# Ποιήματα και Πεζά τινα

## Part 7

Book page: https://www.cyberlibrary.org/el/books/31852/index.md

Σε γάμον άρχοντος, προσκαλεσμένος, Ο Νούλας βρίσκονταν, απελπισμένος, Τι δεν εγένονταν, να καταφτάσουν, Σκουτιά ολοκαίνουργα να του τοιμάσουν. Να πάη δεν έστρεγε, καθώς φορούσε. Κι' απαρηγόρητος εβλαστημούσε. Του λέγει φίλος του· και τις η χρεία Να καταθλίβεσαι χωρίς αιτία. Μη γάρ είν' άφευχτο ν' αντραλοθούμε, Εκεί γιορτιάτικοι για να φανούμε; Παρόμιαις πρόληψες για τα στολίδια Μικρών κι' ανήλικων αθρώπων ίδια. Κι' εγώ εκίνησα με τα παλιά μου, Μηδέ καν διάλεξα τα πλιο καλά μου. Ο φίλος πάσκαγε με λόγου κρίσι Τον ισκυρόγνωμο να καταπείση. Χαμένα απόσταινε το λιάραγκά του. Εκείνος ήθελε τη φορεσιά του. Κριτή μ' εζήτησαν ν' αποφασίσω. Τη γνώμη μου έδωκα, χωρίς ν' αργήσω. Και προς το σύμβουλον ευτύς τηρόντας Παρόμια εμίλησα χαμογελόντας. Φρονείς εξαίρετα η αφεντιά σου, Μόν' ένα δίκιο του καλοστοχάσου. Αν πάνει αστόλιγος, και δε φαντάξει, Πιος τον στοχάζεται να τον κυττάξη.

Α μ ύ σ τ ι κ ο ς

Δεν τον ξετάζω παντελώς Με γνώσι αν είναι, ή τρελός. Μον έχει ιδίωμα κακό Να μη φυλάγη μυστικό, Και όσο θέλεις, ημπορείς, Πικρά να τον κατηγορής Και καταμόνας και κοινά Με δίκιο του παντοτινά. Μόν' αν ολίγο δε βιαστής, Θελήσεις να συλλογιστής, Πληροφοριέσαι καθαρά, Πως παίρει μέτρα σφαλερά. Μηδέ το κάνει απ' αφορμή Να βλάψη άλλου την τιμή. Δε βλέπεις πόσο αδυνατεί Μες την καρδιά του να κρατή Τα εδικά του μερικά Απόκρυφα συμβεβηκά, Στα ξένα πλιο τι καρτερείς; Για πονηρόν μη τον θαρρείς. Πορεύεται άκακα κι' απλά Και με ανήλικα μιαλά, Αν θέλεις, γέλα, να σου ειπώ Τον παιδιάσισιο του σκοπό. Για μυστικό αυτός νογάει Κρυφά να το κοινολογάη.

Π ο λ ύ λ α λ ο ς

Όχι. δε σε κολακεύω. Μη παντέχεις χορατεύω. Σ' είδος που δεν απεικάζω, Έχω δίκιο να θαυμάζω. Η ασίγητή σου γλώσσα, Πώς μπορεί να κόφτη τόσα, Και με τέτια γληγοράδα, Που ποτέ σχεδόν αράδα Σε κανέναν δεν αφίνει, Άντα βάνεται να κρίνη. Κι' όσο ομπρός αυτή πηγαίνει, Οχι μόνον αποσταίνει, Μόνε σα να σου τροχέται, Όσο πλιότερο κινιέται, Έχει πάντα νιόν αθέρα Να μη παύη ολημέρα, Προξενάει σωστήν αιτία Να μπουν όλοι σ' απορία. Κι' αν σου λέγει ο νους σου, σφάλλει, Όμια γλώσσα νάχουν κι' άλλοι, Συ ευτύς οπού ξυπνήσης Και τα λόγια σου αχινήσης, Σύνορω σ' αυτά δε βάνεις, Μήτε θέλεις ν' ανασσάνης, Κι' όσο να αποπλαγιόσης Μεταβιάς θελά τελιόσεις. Άντα είσαι σ' ομιλία Δε θυμάσαι άλλη χρεία. Κι' αν μ' αέραν ημπορούσες, Σαν ο τζίντζιρας να ζούσες, Η δουλιά η εδική σου Να λαλής επιζωής σου. Πόσο ελάθεψεν η φύση Αργοπόδη να σ' αφήση! Τι ανίσως της πατούσαις Σαν τη γλώσσα σου κινούσες, Δε θα ήταν βεβαιό σου, Πεζοδρόμος δεύτερός σου.

