζε άγριες ματιές κατά την Αυτοκρατόρισσα, όταν είχε τίποτις να της ψεγαδιάση, μόνο πήγαινε κι ατός του κ' έβρισκε τις μεγάλες κυρίες και τους τα διάβαζε στα σπιτικά τους. Δύσκολο τώρα δεν είναι να καταλάβουμε γιατί σηκώθηκαν καταπάνω του σα σφίγγες οι κεράδες. Μια τους, η Ευγραφία, έδωσε και το σπίτι της για τη συνωμοσία. Λογής λογής ψεγάδια του κόλλησαν εκεί μέσα· αφορμή μερικές αθώες του ιδέες και συνήθειες, του σκαρώσανε φοβερές κατηγορίες. Πέτυχαν καθώς είδαμε και συμμάχους τους καλόγερους και τις καλόγριες, που ζώντας ανάμεσα τους ζωή χαρισάμενη δεν τους έρχουνταν αυτό το σούσουρο κάθε λίγο απάνου από τον άμπωνα. Και σα να μη σώνανε μήτ' αυτοί, πήγανε μαζί τους κι όλοι οι ζητιάνοι της Πόλης, τάχα γιατί χτυπούσε και τη ζητιανιά ο αποστολικός ο Πατριάρχης.

Δεν είταν όμως πάλι κι ολομόναχος ο Χρυσόστομος μέσα στη μάχη του· είχε τους οπαδούς του κι αυτός. Είχε την Ολυμπιάδα, χήρα του Βασιλέα της Αρμενίας, παντρεμένη τώρα Ρωμιό, που ακούγοντας την κατακραυγή του Χρυσοστόμου για την απονεσιά του πλουσίου κόσμου έβγαινε και μοίραζε τα πλούτη της αλύπητα σε φτωχούς· είχε την Αράβισσα την πριγκηπέσσα Σαλβίνα, κόρη του Γίλδου, φερμένη στην Πόλη από το Θεοδόσιο, και παντρεμένη κάποιον ανιψιό του· είχε το διάκο το Σεραπίωνα, αγαθόκαρδο μα και λαφρόμυαλο. επειδή αντίς να μαλακώνη τον Πατριάρχη, τον κόρωνε με ταστόχαστα λόγια του· τέλος είχε μαζί του κι όλο το λαό, μεταξύ ζητιάνους κι αυλικούς. Τονέ λάτρευε ο λαός σαν πατέρα του. Όχι μονάχα εξαιτίας που άκουγε την αλήθεια από το θείο του στόμα, και που έβρισκε κάποια πόρεψη με τα ψυχικά που έγινε αφορμή ο Χρυσόστομος και του μοίραζαν κάμποσοι πλούσιοι, μα κ' εξαιτίας τις κοινωνιστικές του ιδέες. Κι ορίστε λοιπόν που μήτε ο Κοινωνισμός δεν είναι όλως διόλου καινούριο πράμα! Την ήθελε όμως την ισότητα όχι πολιτική, παρά μονάχα κοινωνική· βάση της θεωρίας του είτανε να δίνουν οι πλούσιοι στους φτωχούς ένα μέρος. Από τα φυλλοκάρδια του έβγαιναν αυτές οι ιδέες, κι ως τόσο τις έκαμαν κι αυτές αφορμή να τονέ χαντακώσουν. Ως μήτε την αδερφική του συμπάθεια προς την Ολυμπιάδα δεν την άφησαν ανεξήγητη, καθώς πάλε την ασκητική του ζωή μέσα στο μοναχικό του κελλί την αποδίνανε σ' ερωτικά ξεφαντώματα!

