# Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

## Part 11

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/32215/index.md

Μεγάλη και φοβερή είταν η δύναμη της μαγείας τους καιρούς εκείνους. Το φαρμάκι της κρυφοπερεχούσε τον κόσμο, και την τρέμανε μικροί μεγάλοι σαν την πανούκλα. Οι ψαλμωδιές και τα ξόρκια ενός Μάγου, τα μυστικά του βότανα και τανατριχιάρικά του μαμούνια, αρπάζανε και χαρίζανε ζωές, ανάβανε και σβύνανε πάθη, διώχτανε και φέρνανε δαιμόνους από την κόλαση, που ησυχία δεν έβρισκε άνθρωπος. Τους έτρεμε ο κόσμος, τους σιχαινότανε, τους απόφευγε, κι ως τόσο τους πίστευε, και τους μάγους και τις ζαροπρόσωπες στρίγλες, που γύριζαν από τόπο σε τόπο σαν τους σημερνούς τους Ατσιγγάνους, κι άλλο δεν έκαμναν παρά να προσκαλούνε δαιμόνια και να σπέρνουνε στον κόσμο παντής λογής βάσανα. Κι όχι μονάχα τους πιστεύανε, μα και τη βοήθεια τους ζητούσαν όταν επιθυμούσαν ή να χορτάσουν πάθος, ή γυναίκα να ξελογιάσουν, ή άντρα να σκοτώσουν, ή ναρπάξουνε βιός. Ως και θρόνους βασιλικούς μπορούσε και σάλευε ο παντοδύναμος ο Μάγος. Εύκολο είτανε μαζί με τ' άβλαβα βότανα νανακατευτή και καμιά στάλα φαρμάκι μέσα στο μαγικό τους ποτήρι. Γενήκανε λοιπόν όλ' αυτά αφορμή να τους καταδιώξη ο Ιοβιανός τους Μάγους με βαριούς νόμους, αν και φαίνεται πως δεν έσωσαν, επειδή οι διάδοχοι του Βαλεντιανός και Βάλεντας διάταξαν ακόμα πιο φοβερό κατατρεγμό, και μαζί με τους φταιξιάρηδες έπαθαν τότες και κάμποσοι αθώοι.

Εφτά μήνες έκαμε να φτάση ο βασανισμένος στρατός με το Βασιλέα στην Αντιόχεια. Λαχταρώντας, ο Ιοβιανός να βρεθή μια ώρ' αρχήτερα στην Πρωτεύουσα, αν και τόξερε πια τώρα πως όλο το Κράτος τον αναγνώρισε, δε χασομέρησε στην Αντιόχεια μόνο τράβηξε βορεινά κ' ήρθε στην Άγκυρα. Ξεκινάει κι από την Άγκυρα, μα πηγαινάμενος από κει κατά τη Νίκαια, στα πρόθυρα να πούμε της Πρωτεύουσας, τον πρόλαβε ο Χάρος και τον πήρε. Είπαν πως παράφαγε και βρέθηκε ξερός μια πρωινή στο κρεββάτι. Στο μακρινό του όμως εκείνο ταξίδι Θεός το ξέρει πόσοι εχτροί τον τριγύριζαν...

Στάλθηκε αμέσως στην Πόλη το λείψανο. Προβγήκε και το προαπάντησε η χήρα του η Χαριτώ, που της έμνησκε ένα του τέκνο, μωρό παιδί ακόμα, που αν και καμωμένο από τότες «Νομπιλίσσιμος», δεν είτανε γραφτό του να φορέση πορφύρα.

Άμα πέθανε ο Ιοβιανός (364), οι στρατιωτικοί και πολιτικοί αρχηγοί έκλεξαν Αυτοκράτορα στη Νίκαια το Βαλεντιανό, πρωτοστράτηγο της Αφρικής και της Βρεταννίας. Ο Βαλεντιανός όμως, πολύ πραχτικός και μην πολυαγαπώντας φιλοσοφίες και ρητορικές, άμα πέρασε στην Κωσταντινούπολη αφίνει όλη την κυβέρνηση της Ανατολής στον αδερφό του το Βάλεντα, και παίρνει αυτός τη Δύση, δηλαδή Ιλλυρία, Ιταλία και Γαλατία. Ο Βάλεντας λοιπόν είναι ο καθαυτό Αυτοκράτορας μας, και μ' αυτόν έχουμε να κάμουμε. Ίσως θα μας έβγαινε σε καλό να γίνουνταν το ενάντιο, επειδή ο γνωστικός ο Βαλεντιανός και πιο ορθόδοξος είτανε και με τους αλλόθρησκους πιο μαλακός, και το κάτω κάτω δεν ανακατεύτηκε ποτές του σε θρησκευτικές διαφορές· ενώ ο Βάλεντας, αν και φοβητσιάρης, χολερικός, κι όχι παράξυπνος, ησυχία δεν είχε με τα θρησκευτικά του. Βγήκε αμέσως Αρειανός, κι ολοφάνερα τους προστάτευε τους δικούς του. Του στραβού όμως το δίκιο, δεν τους κατάτρεχε τους ορθοδόξους και με πολλή κακία.