Α σ έ β ε ι α σ τ ο υ ς Γ ο ν ε ί ς

Περίσιο είναι να μου λες Τα ίδια άπειραις βολαίς. Να μου παραπονιέσαι, Και να δικιολογιέσαι, Πώς 'ς του θυμού σου την ορμή, Σου δίνουν πάντοτε αφορμή, Οι άτυχοι γονείς σου, Και πέφτουν στην οργή σου. Πως σε μισάν από κακή Καρδιά που έχουν φυσική, Ξαργού σε παροργίζουν Διά να σε συγχύζουν. Πώς να σε ιδούν δεν ημπορούν, Σε όλα σε κατηγορούν. Σε όλα σου αντιλέγουν Και πάντα εκείνοι φταίγουν. Και για να λείπουν η συχναίς Λογοτριβαίς σ' εσάς κοιναίς, Λοιπόν αποφασίζεις, Και τους συχνοξυλίζεις. Σου αποκρίνομαι κι' εγώ Ως με τη γνώσι μου νογώ. Πως χώρια απ' όλα τ' άλλα Τα δίκια τα μεγάλα, Φτάνει αιτία μοναχή, Οπού η αχρεία σου ψυχή Στον κόσμον εγεννήθη, Μ' αθρώπους εμετρήθη, Για να πεδεύουνται σκληρά Αυτοί, που πρέπει τρομερά Να σε καταμισήσουν. Γιατί να σ' αναστήσουν.

Υ π ο θ ε σ ι ά ρ η ς

Τον Πανταγιάτον να μη γνωρίζης. Τι μου ορίζεις! Να μη τον ίδες πολύ λαθεύεις, αν τον πιστεύεις. Δεν είναι μέρος, που να μην έχη δουλιά να τρέχη Οχ τίνος γάμο, θανάτου λύπη, ποτέ του λείπει; Είν' άλλος πρώτος σε πανηγείρια, και σε κριτήρια; Πού νιος, ή κόρη να προξενιέται, και δε ρωτιέται; Πιοι διο μαλόνουν, να μην ωρμήση να τους χωρίση; Της χώρας όλης αυτός αργάτης, και επιστάτης. Σε κάθε σπίτι αρχιτεχνίτης, κοινός μεσίτης. Γνωρίζει ξένον και τον εντόπιον, διαβάτην όπιον. Σκοπούς γιομάτος για έναν κι' άλλον, μικρόν μεγάλον, Σε κάθε μέρος, σε πάσα πράξι, θα βάλη τάξι· Με ένα λόγο παντού τρεχάτος, και πάντ γιάτος. Αυτά τ' ακούω, μον δεν ηξεύρω, πού να τον εύρω. Στην κατοικιά του να μη ζητήσης, αν τον θελήσης. Κι' αλλού να γύρης όπου ημπορέσης, θα τον αντέσης.