Αρματώθηκαν αγριεμένοι κ' οι δεκατρείς εκείνοι Επίσκοποι, που ο βλογημένος ατός του τους κατηγόρησε και τους έκρινε σαν κατέβηκε στη Μικρασία δίχως μήτε δικαστικό τύπο να φυλάξη. Ξεφύτρωσε τέλος κι ο Θεόφιλος, ο ανάξιος φίλος του Συνεσίου, ο ξολοθρευτής του ναού του Σεράπι, βράζοντας από πάθος που χεροτονήθηκε ο Χρυσόστομος Πατριάρχης, κι όχι κάποιος δικός του. Τα είδαμε τα γενάμενα στην πρώτη του Σύνοδο, 'που μια από τις σαρανταεφτά του κατηγορίες είταν κ' η μοιχεία! Είδαμε και τις προκοπές της δεύτερης της Συνωμοσίας. Σάνε χύμιξαν οι Γότθοι οι στρατιωτικοί το Μεγάλο Σαββάτο εκείνο μέσα στη Μητρόπολη να τον πιάσουν, ώρα που βαφτιζότανε διάφοροι Κατηχούμενοι, άντρες και γυναίκες, σαν τα ορνίθια τους έδιωξαν και τους σκόρπισαν. Και σε τέτοια χάλια έφεραν την εκκλησιά, που πήγε ο λαός εκείνο το Πάσκα στην εξοχή, κ' έκαμε Ανάσταση κάτω από τα δέντρα. Ιωαννίτες τους ονόμασαν όλους αυτούς.

Όσο για την πυρκαγιά της βραδινής εκείνης, φαίνεται πως άρχισε από τον πατριαρχικό θρόνο της Αγιά Σοφιάς, και φούντωσαν οι φλόγες κι ανεβήκανε, λέει, στη στέγη στρεφογυριστά σα θεόρατο φείδι. Φυσώντας κι ο άνεμος δυνατά, δεν άργησε να φέρη τις φλόγες νότια κατά το Σενάτο. Ξολοθρεύτηκαν τότες κάμποσα καλλιτεχνήματα, οι Εννιά οι Μούσες το σπουδαιότερο.

Έγινε επίσημη κρίση για να βρεθή ο αίτιος της φωτιάς εκείνης. Άλλοι αβάνιασαν το Χρυσόστομο, άλλοι τους φίλους του· άλλοι την αποδώσανε σε θάμα, και τέλος μερικοί τη φορτώσανε στους Εθνικούς. Η αλήθεια είναι πως πολλοί οπαδοί του Χρυσοστόμου καταδιώχτηκαν τότες. Βασανίστηκε π. χ. ένας του αναγνώστης, ζορίστηκε η βασιλόπουλα η Ολυμπιάδα, κ' έφυγε κακήν κακώς από την Πόλη η Νικαρέτη, θεοφοβούμενη γεροντοκόρη που στις μέρες του Χρυσοστόμου γύριζε τους δρόμους και μοίραζε χάρισμα γιατρικά για την ψυχή της. Τέλος ζορίστηκαν κι όσοι «Ιωαννίτες» δεν πήγανε να μεταλάβουν από το νέο Πατριάρχη τον Αρσάκιο.

Η δύστυχη η Ολυμπιάδα παρηγοριά δεν είχε στην εξορία της. Του κάκου της έγραφε συβουλές από τα όρη ο Χρυσόστομος. Και λέγουν πως σαν απέθανε, βάλθηκε το λείψανο της σε κουτί και ρίχτηκε μες στη θάλασσα — είταν η παραγγελία της αυτή —, κ' η θάλασσα το ξέβρασε κάπου, και το μεταφέρανε στην Πρωτεύουσα και το καταθέσανε στο ναό του Αγίου Θωμά.

Ένα χρόνο ύστερ' από την εξορία του Χρυσοστόμου ξαναγίνουνται σεισμοί στην Κωσταντινούπολη. Και τρομάξαντας ο Αρκάδιος στέλνει και ρωτάει τον Άγιο Νείλο στ' Όρος Σινά, τι σήμαιναν αυτοί οι σεισμοί. Είταν ο Νείλος μέγας και πολύς στον καιρό του Θεοδοσίου· ως κ' έπαρχος του Πραιτωρίου της Ανατολής έκαμε τότες. Άξαφνα όμως ταφίνει όλα και πηγαίνει στ' Όρος Σινά κι αφιερώνει ψυχή και σώμα στα θεία. Του στέλνει λοιπό μήνυμα ο Άγιος Νείλος του Αρκαδίου πως αμάρτησε που ξόρισε το Χρυσόστομο. Επειδή όμως οι σεισμοί στο μεταξύ περάσανε, δεν πρόσεξε ο Αρκάδιος στα λόγια του Νείλου.