Τρία πράματα τη σημαδεύουν την εποχή του Βάλεντα. Η συνωμοσία του Προκοπίου, τα δεύτερα μεγάλα βαρβαρικά πλημμυρίσματα, και τα θρησκευτικά μας, όχι μονάχα τα θεολογικά και τα δογματικά, παρά και ταποστολικά ας τα πούμε, επειδή είδος Απόστολοι μας στάθηκαν κι α Βασίλειος κι ο Γρηγόριος. Και καταντούν αυτά για μας από κάθε άλλο σπουδαιότερα, επειδή μέσα στους στοχασμούς και στα έργα των Πατέρων και μέσα στην ατμόσφαιρα που ζούσανε βρίσκουμε την εθνική μας ζωή, αλλαγμένη τώρα και ζυμωμένη με νέους νόμους και τρόπους.

Το πρώτο περιστατικό θα ιστορηθή σ' αυτό το Κεφάλαιο. Τάλλα τα δυο θακολουθήσουνε σε ξέχωρα Κεφάλαια.

Μόλις ανέβηκε το θρόνο ο Βάλεντας και ξέσπασε του Προκοπίου το κίνημα. Είταν ο Προκόπιος άνθρωπος ανεβασμένος από τιποτένια θέση σε μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα στη Μεσοποταμία από τον προστάτη του τον Ιουλιανό. Στον καιρό του Ιοβιανού όμως τραβήχτηκε στην Καππαδοκία, και καλλιεργούσε τα χτήματά του. Ήρθε δεν ήρθε ο Βάλεντας, και παρουσιάζεται μια μέρα ένας Βασιλικός αξιωματικός στον Προκόπιο με μερικούς στρατιώτες και τον προστάζει νανέβη στην Πόλη. Νοιώσαντας πως κακή ώρα τον πρόσμενε, καταφεύγει τότες ο Προκόπιος στ' ακόλουθο τερτίπι. Παίρνει άδεια και πηγαίνει ναποχαιρετήση τη φαμελιά του, ξεφεύγει πίσωθε, βρίσκεται σε λίγο στον Εύξεινο, και κείθε ίσια στο Βόσπορο. Μένει εκεί κρυμμένος μερικούς μήνες. Τέλος χώνεται στην Πρωτεύουσα, και ξεμυστηρεύεται ενός Ευνούχου κ' ενός Σενατόρου πως αποφάσισε ναρπάξη το θρόνο. Μην όντας κι ο λαός πολύ αφοσιωμένος στο Βάλεντα, που μια του φέρνουνταν απότομα και μια μαλακά χωρίς λόγο, τους λέει ο Προκόπιος πως είναι βολική η ώρα, και τους πείθει. Πηγαίνουν τότες και βρίσκουνε δυο τάγματα Γαλάτες και τους καταπείθουν κι αυτούς με μεγάλα ταξίματα να μπούνε στη συνωμοσία. Μαζεύουνται μια πρωινή σιμά στα λουτρά της Αναστασίας, και φορεμένος πορφύρα ο Προκόπιος παρουσιάζεται σαν αναστημένος Λάζαρος μέσα στην Πόλη. Λέγουν πως έτρεμε τότες από το φόβο του, μα οι στρατιώτες τον αποδέχουνταν αλαλάζοντας. Είχαν και μερικούς μαζεμένους από τα χωριά τριγύρω. Ξεκινούν όλοι τους με τον Προκόπιο στη μέση, πρώτα στο Σενάτο, ύστερα στο Παλάτι. Ο λαός ως τόσο σωπούσε· δεν πήρε φωτιά καθώς περιμένανε. Με τη φοβέρα όμως τους τραβήξανε μαζί τους, κι άρχισε τότες το κακό. Πιάνουν Αρχόντους, ανοίγουνε φυλακές κι οπλοστάσια, και σε μερικές ώρες μέσα παίρνει στα χέρια του ο Προκόπιος όλη την εξουσία. Σιγά σιγά ερεθίζουνται κ' οι Γότθοι και τάλλα στρατέματα του Βασιλείου.

Τακούγει αυτά ο Βάλεντας (είταν τότες στην Καισάρεια), και σαν υστερικιά γυναίκα άρχισε να δέρνεται και να κλαίγεται. Τούρθε μάλιστα να προτείνη και μοιρασιά με τον προδότη. Τονέ γλύτωσαν όμως οι φίλοι του από τέτοια ταπείνωση, καθώς κι όσοι αξιωματικοί δεν πήγανε με το στρατό, παρά καρτερούσαν περίσταση να ξαναφέρουν το Βάλεντα. Ένας τους μάλιστα, ο Οριθέας, μάζεψε μερικούς δικούς του και πήγε να τους χτυπήση τους συνωμότες. Παλικαράς όντας κι αγαπημένος από τους παλιούς του συντρόφους, μόλις τους φώναξε να παρατηθούν από την προδοσία και τους μαλάκωσε. Παίρνει τότες την αρχηγία του στρατού ο γέρος ο Ορβέτιος, παλιός στρατηγός του Μεγάλου Κωσταντίνου, κ' ύστερ' από μερικά τσουγκρίσματα με τους συνωμότες απόμεινε ο Προκόπιος ολομόναχος. Κι αφού πλανέθηκε κάμποσο στα δάση και στα βουνά της Φρυγίας, τον έπιασαν ύστερα και τον αποκεφαλίσανε.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θρησκευτικοί αρχηγοί