Χ α χ λ α ν ά ς

Χαρχαρούδα μη θυμόνεις, Και τα μάτια μου γκριλλόνεις, Να σκιαχτώ, να σε εντραπώ. Μην ελπίζεις, θα σ' το ειπώ. Πριν ακόμα αρχινήσης Ένα τι να ιστορήσης, Θα σ' ακούσουν πανταχού. Χα χα χα, και χα χα χου. Ομιλόντας θα γελάσεις, Τοσοπού, πως θέλα σκάσεις Σαν τη φούσκα, σε θαρρούν, Όσοι στέκουν και τηρούν. Και αν ως τέλος καταντήσης, Λόγο ν' αποξεστομήσης, Τότε πέφτεις καταγής Οχ τα γέλια να πνιγής. Και καθώς σε γαργαλίζουν, Ξένα δάχτυλα αν σ' εγγίζουν, Έτζι απ' όσα κακολές, Ξεκαρδίζεσαι που κλαις. Μήπως έχεις φαντασία, Να διηγέσαι τάχα αστεία, Όθεν παίρεις αφορμή Να γελάς με τόση ορμή; Και αν γελάν οι άλλοι, ξεύρεις, Απατός σου να το εύρης; Μη σε κόφτει, εδώ είμαι εγώ. Σε διο λόγια σ' το ξηγώ. Όσοι, φίλε, σε κυττάζουν, Και να παρασκυθρωπάζουν, Δεν μπορούν να κρατηθούν, Να γελάσουν θα βαλθούν· Γιατί είσαι άξιος γέλιου, Κάδε ίδος περιγέλιου, Ή μιλείς ή σιωπάς, Ή χοντρογελοκοπάς.

Μ ω ρ ό σ φ ο ς

Πως ο Πάνσοφος εξέχει Με το πνέμα αυτό που έχει, Φανερά τ' ομολογώ· Και πως δείχνει νου και φρένας Σπάνια να 'χη κι' άλλος ένας, Συμφωνώ μ' εσάς κι' εγώ. Ναίσκε, είναι από τη φύση Πολυμάθιας πλούσια βρύση, Σε ανώτατο βαθμόν. Και υποτάζει μ' άκρα χάρι Πάσα ρίζα και κλωνάρι, Και τεχνών, κι' επιστημών. Βλέπω μ' όσην ευκολία Όποια δήποτε απορία Εξηγάει, και διαλιεί. Και σε όλα με τι κρίσι Ημπορεί ν' αποφσίση Χωρίς τάχα αναβολή. Πάντα όμιος δίχως λάθος, Και σε ύψος, και σε βάθος, Σε μεγάλα σε μικρά, Τ' άλλα στόματα ομπροστά του, Ως προς τα χαρίσματά του, Μνήσκουν άλαλα, νεκρά. Είναι, είνα, αλήθια τέρας Της τωρεσινής ημέρας, Του αιώνα η στολή· Μόνε σ' ένα πράμμα σφάλλει Το αμίμητο κεφάλι, Που χοντρά παραλαλεί.

Α ν ο σ τ α ν ά λ α δ ο ς

Ακόμα δεν αγρήκησα τινάν να ειπή, Μια χάρι να 'χης τάχατε, σαν οι λοιποί. Κι' άντα τζωπαίνεις, άτυχος, κι άντα μιλάς Κι' άντα δακρύζεις, άχαρος, κι' άντα γελάς. Στο κάτζημό σου ανάποδος, και στο φαγή. Στα μέτωρά σου άτζαλος, και στην οργή. Και η φρονιμάδα σου άτοπη, χωρίς καιρό. Κι' η τρελαμάδα σου άπρεπη, με το σωρό. Δε μνήσκεις αψηγάδιαστος καμμιάς λογής. Σε όλα σου ανάλατος, κοντολογής. Πώς είσαι αφύσκος, φίλε μου, Δεν τ' αναιρώ, Ως πράμμα αναντιλόγητο, και φανερό. Μόνε μου φαίνεται άδικα, να το θαρρούν. Όσοι καθόλου, για άθρωπο δε σε μετρούν. Γιατί όσο κι' αν είσαι άνοστος μ' υπερβολή, Χωρίς κάνα προτέρημα λίγο πολύ, Με κάθε δίκιο πρέπει σου βαθμός πρωτιάς Σαν καθαυτό πρωτότυπου της ανοστιάς.