Κάτι πολύ σωστό και βαθιοστόχαστο παρατηρήθηκε για το Χρυσόστομο, κι αξίζει ναναφερθή πρι να κλείσουμε τα λίγα αυτά σημειώματα. Ύστερ' απ' αυτόνα δε βλέπουμε πια Πατριάρχη που να σηκώνεται και να πολεμάη την κακία και την παραλυσία του παλατιού. Βρίσκουμε κάμποσους Πατριάρχηδες κι αγωνίζουνται για δόγμα ή καμιάν αρχή, μα λίγοι αφιερώσανε ζωή και ψυχή στην ευαγγελική θρησκεία, κι όχι σε ζητήματα θεολογικά. Κι όσο για ξεθαρρεσιά, κανένας τους πια δεν ξεστόμισε λόγο να κατακρίνη πορφύρα ή άλλη βασιλική πολυτέλεια, μάλιστα Αυτοκρατόρισσας. Οι πιώτεροι οι κατοπινοί είταν ή θεολόγοι (θεολόγοι όμως που δουλέψανε για μεγάλο μας εθνικό καλό), ή ήσυχοι ασκητικοί, καθώς ο Ιωάννης ο Νηστευτής στον καιρό του Μαυρικίου.

Εκείνο που ξεχωρίζει το Χρυσόστομο από κάθε άλλονα Πατριάρχη είναι που μήτε για ένα θεολογικό στοχασμό ή σκοπό δεν έμνησκε τόπος μέσα στην ευαγγελική του ψυχή.

Λες κ' είταν η φωνή του Παύλου και ξαναβγήκε στον κόσμο να ρίξη δεύτερη πέτρα στις ματαιότητές του.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Συνήθειες του πέμτου αιώνα

Αν και τόχουμε πάντα σκοπό σε ξέχωρο παράρτημα να περιγράψουμε τα πιο κυριώτερα συστατικά του Βυζαντίου, για να παραστηθούνε με κάποια περιστατωσύνη στο νου μας οι καιροί εκείνοι οι αξέχαστοι κ' οι μεγάλοι· ανάγκη όμως και στη δήγηση απάνω να ιστορηθούνε μερικά, και μάλιστα όσα είναι μιας ορισμένης εποχής. Και καθώς δηγώντας την ιστορία του Κωσταντίνου δεν μπορούσαμε να μη ρίξουμε ματιά στα κατατόπια της νιόχτιστης Πόλης, έτσι και του Χρυσόστομου την εποχή καλλίτερα τη νοιώθουμε παραθέτοντας όσα έθιμα κι άλλα του καιρού εκείνου σημάδια και γνωρίσματα βρίσκουνται μαζεμένα, και μάλιστ' από τους λόγους του.

Καθώς είδαμε, από τα πιο τρανότερα σημάδια της εποχής είταν η λαμπρότητα και πολυτέλεια και της Αυλής κι όλης της Βυζαντινής αριστοκρατίας. Έπαιρναν κ' έδιναν οι μεγαλοπρέπειες κ' οι αρχοντιές τότες. Αφίνουμε που ο Αυτοκράτορας φόρειε πορφυρένια χλαμύδα, χρυσοκέντητο χιτώνα που παράσταινε δράκους, και στο κεφάλι κορώνα πετράδι όλη και μαργαριτάρι. Αφίνουμε το χρυσοστόλιστό του αμάξι, που ολόασπρα μουλάρια το σέρνανε, χαλινάρια και λουριά και σέλλες, όλα κατάλαμπρο μάλαμα, που ξαστράφτανε στον ήλιο σαν έβγαινε βασιλική συνοδία. Μα κ' οι αρίθμητοι δορυφόροι που ακολουθούσανε, μαλαματωμένοι φεγγοβολούσαν κι αυτοί κι ολοξόμπλιαστοι. Κ' οι άμετροι αξιωματικοί της Αυλής, καθώς κ' οι άλλοι αρχόντοι, εξόν από μεγαλόηχους τίτλους σήκωναν κι αρίφνητο βιος· ολόσκεποι μάλαμα και μετάξι από την κορφή ως τα νύχια, αφού δα και τα ποδήματά τους είτανε χρυσοξόμπλιαστα. Τίποτες δεν το είχε τότες πλούσιος να ορίζη δέκα κ' είκοσι σπίτια, και λουτρά άλλα τόσα. Σπίτια τα είπαμε, κι ως τόσο είταν παλάτια. Φιλτισωμένες οι πόρτες, χρυσωμένα τα στεγάσματα, χάμου μυριόχρωμα ψηφιδωτά και χαλιά μαλακά και βαριότιμα. Οι τοίχοι ολοτρόγυρα μάρμαρο από τα σπανιώτερα, κι αν έλειπε το μάρμαρο, χρυσωμένοι κι αυτοί. Κρεββάτια φιλτισωμένα ή αργυρόφκιαστα, κι αν είταν από σπάνιο ξύλο, δεν έλειπε μηδ' από κει το χρυσάφι. Καρέγλες και σκαμνιά, φίλτισι και συντέφι, κι όσο για τα συνηθισμένα τα σπιτικά χρειασίδια, κοινό μέταλλο δεν τους ταίριαζε· χρυσωτά ή αργυρωτά και τα μισοστρόγγυλά τους τραπέζια, που δυο κοπέλλια δε σώνανε να τα σηκώσουν. Αρίφνητοι μάγειροι τοίμαζαν τα φαγοπότια τους, και σαν καθίζανε, γέμιζε ο αιθέρας αρώματα, φωταψίες και μουσικές.