Είταν ακόμα τόσο Ρωμαϊκά τα συστήματα, οι χαραχτήρες και πολλά καμώματα των Αυτοκρατόρων εκείνων, που ιστορώντας την εποχή τους καταντάει άνθρωπος να πελαγώνη κάποτε σε πράματα που δεν φαίνονται και πολύ χρειαζούμενα για την εθνική μας ιστορία. Του Μεγάλου Κωσταντίνου το έργο, όσο και να μην άργησε να ριζώση, δε δυνότανε και να καρποφορήση αμέσως. Κι ο πολιτικός μηχανισμός και ταξιώματα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας είταν ακόμα ξένα στον τόπο μέσα. Και μήτε μπορούσανε να γίνουνε δικά μας παρά με τα χρόνια και με τους αιώνες, όπως έγινε και σάλλους τόπους. Αν οι Ιστορικοί παραδέχουνταν πως το Βυζαντινό το Κράτος αρχίνησε το δρόμο του μαζί με τον Κωσταντίνο, αγάλι αγάλι παίρνοντας το χρώμα, το χαρακτήρα και τη γλώσσα του τόπου, ώσπου έγινε καθάριο ρωμαίικο, αντίς να σπάνουν τα κεφάλια τους πασκίζοντας να βρούνε σε τίνος Βασιλεία έπαψε να είναι ρωμαϊκό κι αρχίνησε να γίνεται ρωμαίικο, και πιο κοντά στην αλήθεια θα πήγαιναν κι από μεγάλη σύχυση θα μας γλύτωναν. Έπαθαν όμως οι δυτικοί οι Ιστορικοί, και μαζί μ' αυτούς και πολλοί δικοί μας, ό,τι έπαθε το έθνος μας με τους κλασσικούς του προγόνους. Δεν τους ερχότανε να λησμονήσουν τη Ρώμη. Τους είχε μαγεμένους η Κοσμοκρατόρισσα, και βήμα δεν έκανε ο νους τους μήτε σ' Ανατολή μήτε σε Δύση δίχως να τα θωρούν και να τα λατρεύουν ακόμα τα μεγαλεία της. Σα να το είχαν ασέβεια να το μολογήσουν, σα να το λυπούνταν κατάκαρδα που τ' Ανατολικό το Κράτος δεν μπορούσε πια να φυλάξη τα ρωμαϊκά τα προσόντα ανάλλαγα στο Βυζάντιο μέσα. Ένας πάλι από τους στερνούς Ευρωπαίους ιστορικούς, αν κι από τους πρώτους της επιστήμης του, αραδιάζει κάμποσους παράξενους λόγους που τον έκαμαν κι ονόμασε το Βυζαντινό Κράτος «Νεώτερο Ρωμαϊκό Κράτος», κι ο πιο παράξενος του λόγος είναι πως Βυζαντινός τώρα πάει να πη στην Ευρώπη κάτι όχι πολύ κολακευτικό! Σάματις ταποφεύγουν κ' οι Εβραίοι τόνομά τους επειδή μερικοί κακοθελητάδες τους τόχουν είδος παρόνομα!

Το Βυζαντινό το Κράτος άρχισε με τον Κωσταντίνο. Αν είναι οι πρώτοι μας αιώνες ανακατεμένοι με πιώτερα δυτικά συστήματα κ' ιστορήματα παρά οι κατοπινοί, αυτό είταν αναπόφευγο, και φυσικό μάλιστα, καθώς είναι κι όταν ξένος κατεβαίνει σήμερα και παντρεύεται στα μέρη μας. Περνούνε δυο τρεις γενεές, και χάνεται το ξενικό το στοιχείο, μα ας φέρη όσους δασκάλους θέλει για τα τέκνα του από την πρώτη πατρίδα· χάνεται όμως αγάλι αγάλι, και δίχως να μπορής να πης πως την _τάδε μέρα_ αφανίστηκε το ξενικό το στοιχείο κι άρχισε να δουλεύη το στοιχείο του τόπου.