Π α ρ ά π ο ν ο.

Έτζι είναι· ναίσκε, τον καιρό, Που χαιρόσουν βαθμό λαμπρό γιατί πλουτούσες, Σε όλα ήσουν θαμαστός, Παντού και πάντοτε γνωστός, και φημισμένος. Και αφού η τύχη σου η σκληρή Τη σήμερο σε υστερεί τα πρώτα δώρα, Μικροί, μεγάλοι αρχινάν Τελείως να σ' αλησμονάν, να μη σε ξέρουν. Σε ταύτο ως πράμμα φανερό, Να ειπώ το όχι, δεν μπορώ. μόνε σου λέγω, Πώς έχεις άδικο πολύ Να δείχνεις κάκητας χολή κατά του κόσμου. Καλοστοχάσου το, κι' ευθύς Σωστά θα πληροφορηθής, πως οχ την τύχη, Να παραπονεθής μπορείς, Οπού σε άφηκε χωρίς χρυσό σαμάρι.

Α π ο φ υ γ ή

Μου είπε γνώριμος, απαριθμόντας Για τον Κοκρόγλωσσο, κακά πολλά. Του αποκρίθηκα χαμογελόντας, Λες δικαιότατα, μιλείς καλά. Μον τι πειράζεσαι στο φέρσιμό του Μη δεν τον γνώρισες καμμιά φορά; Αν του εδόθηκε για φυσικό του Να κρίνη άτζαλα, και βρομερά. Μ' οχτρούς και φίλους του να ωμιλήση, Ή μ' όπιον έλαχε να πρωτοϊδή, Κακά ενάντια τους θα τζαμπουνίσει, Σα να τον ξύλιζαν με το ραβδί. Το στόμα του άκοπα ποτάμι τρέχει Από απερίγραφταις χοντροβρισιαίς, Οξέδρα ακάθαρτη ποτέ δεν έχει Δυσωδικώτεραις μαγαρισιαίς, Ως και για λόγου του, άντα ξηγέται, Τόσα ασκημόλογα θελά ειπή, Οπού κι' αναίσχυντος να τα διηγέται Με βεβαιότητα θελά εντραπή. Μη παίρεις, φώναξα, αυτά προς βάρον Του λόγου σου άδικα μη τον λυπάς· Σα δεν ορέγεσαι πορδ-ς γαϊδάρων, Ποτέ αποπίσω τους κοντά μην πας.

Σ ύ γ κ ρ ι σ ι ς

Πες μου, Μώκο, στη ζωή σου, Πώς το νιόθεις το κορμί σου, Ζωντανό κανένα πράμμα, Ή της τέχνης είσαι θιάμα; Αγαπούσα να το ξεύρω, Μόνε πώς να σου το εύρω! Δε μου λεις την απορία; -Φίλος είμαι, τι έχεις χρεία. Πέτρα είσαι; Δες κινιέσαι. Μη είσαι δέντρο; Μόνε ξιέσαι. Όρνιο τάχα; θα πετούσες. Μαϊμού; δε θα μιλούσες. Ερπετό; δεν περπατούσες. Κήτος; θέλα κολυμπούσες. Κτήνος; μον ορθοποδίζεις. Μέταλλο; αμ δεν αχρήζεις. Με κανένα δεν ταιριάζεις, Και απ' όλα προσουμιάζεις. Πόθον είχα και μεγάλο Σε μια τάξι να σε βάλω. Πές μου, Μώκο, στα σωστά σου, Μη είσαι τάχα;... Στάσου, στάσου. Τρως, μουγκράς, κοιμάσαι, πίνεις. Υποψία δεν αφίνεις. Ζώο είσαι δίχως άλλο. Σου το πίτυχα. δε σφάλλω. Αμ τι ζώου είδος είσαι, Δε μας λες; το προσποιείσαι Ό,τι είπα να είσαι σόνει. Κι' από πια, δε μας ζημιόνει.