Αυτά είναι πούβλεπε ο Χρυσόστομος πλάγι πλάγι με την κακομοιριά και με τη φτώχεια, και πήγε να γίνη «Κοινωνιστής»! Αυτά είναι που κάμποσοι ξένοι μας ψεγαδιάσανε, σάματις δεν τάχουν απαράλλαχτα μπρος στα μάτια τους, κι αντάρα Κοινωνιστάδες από το Χρυσόστομο πολύ φοβερώτερους.

Μα έβλεπε κι άλλα σαν τα τωρινά μας ο Ιεράρχης! Έβλεπε λόγου χάρη τα θεάματα και τα παρασκήνια, σωστά παρισιάνικα. Τα τραγούδια που έτρεχε ν' ακούση εκεί ο λαός τίποτις ιερό δεν ξέρανε μήτε όσιο· όλα ταρμάθιαζαν ολοστρόγγυλα κι ολόγυμνα. Μα και γυναίκες κολυμπούσαν ολόγυμνες εκεί μέσα, σα θέλανε να παραστήσουνε τις Νεράιδες.

Εκεί που ο Χρυσόστομος ανέβαινε στο μεγαλήτερο ύψος της ευγλωττίας του και στον τελειότερο βαθμό της τέχνης του είναι σαν έβαζε ομπρός τις σύχρονές του γυναίκες, που όσο πιο αρχόντισσες, άλλο τόσο πιο ακόλαστες και μάταιες. Ακολουθώντας τους λόγους του βρίσκουμε μέσα στα στολιστήρια τους αράδες αλάβαστρα γεμάτα πολύτιμα μύρα, φκιασίδια και κοκκινάδια. Βρίσκουμε στίμμι για τα ματόκλαδα, καννάβαρι για τα μάγουλα και για τα χείλη, βαφές που κάμνανε χρυσόξανθα τα μαλλιά, και πλήθος άλλα γυναικήσια μυστήρια, που όλα τα γνώριζε, κ' ίσως και τάβλεπε με τα μάτια του όλα.

Είπαμε παραπάνω για τα σγουρά που συνηθίζανε να τα κατεβάζουνε στο μέτωπο τους με τέχνη σαν τις εταίρες. Μα μήτ' αυτό δεν έσωνε, παρά και χρυσές πλεξούδες τους κρέμαζαν οι παραστεκάμενες, και με δέσιμο Περσικό τους περίζωναν το κεφάλι τους. Άλλες πάλι άφιναν ψιλές ψιλές πλεξούδες κ' έπεφταν απάνω στους ώμους, σκεπάζοντας το κεφάλι με χρυσοΰφαντα φακιόλια ή με σκουφάκια από δίχτι καταστόλιστο πετράδια.

Σαν τέλειωνε το συγύρισμα τω μαλλιώνε, άρχιζαν και τάλλα στολίσματα. Σκουλαρήκια περίλαμπρα και μεγάλα· αρμαθιές μαργαριτάρια και διαμάντια κρεμασμένα κι από τα δυο τα μηλίγγια, που κατέβαιναν ως τα μάγουλα και λαμποκοπούσανε· στήθια και πλάτες ολομέταξη και διάφανη σκέπη· μέση περιζωσμένη με χρυσοκόλλητη και μαργαριτοσκέπαστη ζώνη· πέδιλα στα πόδια μεταξένια ή βυσσινιά χρυσοξόμπλιαστα. Και μονάχα σαν αποτέλειωναν όλ' αυτά, είταν πια η αρχόντισσα έτοιμη να βγη και να φέξη στον κόσμο.