Ένα πράμα μονάχα δούλεψε απαρχής με καθάρια εθνική δύναμη κ' ενέργεια, μάλιστα και πριν ακόμα κατέβη ο Κωσταντίνος. Ένα, μα πολύ σπουδαίο· η θρησκεία. Όλος ο νους κι' όλ' η καρδιά του Ρωμαίικου ρίχτηκε μέσα στην αγκαλιά της και βύζανε ταθάνατο γάλα της. Για δαύτα πρέπει με μάτια ορθάνοιχτα να τον ακολουθάμε το θρησκευτικό μας δρόμο τους χρόνους αυτούς. Κι όχι μονάχα που είναι ιερό πράμα, όχι μονάχα που μας κράτησε το λυχνάρι της εθνικής σωτηρίας μας ως το τέλος, μα επειδή ακολουθώντας την ξεδιαλύνουμε το χαρακτήρα μας, τα φυσικά μας, μελετούμε μάλλους λόγους την καθαυτό ζωή μας που είναι κ' η καθαυτό ιστορία μας.

Ιστορήσαμε ως την ώρα ένα και μεγάλο, εθνάρχη, τον Αθανάσιο. Σαράντα έξη χρόνους πολέμησε ο ήρωας εκείνος για την Ορθοδοξία, πάει να πη για το «Γένος». Α δεν έβγαινε στη μέση ο μεγάλος αυτός αντιπρόσωπος της φρόνιμης Ρωμιοσύνης, θα μας βύθιζε σε μύρια δεινά και βάσανα η ανοησία κ' η ασυνειδησία της σοφιστικής Ρωμιοσύνης. Στάθηκε μα την αλήθεια ο Αθανάσιος σ' αυτήν την κρίσιμη εποχή της ιστορίας μας σαν είδος Περικλής με τους Δημαγωγούς. «Επαινώντας τον Αθανάσιο επαινώ την αρετή», έλεγε ο Γρηγόριος. Κ' είχε αυτό τον τόπο του, μια και πάρουμε την αρετή στη μεγάλη της σημασία. Η αρετή του Αθανασίου δεν είτανε μονάχα ηθική αρετή, είταν και παλικαριά, καθώς στα παλιά τα χρόνια την εννοούσαν. Παλικαριά όμως της ψυχής. Ατέλειωτες και μανιασμένες φουρτούνες αφρίζανε γύρω του, κ' εκείνος άφοβος κι ατάραχος κανόνιζε, καθοδηγούσε, και κυβερνούσε το έθνος του. Μεγαλοδύναμος κι ακαταπόνετος νους· θέληση σιδερένια· μεγαλοψυχία και πίστη ακλόνιστη. Με τέτοια αρματωσιά ποιος Αρειανισμός και ποιος Εθνισμός να του αντισταθή! Κατάντησε η δύναμη του παγκόσμια δύναμη. Ηγεμόνες και μεγιστάνες τον κατάτρεχαν, κι ως τόσο της Οικουμένης τα πέρατα τον πονούσανε και τον παρηγορούσαν. Ποτές ο τίτλος του «Άγιου» δε δόθηκε πιο εύλογα και πιο πρεπούμενα.

Καιρός μας τώρα νάρθουμε και στους άλλους δυο Φωστήρες της εποχής εκείνης, τους δοξασμένους μας Βασίλειο και Γρηγόριο. Άλλοι πάλε τύποι αυτοί της φρόνιμης μερίδας. Κατέβηκαν κι αυτοί στην Αθήνα και σπούδαξαν, καθώς άλλοι· με πόσο όμως διαφορετικούς καρπούς! Η πολιτική τους, ναπογευτούνε δηλαδή την αρχαία σοφία, και να βγουν έπειτα να κηρύξουν την αλήθεια του θεού με την τέχνη και με τη χάρη της παλιάς Αττικής, είναι εύκολο να ψεγαδιαστή. Εύκολο να πούμε πως ο Παύλος κ' οι άλλοι πρωτητερινοί δεν πολυσκοτιστήκανε με τέτοια ρητορικά στολίδια και πως καλλίτερα θα δίδασκαν το λαό μιλώντας και γράφοντας του καιρού τους τη γλώσσα. Μα έχει και κάποιο νόημα η πολιτική τους αυτή· το νόημα πως μπορεί άνθρωπος και την κλασική αρχαιότητα να λατρεύη και Χριστιανός ναπομνήσκη. Αυτό και τόπραξε και τόγραψε και το κήρυξε ο Μέγας ο Βασίλειος. Φαίνουνται μα το ναι οι Πατέρες αυτοί σα γιγαντομάχοι αποφασισμένοι να καταστρέψουν τον Εθνισμό με τα όπλα του· ο Αθανάσιος μ' Αριστοτελική λογική, ο Βασίλειος μ' Ισοκράτικη δεινότητα κ' ευγλωττία.