Β ρ ό μ α

Διαβαίνοντας στο δρόμο Πουρνό πουρνό μια ημέρα, Συναπαντάω το Μώμο. Μου λέγει, καλημέρα. Τι κάνεις ποθητέ μου, Παλιέ συνάδερφέ μου. Ω πόσο επιθυμούσα Στιμή να σ' ανταμόσω. Κι' αποπολλής ποθούσα Το βάρος να σου δόσω Για κάπιον γνώριμό μας, Και φίλον εδικό μας. Και πριν καιρό μου αφίση, Για πιον να τον ρωτήσω, Το στόμα του σα βρύση Επήγαινε ξοπίσω Να λέη για κείνον τόσα, Που του αποσταίνει η γλώσσα, Και αφού αποξεθυμαίνει Να τον κατηγοράη, Ανήσυχος προσμένει· Στα μάτια με τηράει, Να ιδή τι γνώμην έχω, Κι' αν στα νερά του τρέχω. Κυρ Μώμε, το σκοπό σου, Του λέω, καλά απεικάζω. Μηδέ το φέρσιμό σου Εγώ καταδικάζω. Μον δεν μπρω ν' ακούσω Για να σε υπακούσω. Ο Κόπρος, που ονομάζεις, Και ωραία ζωγραφίζεις, Με χάρι ψηγαδιάζεις, Κι' οπού καλά γνωρίζεις, Είν' άθρωπος με φρένας, Στον κόσμον ίσως ένας. Κ' εγώ, κι' εγώ βουλιόμουν Τη γλώσσα να ταράξω, Προχτέ φιλοτιμόμουν Να τον χαμοπειράξω. Μον μ' έκαμε να μείνω, Και λόγο να μη κρίνω. Και μου είπε· Σάτυρέ μου, Με γνώσι σε θαρρούσα, Μηδέ ήλπιζα ποτέ μου, Μηδέ το καρτερούσα, Χωρίς να συλλογέσαι, Μ' εμένα να μετριέσαι.· Θαρρείς σαν ονειδίζεις Των αμαθών το πλήθος, Μπορείς εσύ να γγίζης Και φιλοσόφων ήθος, Με όλα τα σωστά σου! Σιώπα, κι' αφηκρά σου. Και μάθε, πως η φύση Αδιάφορη μητέρα Χωρίς ν' αναμερήση Στη γη και στον αγέρα Κανένα απ' όσα φέρει, Στον κόρφο της τα σέρει. Και ο σοφός που θέλει, Αφύσκος να μη γένη, Για πάστραις δεν τον μέλει, Στης βρόμαις μπαινοβγαίνει. Γυμνή τη φύση βλέπει· Να τη μιμιέται πρέπει. Και επειδή στη βρόμα Ο άθρωπος γεννιέται, Την έχει πρώτο στρώμα, Σε ταύτη να γκυλιέται Ανάγγη είν' όσο ζήση. Σ' αυτή να ξεψυχήση.