Έβγαινε με το χρυσοκάμωτό της αμάξι, και σε ολόασπρο άλογο καβαλλικεμένη, άλλοι δούλοι τρέχοντας απ' ομπρός για ν' ανοίξουν το δρόμο, οι πιώτεροι πάλε ακολουθώντας πίσωθε μαζί με τους ευνούχους και τους άλλους παρατρεχάμενους της αρχόντισσας. Έτσι πήγαινε στην εκκλησιά, στα λουτρά, στο ιπποδρόμιο, στα θεάματα.

Η μεγαλήτερή τους φιλοδοξία είτανε να μπλέκουνε στα δίχτια τους τους πιο μεγάλους της χώρας, και λαϊκούς και κληρικούς. Χίλια δυο κάμνανε για να τους ξελαγιάζουν. Ώρες κοιτάζανε στον καθρέφτη να σπουδάζουν τα κινήματα και τα στασίματα που τους ταίριαζαν· πώς λόγου χάρη ν' απογέρνη ο λαιμός πιο χαριτωμένα, πώς να σειέται τα κεφάλι με τρόπο που ναστράφτουν οι πλεξούδες, πώς νανοιγοκλούν τα ματόκλαδα ξεπεταχτά και παιχνιδιάρικα, πώς να σπιθοβολούν τα μάτια, και πάλε πώς να φαίνουνται ονειριασμένες σαν από λαχτάρα, πώς να γίνεται μαγικό και τραβηχτικό το χαμόγελό τους, και τέλος πώς να σειούνται και να λυγίζουνε με νάζι τα στήθια, η μέση, τα λαγόνια, οι γόφοι, όλο τους το κορμί.

Άλλο κακό του καιρού εκείνου που το πολεμούσε κι αυτό αλύπητα ο Χρυσόστομος είταν οι δεισιδαιμονίες που αλλού ιστορήθηκαν. Κ' επειδή από το κακό αυτό ζούσαν πάμπολλοι μάγοι κι αγύρτες, τους είχαν και τούτους μαζί τους οι αυλικοί, και δεν τους είτανε μικρή βοήθεια.

Από τους λόγους πάλε που είχε ο Χρυσόστομος κηρυγμένους στην Αντιόχεια μαθαίνουμε άλλα. Μαθαίνουμε π. χ. πως από πέντε χρονών ταγώρια πηγαίνανε στα «Δημοτικά» και διδάσκουνταν ανάγνωση και γραφή απάνω σε σανιδοκόμματα στο κερί βουτηγμένα. Κατόπι περνούσανε στο «Ελληνικό» (Σχολάς των Γραμματικών), κι άκουγαν Όμηρο κι άλλους αρχαίους. Τέλος πηγαίνανε στα Σκολειά της Ρητορικής, και σαν ξεσκολούσανε κ' έβγαιναν από το διπλό εκείνο καμίνι της αρχαϊκής σοφίας, άρχιζαν και μελετούσαν τα δόγματα της θρησκείας και δέχουνταν τάγιο βάφτισμα. Μας χύνει αυτό το σύστημα κάποιο φως και στη μελέτη του ρωμαίικου μας λογιωτατισμού, και μάλιστα της διγλωσσίας. Αυτά όμως αλλού.

Από τους προκομμένους εκείνους νέους οι πιο ενθουσιασμένοι αποτραβιόντανε στ' αναχωρητήρια και στις ερμιές, και βασάνιζαν τα κορμιά τους με παντής λογής σωματικά και ψυχικά κακοπάθια. Οι πιο πραχτικοί πάλε σπούδαζαν τα νομικά, κι από κει ανέβαιναν κάποτες και σε μεγάλα πολιτικά αξιώματα. Στο στρατό, καθώς είδαμε, δεν πολυέμπαινε το κοινό. Όλως διόλου ξέχωρος κύκλος ο στρατός τότες.