Είταν ο Βασίλειος γεννημένος στην Καισάρεια στα 329. Ο Γρηγόριος πάλε ο Ναζιανζηνός στα 331. Μια χαρά είναι να τους φαντάζεσαι στην Αθήνα νέους συσταζούμενους, σοβαρούς, απομακρυσμένους από τη θεότρελλη εκείνη παρέα που ιστορήθηκε παραπάνω, αποφασισμένους να μάθουν τα μυστήρια της Αττικής λογοσοφίας, κ' έπειτα να σύρουνε στη δουλειά τους. Λες και μοιάζουνε με τα σημερινά εκείνα τα προκομμένα Ρωμιόπουλα που τα λέμε Τουρκομερίτες, ονομασία προτιμότερη από πολλούς ντόπιους _χασομερίτες_ που σπουδάζουνε μαζί τους στην ίδια την Αθήνα μέσα. Αφού λοιπόν έμαθαν κ' οι δυο τους γράμματα πάμπολλα και γερά, βγήκανε στον κόσμο, και στην αρχή έκαμνε ο Βασίλειος τον δικηγόρο στην Καισάρεια, δίδασκε και ρητορική. Ο Γρηγόριος πάλι έμεινε στην Αθήνα διδάσκαλος κι αυτός της ρητορικής. Δεν έμειναν όμως μήτ' ο ένας μήτ' ο άλλος πολύν καιρόν σ' αυτά τα στάδια. Πολύ χριστιανικός όντας κι από χριστιανική φαμελιά ο Βασίλειος, έννοιωθε πάντα κάτι μέσα του που τονέ σκουντούσε ναφιερωθή στη θρησκεία. Άλλο δεν είχε από σπουδαστής ακόμη στο νου του παρά να τους μεταχειριστή όλους εκείνους τους κλασσικούς θησαυρούς του προς όφελος της Χριστιανωσύνης. Εικοσιεφτά χρονώ λοιπό νέος βαφτίζεται στη Μητρόπολη της Καισαρείας, μοιράζει το έχει του, κι αρχινάει περιοδείες από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χώρα σε χώρα, ακούγοντας θεολόγους, συνομιλώντας με σοφούς και μ' άγιους, με Πατέρες και μ' Ερημίτες. Είταν τότες οι πιο σημαντικοί ίσως άντρες της καθαυτό Ρωμιοσύνης τραβηγμένοι σε ρημητήρια. Καθώς όμως και σήμερα πολλοί σοβαροί και του παλιού και του νέου κόσμου, και μάλιστα του νέου, κι αν ασπάζουνται σωστές ιδέες και αρχές καταντούν όμως φανατικοί και το παραξηλώνουν, έτσι κ' οι Ερημίτες εκείνοι το παρακάμνανε με την ασκητική τους. Τους καθοδήγευε λοιπόν ο γνωστικός ο Βασίλειος και τους παρακινούσε να συσταίνουν Κοινόβια, κι όχι αγριοσπηλιές· δηλαδή να δροσίζουν και να χαριτώνουν τη ζωή τους δουλεύοντας, κι όχι να κρυφολιώνουνε μ' ανωφέλευτες και μ' άγονες τυραννίες.

Μεταγυρίζει στον τόπο του, και τέλος κατασταλάζει στον Πόντο. Είταν είδος ρημητήριο κ' η κατοικία του εκεί απάνω, μα ρημητήριο που η μελέτη, η φιλανθρωπία κ' η αγάπη τόκαμνε κι από τον κόσμο πιο ζωντανό. Ας ακούσουμε πώς την περιγράφει ο ίδιος τη χαριτωμένη αυτή αϊτοφωλιά του, σ' ένα του γράμμα προς το Γρηγόριο. «Μούδειξε ο Θεός ένα μέρος», του λέει, «που μια χαρά ταιριάζει με τα συστήματά μου, ίσια ίσια καθώς το σκαρώναμε με τη φαντασία μας τότε που καθούμαστε μαζί και τα λέγαμε. Βουνό δεντροσκέπαστο και κατά τα βορεινά λουσμένο με διάφανα και με καθάρια νερά. Κι απάνω απάνω, απλάδα τριγυρισμένη κι αυτή με λογής λογής δέντρα». Κατόπι παρομοιάζει τα φώλιασμά του με της Καλυψώς τα νησί, και τον εαυτό του με τον Αλκμέωνα, σανέ βρήκε την ησυχία του. Έτσι του άρεσκε πάντα του Βασιλείου να γλυκοπαίζη με ταρχαία τα παραμύθια.