Ο Κ ρ α σ ο π α τ έ ρ α ς

Μεταβιάς γλυκοχαράζει, Στα βουνά η αυγή χαράζει, Κι' αρχινάει — Το σκοτάδι να σκορπάη. Στρόθηκε ο Κρασοπατέρας. Πρώτη έγνια της ημέρας, Μον ξυπνήση — Το ποτήρι να σφουγγίση. Και προμιού τα μάτια τρίψη, Την κοιλιά του για να νίψη Μια κανάτα — Οχ τον πήρο νηστικάτα. Κιαπέ ύστερα ως το βράδυ, Που να πιάκη το σκοτάδι, Το λαγήνι — Οχ το χέρι δεν τ' αφίνει. Μον ρουφάει, και μόνε ζάφτει· Κι' όσο πίνει, τόσο ανάφτει. Όλο πίνει — Κι' όλο γένεται καμίνι. Οχ τον πήρο δε σπαρνάει. Το βαγένι μον τηράει. Και η σβάνα — Είν' της δίψας του η καμπάνα Μυριοστέφανο βαγένι, Πες μου, τι θελ' απογένη Στα σωστά σου — Ως το τέλος η κοιλιά σου, Της κανάταις οπού αδιάζεις, Και σε ταύτη της σοδιάζεις, Πώς χωνεύεις — Και να πίνης μον χαλεύεις; Το κρασί που σβαναρίζεις, Τα λαγήνια που στραγγίζεις, Μέγα πράμμα — Πώς δε σκάζεις είναι θιάμα! Ω κοιλιά με δίχως πάτο. Κρασοσφούγγαρο μονάτο! Ω πηγάδι — Δίχως βάθου καν σημάδι. Ω καδδί που δε χορταίνεις, Και ποτέ δεν αποσταίνεις Σ' όσο βρίσκεις — Κι' άδιο πάντα σου απομνήσκεις! Ω καρούτα αναιώνια Που να ρίχνουν χίλια χρόνια, Στα χαμένα — Θα παιδεύουνται μ' εσένα! Ω κρασιού αλήθια τάφε, Τ' άντερα σου βάφε, βάφε!... Ε κοντύλι — Μούρθε πλιο η ψυχή στ' αχείλι! Πες κάνα άλλο κι' άφς τη βρόμα. Θελα 'ειπής, μου λες, ακόμα; Αμ σε πιάνω — Κι' όλο τρίμματα σε κάνω,

Α σ χ η μ ά δ α

Φεύγα να μη σε ιδώ· φεύγα απομπρός μου. Ω μούτρο φοβερό, σκιάχτρο του κόσμου, Πια μάνα ήταν αυτή, και πιος πατέρας, Που σ' έκαμαν να βγης σε φως ημέρας. Τόσο πολύ κακό τόσο ψηγάδι, Να βρίσκεται ποτέ σ' όλον τον άδη! Να ίδε, ή θα ιδή τέρας κανένα Ο ήλιος πουθενά, ωσάν κι' εσένα! Οχι. γιατί μ' οργή η ίδια φύση, Το καλούπι σου ευτύς το έχει τζακίσει.

Π ο ι η τ ή ς

Αυτός και όχι άλλος, Ο φαντασμένος, Για προκομμένος, Ελληνιστής μεγάλος· Σιμά στον ελικώνα Σαν κατοικούσε, Χαμοθαρρούσε Ανίδρωτον αγώνα Στην πολυμάθειά του Τη στιχουργία. Μ' αδιαντροπία Αρχίζει στα σωστά του Τους άλλους να μιμιέται. Τη λύρα αδράζει, Βαρεί, φωνάζει, Και ποιητής λογέται. Της άνοιξις η χάρι Σε λουλουδάκια, Σε χορταράκια, Και με λαμπρό φεγγάρι, Εκεί που είχε πλαγιάση Να ξαποστάση, Να ησυχάση, Του είχε ενθουσιάση Το γνωστικό κεφάλι, Να τραγουδήση Την πλούσια φύσι Τα αμίμητά της κάλλη. Η Μουσαις ξυπνημέναις Στην ταραχή του, Πολλή κραυγή του, Πετιούνται ξαφνισμέναις, Και απανωταίς προβαίνουν, Μον σαν τον ίδαν Ακέριον Μίδαν, Γελάν, και μεταμπαίνουν.