Όσο για τα κορίτσια, οι καλές κ' οι φρόνιμες κι όσες είχαν και τη θέληση, το θάρρεγαν παινέδι τους ναφίνουν κόσμο κ' εγκόσμια και να σφαλιούνται στα μοναστήρια. Φαίνεται πως κάμποσο καλό έκαμναν οι αγαθές εκείνες καλόγριες σε φτωχούς και σ' αρρώστους, και πολύ τις καμάρωνε αυτές ο Χρυσόστομος. «Οι πιώτερές μας» έλεγε «είναι δοσμένες στα ουράνια αντίς στα επίγεια». Ομπρός στα δυο κακά ως τόσο που προξενούσε η μοναχική τους αυτή ζωή, τα φιλανθρωπικά τους έργα δεν πολυσήμαιναν. Πρώτο κακό, που στεριούνταν ο κόσμος τις καλλίτερες του μητέρες. Άλλο κακό, που πολλές τους δεν απόμνησκαν ως τέλος πιστές στα ουράνια, παρά ξέπεφταν κι από τα επίγεια πιο χαμηλότερα. Στην Πόλη μάλιστα είχε καταντήσει ανοικονόμητο το σκάνταλο. Κελλί καλογερικό δίχως «αδελφή» ή «διάκονη» είτανε σπάνιο πράμα.

Πρι να κλειστή αυτό το κεφάλαιο, αξίζει να ειπωθούνε μερικά που μας εικονίζουν την κατάσταση της Αντιόχειας και της Αλεξάντρειας τον πέμτο αιώνα κάτι πιο καθάρια από τις περιγραφές που φάνηκαν απάνω στη σειρά της ιστορίας.

Σε καμιάν πόλη της αρχαιότητας, λέει μεγάλος ιστορικός, δε βασίλευε η καλοζωία τόσο όσο στην Αντιόχεια, τη Βιέννα εκείνη της Μικρασίας, που το περίφημο προάστειό της, η Δάφνη, αληθινό περιβόλι χαράς κ' ηδονής, πέντε περίπου μίλια από τη χώρα, και δέκα μίλια γύρο, είταν αμίμητο με τις δάφνες του, με τα κυπαρίσσια του, με τις βρύσες και τις νεροσυρμές του, και τέλος με τον περίφημο ναό του Απόλλωνα, που είδαμε την τύχη του στον καιρό του Θεοδοσίου. Τεσσεράμιση μίλια μάκρος είχε ο δρόμος της Αντιόχειας, που από τη μια μεριά πήγαινε παράπλευρα με τον ποταμό, κι από την άλλη σκεπαζότανε με στοά μεγαλόπρεπη απ' άκρη σ' άκρη. Κι όσο για νερά, όπου γύριζες να δης έτρεχαν, κ' είταν η μόνη πόλη που δε μάλλωνε ο κόσμος για νάβρη τόπο μες στα λουτρά.

Παραβάλλοντάς τηνα με την Αλεξάντρεια ο ίδιος ο ιστορικός λέει πως για χαρές και για καλοπάθια, για δραματικά θεάματα, για φαγοπότια, και για της αγάπης τα μάγια, η Αντιόχεια είταν πολύ πλουσιώτερη από την πόλη που δεν είχε «κάτοικο ακαμάτη». Θεατρίνοι, τραγουδιστάδες, χορευτάδες, ακροβάτες, μίμοι, όλοι την Αντιόχεια είχανε καταφύγι τους. Καθώς είδαμε όμως, παρουσίαζε κάποτε και πιο φρόνιμη όψη η ελκυστική αυτή τρελλοκόρη. Είχε και τους θεολόγους της, τους φιλοσόφους, τους ρήτορες, τα σκολειά και τα μοναστήρια, και τάλλα του παρδαλού εκείνου κόσμου συστήματα.

Σάνε συνέβαιναν ταραχές στην Αντιόχεια, πάντα στο Ιπποδρόμιο άρχιζαν. Τις πιώτερες φορές όμως άρχιζαν και τελειώνανε με τα λόγια, κ' έκοβε η γλώσσα τους όχι παρακάτω, από τους Αλεξαντρινούς. Ίσως επειδή σημαντικό μέρος των κατοίκων είταν Εβραίοι, αν και δεν είχε λίγους μήτε η Αλεξάντρεια.