Ήρθε τέλος εκεί κι ο Γρηγόριος από την Αθήνα. Μήτ' εδώ όμως δεν έκαμε πολύν καιρό ο Γρηγόριος. Όντας κάπως άστατος, στενοχωρέθηκε αυτός με τη μοναξιά και μεταγύρισε στην οχλοβοή του κόσμου. Τύπος καθάριος ρωμαίικος ο ανήσυχος ο Γρηγόριος. Αγκαλά κι ο Βασίλειος κατέβηκε κατόπι στην Κωσταντινούπολη, όχι όμως ναλλάξη αγέρι, παρά για να διαφεντέψη τον Επίσκοπο της Άγκερας, που τα είχε βάλει με τον Αρειανό τον Ευνόμιο. Εκεί απάνω περίπου ανέβηκε το θρόνο κι ο Ιουλιανός. Και τότες δεν είταν Αρειανισμός ή Ορθοδοξία, παρά ζωή ή θάνατος. Αποφασίζουνε λοιπόν κ' οι δυο τους να βγούνε στον ιερό τον αγώνα, κι' όχι απλοί στρατιώτες, μόνο αρχηγοί. Ανεβαίνοντας από βαθμό σε βαθμό ο Βασίλειος χειροτονήθηκε ιερέας από τον Ευσέβιο της Καισαρείας. Σύγκαιρα χεροτονιέται κι ο στενός του φίλος από τον πατέρα του, τον Επίσκοπο της Ναζιανζός. Για καλή μας τύχη όμως βρήκε το τέλος του ο Ιουλιανός στην Περσία, και δεν καλοξέσπασε ο φοβερός εκείνος ο πόλεμος, που μπόρειε και στο αίμα να καταντήση· επειδή αλλιώς δεν ξηγιέται το πάθος και το φαρμάκι πούχυσε τότες ο Γρηγόριος μέσα στους λόγους του. Είπε πολλά κι ο Βασίλειος, μα σοβαρώτερος όντας αυτός, οι λόγοι του είταν πιο ατάραχοι και πιο βαθιοστόχαστοι. Μετρούσε τα λόγια του ο Βασίλειος, μα βαρούσανε. Τέτοια δεινότητα έδειξε και τότες και πάντα, που όσο τονέ θάμαζε και τον παινούσε ο δάσκαλος του ο Λιβάνιος, άλλο τόσο τονέ ζούλευε και μάλιστα και τον κατάτρεχε ο Ευσέβιος της Καισαρείας.

Μεγάλος νους, μα και μεγάλη καρδιά ο Βασίλειος. Την έδειξε την καρδιά του όταν έπεσε λίμα φοβερή στην Καππαδοκία και στον Πόντο. Έτρεχε τότες από πόλη σε πόλη, παρηγορούσε φτωχούς, παρακινούσε πλούσιους να βοηθούνε τους πεινασμένους, και δίχως να κοιτάζη θρησκείες τους ανακούφιζε όλους και με λόγια και μ' έργα.

Αξιοπαρατήρητο είναι που το Βασίλειο ποτές δεν τον κυρίεψε ο τύπος της κλασικής της σοφίας, πράμα συνηθισμένο στην εθνική μας ζωή, και παλιά και νέα, — παρά έβαζε τον τύπο και του στόλιζε τα μεγάλα ψυχικά του προσόντα. Ο νους του είτανε βουτηγμένος στα πιο βαθύτερα νάματα της παλιάς σοφίας, κι ως τόσο πάντα έτοιμο τονέ βρίσκουμε να τη γυρίση όλη εκείνη τη μάθηση σε καλό, και πρακτικό μάλιστα καλό. Παράδειγμα ο όμορφος ο λόγος που έβγαλε απάνω στην πείνα εκείνη, λόγος που λάμπει ακόμα μαζί με τάλλα τα κλασσικά μας απομεινάρια.

Σαν πέθανε ο Ευσέβιος, ποιον άλλονα νανεβάσουνε στης Καισαρείας το θρόνο, παρά τον Ερημίτη του Πόντου. Το δέχτηκε το μεγάλο αξίωμα, κι ως τόσο το φόρεμά του είταν ένα και μονάχο πάντα. Λαχανικά είταν πάντα και το προσφάγι του. Κι όσο για τα χρήματα που περνούσαν από τα χέρια του, όσα δεν πηγαίνανε σ' άρρωστους και σε πεινασμένους ξοδευόντανε σ' Εκκλησιές και σε Φιλανθρωπικά Καταστήματα.

Τέτοιο αξίωμα δεν μπορούσε παρ' ακόμα πιο τρανότερα να φανερώση το χαρακτήρα του. Και τώρα ξαναρχούμαστε στο Βάλεντα, πούγινε αφορμή να φανή τι λογής άνθρωπος είταν ο νέος ο Δεσπότης της Καισαρείας. Το Βάλεντα τον είχαν πια τότες στα γερά καβαλλικεμένο οι Αρειανοί. Αυτοί τον έκαμαν κ' έστειλε στην Καισάρεια τον Ύπαρχο το Μόδεστο, με παραγγελιά να καταπείση το Βασίλειο να γυρίση με τους Αρειανούς, και στην ανάγκη να το γυρίση και στη φοβέρα. Αξίζει να ξαναγραφή εδώ ο διάλογος τους. — Πώς τολμάς εσύ μόνος και του εναντιώνεσαι του Βασιλέα, ρωτάει ο Ύπαρχος, και δεν παραδέχεσαι τον Αρειανισμό; — Άλλον από το Θεό δεν προσκυνώ εγώ, μα ας είναι κι ο Ύπαρχος, απολογιέται ο Βασίλειος. Αναπετιέται τότες ο Ύπαρχος και, — Πώς; φωνάζει, δεν τη φοβάσαι τη δύναμή μου εσύ; — Και τι μπορείς να κάμης; λέει ο Ιεράρχης ατάραχα. — Έν' από τα πολλά, αποκρίνεται ο Ύπαρχος, που είναι στην εξουσία μου· εξορία, βασάνισμα, θανάτωμα. — Άλλο τίποτις έχεις να με φοβερίξης; ρωτάει ο Βασίλειος. Απ' αυτά τίποτις δε φοβούμαι. Να μου δημέψης το έχει μου δεν μπορείς, με τόνα μου ρούχο, κι αυτό παλιό. Εξορία δε με πιάνει, αφού όπου κι αν πάω, διαβατάρικος είμαι. Όσο για βασανίσματα, με την πρώτη πληγή θα ξεψυχήση αυτό το κορμάκι, και θανέβω στον Πλάστη μου. — Τέτοιο θάρρος δε μούδειξε ποτές άνθρωπος, κάνει ο Μόδεστος. — Ίσως δεν αντάμωσες ποτές σου Επίσκοπο, αποκρίνεται ο Δεσπότης. Εμείς, όσο ταπεινούς κι α μας βλέπεις — μα Βασιλέας, μα Ζητιάνος είναι ομπροστά μας, όταν όμως είναι για μια Πίστη, σπαθιά και φωτιές και θεριά χαρά μας δίνουνε κι όχι φόβο.