Ο Μ α τ ζ ο ύ κ α ς ή ο Αυτοδίδαχτος Γιατρός

Σ' ένα μέρος σ' έναν τόπο Με πολύ θαμάσιον τρόπο, Με ξαπόρεσι κοινή, Και σε διάστημα ημέρας, Εγεννήθηκε ένα τέρας Σπάνιο άλλο να φανή. Δίχως να 'χη υποψία, Αν ευρίσκονταν βιβλία, Επιστήμαις και σπουδή, Ο Ματζούκας οχ τα γίδια, Εξημέροσε στα ίδια Του Ασκληπιού παιδί. Όσοι ακούν αυτό, θιαμάζουν Και έχουν δίκιο να φωνάζουν, Πως διηγούμαι υπερβολή. Λέω μονάτη την αλήθια· Δεν προβάνω παραμύθια Μαρτυράν σ' αυτό πολλοί. Οχ τη φύσι διδαγμένος, Και γιατρός τελειομένος Στης μητρός του την κοιλιά, Κι' ο Ματζούκας αποράει. Το χωριό του τον τηράει Για σοφίας τη φωλιά. Κι' όχι τέχναις φαρμακίας, Και μυστήρια της χημείας, Σε πολλούς κοινά κι' απλά. Μόνε ξέρει, το ρεπάνι, Μες το σώμα, ως πόσα κάνει Κακοσύναις, και καλά. Σκόρδο, πράσο, και κρομμύδι, Θεραπευτικά τα δίδει, Όπου η χρεία τα καλεί. Και με μέθοδο δική του Πασα έναν αστενή του Προχειρότατα ωφελεί· Μήτε θέλει να ηξεύρη Ν' αγωνίζεται να εύρη Αρεταίς στα ξενικά· Του χωριού οι κήποι όλοι Πατρικό του περιβόλι, Που φυτρόνουν γιατρικά. Τα σταφύλια, τ' αγγουράκια, Σύκα, μήλα πεπονάκια Που δροσίζουν το λαιμό, Δίχως άνοσταις πικράδαις, Γιατρικίσιαις φαρμακάδαις, Περετούν στο διορισμό. Όλα αυτά με πλούσιο χέρι Τα μοιράζει καλοκαίρι, Σαν πολύ δροσιστικά, Το χειμώνα έχει πάλι Στο σοφό του το κεφάλι Ολα τα πυροτικά. Όθεν όλους τους γιατρεύει. Πάσα νόσο θεραπεύει, Με μια χάρι χωριστή. Κι' όποιον τούτος να σηκόση, Πλιό ο χάρος να σκοτόση, Νους να μη το φανταστή Μον η άκρα του σοφία, Κάθαρσι, φλεβοτομία· Έχει για άμαρτα κοινά. Και μ' αυτά πρωταρχινάει, Κάθε πάθος κυνηγάει Σταθερός παντοτινά. Του Ματζούκα μας την πράξι Πιος ειν' άξιος να ξετάξη, Ή την άλλη προκοπή! Ως σε πιόν βαθμό και στάσι, Της σοφίας έχει φτάσει, Σφάλλει όποιος να το ειπή, Τα ρωτήματα δε θέλει· Για σφυγμό μηδέ τον μέλει· Τέτια ο φίλος τα γελά. Σ' άλλο ύψος μέγα πάνει· Τη διάγνωσί του κάνει Με αλλιότικα μιαλά. Με τη μυρουδιά και μόνον, Στου αρρώστου του τον πόνον Της κοιλιάς το περιττό, Ή το ούρος, με τη γέψη Λιγοντί να σημαδέψη, Του είναι πάρα αρκετό. Με παρόμιας γνώσις φώτα, Υστερνά για αυτόν και πρώτα, Άκοπα θαματουργεί. Τόσα κατορθώματά του, Οχ τα πλιο καθημερνά του. Δε χωράει ακέρια γη. Τα παχιά κορμιά αχαμναίνει, Τ' αχαμνά σού τα παχαίνει, Δίνει μάτια των στραβών· Τους ψηλούς, ευτύς χαμηλόνει, Τους κοντούς κι' αυτούς ψηλόνει, Βάνει γλώσσα των βουβών Στα μικρά τα πάθια όμως, Το νοητό του είναι τρόμος· Κάθε νους τον απορεί. Ένα σύμπτωμα ν' ακούση, Μη φοβάσαι να προσκρούση· Μες τη ρίζα πάει βαρεί. Πες του, βήχω· πήρες κρύο· Ένα κι' ένα κάνουν δύο· Αίμα, αίμα παρευτύς· Και την κάθαρσιν αντάμα, Να ιδής της τέχνης θιάμα, Θιάμα τέχνης σαν κι' αυτής! Ανεμοβροντώ αποκάτω· Είναι κρύο, και μονάτο, Αίμα και καθαρτικό, Της χολαίς να ελαττώσουν, Τ' άντερά σου ν' αλαφρόσουν, Απ' αυτό τ' ανεμικό. Νιόθω κάψι στο κορμί μου· Πήρες κρύο, στη ζωή μου, Και το πήρες την αυγή· Κάμε αρχή φλεβοτομή σου, Και κατόπι καθαρή σου· Σου περνάει, δεν αργεί. Αμ τα τεχνικά του χέρια, Για βεντούζαις, για μαχαίρια, Πού είμ' άξιος να ειπώ! Τα αφίνω. τι απεικάζω, Σε κεφάλι δεν τα βγάζω. Όμως δυο δεν τα σιωπώ. Το πιστό του το νιστέρι, Που χυμάει σαν το ξεφτέρι, Και βουτάει ως το λαιμό· Και το μέγα του αγκλυστήρι, Οπού δεν κρατάει χατίρι, Και αναβράει κατακλυσμό, Είναι αμίμητα εργαλεία, Και σαν ταύτα η χειρουργία Σε κανένα της καιρό, Σ' όσους έλαβε οπαδούς της, Και μεγάλους και μικρούς της, Να τα ίδε, δε θαρρώ. Μόνε τέτιον προκομμένον Οχ τη φύσι προικισμένον, Να τον λέγουν μερικοί, Πως είναι άδιος, κούφιος όλος, Και ψευτιάς μονάτης δόλος... Πώς οι αθρώποι είναι κακοί! Λεν αυτοί, ένας να προφτάση Στους πενήντα, να μη σκάση, Απ' εκείνους που τηράει, Είναι απόρεμα μεγάλο. Μον αυτό, εγώ αν δεν σφάλλω, Μες το νου μου δε χωράει. Ο Ματζούκας τάχα φταίγει, Του αρρώστου του άντα λέγει Να ρουφήση αυγό ψητό, Και ο άρρωστος πεθαίνει, Αφορμής παραχορταίνει Απ' αυγό σφιχτά βραστό; Αν τον αστενή διορίση Το καθάρσιο να στραγγίση, Κι' ο εμπαθής, να καταπιή Μη μπορόντας, το αφίνει, Και λαβαίνει κακοσύνη, Πιος του είπε να μη πιή! Αν ο τρίτος του παγαίνει, Επειδή και δεν προσμένει Να του κάμη ο γιατρός, Όσα η τέχνη υπαγορεύει, Ο Ματζούκας μας λαθεύει, Ή του φταίγει ο καιρός; Μον αυτά των σύντεχνών του Λόγια ενάντια στο σκοπόν του Δεν τα βάνει παντελώς. Και είναι άθρωπος με γνώσι Να δανείση και καμπόση, Και όχι ως λεν αυτοί, ζουρλός Σας παρακινάω φίλοι, Με αληθοσύνης χείλι, Κατηγόρια ν' αφεθή· Κι' όπου τύχη να τον βρήτε, Πρόθυμα όλοι να τον φτιύτε, Για να μην αβασκαθή.

Σ υ μ β ο ύ λ ι ο ν Γ ι α τ ρ ώ ν