Ίσως είναι λίγο στολισμένος αυτός ο διάλογος από κοντύλι ρητορικό. Τα βέβαιο είναι όμως πως δεν τονέ στενοχώρησε πια ο Αυτοκράτορας το Βασίλειο.

Έμεινε ήσυχος στην Καισάρεια ως το τέλος του. Ήσυχος μα όχι κι ανάπραγος. Αμέτρητοι είναι οι λόγοι του, μα αμέτρητες κ' οι αγαθοεργίες του. Στους λόγους του φαίνεται ως το τέλος η ξακουστή του αρχαιομάθεια. Τους έγραψε όλους σε κάμποσο καθάρια Αττική, κ' είναι από τους λίγους που το κατόρθωσαν. Τα πλήθη όμως τα συγκινούσε όχι τόσο η γλώσσα του, όσο η ψυχική του η δύναμη· και το πιο κυριώτερο, που τα έργα του ταιριάζανε με τους λόγους του, σπάνιο συστατικό σε ρητόρους. Για δαύτο και σαν αναπαύτηκε, την πρωτοχρονιά του 379, βγήκαν όλοι, Χριστιανοί, Εθνικοί, Εβραίοι, και συνόδεψαν το λείψανο. Και τέτοιο πλήθος μαζεύτηκε τότες, που σκοτώθηκαν κάμποσοι από το φοβερό το ζούληγμα, και τους μακάριζαν οι άλλοι, που πεθάνανε με τέτοιον άγιον άνθρωπο.

Παρηγορητικό φαινόμενο για τη Ρωμιοσύνη οι μεγαλόψυχοι αυτοί Αρχηγοί της. Γένος που μπορούσε ακόμα να βγάζη ανθρώπους καθώς ο Αθανάσιος κι ο Βασίλειος, δίχως άλλο φύλαγε μέσα του μεγάλη δύναμη για καλό, μεγάλα μελλούμενα.

Άλλο παράδειγμα, ο Γρηγόριος. Νους αν όχι τόσο Σωκρατικός καθώς ο Βασίλειος, χαριτωμένος όμως, κ' ίσως ίσως και πιο ρωμαίικος. Τότες που ξαναβγήκε στον κόσμο από τ' αναχωρητήρι του Βασιλείου, δεν έμεινε μέσα στην οχλοβοή και καιρό. Γλήγορα, την ξαναλαχτάρησε τη μοναξιά και ξανατραβήχτηκε. Και φαίνεται πως αυτήν την αλλαγή την έκαμε και την ξανάκαμε κάμποσες φορές. Δεν μπορούσε να ριζώση σ' ένα σύστημα ο Γρηγόριος. Μόλις η ζωηρή του φαντασία τον έπερνε από τη μοναξιά στον κόσμο, κι άξαφνα η ανήσυχη του ψυχή τον ξανάδιωχνε από την κοινωνία στη μοναξιά. Τονέ βρίσκουμε τέλος Επίσκοπο σε μικρό χωριουδάκι, Σάσιμα τόνομά του. Τον είχε διορισμένο εκεί ο Βασίλειος. Αντίς όμως να μείνη και να δείξη πως δύνεται και σε τέτοιο μικρό μέρος να κάμνη τα μεγάλα έργα της αγιωσύνης, στενοχωρέθηκε, και θύμωσε κιόλας με τον πολύτιμο φίλο του. Έγραψε μάλιστα και στίχους απάνω σ' αυτή την υπόθεση, αφού είταν και ποιητής. Έφυγε τέλος, και πήγε στην Επισκοπή του πατέρα του, τη Ναζιανζό. Έμεινε εκεί κάμποσο και δίδασκε· δίδασκε όχι μονάχα τα λόγο του Θεού, παρά και τα χρέη των πολιτικών αρχόντων από Βασιλέα και κάτω.

Δε σταμάτησε όμως μήτ' εδώ ο Γρηγόριος. Ανέβηκε πολύ μεγαλήτερα αξιώματα, κι απόλαψε μεγαλήτερες δόξες. Θα τον ξαναβρούμε κατόπι.

Ας περάσουμε τώρα στην άλλη την όψη της εποχής του Βάλεντα, την πολιτική και την πολεμική.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ούννοι και Γότθοι

Είναι ως εκατό χρόνια που μήτε τους βλέπαμε μήτε τους πολυακούγαμε τους Γότθους. Δηλαδή από τον καιρό του Κλαυδίου, του Αυστρηλιανού και του Πρόβου (267 — 282 μ. Χ.), τότες που αναγκάστηκαν οι πιότεροι να περάσουν τον Ίστρο και να το στρώσουν εκεί απάνω, καθώς άλλοι πάλε μερικοί κατασταλάξανε στη Δακία.

Θάμνησκαν ίσως έτσι τα πράματα, μόνε που ξεπρόβαλε νέος και φοβερός εχτρός από τα βορειανατολικά, οι πολυξάκουστοι οι Ούννοι. Έχουνε να πουν πως υπάρχανε οι βάρβαροι αυτοί από το δωδέκατο αιώνα πρι Χριστό κατά τα μέρη της Κίνας, μ' άλλο όμως όνομα. Αυτό εμάς αδιάφορο. Εκείνο που κάπως αξίζει για τα μας είναι να δούμε τι λογής άνθρωποι είταν οι Ούννοι, που από τον τρίτο αιώνα αρχινούσε και βούηζε τόνομά τους στη γειτονιά της Ευρώπης.

Σωστοί αγριάνθρωποι, και κάπως παρόμοιοι με τους Κόκκινους Ιντούς της Αμερικής. Γεννημένοι, μπορεί να πης, απάνω στάλογο· σκληρόκαρδοι, φοβεροί, θεριά μονάχα. Οι σημαντικώτεροί τους χαράζανε από μικροί τα μάγουλά τους, για να μη βγάζουνε γένεια. Ασκημομούρηδες, με μάτια μικρά μικρά, κοκκαλάδες, χοντρόλαιμοι και με διάπλατους ώμους. Λένε πως από μακριά φαινόντανε σαν αρκούδες στεκάμενες ή σαν κούτσουρα. Από φυσικό τους όντας καλοί κυνηγοί, καταντούσανε σαχίνια στον πόλεμο. Τρομάρα όπου πλάκωνε ιππικό τους. Τις σαϊτιές τις τινάζανε χυμίζοντας ή και φεύγοντας μ' αλάθευτη τέχνη. Θεοί τους είταν ο Ήλιος και το Φεγγάρι. Τους κυβερνούσαν εικοσιτέσσερεις αρχηγοί, κι όταν είχανε μεγάλα ζητήματα, μαζεύουνταν όλοι καβάλλα και συναγροικιούνταν αρματωμένοι.

Αιώνες κ' αιώνες τους πολεμούσαν οι Κινέζοι απέξω από τον απέραντο τοίχο τους. Απανωτά το πλημμύρισαν οι Ούννοι το Ουράνιο Κράτος, και μια φορά τόσο το ταπείνωσαν, που αναγκάστηκε να τους δίνη φόρο κορίτσια. Μετά πολλά όμως τους καταπόνεσαν οι Κινέζοι, τον πρώτον αιώνα περίπου πρι Χριστό, κι από τότες άρχισαν και κινούσανε δυτικά. Πήγαιναν, πήγαιναν, και με τον καιρό φτάσανε στα μέρη της σημερινής της Ρουσσίας και της Αουστρίας. Έτρεχε το αίμα ποτάμι όπου ξεφύτρωναν.

Ερχούμαστε τώρα στους Γότθους. Είταν οι Γότθοι χωρισμένοι αυτούς τους καιρούς σε δυο από το Βορυστένη τον ποταμό· σε Οστρογότθους, δηλαδή Ανατολικούς Γότθους, και σε Βησιγότθους, τους Δυτικούς. Σαν πλακώσανε λοιπόν οι Ούννοι και στα μέρη τους, στενοχωρηθέντας οι Οστρογότθοι τραβήχτηκαν παραμέσα στη χώρα τους. Από τους Βησιγότθους πάλι μέρος τράβηξε κατά τα Καρπάθια, και μέρος κατά το Δούναβη. Και μην έχοντας πόρεψη στους ξένους εκείνους τόπους, στέλνουν πρεσβεία του Βάλεντα με παρακάλια να τους αφήση να περάσουν το Δούναβη και να πιάσουν τις ρημωμένες χώρες της Βουλγαρίας και της Θράκης. Κλαίγοντας τούταζαν πως θα μείνουν πιστοί του υπήκοοι και πως θα τονέ διαφεντεύουνε μάλιστα κι από τους Ούννους.

